A. B. κ.α. ν. W. D. R. κ.α., Αρ. Αγωγής: 6029/16, 6/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A237 Αρ. Αγωγής: 6029/16 Μεταξύ:
- A. B., από τη Ρωσία
- Ratford Investments Ltd, από τις Μπαχάμες
- Silver Vine Ltd, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Εναγόντων Και
- W. D. R., από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- S. K., από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- Oakes Capital LLC, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- Chartac Management Ltd, από Λευκωσία
- Ν. Γ., από Λευκωσία
- Θ. Μ., από Λευκωσία
- Duke Venture Fund LLC, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- T.C.Prossecing Reserve LLC, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- Toc Condo Holdings, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
- Greatneck Holding Limited, από Λευκωσία
- Hurston Limited, από Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.11.2021 υπό εναγομένους 4, 5 και 6 - αιτητές για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 6 Ιουνίου 2022 Για εναγομένους 4, 5 και 6 - αιτητές: κα Μαρία Χατζηπίττα Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Λουΐζα Πρωτοπαπά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται διάφορα ποσά από τους εναγομένους, που υπερβαίνουν τα 3 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής, λόγω κατ' ισχυρισμό παράβασης καθήκοντος επιμέλειας από τους εναγομένους 1-6, όπως και δόλου απάτης και ψευδών παραστάσεων των εναγομένων 1-
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι τα ποσά των $2.966.357,53 και των €527.492,00 που τους ανήκαν, έχουν αποσπαστεί με δόλιο τρόπο και κατακρατούνται παράνομα από τους εναγομένους. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές αιτήσεις ημ. 26.6.20 για ασφάλεια εξόδων. Η πρώτη αίτηση καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους 4 & 6 και η δεύτερη από τον εναγόμενο
- Και στις δύο αιτήσεις, οι αιτητές ζητούν την ξεχωριστή κατάθεση σε κάθε περίπτωση, του ποσού των €72.004,00 ως ασφάλεια για τα έξοδα τους, που θα προκύψουν από την παρούσα αγωγή. Υποστηρίζεται από τους αιτητές ότι δικαιολογείται ασφάλεια εξόδων λόγω του ότι οι ενάγοντες είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα οι εναγόμενοι να μην πληρωθούν τα έξοδα τους σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής. Επιπλέον, οι ενάγοντες έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων. Επισυνάπτεται επίσης στις αιτήσεις, ενδεικτικός κατάλογος εξόδων. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν πανομοιότυπες ενστάσεις και στα δύο αιτήματα ασφάλειας εξόδων. Επικαλούνται μεταξύ άλλων, αδυναμία τους να καταθέσουν τα αιτούμενα ποσά ως ασφάλεια εξόδων λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει και η οποία οφείλεται, στις πιο πάνω παράνομες πράξεις των εναγομένων. Ειδικά για την ενάγουσα 1, αναφέρεται ότι το μηνιαίο εισόδημα της ανέρχεται σε €400,00 με το οποίο καλύπτει τις βασικές ανάγκες διαβίωσης της. Δεν είναι ως εκ τούτου σε θέση να καταβάλει οιονδήποτε ποσόν ως ασφάλεια εξόδων. Επισυνάπτονται προς τούτο, σχετικοί τραπεζικοί λογαριασμοί. Το ίδιο ισχύει και για τις εναγόμενες 2 και 3, οι οποίες βρίσκονται σε άσχημη οικονομική κατάσταση λόγω της ζημιάς που προκλήθηκε σε αυτές από τις κατ' ισχυρισμό δόλιες πράξεις των εναγομένων και παράνομες αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς τους. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία οι αιτητές ζητούν την καταχώρηση της ίδιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη και των δύο πιο πάνω αιτήσεων ασφάλειας εξόδων. Οι αιτητές επιθυμούν ειδικά με τις προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκους δηλώσεις να απαντήσουν στους ισχυρισμούς και των δύο εντάσεων περί ανικανότητας των καθ' ων η αίτηση να παράσχουν ασφάλεια για τα έξοδα. Συγκεκριμένα οι δικηγόροι των αιτητών έχουν στείλει την κατ' ισχυρισμό τραπεζική κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας 1 σε εγγεγραμμένο ελεγκτή στη Ρωσία, ο οποίος την έχει μελετήσει και με επιστολή του ημερομηνίας 07/06/2021 