← Κύπρος

Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 23/6/2022

Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 23/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A241 Αρ. Αγωγής: 1941/2021 Μεταξύ: Jtrust Asia Pte Ltd, εκ Σιγκαπούρης Ενάγουσας και

  1. Aref Holdings Ltd (ΗΕ 351413), εκ Λευκωσίας
  2. Adalene Ltd (ΗΕ 343760), εκ Λευκωσίας
  3. Bellaven Ltd (ΗΕ 341825), εκ Λευκωσίας
  4. Baguera Ltd (ΗΕ 344754), εκ Λευκωσίας
  5. M. K., εξ Ιαπωνίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3.11.21 υπό L. H. T., από την Ταϊλάνδη για τροποποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερ. 9.8.21 Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2022 Για ενδ. πρόσωπο - αιτήτρια: κα Μαρίνα Χατζησωτηρίου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Ανδρέας Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσόν των 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής και αφορά αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αστικών αδικημάτων της συνομωσίας με παράνομα μέσα και της απάτης. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μεταξύ Μαρτίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2017, πραγματοποίησε αριθμό επενδύσεων στην Group Lease Public Company Limited (GL), εταιρεία επενδύσεων Ταϊλάνδης εισηγμένη στο Ταϊλανδικό χρηματιστήριο, κυρίως στο πλαίσιο τριών Συμφωνιών Επένδυσης. Οι επενδύσεις αυτές περιλάμβαναν και μία επένδυση 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, στο πλαίσιο της 2ης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποίησε η ενάγουσα με την GL, η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για να λάβει την απόφαση της να επενδύσει στην GL, βασίστηκε σε ψευδείς παραστάσεις που έγιναν εκ μέρους της GL από τον εναγόμενο 5, Ιάπωνα επιχειρηματία με Κυπριακή υπηκοότητα, ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της GL κατά τον επίμαχο χρόνο. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο κατά την ενάγουσα, σε σύναψη εικονικών δανειακών συμβάσεων της θυγατρικής της GL Σιγκαπουριανής εταιρείας GLH στις εναγόμενες 1-4 Κυπριακές εταιρείες (Κύπριοι Δανειολήπτες) και συνεπακόλουθα, σε αδικαιολόγητα και ψευδή θετικά αποτελεσμάτων της GL, προκειμένου να πειστεί η ενάγουσα να επενδύσει σημαντικά ποσά στην GL, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επένδυε. Οι εναγόμενες 1 έως 4 ενάγονται ως μέρος της συνομωσίας αφού γνώριζαν κατά την ενάγουσα ότι τα δάνεια που αντλούσαν από την GLH, ήταν εικονικά. Καταχωρήθηκαν ως εκ τούτου δικαστικές διαδικασίες στην Σιγκαπούρη από την ενάγουσα. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους 70 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής στην ενάγουσα για ανάκτηση των ζημιών της, στο πλαίσιο της 1ης και της 3ης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποιήθηκαν, αλλά δεν επέτρεψε την αξίωση ύψους περίπου 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής για ζημιές που προκλήθηκαν στο πλαίσιο της 2ης Συμφωνίας Επένδυσης. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης απέρριψε την αξίωση αυτή, λόγω του ότι κατά τον χρόνο της απόφασης τον Οκτώβριο του 2020, η ενάγουσα δεν είχε ακόμη υποστεί πραγματική ζημιά, γιατί στο πλαίσιο της 2ης Συμφωνίας Επένδυσης, τα κεφάλαια κατέστησαν πληρωτέα τον Αύγουστο του
  6. Αφότου κατέστη ληξιπρόθεσμη η 2η συμφωνία επένδυσης την 1η Αυγούστου του 2021 και η GL σύμφωνα με την ενάγουσα παρέλειψε να πληρώσει το αρχικό ποσό, η ενάγουσα κίνησε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητώντας τις ζημιές που κατ' ισχυρισμό της προκλήθηκαν, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους:
  7. Να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι USD 124,474,854.00 ή το ισόποσο σε Ευρώ · και,
