← Κύπρος

Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 23/6/2022

Jtrust Asia Pte Ltd ν. Aref Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1941/2021, 23/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A253 Αρ. Αγωγής: 1941/2021 Μεταξύ: Jtrust Asia Pte Ltd, εκ Σιγκαπούρης Ενάγουσας και

  1. Aref Holdings Ltd (ΗΕ 351413), εκ Λευκωσίας
  2. Adalene Ltd (ΗΕ 343760), εκ Λευκωσίας
  3. Bellaven Ltd (ΗΕ 341825), εκ Λευκωσίας
  4. Baguera Ltd (ΗΕ 344754), εκ Λευκωσίας
  5. M. K., εξ Ιαπωνίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.8.2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Α. Ερωτοκρίτου Για εναγομένους 1 έως 4 - καθ' ων η αίτηση: κος Α. Δημητριάδης Για εναγομένη 5 - καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Γιωρκάτζη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσόν των 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής και αφορά αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αστικών αδικημάτων της συνομωσίας με παράνομα μέσα και της απάτης. Είναι η θέση της ενάγουσας η οποία αποτελεί διεθνή επενδυτικό οργανισμό με έδρα τη Σιγκαπούρη ότι μεταξύ Μαρτίου 2015 και Σεπτεμβρίου 2017, πραγματοποίησε αριθμό επενδύσεων στην Group Lease Public Company Limited (GL), εταιρεία επενδύσεων Ταϊλάνδης εισηγμένη στο Ταϊλανδικό χρηματιστήριο, κυρίως στο πλαίσιο τριών Συμφωνιών Επένδυσης. Οι επενδύσεις αυτές περιλάμβαναν και μία επένδυση 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποίησε η ενάγουσα με την GL, η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας αξίωσης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για να λάβει την απόφαση της να επενδύσει στην GL, βασίστηκε σε ψευδείς παραστάσεις που έγιναν εκ μέρους της GL από τον εναγόμενο 5, Ιάπωνα επιχειρηματία με Κυπριακή υπηκοότητα, ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της GL κατά τον επίμαχο χρόνο. Οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο κατά την ενάγουσα σε σύναψη εικονικών δανειακών συμβάσεων της θυγατρικής της GL Σιγκαπουριανής εταιρείας GLH στις εναγόμενες 1 - 4 Κυπριακές εταιρείες και συνεπακόλουθα, σε αδικαιολόγητα και ψευδή θετικά αποτελεσμάτων της GL, προκειμένου να πειστεί η ενάγουσα να επενδύσει σημαντικά ποσά στην GL, τα οποία σε διαφορετική περίπτωση δεν θα επένδυε. Οι εναγόμενες 1 έως 4 (δανειολήπτες Κύπρου), ενάγονται ως μέρος της συνομωσίας αφού γνώριζαν κατά την ενάγουσα ότι τα δάνεια που αντλούσαν από την GLH, ήταν εικονικά. Καταχωρήθηκαν ως εκ τούτου από την ενάγουσα, δικαστικές διαδικασίες στην Σιγκαπούρη. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους 70 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής στην ενάγουσα για ανάκτηση των ζημιών της, στο πλαίσιο της πρώτης και της τρίτης Συμφωνίας Επένδυσης που πραγματοποιήθηκαν, αλλά δεν επέτρεψε την αξίωση ύψους περίπου 130 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής για ζημιές που προκλήθηκαν στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Το Εφετείο της Σιγκαπούρης, απέρριψε την αξίωση αυτή, λόγω του ότι κατά τον χρόνο της απόφασης τον Οκτώβριο του 2020, η ενάγουσα δεν είχε ακόμη υποστεί πραγματική ζημιά, γιατί στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης, τα κεφάλαια κατέστησαν πληρωτέα τον Αύγουστο του
  6. Αφότου κατέστη ληξιπρόθεσμη η δεύτερη συμφωνία επένδυσης την 1η Αυγούστου του 2021 και η GL σύμφωνα με την ενάγουσα παρέλειψε να πληρώσει το αρχικό ποσό, η ενάγουσα κίνησε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητώντας τις ζημιές που κατ' ισχυρισμό της προκλήθηκαν, στο πλαίσιο της δεύτερης Συμφωνίας Επένδυσης. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς, την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους:
  7. Να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι USD 124,474,854.00 ή το ισόποσο σε Ευρώ · και
  8. Με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν (deal with) ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Μεταξύ των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβάνονται τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρούνται στην Τράπεζα Κύπρου, οι οποίοι σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος καθώς και τα ακόλουθα ακίνητα στην Κύπρο: (α) Villa Αρ. 9, "[ ]" complex, [ ], Άγιος Αντώνιος, Λεμεσός (β) Villa Αρ. 2, "[ ]" complex, [ ], Άγιος Αντώνιος, Λεμεσός (γ) Διαμέρισμα Αρ. 9, 1ος όροφος, [ ], Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος, Αρ. Εγγραφής 0/[ ], Τμήμα/Φύλο 1/21, Σχέδιο 1012v01, Τεμάχιο [ ] Με την αίτηση επιζητούνται επίσης και διατάγματα αποκάλυψης, για τα οποία όμως το Δικαστήριο ζήτησε όπως επιδοθεί η αίτηση στους εναγομένους, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις τους. Οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ένσταση στην οριστικοποίηση και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επικαλούνται μεταξύ άλλων, έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την ενάγουσα και απουσία των προϋποθέσεων της νομολογίας για έγκριση συντηρητικού διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται επίσης ότι οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν προσωρινή θεραπεία προς υποβοήθηση δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που εκφεύγει της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και γενικά είναι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τις σχετικές αρχές της νομολογίας. Επιπλέον, η αγωγή και γενικά η παρούσα διαδικασία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας γιατί οι ενάγοντες ήγειραν και προωθούν παράλληλα με την παρούσα αγωγή, αστικές διαδικασίες στη Σιγκαπούρη και Ταϊλάνδη εναντίον διαφόρων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εναγόμενων στην παρούσα αγωγή, για τα ίδια ή κατ' ουσία τα ίδια επίδικα θέματα, απαιτώντας τις ίδιες ή κατ' ουσία της ίδιες θεραπείες. Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας προκύπτει σύμφωνα με τους λόγους ένστασης γιατί τόσον η αίτηση όσον και η αγωγή, αποτελούν ξεκάθαρη περίπτωση προσπάθειας εξεύρεσης δικαστικής δικαιοδοσίας που να εξυπηρετεί τους ενάγοντες (forum shopping) και/ή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ως προς την μη αποκάλυψη γεγονότων, αναφέρεται ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και παραβίασαν το καθήκον που είχαν για να προβούν σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων και ζητημάτων που μπορεί να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση και σε δίκαιη παρουσίαση (fair presentation) της υπόθεσης της. Μεταξύ άλλων, παρέλειψαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη αγωγής εκκρεμούσας στην Ταϊλάνδη που περιλαμβάνει αξίωση ουσιαστικά την ίδια με αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται περαιτέρω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος όπως καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  9. Ειδικότερα, οι ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν ότι χωρίς τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα υπάρχει κίνδυνος ή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόμενων και ως εκ τούτου δεν είναι εύλογο και δίκαιο όπως διατηρηθούν σε ισχύ τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς ή να εκδοθούν τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και τις ενστάσεις αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στα στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  10. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  11. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, είναι οι εξής: · Απόδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32, συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, έχει νομολογηθεί ότι αυτά εκδίδονται επικουρικά για σκοπούς παρακολούθησης και ελέγχου του εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης. Με αυτό τον τρόπο ο ενάγων θα μπορέσει να μάθει ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία έχει στην κατοχή του ο εναγόμενος την δεδομένη στιγμή ώστε να είναι σε θέση σε μεταγενέστερο στάδιο να ελέγξει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Τα επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης, εκδίδονται επίσης στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα (βλ. μεταξύ άλλων Aldi Marine Ltd κ.α. ν. Rual Trade Ltd κ.α., Πολ. Εφέσεις 182/2012 και 184/2012, ημερ. 18.1.2016), ECLI:CY:AD:2016:A19. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται κάποια θεραπεία, στην απουσία του αντιδίκου του,. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη στο Δικαστήριο, όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει μονομερώς, σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως εξαπάτηση του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη μονομερή διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A Α.Α.Δ 360). Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour Ltd κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 801: «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων». Επαναλαμβάνω την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία. Κατά συνέπεια, σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται από τους συνηγόρους, η προσοχή του Δικαστηρίου σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του. Σχετικές είναι κατ' αναλογία οι υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Ιnterpartemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση της αίτησης και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές, είναι ογκωδέστατα. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται εντούτοις είδος εξαπάτησης, γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όσο δε πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης (βλ.Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κα ν. Adeona Holdings Limited κα, Πολ. Έφεση 6/14, ημ. 27.2.15 και CJSC "tv company stream" κ.α. Ν. Content Union SA, Πολ. Εφέσεις Ε34/2018, Ε35/2018, ημ. 8/4/2021). Ως προς το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός, έχει νομολογηθεί ότι, οτιδήποτε δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τις προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος θα πρέπει να αποκαλύπτεται. Ιδιαίτερα τα στοιχεία που άπτονται του βάσιμου της απαίτησης και του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας της αγωγής (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co of U.S.A
(1997)1 Α.Α.Δ 1791). Στα ουσιαστικά γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν, συμπεριλαμβάνονται και αυτά που σχετίζονται με το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς (βλ. Αμβροσιάδου κα ν. Martin Coward κα
(2013)1 Α.Α.Δ 78) Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο Δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα όπου διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων (βλ. Commerzbank ανωτέρω). Σημαντικό είναι να παρατεθούν στο σημείο αυτό, δύο επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που παρατέθηκαν στην υπόθεση Commerzbank (ανωτέρω), αναφορικά με την εκδίκαση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και την εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, του κατά πόσον τηρήθηκε από τον αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη κατά την μονομερή διαδικασία. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe (ανωτέρω), έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί των εναγομένων για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Είναι σαφές ότι σε περίπτωση που αποδειχθούν οι εν λόγω ισχυρισμοί, το Δικαστήριο θα ακυρώσει τα διατάγματα και θα απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης της. Επί του προκειμένου οι εναγόμενοι 1 - 4, ισχυρίστηκαν ότι η ενάγουσα απέκρυψε την ύπαρξη της αγωγής στην Ταϊλάνδη που περιλαμβάνει αξίωση ουσιαστικά την ίδια, με αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Το γεγονός αυτό κατά τον συνήγορο των εναγομένων 1 - 4 είναι ουσιώδες αφού σχετίζεται άμεσα με τα ζητήματα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας που τέθηκαν με την ένσταση και της φύσης και σκοπού της παρούσας διαδικασίας γενικότερα. Ο εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι πέραν της αγωγής Ταϊλάνδης, η ενάγουσα απέκρυψε περαιτέρω την καταχώρηση εκ μέρους της στην Ταϊλάνδη, πτωχευτικής διαδικασίας εναντίον της GL. Η εν λόγω πτωχευτική διαδικασία (rehabilitation proceedings), καταχωρήθηκε από την ενάγουσα εναντίον της GL σε σχέση πάλι με τα ποσά που θεωρεί ότι της οφείλονται στα πλαίσια των Συμφωνιών Επένδυσης, ισχυριζόμενη