αναφέρει τα ακόλουθα: α. Η εν λόγω επιστολή έχει εκδοθεί από την ιδιωτική εταιρεία «Louis+Office LLC», οι οποίοι ενεργούν ως φορολογικοί πράκτορες της αναφερόμενης υπαλλήλου, κας. A. B. β. Η επιστολή δεν φέρει επίσημη σφραγίδα των ρωσικών φορολογικών αρχών και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως επίσημο έγγραφο ή πιστοποιητικό. γ. Η επιστολή δεν αποκλείει με κανέναν τρόπο την πιθανότητα η αναφερόμενη υπάλληλος κα. A. B. να λαμβάνει εισόδημα από άλλες πηγές. δ. Τα εν λόγω έγγραφα δεν υποστηρίζονται από επίσημες φορολογικές δηλώσεις ή άλλο πιστοποιητικό ή έγγραφο που να επιβεβαιώνει ότι αυτό είναι το μοναδικό εισόδημα της κας. B. Επιδιώκεται επίσης να κατατεθούν αποτελέσματα έρευνας που έγινε στην Ρωσία ως προς τα εισοδήματα της ενάγουσας 1 τα οποία κατά τους αιτητές είναι πολύ περισσότερα από αυτά που δηλώνει στην ένσταση της. Κρίνεται επίσης αναγκαίο όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, η οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση εναγομένης 3 εταιρείας κατά την ημερομηνία που οι αιτητές σταμάτησαν να της παρέχουν διοικητικές υπηρεσίες. Επισυνάπτεται σχετική κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού ημερομηνίας 22/04/2015 της καθ' ης η αίτηση εναγομένης 3 εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου όπου φαίνεται ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία υπήρχε στους λογαριασμούς της, ποσό ύψους $415,803.05 και €6,021,
- Προβάλλεται επίσης ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση εναγομένη 3 εταιρεία, κατέχει 1.209.265 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,00 έκαστη στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σύμφωνα με τους αιτητές, οι ίδιοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι στις ενόρκους δηλώσεις των ενστάσεων θα προβάλλονταν αυτοί οι ανακριβείς ισχυρισμοί, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση, σε μια προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οι αιτητές επιθυμούν να καταχωρήσουν τις προτεινόμενες συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις ώστε να απαντηθούν και αντικρουστούν οι εν λόγω ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση και να τεθούν όλα τα σχετικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό, θα δοθεί η πλήρης εικόνα των περιστατικών της υπόθεσης στο πλαίσιο εξέτασης της αίτησης για ασφάλεια εξόδων. Ισχυρίζονται οι αιτητές ότι η μαρτυρία που επιδιώκουν να προβάλουν με τις συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις, αφορούν λεπτομέρειες τις οποίες δεν μπορούσαν να προβλέψουν εκ των προτέρων. Δεν συνιστούν επίσης επανάληψη των αρχικών τους ισχυρισμών. Περαιτέρω, σε καμία περίπτωση δεν επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο με την αρχική ένορκη δήλωση. Αντιθέτως, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι η καταχώρηση των προτεινόμενων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, είναι απαραίτητη για την επιτυχή έκβαση των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων και για να συμπληρωθούν οι αρχικές ένορκες δηλώσεις, γεγονός που κατέστη αναγκαίο μετά τη λήψη των ενστάσεων των καθ' ων η αίτηση και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Επισυνάπτεται τέλος στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, προσχέδιο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Η ειδοποίηση ένστασης Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην έγκριση του αιτήματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη (mala fides) και συνιστά αφ' εαυτής κατάχρηση της διαδικασίας καθότι προκαλεί ακόμα περισσότερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής η οποία είναι σε ισχύ από το
- Η Αίτηση είναι νόμω αβάσιμη γιατί δεν εισάγει καλό λόγο γιατί να απαντήσουν οι Αιτητές στους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση στις ενστάσεις τους, και οι δύο ημερομηνίας 28/05/
- Οι Αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος που φέρουν αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου και/ή επαρκούς λόγου για την καταχώρηση της Αίτησης.
- Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Η Αίτηση είναι αόριστη, παράτυπη και αντικανονική καθότι γίνεται από τους Αιτητές 4, 5 και 6 οι οποίοι έχουν προβεί σε δύο διαφορετικές αιτήσεις ασφάλειας εξόδων, εκπροσωπούμενοι από δυο διαφορετικούς δικηγόρους ενώ τώρα προβαίνουν από κοινού σε μία κοινή Αίτηση προς καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε δύο διαφορετικές αιτήσεις.
- Η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (στο εξής η «ΣΕΔ»), ουσιαστικά αποτελεί επιχειρηματολογία που προκύπτει από τη μαρτυρία που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η προτεινόμενη ΣΕΔ αποτελεί σχολιασμό μαρτυρίας.
- Οι Αιτητές μέσω της Αίτησης τους κάνουν αναφορά η οποία αποτελεί καθοδήγηση για το πώς θα κριθεί η μαρτυρία που προσκόμισαν οι Καθ' ων η Αίτηση, πράγμα που δε μπορεί να αποτελεί το υπόβαθρο για καταχώρηση ΣΕΔ.
- Η προτεινόμενη ΣΕΔ περιέχει επιχειρηματολογία η οποία μπορεί να τεθεί στο στάδιο αγορεύσεων και όχι στα πλαίσια ΣΕΔ.
- Τα όσα επιζητούν οι Αιτητές να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ΣΕΔ θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν τεθεί στο στάδιο υποβολής της Αίτησης τους στα πλαίσια πλήρους και ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων.
- Το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την Αίτηση των Αιτητών είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας και/ή τα όσα επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό και/ή δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και/ή να επηρεάσουν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της αίτησης για καταχώρηση ΣΕΔ
- Η Αίτηση των Αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί ως εκ του ότι δεν θεωρείται επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία απαντά και/ή απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης αφής στιγμής στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και/ή δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς το αληθές των ενώπιον του ισχυρισμών. Την ένταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου από το γραφείο των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση. Σε αυτή επαναλαμβάνονται και αναλύονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ειδική αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι καταχωρήθηκε μόνο μια αίτηση για άδεια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που αφορά σε δύο διαφορετικές αιτήσεις ασφάλειας εξόδων. Η ομνύουσα υπέδειξε ότι οι ένορκες δηλώσεις των δύο αιτήσεων ασφάλειας εξόδων, υπογράφονται από διαφορετικά πρόσωπα και έχουν ετοιμαστεί από άλλους και διαφορετικούς δικηγόρους για κάθε αίτηση ενώ έχουν άλλο και διαφορετικό περιεχόμενο. Η ομνύουσα αρνήθηκε επίσης τον ισχυρισμό ότι οι αιτητές δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι καθ' ων η αίτηση θα προέβαλαν τον ισχυρισμό για οικονομικά προβλήματα και αδυναμία πληρωμής της ασφάλειας εξόδων. Είναι για την ομνύουσα πασιφανές και απόλυτα προβλέψιμο ότι και οι δύο πλευρές θα κάνουν αναφορές για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση. Επιπλέον, δεν είναι δίκαιο και εύλογο εκ των πραγμάτων να δοθεί άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όταν αυτή βασίζεται σε μαρτυρία, την οποία οι αιτητές θα έπρεπε να είχαν προβάλει δεόντως ενώπιον του Δικαστηρίου στο κατάλληλο ως εκ της φύσης της διαδικασίας στάδιο. Είναι ως εκ τούτου η θέση της ομνύουσας ότι με την παρούσα αίτηση, επιχειρείται η διόρθωση λαθών και παραλείψεων, τα οποία θα μπορούσαν να αποφύγουν οι αιτητές και να θέσουν εξαρχής στο Δικαστήριο τις θέσεις τους, στα πλαίσια παράθεσης πλήρους και ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων. Η ομνύουσα επαναλαμβάνει επίσηςτους ισχυρισμούς για καθυστερημένη προώθηση της αίτησης. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι οι αιτητές καθυστέρησαν την καταχώρηση αίτησης για ασφάλεια εξόδων 4 χρόνια περίπου μετά την έγερση της αγωγής, και με την παρούσα υπό κρίση αίτηση προκαλούν ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση, γεγονός που καταδεικνύει την κακοπιστία των αιτητών και την υποκίνηση τους από αλλότρια κίνητρα. Αναφέρεται επίσης ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αποτελεί επιχειρηματολογία που προκύπτει από τη μαρτυρία που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και παράλληλα αποτελεί σχολιασμό μαρτυρίας, πράγμα που δεν δικαιολογεί την παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επαναλαμβάνεται τέλος από την ομνύουσα ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ούτε και συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι που να δικαιολογούν σύμφωνα με την νομολογία, την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παραχώρησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και τις ενστάσεις αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στα στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 03/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο» Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι καταδεικνύεται καλός λόγος προκειμένου να δοθούν διευκρινήσεις που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στον αιτητή να προβάλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα (ανωτέρω). Στα πλαίσια αυτά, μπορεί το Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για διευκρίνιση, αναφορικά με ισχυρισμούς της ένστασης, τους οποίους ο αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου, είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή, ο οποίος οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι η θέση της συνηγόρου για τους καθ' ων η αίτηση ως προς το λανθασμένο της επιλογής των αιτητών να καταχωρήσουν μόνο μια αίτηση, με την οποία να ζητούν άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε δύο διαφορετικές αιτήσεις ασφάλειας εξόδων. Η συνήγορος για τους αιτητές, αντέτεινε ότι οι υπερασπίσεις που καταχωρήθηκαν από πλευράς των εναγομένων και μεταγενέστερα οι αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων, είναι οι ίδιες. Οι ενστάσεις επίσης των καθ' ων η αίτηση στα αιτήματα για ασφάλεια εξόδων, είναι του ίδιου περιεχομένου. Επιπλέον, οι δύο προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις είναι οι ακριβώς οι ίδιες, οπόταν για σκοπούς πρακτικότητας, προτιμήθηκε από τους αιτητές να καταχωρηθεί μια αίτηση και για τις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Εξετάζοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς, δεν εντοπίζω κανένα δικονομικό πρόβλημα στην επιλογή των αιτητών να καταχωρήσουν μόνο μια αίτηση. Είναι ορθή η θέση της συνηγόρου για τους αιτητές ότι τα επίδικα θέματα στα οποία επιχειρούν να απαντήσουν οι προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, είναι τα ίδια και αφορούν ταυτόσημους ισχυρισμούς των δύο καταχωρημένων ενστάσεων ως προς την οικονομική ικανότητα των καθ' ων η αίτηση να καταθέσουν ασφάλεια εξόδων. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από όλους τους εμπλεκομένους διαδίκους ως προς το θέμα, είναι η ίδια και στις δύο αιτήσεις. Ακόμα και στην περίπτωση που καταχωρούνταν δύο ξεχωριστές αιτήσεις για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ξεχωριστά δηλαδή για κάθε αίτηση ασφάλειας εξόδων δεν θα ήταν παράλογο να ακουστούν μαζί, δεδομένου ότι αφορούν τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα και επιχειρηματολογία. Υπό τας περιστάσεις δεν βρίσκω τίποτα το δικονομικά μεμπτό στην επιλογή των αιτητών να καταχωρήσουν μια αίτηση με την οποία να ζητούν την καταχώρηση δύο ταυτόσημων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, σε δύο διαφορετικές αιτήσεις ασφάλειας εξόδων στην αγωγή. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτή ίσως να είναι και η πιο ορθή δικονομικά πρακτική, δεδομένης της ταυτότητας των επιδίκων θεμάτων και του ταυτόσημου των προτεινόμενων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αφού με αυτό τον τρόπο θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, θα εξετάσω στην συνέχεια κατά πόσον έχει αποδειχθεί καλός λόγος που να δικαιολογεί το αίτημα για της καταχώρηση των προτεινόμενων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Έχω μελετήσει με προσοχή, τόσον την αίτηση, τις ενστάσεις και τις αντίστοιχες ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν, όσον και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς που επιχειρούνται να εισαχθούν µε την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί το αίτημα στην παρούσα περίπτωση. Είναι νομολογημένο ότι για την έγκριση αιτήματος για ασφάλεια εξόδων, σημαντικό στοιχείο αποτελεί η διερεύνηση της οικονομικής δυνατότητας του ενάγοντα να παράσχει τέτοια ασφάλεια. Σε αντίθετη περίπτωση η διαταγή για ασφάλεια εξόδων, πιθανόν να στερήσει στον ενάγοντα το δικαίωμα πρόσβασης στην δικαιοσύνη. Σχετική είναι η υπόθεση Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Υποδείχθηκε ότι η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο Δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, έτσι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με τη δυνατότητα του διαδίκου ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Οι ίδιες αρχές επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Conway v. Elia
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, 1656-7 & Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698,
- Υπό τας περιστάσεις, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην εξέταση των επίδικων αιτήσεων για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η διερεύνηση του ζητήματος της οικονομικής δυνατότητας των καθ' ων η αίτηση να παράσχουν την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων. Επί του προκειμένου, οι αιτητές στις αρχικές ενόρκους δηλώσεις τους, αναφέρουν ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταθέσουν ασφάλεια για τα έξοδα. Οι καθ' ων η αίτηση στις ενστάσεις τους, παρουσιάζουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Ισχυρίζονται ότι η οικονομική τους κατάσταση δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο, παρουσιάζοντας επί του προκειμένου και σχετικό έγγραφο ως προς την μισθοδοσία της ενάγουσας
- Είναι σε αυτούς τους ισχυρισμούς που επιδιώκουν να απαντήσουν οι αιτητές, αμφισβητώντας την γνησιότητα του εγγράφου που προσκόμισαν οι καθ' ων η αίτηση και επιδιώκοντας να προσκομίσουν και οι ίδιοι σχετική με το θέμα έγγραφη μαρτυρία. Θεωρώ δικαιολογημένο ενόψει των πιο πάνω, το αίτημα των αιτητών να καταχωρήσουν τις αιτούμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ώστε το Δικαστήριο να έχει υπόψη του όλες τις θέσεις των διαδίκων επί του σημαντικού αυτού θέματος και με αυτό τον τρόπο να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσον δικαιολογούνται τα υπό κρίση αιτήματα για ασφάλεια εξόδων. Βρίσκω υπό τας περιστάσεις δικαιολογημένη την θέση των αιτητών ότι δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι καθ' ων η αίτηση θα προέβαλαν τον ισχυρισμό για οικονομικά προβλήματα και αδυναμία πληρωμής της ασφάλειας εξόδων. Αυτό δεδομένου ότι σύμφωνα με τους ιδίους τους καθ' ων η αίτηση, κατείχαν και διακινούσαν πολύ μεγάλα ποσά, τα οποία ισχυρίζονται με την αγωγή τους ότι οι αιτητές, τους απέσπασαν παράνομα. Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνω ότι με την καταχώρηση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του, τις θέσεις όλων των μερών επί του σημαντικού ζητήματος της ικανότητας των καθ' ων η αίτηση να καταθέσουν τα αιτούμενα ποσά για ασφάλεια εξόδων. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια στους αιτητές να καταχωρήσουν τις αιτούμενες συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις. Εκδίδεται ως εκ τούτου διάταγμα με το οποίο δίδεται άδεια όπως οι αιτητές καταχωρήσουν εντός 10 ημερών από σήμερα, την επισυναπτόμενη με την παρούσα συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προς υποστήριξη τόσον της αίτησης του εναγομένου 5 όσον και της αίτησης των εναγομένων 4 και 6 για παροχή ασφάλειας εξόδων. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από το πρωτοκολητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο