Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Κ. Α. ως Ειδικός Διαχειριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 574/17, 16/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A240 Αρ. Αγωγής: 574/17 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd από τη Λευκωσία Ενάγουσας και
- Κ. Α. ως Ειδικός Διαχειριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 26/03/2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Δημήτρης Αντωνιάδης μαζί με κ. Αλέξανδρο Παναγή για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: κ. Σταύρος Χριστοδούλου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση: κ. Νικόλας Καλλένος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός που διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Με την παρούσα αγωγή της αιτείται διάφορα ποσά από τους εναγόμενους δυνάμει αποδοχής εγγυητικών επιστολών της εναγομένης 1 εκ μέρους των πελατών της ενάγουσας. Η επίδικη διαφορά προέκυψε ως αποτέλεσμα της διαδικασίας εξυγίανσης της εναγομένης
- Σύμφωνα με το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Co Ltd (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διάταγμα του 2013 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π 156/2013, μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη 2 Τράπεζα Κύπρου, περιουσιακά στοιχεία, της εναγομένης 1 Cyprus Popular Bank (στο εξής η «CPB») όπως τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα, καθώς και υποχρεώσεις προς τρίτους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ανάμεσα στα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις της CPB τα οποία μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη 2 ήταν και ενδεχόμενες υποχρεώσεις της CPB, αναφορικά με ενέγγυες πιστώσεις και εγγυητικές επιστολές που έχουν εκδοθεί από καταστήματα της CPB στην Κυπριακή Δημοκρατία. Υποστηρίζεται ότι η ενάγουσα τράπεζα αποδεχόταν στα πλαίσια των εργασιών της, διάφορες εγγυητικές επιστολές της CPB εκ μέρους των πελατών της. Γίνεται αναφορά στην έκθεση απαίτησης για 15 συνολικά εγγυητικές επιστολές της CPB προς όφελος πελατών της ενάγουσας. Η CPB ανέλαβε να πληρώσει στην ενάγουσα χωρίς αναφορά και ανεξάρτητα οποιασδήποτε ένστασης των πελατών της CPB, αναφορικά με την κάθε εγγυητική, οποιοδήποτε ποσό μέχρι το ποσό που αντιστοιχεί στην κάθε εγγυητική με τη λήψη γραπτής απαίτησης των εναγόντων, εντός της ισχύος των εν λόγω εγγυητικών. Η εν λόγω γραπτή απαίτηση θα αναφέρει ότι ο κάθε πελάτης της CPB παρέλειψε να καταβάλει οποιοδήποτε οφειλόμενο/α ποσό/α και ότι οι ενάγοντες ζητούν πληρωμή σύμφωνα με τις εν λόγω εγγυήσεις. Η ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους των εγγυητικών επιστολών και πριν από τη λήξη τους, με επιστολές προς τη CPB απαίτησε γραπτώς από τη CPB και/ή τους εναγομένους 1 και 2, την πληρωμή των ποσών που εξασφάλιζαν οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές, αναφέροντας ότι οι πελάτες της CPB παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους των συμφωνιών μεταξύ των πελατών της ALPHA και των πελατών της CPB και ζήτησαν πληρωμή σύμφωνα με τις εν λόγω εγγυήσεις. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με διάφορες επιστολές τους ενημέρωσαν την ενάγουσα ότι δεν ήταν εις θέση και/ή δεν θα τιμούσαν τις εν λόγω εγγυητικές επιστολές. Ως εκ τούτου η ενάγουσα ζητά με την παρούσα αγωγή της τα πιο κάτω ποσά: I. Το ποσό των €116.037,36 (GPB99.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50275/159/
- II. Το ποσό των €37.589,23 (Λ.Κ 22.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50646/153/
- III. Το ποσό των €34.172,03 (Λ.Κ 20.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50376/153/
- IV. Το ποσό των €102.516,09 (Λ.Κ 60.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50326/186/2005 V. Το ποσό των €107.641,89 (Λ.Κ 63.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50051/156/
- VI. Το ποσό των €51.258,04 (Λ.Κ 30.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50560/156/2005 VII. Το ποσό των €165.617,99 (USD 179.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50170/156/2005 VIII. Το ποσό των €85.430,07 (Λ.Κ 50.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50086/156/2006 IX. Το ποσό των €93.973,08 (Λ.Κ 55.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.51216/153/