  8. Με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν (deal with) ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Μεταξύ των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβάνονται τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου, οι οποίοι σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος καθώς και τα ακόλουθα ακίνητα στην Κύπρο: (α) Villa Αρ. 9, "[ ]" complex, [ ], [ ], Λεμεσός (β) Villa Αρ. 2, "[ ]" complex, [ ], [ ], Λεμεσός (γ) Διαμέρισμα Αρ. 9, 1ος όροφος, [ ], [ ], Λευκωσία, Κύπρος, Αρ. Εγγραφής 0/[ ], Τμήμα/Φύλο 1/21, Σχέδιο 1012v01, Τεμάχιο [ ] Με την αίτηση επιζητούνται επίσης και διατάγματα αποκάλυψης, για τα οποία όμως το Δικαστήριο ζήτησε όπως επιδοθεί η αίτηση στους εναγομένους προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις τους. Οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στην οριστικοποίηση και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επικαλούνται μεταξύ άλλων, έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την ενάγουσα και γενικότερα, την απουσία των προϋποθέσεων της νομολογίας για έγκριση συντηρητικού διατάγματος. Στο μεταξύ, καταχωρήθηκε και η παρούσα αίτηση ημ. 3.11.21 με την οποία η L. H. T., από την Ταϊλάνδη, ζητούσε περιορισμένη παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία προσωρινού διατάγματος, προκειμένου να αιτηθεί την εξαίρεση ενός ακινήτου από το προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενη ότι αυτό της ανήκει. Πρόκειται για την Villa Αρ. 2, "[ ]" Complex, [ ], [ ], Λεμεσός, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο προσωρινό διάταγμα. Με την παρούσα αίτηση της ημ. 3.11.21 η αιτήτρια ζητά συγκεκριμένα τα εξής: Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για περιορισμένη παρέμβαση της Αιτήτριας με σκοπό να αιτηθεί την ακύρωση και/ή τροποποίηση του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2021 στο βαθμό που επηρεάζει την ίδια και/ή τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή όπως καταστεί διάδικος για τον περιορισμένο σκοπό που αναφέρεται προηγουμένως και/ή όπως άλλως πως παρέμβει ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει υπό τις περιστάσεις. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9/8/2021 στο βαθμό που επηρεάζει την Αιτήτρια και/ή τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή να τροποποιείται το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9/8/2021 διά της διαγραφής της υποπαραγράφου Α 4ii (β) και του λεκτικού «Villa Αρ. 2, "[ ]" complex, [ ], [ ], Λεμεσός». Διαζευκτικά με τα Α. και Β. ανωτέρω: Γ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για περιορισμένη παρέμβαση της Αιτήτριας με σκοπό να καταχωρήσει ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στη μονομερή αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 5/8/2021 και/ή στη συνέχιση της ισχύος του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2021 στο βαθμό που επηρεάζει την ίδια και/ή τα περιουσιακά της στοιχεία και/ή όσον αφορά την υποπαραγράφο Α 4ii (β) και το λεκτικό «Villa Αρ. 2, "[ ]" complex, [ ], [ ], Λεμεσός» του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 9/8/2021 και/ή όπως καταστεί διάδικος για τον περιορισμένο σκοπό που αναφέρεται προηγουμένως και/ή όπως άλλως πως παρέμβει ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει υπό τις περιστάσεις. Οι διάδικοι με κοινή τους δήλωση αποδέχθηκαν το αιτητικό Α για να δοθεί άδεια παρέμβασης στην διαδικασία με την επιφύλαξη της μη αποδοχής της αλήθειας των ισχυρισμών της αιτήτριας και με την διαγραφή της λέξης «ακύρωση». Έτσι η άδεια παρέμβασης δόθηκε εκ συμφώνου και για σκοπούς αιτήματος τροποποίησης του προσωρινού διατάγματος. Το αιτητικό Β για τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος, παρέμεινε για ακρόαση ενώ το διαζευκτικό αιτητικό Γ, αποσύρθηκε από την αιτήτρια. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι αγόρασε το επίδικο ακίνητο στα πλαίσια αιτήματος της για πολιτογράφηση στην Κύπρο, δυνάμει του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος. Σύμφωνα με τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση τροποποίησης, για την αγορά η αιτήτρια χρησιμοποίησε την εναγομένη 1 εταιρεία Aref Holdings Limited, στην οποία όλοι οι αξιωματούχοι και ο αποκλειστικός μέτοχος ήταν nominees από την εταιρεία FidesCorp Limited. Υπήρχε όμως trust deed προς την αιτήτρια που έδειχνε ότι η ίδια ήταν η αποκλειστική μέτοχος της εν λόγω εταιρείας. Τα σχετικά έγγραφα συμπεριλήφθηκαν και στην αίτηση που καταχωρήθηκε για πολιτογράφηση. Αναφέρεται στην συνέχεια ότι η διαδικασία πολιτογράφησης και αγοράς της έπαυλης, ολοκληρώθηκε επιτυχώς και σε αρκετές επισκέψεις της αιτήτριας στην Κύπρο, αυτή διέμενε στην εν λόγω έπαυλη. Αναφέρεται επίσης ότι παρόλο που η αιτήτρια και ο σύζυγός της είχαν επαρκή κεφάλαια για την αγορά της έπαυλης, αποφάσισαν να λάβουν προσωρινό δάνειο από τον εναγόμενο 5 με τον οποίο σχετίζονταν επαγγελματικά για να αγοράσουν την έπαυλη στη Μαρίνα Λεμεσού. Με τη συμβουλή του εναγομένου 5, συστάθηκε η εναγομένη 1 εταιρεία, Aref Holdings Limited, η οποία θα ανήκε στην αιτήτρια και η οποία δανειοδοτήθηκε από εταιρεία του εναγομένου 5 και αγόρασε την έπαυλη. Στην συνέχεια όμως, η αιτήτρια λόγω δυσκολιών στην επικοινωνία με τους διαχειριστές της εταιρείας Aref Holdings Limited, αποφάσισε ότι ήθελε να αποπληρώσει το δάνειο και να κατέχει τη Villa Αρ. 2 στο προσωπικό της όνομα και όχι μέσω της Aref Holdings Limited. Μετά από την αποπληρωμή του ποσού του δανείου, η Villa Αρ. 2 μεταβιβάστηκε προσωπικά στο όνομα της αιτήτριας στις 7 Φεβρουαρίου
  9. Ταυτόχρονα, η αιτήτρια δεν επιθυμούσε πλέον να συνδέεται με την Aref Holdings Limited και σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 5, έγιναν οι αναγκαίες αλλαγές στην εταιρεία. Η αιτήτρια αρνείται την θέση της ενάγουσας ότι βοηθά κατά κάποιο τρόπο και είναι συνεργός («aid and abet») του εναγομένου 5 να αποκρύψει τα περιουσιακά του στοιχεία ώστε η ενάγουσα να μην μπορεί να εκτελέσει οποιαδήποτε απόφαση που μπορεί να λάβει εναντίον του, επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Villa Αρ. 2 είναι ο εναγόμενος 5 και όχι η ίδια. Έκτοτε, η αιτήτρια έκανε πολλά ταξίδια στην Κύπρο με την οικογένεια της και διέμενε στην επίδικη έπαυλη. Πληροφορήθηκε από τις ειδήσεις ότι υπήρχαν αγωγές μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 5 και των εταιρειών του, με αναφορά σε Κύπριους δανειολήπτες και στην Aref Holdings Limited. Κανένας δεν επικοινώνησε μαζί της σχετικά με αυτές τις αγωγές και παρόλο που ήταν λίγο ανήσυχη, ήταν σίγουρη ότι αυτό δεν θα της δημιουργούσε κανένα πρόβλημα καθώς δεν εμπλεκόταν πλέον με την Aref Holdings Limited. Από το 2017 και αφού άκουσαν για τα προβλήματα που είχε η GL, η αιτήτρια και ο σύζυγος της, έχουν απομακρυνθεί από τον εναγόμενο
  10. Δεν τον έχουν δει ούτε του έχουν μιλήσει από τότε που η αιτήτρια αποπλήρωσε το δάνειο της Aref Holdings Limited. Στην συνέχεια, η αιτήτρια πληροφορήθηκε από την Κύπρο ότι η έπαυλη της δεσμεύτηκε με προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, λόγω κάποιων προβλημάτων που είχε ο νέος ιδιοκτήτης της Aref Holdings Limited. Η αιτήτρια ζήτησε με επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγόντων, την εξαίρεση της έπαυλης από το προσωρινό διάταγμα, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι η αιτήτρια και ο σύζυγος της συνδέονται με τον εναγόμενο 5, προσκομίζοντας διάφορα έγγραφα προς τούτο. Για αυτό και η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 3.11.21 με την οποία ζητά την άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβει στη διαδικασία για να τροποποιηθεί το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9 Αυγούστου 2021, στο βαθμό που επηρεάζει την αιτήτρια και τα περιουσιακά της στοιχεία, με τη διαγραφή της υποπαραγράφου 4 Α (ii)(β) και του λεκτικού: «Villa Αρ. 2, "[ ]" complex, [ ], [ ], Λεμεσός». Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η επίδικη έπαυλη ανήκει δικαιωματικά και/ή ελέγχεται από τον εναγόμενο 5 και ως εκ τούτου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης τυχόν απόφασης εναντίον του. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση δεν έχει κανένα πραγματικό έρεισμα και η αιτήτρια επιχειρεί την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, αναφορικά με την πραγματική διάσταση των γεγονότων. Αναφέρεται τέλος ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα θέσει περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων, εκτός εμβέλειας του ενδιάμεσου διατάγματος παγοποίησης, θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων και θα πλήξει το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Σε αυτή, γίνεται μεταξύ άλλων αναφορά στις διαδικασίες στην Σιγκαπούρη, όπου γίνεται παραδοχή κατά τον ομνύοντα ότι οι Κύπριοι δανειολήπτες, ήτοι οι εναγόμενες εταιρείες 1-4, ανήκαν στον εναγόμενο 5 και ότι συμφωνήθηκε η οικογένεια της αιτήτριας να διαχειρίζεται τις δραστηριότητες τους στην Κύπρο. Επίσης υπάρχει ισχυρισμός ότι η αιτήτρια, σκόπευε να χρησιμοποιήσει κάποια από τα επίδικα κεφάλαια που διεκδικούνται με την αγωγή για να αγοράσει 2 επαύλεις στην Κύπρο. Η δε οικογένεια της αιτήτριας, επέλεξε να πάρει τα δάνεια για αυτή την αγορά, μέσω εταιρειών ειδικού σκοπού και όχι στο όνομα της. Ανεξαρτήτως των κινήτρων της αιτήτριας για εξασφάλιση Κυπριακού διαβατηρίου είναι κατά την ομνύουσα στην ένσταση, εμφανής η στενή επιχειρηματική σχέση του εναγομένου 5 με την αιτήτρια και ότι αυτός είχε ουσιαστικό ρόλο στην δημιουργία των Κυπρίων δανειοληπτών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας Aref Holdings Limited, μέσω της οποίας έγινε η χρηματοδότηση της επίδικης έπαυλης. Η ομνύουσα κάνει στην συνέχεια αναφορά στις ενόρκους δηλώσεις στις οποίες προέβηκε ο εναγόμενος 5 στις διαδικασίες της Σιγκαπούρης καθώς και σε αυτές που προέβηκε ο Μιχάλης Κρανιδιώτης, ο οποίος ήταν διευθυντής των Κυπρίων δανειοληπτών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας Aref Holdings Limited. Τα όσα αναφέρουν οι πιο πάνω στις ένορκες δηλώσεις τους στις διαδικασίες της Σιγκαπούρης, συγκρούονται κατά την ομνύουσα με τα όσα αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση τροποποίησης του συντηρητικού διατάγματος. Επιπλέον, αναδεικνύουν την στενή σχέση της αιτήτριας με τον εναγόμενο 5 και την εναγομένη 1 εταιρεία. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι το Εφετείο της Σιγκαπούρης αποφάσισε μετά που άκουσε σχετική μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 5 ήταν ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) και είχε τον πραγματικό έλεγχο των Δανειοληπτών Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας Aref Holdings Limited. Είναι ως εκ τούτου προφανές ότι υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των δανειοληπτών της Κύπρου με την αιτήτρια και τον σύζυγο της έστω και μόνο για να μην φαίνεται ότι ο εναγόμενος 5 είναι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των Δανειοληπτών Κύπρου για να μπορέσει έτσι να διαπράξει την απάτη εναντίον της ενάγουσας. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης της εναγομένης 1 στο προσωρινό διάταγμα, αποκαλύπτει μια σειρά γεγονότων που δεν συνάδουν με την εκδοχή που παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση Χαραλάμπους που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης. Επιπλέον, ένα σημαντικό γεγονός που δεν αναφέρεται στις ενόρκους δηλώσεις των εναγομένων και της αιτήτριας είναι ότι η επίδικη έπαυλη ενεχυριάστηκε ως εγγύηση για το Δάνειο που δόθηκε για την αγορά της βάσει σύμβασης ενεχυρίασης που υπεγράφη στις 29 Φεβρουαρίου 2016 μεταξύ της AREF και της GLH. Αυτό στη συνέχεια μετατράπηκε σε μια «διεθνή συμφωνία ενεχύρου» (global pledge agreement) για όλα τα δάνεια της GLH προς τους δανειολήπτες της Κύπρου και υποστηρίχθηκε από τα συνολικά περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης έπαυλης. Ο χρόνος αυτής της συμφωνίας είναι σημαντικός κατά την ομνύουσα, καθώς έγινε μετά που η αιτήτρια αναφέρει ότι ενημέρωσε τον εναγόμενο 5 ότι ήθελε να αποπληρώσει το δάνειο και μόλις μία ημέρα πριν ο κ. Μπεν, φέρεται να ενημέρωσε την εναγόμενο 5 ότι έδωσε οδηγίες στην τράπεζα να αποπληρώσει το δάνειο. Αλλά ακόμα και όπου οι ισχυρισμοί του εναγομένου 5 για τη φύση και τις δραστηριότητες των Δανειοληπτών Κύπρου ευθυγραμμίζονται με τις θέσεις της αιτήτριας στην αίτηση τροποποίησης, το Εφετείο της Σιγκαπούρης κατά την ομνύουσα, απέρριψε όλους αυτούς τους ισχυρισμούς στην εμπεριστατωμένη απόφαση του. Όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Σιγκαπούρη, καταδεικνύουν κατά την ομνύουσα ότι υπάρχει μια σαφής ένδειξη ότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των επαύλεων στην Κύπρο, προέρχονταν από την απάτη που διαπράχθηκε εναντίον της ενάγουσας. Αντιθέτως δεν είναι προφανές ότι τα χρήματα με τα οποία υποτίθεται ότι αποπλήρωσε η αιτήτρια το δάνειο ήταν δικά της. Υπάρχει κατά την ομνύουσα ένα σαφές ιστορικό στις σχετικές συναλλαγές που υποδηλώνει ξεκάθαρα ότι η εναγομένη 1 και η αιτήτρια, είναι συνένοχοι στην απάτη εναντίον της ενάγουσας. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και τις ενστάσεις αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στα στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Το άρθρο 32 Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 επί του οποίου στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση, προνοεί τα εξής:

(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριο, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικών).
(2)Οιανδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, εκδοθέν συμφώνως τω εδαφίω
(1), δύναται να εκδοθεί υπό τοιούτους όρους και προϋποθέσεις ως το δικαστήριο θεωρεί δίκαιον, και το δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακύρωση ή τροποποίηση οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα. Προκύπτει ότι δικαιοδοτικό πλαίσιο της παρούσας είναι το άρθρο 32.2 που παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία καθ' οιονδήποτε χρόνο να ακυρώσει ή τροποποιήσει προσωρινό διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 32.1, με μόνη προϋπόθεση την απόδειξη «εύλογης αιτίας». Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση προσωρινού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32.2 είναι ευρεία, στην περίπτωση που καταδειχθεί βέβαια εύλογη αιτία που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο. Η τροποποίηση μπορεί να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 32.2 σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμα δηλαδή και μετά που το διάταγμα θα καταστεί απόλυτο (βλ. μεταξύ άλλων IKOS CIF LTD Πολ. Αίτ. αρ. 35/2015, ημερ. 3.3.2015), ECLI:CY:AD:2015:D146. Η ευρεία διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση ή ακόμα και για ακύρωση παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32.2, αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Προκύπτει επίσης από το άρθρο 32.2 ότι το βάρος απόδειξης της εύλογης αιτίας για ακύρωση ή τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, είναι πάντοτε στους ώμους του διαδίκου που αιτείται την ακύρωση ή τροποποίηση. Στο άρθρο 32.2 δεν υπάρχει ερμηνεία της φράσης «εύλογη αιτία». Κατά την κρίση μου, αυτή πρέπει να σχετίζεται με γεγονότα που προέκυψαν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος ή δεν ήρθαν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του. Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν ακυρώνεται πλήρως αλλά τροποποιείται το διάταγμα, η τροποποίηση πρέπει να είναι αναγκαία για τους άμεσους σκοπούς λειτουργίας του αιτητή αλλά ταυτόχρονα να μην καταστρατηγείται ο λόγος έκδοσης του αρχικού διατάγματος. Είναι σαφές ότι με την έκδοση των διαταγμάτων παγοποίησης, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα μπορούσε να εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Στα πλαίσια αυτά, δεν θα πρέπει το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης να ακυρώνει και να συγκρούεται με τους σκοπούς του αρχικού διατάγματος παγοποίησης. Στο σύγγραμμα Διατάγματα - Injunctions, των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, σελ. 231, περιέχεται το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα ως προς την δυνατότητα τροποποίησης παρεμπίπτοντος διατάγματος: «Τα δικαστήρια φαίνεται να αντιμετωπίζουν αιτήσεις από εναγόμενους για τροποποίηση διαταγμάτων παγοποίησης με κατανόηση, αφού τέτοια διατάγματα δεν αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο ή τρίτα πρόσωπα. Η εξαίρεση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.» Αναφορικά με αιτήματα τρίτων προσώπων που δεν είναι διάδικοι για τροποποίηση ή ακύρωση παρεμπίπτοντος διατάγματος, αναφέρονται στην συνέχεια τα ακόλουθα στην σελ. 232 του ιδίου συγγράμματος. «Στην περίπτωση τρίτων προσώπων και πάλιν τα δικαστήρια είναι δεκτικά αιτήσεων για τροποποίηση, νοουμένου ότι η αίτηση γίνεται με καλή πίστη. Ένας παράγοντας που ενδεχομένως να διερευνηθεί από το δικαστήριο, είναι κατά πόσον το διάταγμα αφορά σε παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς διασφάλισης της εκτέλεσης ή κατά πόσον αφορά σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είναι δικά του. Στη δεύτερη περίπτωση, το δικαστήριο είναι πιο προσεκτικό στο να εξαιρέσει ποσά.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να εγκρίνει αιτήματα τροποποίησης διαταγμάτων παγοποίησης, όταν δεν έχει αποφασιστεί ή είναι αμφίβολο ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων, των οποίων ζητείται η αποδέσμευση. Σχετική είναι η απόφαση BP Holdings Ltd κ.α. ν Ανδρέα Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση για αποδέσμευση ποσού χρημάτων που ήταν αντικείμενο της αγωγής, καθότι υπήρχε αντιδικία αναφορικά με τον πραγματικό τους δικαιούχο, η οποία έπρεπε να κριθεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Συμπεράσματα Είναι η θέση της αιτήτριας ότι κατά την έκδοση των επίδικων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, η επίδικη έπαυλη ανήκε δικαιωματικά στην ίδια, κάτι που δεν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το επίδικο προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε στην βάση λανθασμένων γεγονότων, αφού η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια της επίδικης έπαυλης, παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο έγγραφα, τα οποία είχαν ακυρωθεί πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι από το
  1. Η αιτήτρια ισχυρίζεται επιπλέον ότι είναι η μόνη ιδιοκτήτρια της υπό κρίση έπαυλης ακόμα και όταν ήταν φαινομενικά ιδιοκτήτρια η εναγόμενη 1, η οποία αγόρασε το ακίνητο για την αιτήτρια. Στην συνέχεια όμως, έγινε κανονική μεταβίβαση στην αιτήτρια, οπόταν το ακίνητο είναι πλέον στο όνομα της ήδη από το
  2. Η πλευρά της ενάγουσας αντιτείνει ότι η αγορά της έπαυλης έγινε από την εναγομένη 1 όχι εκ μέρους της αιτήτριας αλλά εκ μέρους του εναγομένου 5, ο οποίος ελέγχει πλήρως την εταιρεία αυτή. Η αγορά δε, έγινε με τα χρήματα της ενάγουσας που αποσπάστηκαν παρανόμως δυνάμει των πιο πάνω επενδυτικών συμβάσεων. Κατά την ενάγουσα, η όποια μεταβίβαση τυχόν έγινε στην αιτήτρια σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι στα πλαίσια της ίδιας συνομωσίας για εξαπάτηση της ενάγουσας. Ισχυρίζεται επιπλέον η ενάγουσα ότι η παρούσα αίτηση τροποποίησης, αποτελεί προσπάθεια εξαίρεσης περιουσιακών στοιχείων από την εμβέλεια του διατάγματος παγοποίησης. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, αλλά και τις επεξηγήσεις των συνηγόρων κατά τις αγορεύσεις τους, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των επίδικων επαύλεων στην Μαρίνα Λεμεσού, αφορούν σε μακροχρόνιες συμβάσεις μίσθωσης και όχι σε εκδόσεις τίτλων ιδιοκτησίας. Ως εκ τούτου, οιεσδήποτε αναφορές για την αγορά αλλά και ως προς την ιδιοκτησία των επαύλεων, αφορούν ακριβώς αυτά τα εμπράγματα δικαιώματα όπως πηγάζουν από τι εν λόγω μακροχρόνιες συμβάσεις μίσθωσης. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Με την ίδια προσοχή, μελέτησα και την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών όπως προκύπτει από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Κρίνω για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια ότι δεν έχει αποδειχθεί εύλογη αιτία για τροποποίηση, του υπό κρίση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι παραδεκτό ότι η εναγομένη 1 απέκτησε αρχικά τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα στην επίδικη έπαυλη στην μαρίνα Λεμεσού. Να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα με την ενάγουσα, η αγορά της έπαυλης με το σχετικό δάνειο στην αιτήτρια από την GLH, έγινε με χρήματα της ενάγουσας από τις επίδικες επενδυτικές συμβάσεις. Προκύπτει επίσης από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η επίδικη έπαυλη, χρησιμοποιήθηκε ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή όχι μόνο του δανείου των €2,9 εκατομμυρίων από την GLH, αλλά και όλων των δανείων που δόθηκαν από την GLH στις εναγόμενες 1 έως
  3. Τα εν λόγω δάνεια κατά την ενάγουσα, συνιστούν μέρος της απάτης με την οποία της αποσπάστηκαν τα ποσά που διεκδικεί με την αγωγή της. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι η αρχική αγορά της επίδικης έπαυλης από την εναγομένη 1 δεν είναι εντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα της παρούσας και τις θεραπείες τις οποίες ζητά η ενάγουσα. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η θέση της ενάγουσας ότι η εναγομένη 1 που αγόρασε αρχικά την έπαυλη, ελέγχεται πλήρως από τον εναγόμενο 5 όπως επιβεβαιώνεται σύμφωνα με την ενάγουσα και από το Δικαστήριο της Σιγκαπούρης. Τονίζει επιπλέον η ενάγουσα ότι οι συνθήκες εμπλοκής της αιτήτριας με τους εναγομένους 1 και 5 στην αγορά της έπαυλης με την αρχική δανειοδότηση της και την χωρίς σοβαρή αιτιολογία άμεση εξόφληση του δανείου για να αποχωρήσει από την εναγομένη 1 και να μεταβιβαστούν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα σε αυτήν, συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι παρούσα αίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά στην προσπάθεια αφαίρεσης από το προσωρινό διάταγμα, περιουσίας που ελέγχεται στην ουσία από τον εναγόμενο
  4. Το Δικαστήριο βέβαια δεν αποφασίζει στο παρόν στάδιο κατά πόσον ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις της ενάγουσας επί του θέματος των ουσιαστικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της επίδικης έπαυλης από τον εναγόμενο 5 ή αν ισχύει η θέση της αιτήτριας ως προς τις συνθήκες αγοράς της έπαυλης εκ μέρους της. Όμως, γεγονός παραμένει ότι υπάρχει σοβαρή διαφωνία και αμφισβήτηση από τις δύο πλευρές ως προς τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της έπαυλης. Όπως έχει δε νομολογηθεί δεν ενδείκνυται η τροποποίηση παρεμπίπτοντος διατάγματος παγοποίησης όταν δεν έχει αποφασιστεί ή είναι αμφίβολο ποιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων, των οποίων ζητείται η αποδέσμευση (βλ. BP Holdings Ltd κ.α. ν Ανδρέα Κιταλίδη κ.α ανωτέρω). Αλλά ακόμη και αν η αιτήτρια απέκτησε ιδιοκτησιακό συμφέρον στην επίδικη έπαυλη, και πάλιν το προσωρινό διάταγμα θα μπορούσε να διατηρηθεί ως έχει, στην βάση των αρχών της υπόθεσης T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R.
  5. Δεν ισχύει επί του προκειμένου η θέση της συνηγόρου της αιτήτριας ότι επειδή δεν τέθηκε ζήτημα διατάγματος τύπου Chabra στην αρχική έκδοση του διατάγματος δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι αρχές αυτές και στην παρούσα αίτηση τροποποίησης. Υπενθυμίζεται ότι δυνάμει του άρθρου 32.2 και της σχετικής νομολογίας, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει, τροποποιήσει ή διατηρήσει σε ισχύ, οιονδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, λαμβάνοντας υπόψη νέα στοιχεία που θα τεθούν ενώπιον του. Δίνεται η δυνατότητα με την πιο πάνω απόφαση Chabra να εκδοθούν ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος, παρά το ότι δεν υπάρχει εναντίον του απευθείας αγώγιμο δικαίωμα, νοουμένου ότι η έκδοση διατάγματος είναι βοηθητική και παρεμπίπτουσα της αιτίας αγωγής του αιτητή, εναντίον του εναγομένου. Σχετική είναι και η μεταγενέστερη Αγγλική απόφαση Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113 στην οποία υιοθετήθηκαν οι πιο πάνω αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Chabra (ανωτέρω). Η δικαιοδοσία για έκδοση διαταγμάτων τύπου Chabra, έχει αναγνωρισθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου. Σχετική είναι η υπόθεση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 A.A.Δ 201 όπου λέχθηκε συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο μπορεί να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τρίτο πρόσωπο, αλλά επί της ουσίας ελέγχονται και/ή αποτελούν περιουσία του εναγόμενου. Σχετική είναι και η μεταγενέστερη απόφαση Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926, στην οποία αναγνωρίστηκε η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τύπου Chabra με αναφορά στις νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην παρούσα υπόθεση, σε αντίθεση με την θέση της αιτήτριας ότι η αγορά της έπαυλης δεν συνδέεται με τις επίδικες συμφωνίες επένδυσης της ενάγουσας, προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, στενή σύνδεση της αιτήτριας με τους εναγομένους 1 και
  1. Σύνδεση που αφορά άμεσα την απόκτηση και χρηματοδότηση με κονδύλια της ενάγουσας προερχόμενα από τις συμφωνίες επένδυσης, των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που η αιτήτρια επικαλείται επί της επίδικης έπαυλης. Ανεξαρτήτως τούτου, κρίνω ότι τυχόν έγκριση τη παρούσας αίτησης τροποποίησης θα συγκρούεται στην ουσία με τους σκοπούς του αρχικού διατάγματος παγοποίησης αφού θα έχει ως αποτέλεσμα να τεθούν εκτός της εμβέλειας του, περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, προϊόν της απάτης που διαπράχθηκε εναντίον της. Ισχυρισμοί οι οποίοι βέβαια θε εξεταστούν όπως προαναφέρθηκε, όχι στο παρόν στάδιο αλλά κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Για τους ιδίους λόγους θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης του παρεμπίπτοντος διατάγματος ως έχει και ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων ως διαμορφώθηκε μετά την έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος. Αυτό γιατί η συνέχιση του διατάγματος δεν στερεί από την αιτήτρια την κατοχή της επίδικης έπαυλης, παρά μόνο απαγορεύει την αποξένωση και επιβάρυνση της. Αντιθέτως, τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεάσει αρνητικά κατά την κρίση μου σε σημαντικό βαθμό, τους λόγους έκδοσης του παρεμπίπτοντος διατάγματος που ήταν η παγοποίηση της περιουσίας των εναγομένων, η οποία κατ' ισχυρισμό προέκυψε από τις αδικοπραξίες που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκαν εναντίον της ώστε να διασφαλιστεί η εκτέλεση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ της, στην παρούσα αγωγή. Τελική κατάληξη. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί το υπό κρίση αίτημα της για τροποποίηση του παρεμπίπτοντος διατάγματος ημ. 9.8.
  2. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.