ότι η GL δεν έχει αρκετά περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει την ενάγουσα και τους λοιπούς πιστωτές της. Σύμφωνα με την σχετική απόφαση του Κεντρικού Πτωχευτικού Δικαστηρίου της Ταϊλάνδης (Central Bankruptcy Court of Thailand), η αίτηση της ενάγουσας απορρίφθηκε αφού η GL δεν αποτελούσε αφερέγγυα εταιρεία. Η εν λόγω απόφαση επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο της Ταϊλάνδης (Thai Appeal Court for Specialised Cases). Ο συνήγορος του εναγομένου 5, ισχυρίστηκε επίσης ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι έχει εξασφαλίσει ανά το παγκόσμιο κι άλλα απαγορευτικά διατάγματα όπως το παγκόσμιας εμβέλειας απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της GL, το οποίο δεσμεύει ποσόν πέραν των $130.000.000 που είναι μεγαλύτερο από το ποσό που αφορά η 2η Συμφωνία Επένδυσης ενώ έχει επιχειρηθεί ανεπιτυχώς πολύ πρόσφατα να ληφθεί και απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της GL στα πλαίσια της Αγωγής Ταϊλάνδης, το οποίο όμως απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της Ταϊλάνδης ημ. 30/7/
  1. Γεγονός που ενδεχομένως να επηρέαζε την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση των επίδικων διαταγμάτων Ο συνήγορος του εναγομένου 5, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα απέκρυψε αλληλογραφία με την GL, λίγες μέρες πριν καταχωρηθεί η παρούσα διαδικασία που αφορά την 2η Συμφωνία Επένδυσης, δηλαδή την συμφωνία που διεκδικείται με την παρούσα διαδικασία. Ισχυρίστηκε τέλος ο συνήγορος ότι η ενάγουσα παρέθεσε αριθμό αναληθών και παραπλανητικών δημοσιευμάτων της GL, στα οποία αναφέρεται ότι δεν έχει πρόθεση να πληρώσει το ποσό κεφαλαίου στην ενάγουσα δυνάμει της 2ης Συμφωνίας Δανείου. Γεγονός που σύμφωνα με την ενάγουσα, την οδήγησε να επιζητήσει προσωρινή θεραπεία. Αυτό κατά τον συνήγορο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και έχει παρουσιαστεί παραπλανητικά στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις και κρίνω με όλο τον σεβασμό προς τους συνηγόρους των εναγομένων ότι δεν ευσταθούν. Πέραν των δικαστικών διαδικασιών στην Ταϊλάνδη, είναι παραδεκτό ότι καταχωρήθηκαν και αγωγές στην Σιγκαπούρη αλλά και στα Δικαστήρια των Βρετανικών Παρθένων Νήσων όπου εξασφαλίστηκε και παγοποιητικό διάταγμα για τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου
  2. Το Δικαστήριο μπορεί να μην γνώριζε τις διαδικασίες στην Ταϊλάνδη, είχε όμως υπόψη του κατά την μονομερή διαδικασία ότι καταχωρήθηκαν κάποιες διαδικασίες στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Σιγκαπούρη σε σχέση με τις υπό κρίση διαφορές των διαδίκων. Παρόλα αυτά, εξέδωσε το μονομερές διάταγμα στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν θα προσέθετε οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, η αναφορά και στις δικαστικές διαδικασίες της Ταϊλάνδης. Ως εκ τούτου, η μη συμπερίληψη αυτού του γεγονότος δεν ήταν καθοριστική στην μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι δεν έχει καταδειχθεί από τους εναγομένους από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, άμεση σύνδεση των διαδικασιών στην Ταϊλάνδη με τα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά σε τυχόν ενδιάμεσα διατάγματα ή αποφάσεις που να έχουν εκδοθεί στα πλαίσια των εν λόγω διαδικασιών, τα οποία ενδεχομένως να ήταν ουσιώδη για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Αναφορικά με την αλληλογραφία της ενάγουσας με την GL λίγες μέρες πριν καταχωρηθεί η παρούσα δεν έχει καταδειχθεί πως θα αυτή θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή εξέταση της παρούσας αίτησης. Η θέση της GL όπως φαίνεται στην εν λόγω αλληλογραφία για καταγγελία της 2ης Συμφωνίας Επένδυσης και η απάντηση της ενάγουσας για επιμονή στην αξίωση της για επιστροφή του ποσού που κατέβαλε δεν συνιστούν ουσιαστικά γεγονότα σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, στην μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Αλλά ούτε και οι θέση της ενάγουσας για κατ' ισχυρισμό παραπλανητικές δημοσιεύσεις εκ μέρους της GL συνιστούν απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Η διάσταση απόψεων των διαδίκων ως προς το ζήτημα των δημοσιεύσεων αυτών δεν μπορεί να συνιστά απόκρυψη γεγονότων όπως ο όρος έχει ερμηνευτεί από την προαναφερθείσα νομολογία. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι θέσεις των εναγομένων για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης της. Θα προχωρήσω ως εκ τούτου στην εξέταση του κατά πόσον δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της σε κατ' ισχυρισμό διασυνοριακή απάτη και άλλα αστικά αδικήματα. Ως ενορχηστρωτή της απάτης, κατονομάζει τον εναγόμενο
  4. Ισχυρίζεται δε ότι μέρος των χρημάτων που αποσπάστηκαν μέσω της απάτης, διοχετεύτηκαν με εικονικά δάνεια στις εναγόμενες 1 έως 4, οι οποίες είναι Κυπριακές εταιρείες (Δανειολήπτες Κύπρου). Σύμφωνα με την ενάγουσα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ταϊλάνδης με τη συμβολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, αποκάλυψε την ύπαρξη της πιο πάνω απάτης, η οποία διαπράχθηκε μέσω των Δανειοληπτών Κύπρου. Οι πιο πάνω θέσεις, συνιστούν καλή βάση αγωγής που στηρίζεται σε ισχυρισμούς για διάπραξη σειράς αδικοπραξιών στην Κύπρο και το εξωτερικό. Βρίσκω ενόψει των πιο πάνω ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Αναφορικά με την 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, βασική πτυχή της υπεράσπισης των εναγομένων, είναι ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι εν πάση περιπτώσει δεν είναι εφικτή η καταχώρηση διαδικασιών που συνιστούν στην ουσία, υποβοήθηση αλλοδαπής διαδικασίας που εκκρεμεί σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν πρώτοις, αυτό που παρατηρώ σε σχέση με τα πιο πάνω, είναι ότι η παρούσα δεν συνιστά υποβοηθητική διαδικασία των διαδικασιών που καταχωρήθηκαν στο εξωτερικό. Ούτε και αποσκοπεί στην αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων εναντίον των εναγομένων στην Κύπρο. Δεν αποτελεί επίσης αγωγή για την ανάκτηση εξ αποφάσεως ή συμβατικού χρέους των εναγομένων προς την ενάγουσα που επιδικάστηκε στο εξωτερικό. Αντιθέτως, σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, είναι σαφές ότι η παρούσα συνιστά αυτοτελή αγωγή που στηρίζεται μεταξύ άλλων στα αστικά αδικήματα της συνομωσίας και της απάτης, που διαπράχθηκαν σύμφωνα με την ενάγουσα στην Κύπρο και το εξωτερικό, μέσω των Δανειοληπτών Κύπρου. Είναι επιπλέον η θέση της ενάγουσας ότι οι Δανειολήπτες Κύπρου που είναι κυπριακές εταιρείες, χρησιμοποίησαν τα χρήματα που έλαβαν μέσω των εικονικών δανείων για την αγορά ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο, με σκοπό την εξασφάλιση Κυπριακών διαβατηρίων από τα φυσικά πρόσωπα που βρίσκονταν πίσω από την κατ' ισχυρισμό απάτη, περιλαμβανόμενου και του εναγομένου
  5. Σημαντικό επίσης στοιχείο συνιστά κατά την ενάγουσα, το γεγονός ότι τα χρήματα που λάμβαναν οι Δανειολήπτες Κύπρου μέσω των εικονικών δανείων, στη συνέχεια επιστρέφονταν στην GL παρουσιαζόμενα ως κέρδη για την GL, μέσω μιας σειράς εικονικών συμφωνιών. Είναι ως εκ τούτου ορθή η θέση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι η παρούσα συνιστά αυτοτελή αγωγή και ότι σε σχέση με τους Δανειολήπτες Κύπρου, το Κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, καθότι αυτοί έχουν τη βάση τους στην Κύπρο. Είναι σαφές ότι το Κυπριακό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να ακούσει την παρούσα υπόθεση, δυνάμει του άρθρου 4.1 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12, που προνοεί ότι αγωγή πρέπει να εγερθεί σε κράτος μέλος όπου ο εναγόμενος έχει τον τόπο κατοικίας του, που σε περίπτωση εταιρείας είναι ο τόπος όπου βρίσκεται η καταστατική της έδρα, (βλ. άρθρο 63.1 του Κανονισμού 1215/12). Αναφορικά με τον εναγόμενο 5, σχετικό είναι το άρθρο 8.1 του Κανονισμού 1215/12 που προνοεί ότι σε περίπτωση πολλών εναγομένων, η αγωγή μπορεί να ακουστεί υπό προϋποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών. Περεταίρω, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αλλά και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, αναγνώρισε ότι εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε σε κράτος - μέλος, δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή forum non conveniens προς όφελος άλλου κράτους εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθότι τα θέματα δικαιοδοσίας προνοούνται εξαντλητικά στον Κανονισμό 1215/12 (βλ. Owusu ν. Jackson a.o. Case C-281/02, και The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd ν. Hapag-Lloyd Ag, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 38/2016, ημ. 21/6/2018). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει οριστικά ζητήματα δικαιοδοσίας εκτός και εάν αυτά προκύπτουν στη βάση αδιαμφισβήτητων γεγονότων (βλ. Rostovtsev ν Shchukin, Πολ. Έφεση Ε415/2016 ημ. 5.7.2019). Είναι επιπλέον σαφές από τα πιο πάνω ότι οποιοδήποτε αίτημα για αναστολή της παρούσας λόγω παράλληλης εκκρεμοδικίας σε τρίτο κράτος θα πρέπει να υποβληθεί στα πλαίσια της ουσίας της αγωγής δυνάμει των άρθρων 33 και 34 του Ε.Κ. 1215/2012 και όχι στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, ενόψει και της φύσης της απαίτησης που συνιστά κατά την ενάγουσα διασυνοριακή απάτη, το γεγονός ότι υπάρχουν παράλληλες διαδικασίες στο εξωτερικό δεν αποτελεί από μόνο του κώλυμα για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου να ακούσει την παρούσα, ούτε καταδεικνύουν χωρίς άλλο στο παρόν στάδιο, κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών από την ενάγουσα. Αναφορικά με την ουσιαστική πτυχή της 2ης προϋπόθεσης, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η ενάγουσα έχει παραθέσει επαρκή στοιχεία ως προς την κατ' ισχυρισμό διάπραξη εναντίον της, συγκεκριμένων αδικοπραξιών με σκοπό την εξαπάτηση της από τους εναγομένους και της απόσπασης από αυτήν σημαντικών ποσών, στην βάση της 2ης Συμφωνίας Επένδυσης. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ότι τα πιο πάνω στοιχεία, καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας, της παρούσας αγωγής. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι η πιο πάνω διαπίστωση μου για ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν την τελική θέση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της αγωγής. Επαναλαμβάνω την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς τις ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης. Το κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες ή κατά πόσον ευσταθούν επί της ουσίας οι υπερασπίσεις που προβάλουν οι εναγόμενοι, θα κριθεί στο τέλος της αγωγής και μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές και προβεί σε σχετικά ευρήματα. Για σκοπούς όμως της εξέτασης και έκδοσης παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, κρίνω για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, τα στοιχεία του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της ενάγουσας, στην απαίτηση της. Αναφορικά με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει επίσης αποδειχθεί από την ενάγουσα. Παρουσιάστηκε επαρκής μαρτυρία από την ενάγουσα ως προς τις προσπάθειες αποξένωσης περιουσίας από τον εναγόμενο 5, ο οποίος φαίνεται να χρησιμοποιεί αριθμό εταιρειών για σκοπούς μετακίνησης περιουσιακών στοιχείων σε διεθνές επίπεδο. Πέραν τούτου, έχει καταδειχθεί επί της ουσίας ότι η τυχόν αποξένωση των υπό κρίση περιουσιακών στοιχείων θα καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλίνει υπέρ της ενάγουσας, η οποία θα υποστεί περισσότερη ταλαιπωρία σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης από την ταλαιπωρία που θα υποστούν οι εναγόμενοι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Τέλος, συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως τα προσωρινά διατάγματα παγοποίησης και τα υποβοηθητικά διατάγματα αποκάλυψης που εκδόθηκαν μονομερώς στις 9.8.21 διατηρηθούν σε ισχύ. Για τους ιδίους λόγους κρίνω δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν και τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης που δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως καταστούν οριστικά τα πιο κάτω διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 9.8.
  6. · Διατάγματα παγοποίησης ως οι παράγραφοι, Α
(1)έως
(6)& Α
(8)έως
(9)της αίτησης. · Υποβοηθητικά διατάγματα αποκάλυψης ως η παρ. Β, της αίτησης. Εκδίδονται επιπλέον τα διατάγματα αποκάλυψης ως οι παρ. Α
(7)και Γ της αίτησης, τα οποία δεν εκδόθηκαν μονομερώς στις 9.8.21. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.