- X. Το ποσό των €115.198,41 (CHF 123.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50032/322/2007 XI. Το ποσό των €59.801,05 (Λ.Κ 35.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50278/186/2007 XII. Το ποσό των €61.509,65 (Λ.Κ 36.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50720/153/2007 XIII. Το ποσό των €383.058,14 (CHF 409.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.50020/153/2009 XIV. Το ποσό των €165.500 πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.53018/153/2011 XV. Το ποσό των €63.218,25 (Λ.Κ 37.000) πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ.53208/153/2012 Προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ως θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών και να καταβάλλουν στην ενάγουσα τα ποσά τα οποία αυτές εξασφάλιζαν. Οι επίδικες εγγυητικές εκδόθηκαν κατά την ενάγουσα, από την CPB εκ μέρους διαφόρων πελατών της προς όφελος της ενάγουσας. Στην συνέχεια έχουν μεταβιβαστεί στην εναγομένη 2, κατά την διαδικασία εξυγίανσης της CPB, σύμφωνα την Κ.Δ.Π. 156/2013, και με τη Συμφωνία Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων μεταξύ εναγομένων ημερομηνίας 14/05/
- Οι εναγόμενες με τις υπερασπίσεις τους, αρνούνται τις αιτούμενες θεραπείες, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς ως προς την εγκυρότητα τους. Η παρούσα αίτηση Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και της προδικασίας η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στην συνέχεια, καταχωρήθηκε στις 26/03/2021 η παρούσα αίτηση, με την οποία η ενάγουσα ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη κι άλλων εγγυητικών στο αιτητικό μέρος της αγωγής. Αιτείται συγκεκριμένα τροποποίηση της έκθεση απαίτησης: Α. Με την προσθήκη των ακόλουθων υποπαραγράφων (ν) και (ξ) μετά την υφιστάμενη υποπαράγραφο (μ) της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης: «(ν) Εγγυητική Επιστολή Αρ. 50770/153/2010 ημερομηνίας 16/02/2010 για δάνειο της C.D.C Xylo Artistico Ltd για το ποσό των €181.856,40 πλέον τόκων, η οποία ανανεώθηκε κατά σειρά μέχρι την 01/10/
- (ξ) Εγγυητική Επιστολή Αρ. 50773/153/2010 ημερομηνίας 16/02/2010 για δάνειο της C.D.C Xylo Artistico Ltd για το ποσό των €181.856,40 πλέον τόκων, η οποία ανανεώθηκε κατά σειρά μέχρι την 01/10/2012.» Β. Με την αναρίθμηση των υφιστάμενων υποπαραγράφων (ν) και (ξ) της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης σε (ο) και (π) αντίστοιχα. Γ. Με την προσθήκη των ακόλουθων υποπαραγράφων (ν) και (ξ) μετά την υφιστάμενη υποπαράγραφο (μ) της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης: «(ν) Για την Εγγυητική Επιστολή Αρ. 50770/153/2010 ημερομηνίας 16/02/2010 αποστάληκαν οι επιστολές ημερομηνίας 18/09/2012, 12/03/2019, 13/02/
- (ξ) Για την Εγγυητική Επιστολή Αρ. 50773/153/2010 ημερομηνίας 16/02/2010 αποστάληκαν οι επιστολές ημερομηνίας 18/09/2012, 12/03/2019, 13/02/2020.» Δ. Με την αναρίθμηση των υφιστάμενων υποπαραγράφων (ν) και (ξ) της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης σε (ο) και (π) αντίστοιχα. Ε. Με την προσθήκη των αριθμών «50770/153/2010, 50773/153/2010» έπειτα από τον αριθμό 50020/153/2009 ο οποίος αναφέρεται στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης, ούτως ώστε η παράγραφος 10 της Έκθεσης Απαίτησης να διαβάζεται ως ακολούθως: «
- Κατά παράβαση των όρων των Εγγυητικών Επιστολών με αριθμούς 50275/159/2003, 50646/153/2004, 50376/153/2004, 50326/186/2005, 50051/156/2005, 50560/156/2005, 50170/156/2005, 50086/156/2006, 51216/153/2006, 50032/322/2007, 50278/186/2007, 50720/153/2007, 50020/153/2009, 50770/153/2010, 50773/153/2010, 53018/153/2011, 53208/153/2012 η CPB και/ή οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να καταβάλουν στους ενάγοντες τα ποσά που εξασφάλιζαν οι εν λόγω Εγγυητικές Επιστολές.» ΣT. Με την προσθήκη των ακόλουθων υποπαραγράφων (XIV) και (XV) μετά την υφιστάμενη υποπαράγραφο (XIII) της παραγράφου 13 της Έκθεσης Απαίτησης: «XIV. Το ποσό των €181.856,40 πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50770/153/2010 XV. Το ποσό των €181.856,40 πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50773/153/2010» Ζ. Με την αναρίθμηση των υφιστάμενων υποπαραγράφων (XIV) και (XV) της παραγράφου 13 της Έκθεσης Απαίτησης σε (XVI) και (XVII) αντίστοιχα. Η. Με την προσθήκη των ακόλουθων υποπαραγράφων (XIV) και (XV) μετά την υφιστάμενη υποπαράγραφο (XIII) της παραγράφου 14A. της Έκθεσης Απαίτησης: «XIV. Το ποσό των €181.856,40 πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50770/153/2010 XV. Το ποσό των €181.856,40 πλέον τόκων ως οφειλόμενο ποσό και/ή ως εγγύηση δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής Αρ. 50773/153/2010» Θ. Με την αναρίθμηση των υφιστάμενων υποπαραγράφων (XIV) και (XV) της παραγράφου 14A. της Έκθεσης Απαίτησης σε (XVI) και (XVII) αντίστοιχα. Ι. Άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. ΙΑ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί της ενάγουσα. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η ανάγκη για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης προέκυψε μετά την απόσυρση στις 21/11/2018, της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αριθμό 6466/
- Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, την 24/09/2012 εκδόθηκε μονομερώς ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο κατέστη απόλυτο την 23/01/2013 (στο εξής «το απαγορευτικό διάταγμα»). Με το απαγορευτικό διάταγμα απαγορευόταν η κατάσχεση και/ή εξαργύρωση των εγγυητικών επιστολών από πλευράς ενάγουσας (η οποία ήταν εναγομένη στην εν λόγω αγωγή) μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, νοούμενου ότι η εκεί ενάγουσα θα τηρούσε σε ισχύ τις εγγυητικές επιστολές μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η ενάγουσα στην παρούσα, ενόψει της απόσυρσης της πιο πάνω αγωγής και του απαγορευτικού διατάγματος, απέστειλε επιστολές στην εναγομένη 2 την 12/03/2019 και σε αμφότερους τους εναγομένους την 13/02/2020, επαναλαμβάνοντας την απαίτησή της για την καταβολή των ποσών που εξασφάλιζαν οι εν λόγω εγγυητικές στη βάση της επιστολής απαίτησής της ημερομηνίας 18/09/
- Η ενάγουσα επέλεξε να μην εγείρει στα πλαίσια της παρούσας οποιαδήποτε αξίωση στη βάση των υπό κρίση εγγυητικών επιστολών αφ' ης στιγμής και ενόσω το απαγορευτικό διάταγμα βρισκόταν σε ισχύ, το οποίο ουσιαστικά απαγόρευε την πληρωμή των εγγυητικών επιστολών. Με την απόσυρση της αγωγής 6466/2012 όμως, η οποία αναπόφευκτα συμπαρέσυρε και το απαγορευτικό διάταγμα, η ενάγουσα αποφάσισε να προωθήσει εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και την αξίωσή της αναφορικά με τα ποσά τα οποία εξασφάλιζαν, οι εν λόγω εγγυητικές επιστολές. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι η θέση του ομνύοντα ότι η παρούσα τροποποίηση είναι αναγκαία και απαραίτητη για τη διαλεύκανση των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές, την αποτελεσματική εκδίκαση της υπόθεσης, τον βέβαιο προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων διεξοδικά στην ίδια διαδικασία, ούτως ώστε να υπάρχουν όλα τα γεγονότα και η ολοκληρωμένη απαίτηση της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ομνύων αναφέρει στην συνέχεια ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση, λαμβάνοντας υπόψη αφενός την κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε ως απόρροια της πανδημίας και αφετέρου του χρονικού πλαισίου που μεσολάβησε από την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 13/02/2020 από την ενάγουσα προς τους εναγομένους μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ο ομνύων υποστήριξε τέλος ότι η φύση της τροποποίησης δεν επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων εφόσον, αφενός η υπεράσπιση που προβάλλεται από αυτούς σε περίπτωση όπου εγκριθεί η υπό εξέταση αίτηση, θα παραμείνει αναλλοίωτη και αφετέρου εάν ήθελε φανεί ότι με την παρούσα τροποποίηση προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά, αυτή δεν είναι τέτοια η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δεν έχει αρχίσει. Οι ειδοποιήσεις ένστασης Οι εναγόμενοι ενίστανται, στο αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στις ξεχωριστές ειδοποιήσεις ένστασης που καταχώρησαν, στηρίζονται σε πανομοιότυπους λόγους ένστασης. Ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται γενικά οι προϋποθέσεις της Δ.25 για τροποποίηση δικογράφου και ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, αναφέρεται στην ένσταση της εναγομένης 2 ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σχεδόν 2 χρόνια και 4 μήνες από την ημερομηνία απόσυρσης της αγωγής 6466/2012 και από την ημέρα που η ενάγουσα κατ' ισχυρισμό απέστειλε επιστολή απαίτησης ημερ. 12.3.2019 μετά την απόσυρση της αγωγής 6466/
- Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι με την αίτηση επιχειρείται κατά παράτυπο και/ή ανεπίτρεπτο τρόπο, η προσθήκη νέων βάσεων αγωγής και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν έχει καταδειχθεί ότι αποτελούν αναγκαία προσθήκη στην παρουσίαση της υπόθεσής της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρεται τέλος ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα όλα τα επίδικα θέματα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Ύστερα από την ριζική μετατροπή της Διαταγής 25, η τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες όπως στην παρούσα περίπτωση, ρυθμίζεται από την Δ.25 Θ.1
(3)η οποία έχει ως εξής:
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στον Θ.1
(3). Σκοπός κατά την κρίση μου είναι, με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους που συντάσσουν δικόγραφα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια. Η νέα διαταγή 25 καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και εφαρμόζεται ως εκ τούτου στην παρούσα υπόθεση (βλ. Δ.25 Θ.9). Ειδικά εφαρμόζεται ο Θεσμός 1
(3)της Δ.25 αφού όπως προαναφέρθηκε, η υπόθεση βρίσκεται στο διαδικαστικό στάδιο μετά την κλήση για οδηγίες. Επομένως, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Δεν συμφωνώ επί του προκειμένου με την θέση του συνηγόρου της ενάγουσας όπως εκφράστηκε στην αγόρευση του ότι οι νομολογιακές αρχές που ερμηνεύουν την παλαιά Δ.25 θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία και στην παρούσα υπόθεση. Οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25. Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την δική μου κρίση, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της Αγωγής ή συνιστούν αναγκαίες λεπτομέρειες προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους». Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων με τα περιθώρια άσκησης από πλευράς Δικαστηρίου διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων σε προχωρημένο στάδιο της Δίκης. Συμπεράσματα Το πρώτο σημείο που θα με απασχολήσει είναι η θέση του συνηγόρου της εναγομένης 2 για παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων σε σχέση με τις προτεινόμενες εγγυητικές επιστολές. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε συγκεκριμένα στην αγόρευση του ότι οι αξιώσεις τις οποίες η ενάγουσα επιχειρεί να εισαγάγει σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ήτοι σχεδόν 8 χρόνια και 6 μήνες από την ημέρα που η ενάγουσα κατ' ισχυρισμό απέστειλε επιστολές απαίτησης ημερ. 18.9.2012 σε σχέση με τις νέες αυτές εγγυητικές, έχουν προ πολλού παραγραφεί δυνάμει του άρθρου 7
(1)του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012) (στο εξής ο «Ν.66(Ι)/2012»). Συνεπώς, κατά τον συνήγορο, τυχόν έγκριση της υπό παρούσας αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική εισαγωγή παραγραφείσας αξίωσης, με αποτέλεσμα να αποστερηθεί η τράπεζα Κύπρου του δικαιώματος της να προβάλει το ζήτημα της παραγραφής επειδή η τροποποίηση που θα επέλθει θα είναι το αποτέλεσμα έγκρισης του Δικαστηρίου με αναδρομικό αποτέλεσμα κάτι που θα συνεπάγεται αναβίωση αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο έπαυσε να υφίσταται δυνάμει του Ν.66(Ι)/
- Από την πλευρά του, ο συνήγορος της ενάγουσας στην προφορική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι το ζήτημα της παραγραφής δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο καθότι δεν έχει δικογραφηθεί στην ένσταση της εναγομένης
- Ο συνήγορος παρέπεμψε στα άρθρα 20 και 21 του Ν.66(Ι)/2012, σύμφωνα με τα οποία το Δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής και ότι την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση, οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι η εναγομένη 2 αν ήθελε να θέσει θέμα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος, θα έπρεπε να το δικογραφούσε ρητά στην ένστασή της ημερομηνίας 09/12/2021, κάτι που δεν έχει πράξει. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι εν πάση περιπτώσει, οι βάσεις αγωγής των επιζητούμενων τροποποιήσεων δεν έχουν παραγραφεί. Ο ουσιώδης χρόνος κατά τον συνήγορο από τον οποίο άρχισε να προσμετράται ο χρόνος παραγραφής των έξι ετών στην παρούσα υπόθεση είναι η 01/01/
- Δεδομένου ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε από την ενάγουσα στις 26/03/2021, δηλαδή σαφώς πριν συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής στις 01/01/2022, είναι ξεκάθαρο ότι η αίτηση είναι καθ' όλα εμπρόθεσμη, χωρίς να τίθεται θέμα παραγραφής. Μελετώντας τις πιο πάνω θέσεις των συνηγόρων, κρίνω σε συμφωνία με τον συνήγορο της ενάγουσας ότι δεν μπορεί να εξεταστεί λόγω μη δικογράφησης, η θέση του συνηγόρου για την εναγομένη 2 περί παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων, αναφορικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012, ζητήματα παραγραφής δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά μόνο μετά από δικογράφηση από τον διάδικο που έχει έννομο συμφέρον. Στην παρούσα περίπτωση, η εναγομένη 2 στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησε δεν προέβαλε κανένα λόγο ένστασης, αναφορικά με παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων των προτεινόμενων τροποποιήσεων. Η προβολή τέτοιου λόγου έγινε πρώτη φορά στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου για την εναγομένη 2 και στην συνέχεια κατά την προφορική του αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου όπου επεξήγησε τις θέσεις του για το ζήτημα της παραγραφής. Όμως κατά την κρίση μου, οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012 είναι επιτακτικές και δεν επιδέχονται παρερμηνεία. Ανεξαρτήτως της θέσης της ενάγουσας ότι τα αγώγιμα δικαιώματα δεν έχουν στην ουσία παραγραφεί , για να μπορούσε η εναγομένη 2 να προβάλει ζητήματα παραγραφής των αγώγιμων δικαιωμάτων αναφορικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, όφειλε να δικογραφήσει τους σχετικούς ισχυρισμούς της, στους λόγους ένστασης που καταχώρησε. Η παράλειψη της να το πράξει, έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζεται να προβάλει ζητήματα παραγραφής στην παρούσα διαδικασία. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις δυνάμει της Δ.25 Θ.1
(3)για έγκριση του αιτήματος. Όπως προαναφέρθηκε, ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει δυνάμει της πιο πάνω διάταξης, είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, είτε ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η παράλειψη της ενάγουσας να συμπεριλάβει στην αρχική έκθεση απαίτησης, τις προτεινόμενες εγγυητικές δεν συνιστά καλόπιστο λάθος. Αντιθέτως, είναι η θέση της ίδιας της ενάγουσας ότι αυτό έγινε με δική της επιλογή αφού εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στην αγωγή 6466/2012 που απαγόρευε την κατάσχεση και την εξαργύρωση των επίδικων εγγυητικών από πλευράς της. Θεωρώ ότι η επιλογή της ενάγουσας να μην προωθήσει αρχικά και δικογραφήσει στα πλαίσια της παρούσας, τις απαιτήσεις της αναφορικά με τις προτεινόμενες εγγυητικές, ήταν αιτιολογημένη δεδομένου του απαγορευτικού διατάγματος για αυτές στην αγωγή 6466/2012. Επιπλέον η απόσυρση της πιο πάνω αγωγής και του συντηρητικού διατάγματος, συνιστούν κατά την κρίση μου νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της παρούσας αγωγής, τα οποία προέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Η απόσυρση της πιο πάνω αγωγής και του συντηρητικού διατάγματος μετά την έγερση της παρούσας, συνιστά νέο δεδομένο που δίδει δικαίωμα στην ενάγουσα να διεκδικεί αποζημιώσεις και για τις προτεινόμενες εγγυητικές και συνεπακόλουθα, δικαιολογεί το αίτημα για την υπό κρίση τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την προϋπόθεση της Δ.25 Θ.1
(3)ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής που δικαιολογούν το αίτημα της για την υπό κρίση τροποποίηση, της έκθεσης απαίτησης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως οι παράγραφοι Α έως Ι της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι δεν ευθύνονται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων της αίτησης αλλά και αυτών της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση. Η τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω της μη συμπερίληψης από την ενάγουσα στην αρχική έκθεση απαίτησης, των απαιτήσεων της για τις υπό κρίση εγγυητικές (βλ. επίσης Κώστα Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 Α.Α.Δ 809). Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση αλλά και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα πρέπει να είναι υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους, η ενάγουσα - αιτήτρια και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο