← Κύπρος

A.J. VOUROS LIMITED ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED διά μέσω του Ειδικού Διαχειριστή αυτής, Αρ. Αγωγής: 4017/2012, 15/6/2022

A.J. VOUROS LIMITED ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED διά μέσω του Ειδικού Διαχειριστή αυτής, Αρ. Αγωγής: 4017/2012, 15/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4017/2012 Μεταξύ: A.J. VOUROS LIMITED Ενάγουσας - και - MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED Εναγόμενης ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 06/02/2017 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής: 4017/2012 Μεταξύ: A.J. VOUROS LIMITED Ενάγουσας - και - CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED διά μέσω του Ειδικού Διαχειριστή αυτής Εναγόμενης Ημερομηνία: 15 Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: ο κ. Αντώνης Κ. Κατσουρίδης για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη Για την εναγόμενη: ο κ. Σταύρος Χριστοδούλου για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ H διαφορά αντίληψης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης στο πλαίσιο συμφωνίας λειτουργίας επαγγελματικού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, με επίκληση από πλευράς της ενάγουσας αντισυμβατικής μονομερούς μείωσης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της από την εναγόμενη και από την άλλη η εμμονή της εναγόμενης ότι ενεργούσε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα σε σχέση με την απόφαση της για την ως άνω μείωση όπως και η μεθόδευση που ακολουθήθηκε και από τις δύο πλευρές, όταν προέκυψε το ζήτημα, οδήγησαν τα πράγματα σε αντιπαράθεση με κατάληξη την υπό κρίση δικαστική διαμάχη η οποία απασχόλησε το Δικαστήριο επί μακρόν. Οι αξιώσεις της ενάγουσας εδράζονται σε κατ' ισχυρισμό αθέτηση συμφωνίας από πλευράς της εναγόμενης με την οποία της παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις από την τελευταία υπό τη μορφή επαγγελματικού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό η οποία είχε συναφθεί στις 30.07.

  1. Από μελέτη της δικογραφίας και της δοθείσας μαρτυρίας προκύπτουν τα ακόλουθα αναμφισβήτητα γεγονότα:
  2. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο.
  3. Η εναγόμενη τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο δραστηριοποιείτο στην Κύπρο στον τραπεζικό τομέα.
  4. Στις 26.07.2010 συμφωνήθηκε με την υπογραφή της επιστολής προσφοράς (Τεκμ. 2), μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης ότι η τελευταία θα διέθετε προς χρήση από την ενάγουσα επαγγελματικό όριο παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό για ποσό €200.000,
  5. Ακολούθησε η υπογραφή συμφωνίας στις 30.07.2010 («η Συμφωνία») (Τεκμ. 3) και το άνοιγμα λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε για λογαριασμό της ενάγουσας με όριο €200.000,
  6. Για τις ως άνω διευκολύνσεις είχαν συμφωνηθεί διάφορες εξασφαλίσεις.
  7. Στις 12.03.2012 η ενάγουσα εξέδωσε τραπεζική επιταγή από τον ως άνω λογαριασμό για το ποσό των €198.254,89σ. προς όφελος του Διευθυντή Φ.Π.Α. (Τεκμ. 4 και 5) («η Επιταγή»). Εκείνη την ημερομηνία ο λογαριασμός της διέθετε επαρκές ποσό για την πληρωμή της και μάλιστα παρέμενε μετά την πληρωμή της επιταγής υπόλοιπο το ποσό των €46.150,36σ., ποσό το οποίο δεν ήταν μέρος της διευκόλυνσης παρατραβήγματος που της παρείχε η εναγόμενη αλλά ήταν επί πλέον αυτού.
  8. Η εναγόμενη αρνήθηκε να πληρώσει την εν λόγω επιταγή της ενάγουσας η οποία επιστράφηκε ως μη πληρωθείσα στις 13.03.2012 με την ένδειξη «μη επαρκή υπόλοιπα» από την Τράπεζα Κύπρου όπου είχε παρουσιαστεί προς πληρωμή (Τεκμ. 6). Παρά τις παραστάσεις - εκκλήσεις της ενάγουσας, η εναγόμενη αρνήθηκε να πληρώσει τη ρηθείσα επιταγή αναγκάζοντας την ενάγουσα να πληρώσει το σχετικό ποσό προς τον Διευθυντή Φ.Π.Α από άλλο λογαριασμό της σε άλλη τράπεζα (Τεκμ. 8 και 9).
  9. Τον Μάρτιο του 2012 η ενάγουσα προέβη σε περικοπή μισθών της τάξης του 15% περίπου σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, όπως αναλυτικά παρατέθηκε για τον καθένα από τα διευθυντικά στελέχη της ενάγουσας ήτοι των Δ. Κ., Χ. Κ. και Θ. Θ., μισθοί οι οποίοι αποκαταστάθηκαν για τους δύο πρώτους το 2017 και για τον τρίτο το
  10. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Από πλευράς της ενάγουσας μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης της προσφέρθηκε από τον κ. Χ. Κ. (ΜΕ 1), ο οποίος δήλωσε ότι είναι ο υπεύθυνος για την οικονομική διαχείριση της ενάγουσας, τον κ. Δ. Κ. (ΜΕ2), ο οποίος δήλωσε ότι είναι ο Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας και τον κ. Α. Β. (ΜΕ3), που είναι ο ένας από τους δύο διευθυντές της ενάγουσας. Για την εναγόμενη κατέθεσαν ο κ. Α. Κ. (ΜΥ1), υπάλληλος της εναγόμενης με μακρόχρονη υπηρεσία σε αυτή σε διάφορες θέσεις και από το 2013 υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και ο κ. Γ. Λ. (ΜΥ2), επίσης υπάλληλος της εναγόμενης με μακρόχρονη υπηρεσία σε διάφορες θέσεις και από το 2014 εργαζόμενος μέχρι και όταν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στο Γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της εναγόμενης. Όλοι οι μάρτυρες κατέθεσαν Γραπτές Δηλώσεις κατά την κυρίως εξέταση τους οι οποίες σημειώθηκαν ως Έγγραφα Α - Ε και κατά την παράθεση της μαρτυρίας τους κατατέθηκαν συνολικά 26 έγγραφα ως τεκμήρια. Σχολιασμός και αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η μαρτυρία και των τριών μαρτύρων για την ενάγουσα (ΜΕ), σε πλείστα της σημεία είναι πανομοιότυπη. Ισχυρίστηκαν προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης για όσα τουλάχιστον κατέγραψαν στις Γραπτές τους Δηλώσεις (Έγγραφα Α, Β και Γ). Έκαναν αναφορά στην ιδιότητα τους όπως και αυτής των διαδίκων και τη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της Συμφωνίας τους και της επακόλουθης λειτουργίας του λογαριασμού όπως και της έκδοσης της Επιταγής προς τον Διευθυντή του Φ.Π.Α. και όσα επακολούθησαν με την επιστροφή της με την ένδειξη «μη επαρκή υπόλοιπα», σε αντίθεση με το γεγονός ότι υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον λογαριασμό και όχι μόνο αυτά αλλά θα παρέμενε μάλιστα προς χρήση και υπόλοιπο ποσό που δεν ήταν μέρος της διευκόλυνσης παρατραβήγματος κάτι που δεν αμφισβητήθηκε. Αναφέρθηκαν και οι τρεις στις εκκλήσεις προς την εναγόμενη για πληρωμή της Επιταγής και την άρνηση της εναγόμενης να το πράξει, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί η ενάγουσα να πληρώσει τον Διευθυντή Φ.Π.Α. από άλλο λογαριασμό που διατηρούσε σε άλλη τράπεζα, χρήματα τα οποία προορίζονταν για άλλο σκοπό και προκαλώντας της κατ' αυτόν τον τρόπο ζημιά. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι η διπλοσυστημένη επιστολή της εναγόμενης με την οποία πληροφορούσαν την ενάγουσα ότι μείωσε άμεσα το παραχωρηθέν όριο των €100.000,00 σε €50.000,00 η οποία φέρει ημερομηνία 12.03.2012 (Τεκμ. 11), ταχυδρομήθηκε στις 13.03.2012 (σχετικός ο ταχυδρομικός φάκελος που επισυνάπτεται στο Τεκμ.11) και με τη σχετική ειδοποίηση του ταχυδρομείου η οποία εκδόθηκε μόλις στις 15.03.2012 (Τεκμ.10), είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να παραλάβει την εν λόγω ειδοποίηση στις 20.03.
  11. Με την ως άνω επιστολή δεν διδόταν οποιαδήποτε αιτιολογία για την ενέργεια της εναγόμενης. Υποστήριξαν ότι η ενάγουσα μέχρι την έκδοση της Επιταγής, δηλαδή την 12.03.2012, δεν ειδοποιήθηκε δεόντως και κατ' επέκταση δεν γνώριζε ότι διαφοροποιήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δεδομένα λειτουργίας του λογαριασμού της. Η ενάγουσα, ανέφεραν, διαθέτει ευρύ κύκλο εργασιών και πάρα πολλούς επαγγελματικούς συνεργάτες και επαγγελματικές σχέσεις με εμπορικές τράπεζες και κυβερνητικά τμήματα, σχέσεις εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, όπως ήταν οι χαρακτηρισμοί τους οποίους έδωσαν οι ΜΕ παραδεχόμενοι όμως κατά την αντεξέτασή τους ότι δεν έπαψε η συνεργασία με οποιονδήποτε από αυτούς. Τα όσα δε ανέφεραν περί μείωσης των παραγγελιών από πελάτες κρίνω ότι ήταν σκέψεις της στιγμής εφόσον δεν παρουσίασαν οποιανδήποτε μαρτυρία προς τούτο. Υποστήριξαν επί πλέον ότι η ενέργεια της εναγόμενης να μη πληρώσει την επιταγή έδωσε την εντύπωση στους πιο πάνω ότι η ενάγουσα είναι αναξιόπιστη και οικονομικά ασυνεπής και ότι δεν μπορούσε να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης τους με αποτέλεσμα να δυσφημιστούν. Η μη πληρωμή της επιταγής προκάλεσε προβλήματα ρευστότητας στην ενάγουσα με αποτέλεσμα να παρουσιάσει καθυστερήσεις πληρωμών των προμηθευτών της, κάτι όμως σύνηθες στις εμπορικές συναλλαγές όπως παραδέχθηκαν επίσης κατά την αντεξέτασή τους, και να δημιουργηθεί κλίμα αμφισβήτησης της πιστωτικής αξιοπιστίας και της οικονομικής ευρωστίας της τόσο στους εργοδοτούμενους της εταιρείας όσο και στους συνεργάτες προμηθευτές της. Ο κ. Κ. (ΜΕ1), κατάθεσε διάφορα σχετικά έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμ. 1 - 15 τα οποία θα σχολιαστούν στην συνέχεια. Αναφέρθηκαν και στην περικοπή στους μισθούς των διευθυντικών της στελεχών η οποία αποκαταστάθηκε μετά την πάροδο ετών, όπως φαίνεται και στη σχετική κατάσταση μισθοδοσίας τους (Τεκμ. 16), την οποία κατάθεσε ο κ. Κ. (ΜΕ2). Ο κ. Β. (ΜΕ3) ήταν αυτός που υπέγραψε τη Συμφωνία εκ μέρους της ενάγουσας και γνώριζε προσωπικά τις συνθήκες σύναψης της και τι διαλάμβανε αυτή. Η ενάγουσα, ανέφερε, προσέφερε τις συμφωνηθείσες εξασφαλίσεις προς την εναγόμενη. Ο λογαριασμός λειτουργούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί και κατά τρόπο, όπως ισχυρίστηκε, που ικανοποιούσε την εναγόμενη καθ' ότι δεν είχαν τεθεί οι όροι που του υποβλήθηκαν και οι οποίοι όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη ίσχυαν κατά τη συνήθη πρακτική της ούτε και ο λογαριασμός παρουσίαζε καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του υπερβάσεις. Η εναγόμενη ουδέποτε την ενημέρωσε όπως και κανέναν από τους υπαλλήλους ή αντιπρόσωπο της περί της μείωσης του ορίου του λογαριασμού της εκτός με την ως άνω επιστολή της με ημερομηνία 12.03.
  12. Η μαρτυρία των ΜΕ 1 και 2 δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι προήλθε από τις συζητήσεις που είχαν με τον κ. Β. (ΜΕ3), ο οποίος ήταν ο ιθύνων νους της όλης κατάστασης που δημιουργήθηκε με την εναγόμενη, ήταν δε αυτός που είχε προσυπογράψει την επιστολή προσφοράς (Τεκμ. 2) και τη Συμφωνία (Τεκμ.3), εκ μέρους της ενάγουσας την οποία ήταν ο ίδιος που την είχε διαπραγματευτεί. Θα αναφερθώ όμως εκτενέστερα στη συνέχεια σε σημεία της μαρτυρίας του και πως αυτά αντικρίζονται. Όσα λοιπόν κατέθεσαν οι ΜΕ 1 και 2 για ουσιώδη ζητήματα που άπτονται της υπόθεσης κρίνω ότι τα γνώριζαν όχι προσωπικά αλλά μετά που έτυχαν σχετικής ενημέρωσης και καθοδήγησης από τον κ. Β. (ΜΕ3), ο οποίος χειριζόταν τα ζητήματα της Συμφωνίας με την εναγόμενη και ήταν αυτός που χειριζόταν τον λογαριασμό αφού μόνο αυτός υπέγραφε επιταγές από αυτόν και όλες οι παραστάσεις σε σχέση με αυτόν είτε γίνονταν από αυτόν ή απευθύνονταν και πάλι προς αυτόν. Παρεμφερή ζητήματα δεν απέκλεισε να συζήτησαν κάποια φορά με τον ΜΕ 2 λειτουργοί της τράπεζας τα οποία δεν αφορούσαν την επίδικη διαφορά και τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν ενέχουν οποιανδήποτε σημασία στην υπόθεση αυτή. Ο ΜΕ 1 κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι ποτέ δεν είχε ο ίδιος οποιαδήποτε επαφή σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό με υπαλλήλους της εναγόμενης. Η επιταγή (Τεκμ. 4 και 6) υπογράφτηκε από τον κ. Β. όπως και η επιστολή και οι οδηγίες που δόθηκαν προς την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμ. 8), προήλθαν αποκλειστικά από αυτόν. Ο κ. Κ. όπως και η κα Χ. που χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό ήταν με τον κ. Β. που μιλούσαν. Και όχι μόνο από τα πιο πάνω αλλά και οι παραδοχές τους και ή άγνοια τους όπως φανερώθηκε κατά την αντεξέταση τους για διάφορα ζητήματα που αφορούσαν τις σχέσεις της ενάγουσας με την εναγόμενη, κατέδειξαν ότι ήταν ο κ. Β. που χειριζόταν τα του λογαριασμού. Επομένως, η μαρτυρία των ΜΕ 1 και 2 αντικρίζεται υπό το φως των πιο πάνω και ελέγχεται ως μη γνήσια και ουσιαστικά επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Β. θα επανέλθω και στη συνέχεια. Ο κ. Κ. (ΜΥ1), υπάλληλος της εναγόμενης για πολλά χρόνια όπως και κατά τον επίδικο χρόνο, υπηρετούσε ως Διευθυντής Χορηγήσεων Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων της εναγόμενης στη Λευκωσία. Αναφέρθηκε στην πώληση των εργασιών της εναγόμενης η οποία συντελέστηκε στις 29.03.2013, ημερομηνία κατά την οποία μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπου και υπηρετούσε μέχρι και την ημερομηνία που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπό την ως άνω ιδιότητα του στην εναγόμενη γνώριζε την ενάγουσα και είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Η εναγόμενη παρείχε στην ενάγουσα τραπεζικές και πιστωτικές διευκολύνσεις με την παροχή από την τελευταία σχετικών εξασφαλίσεων. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην Έκθεση Απαιτήσεως και της Απάντησης στην Υπεράσπιση τους ενώ παράλληλα υιοθέτησε τους ισχυρισμούς της εναγόμενης στην Υπεράσπιση της. Κατάθεσε ως Τεκμ. 17 και 18 πιστοποιητικά σύστασης και αλλαγών του ονόματος της εναγόμενης και αναγνώρισε τα έγγραφα που κατατέθηκαν προηγουμένως ως Τεκμ. 1,2,3,4,6,7 και 10 τα οποία και επεξήγησε. Ανέφερε ότι οι όροι που διατυπώνονται στη Συμφωνία έγιναν αποδεκτοί και από την ενάγουσα με την υπογραφή της. Σύμφωνα με τη Συμφωνία η ενάγουσα είχε ζητήσει από την εναγόμενη να της παρέχει ή να συνεχίσει να της παρέχει δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή να της δίνει πίστωση ή να της παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις για τέτοια περίοδο που θα αποφάσιζε η εναγόμενη κατά την κρίση της. Προς τούτο αναφέρθηκε στους όρους 1 και 4 της Συμφωνίας, στους οποίους θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατά την ανάλυση της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει. Της Συμφωνίας είχε προηγηθεί επιστολή προσφοράς με ημερομηνία 26.07.2010 όπου αναγράφονται οι όροι υπό τους οποίους θα παρέχονταν οι πιστωτικές διευκολύνσεις η οποία έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα (Τεκμ. 2). Σε αυτή αναγραφόταν ότι η εναγόμενη είχε συμφωνήσει να παρέχει πιστωτικές και τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή επαγγελματικού ορίου παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €200.000,
  13. Επεσήμανε ιδιαίτερα ότι είχε συμφωνηθεί ότι οι ως άνω διευκολύνσεις παρέχονταν με τον όρο ότι οι λογαριασμοί της ενάγουσας θα λειτουργούσαν με τρόπο που θα ικανοποιούσε την εναγόμενη και ότι το ποσό, είδος και χρονική διάρκεια των διευκολύνσεων μπορούσαν να ακυρωθούν κατά την κρίση της εναγόμενης και ακόμα ότι οι διευκολύνσεις θα αναθεωρούνταν στις 07.07.2011 ή νωρίτερα κατά την κρίση της εναγόμενης. Ο μάρτυρας επεξήγησε περαιτέρω ότι σύμφωνα με τη πάγια και συνήθη πρακτική, η οποία ίσχυε και εφαρμοζόταν στην εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, προκειμένου ένας λογαριασμός ορίου παρατραβήγματος, όπως ο επίδικος λογαριασμός, να λειτουργεί κατά τρόπο ικανοποιητικό για την εναγόμενη, θα έπρεπε να παρουσιάζει κίνηση τουλάχιστον 4 έως 5 φορές το παρεχόμενο όριο παρατραβήγματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο η πιστωτική κίνηση που έπρεπε να παρουσιάζει ένας λογαριασμός είναι ανάλογη του παρεχόμενου ορίου παρατραβήγματος και να λειτουργεί κατά τρόπο που θα ικανοποιούσε την εναγόμενη. Οι λογαριασμοί παρατραβήγματος για όλους τους πελάτες της τράπεζας, κάτι που γνώριζε και η ενάγουσα, όπως ισχυρίστηκε, αναθεωρούνταν κατά κανόνα σε ετήσια βάση από την εναγόμενη και ανάλογα η εναγόμενη αποφάσιζε είτε την ανανέωση ή την ακύρωση της διευκόλυνσης αφού εξέταζε κατά πόσον ο εκάστοτε λογαριασμός λειτουργούσε κατά τρόπο που την ικανοποιούσε. Εξήγησε περαιτέρω ότι κατά τον Ιανουάριο του 2012, κατά τη συνήθη αναθεώρηση των διευκολύνσεων που παραχωρούνταν στους πελάτες της εναγόμενης, η τότε αρμόδια Επιτροπή της εναγόμενης εξέτασε αίτημα της ενάγουσας για ανανέωση του ορίου παρατραβήγματος που της είχε παραχωρηθεί. Τότε ήταν που διαπιστώθηκε ότι η πιστωτική κίνηση του λογαριασμού ήταν χαμηλή και δυσανάλογη του παραχωρηθέντος ορίου παρατραβήγματος. Παρόμοια διαπίστωση είχε γίνει και σε προγενέστερο στάδιο και είχε ζητηθεί από την ενάγουσα να προσδώσει στον λογαριασμό περισσότερη πιστωτική κίνηση ούτως ώστε να είναι ανάλογη του παραχωρηθέντος ορίου παρατραβήγματος, μετά δε από υπόσχεση που της δόθηκε ανανεώθηκε ο τραπεζική διευκόλυνση. Ισχυρίστηκε ότι περί τα τέλη του Ιανουαρίου 2012 η υπεύθυνη λειτουργός της ενάγουσας για τον λογαριασμό της ενάγουσας κ. Μ. Χ., η οποία αφυπηρέτησε από το 2013 από την Τράπεζα, και στη συνέχεια ο ίδιος ο μάρτυρας προσωπικά, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής Επιχειρήσεων, πληροφόρησαν την ενάγουσα μέσω του Διευθυντή της κ. Β. (ΜΕ 3), ότι η εναγόμενη εξασκώντας τα συμβατικά της δικαιώματα, είχε αποφασίσει να προχωρήσει στη μείωση του ορίου παρατραβήγματος από €200.000,00 στις €50.000,00 καθότι δεν υπήρξε ανάλογη ανταπόκριση με τις συστάσεις τους κατά τρόπο που θα ικανοποιούσε την εναγόμενη. Ο κ. Β. αντέδρασε "ιδιαίτερα έντονα", όπως ανέφερε ο μάρτυρας, τόσο προς την κα Χ. όσο και προς τον ίδιο και απαιτούσε να επανεξεταστεί η απόφαση της εναγόμενης όπως και έγινε περί τα μέσα Φεβρουαρίου του
  14. Υπήρξε νέο αίτημα προς την τότε αρμόδια Επιτροπή της εναγόμενης για ανανέωση του ορίου παρατραβήγματος, κάτι που απορρίφθηκε στις 29.02.2012 και αποφασίστηκε όπως το όριο παρατραβήγματος μειωθεί στις €50.000,00 όπως και έγινε. Σύμφωνα με το Τεκμ. 7, που είναι η Αναλυτική Κατάσταση του Λογαριασμού με ημερ. 29.02.2012 υπήρχε κατατεθειμένο ποσό εκ €46.150,36σ. ως πιστωτικό υπόλοιπο και κατ' επέκταση η ενάγουσα δεν έκανε χρήση του παραχωρηθέντος ορίου παρατραβήγματος. Ο κ. Βούρος αντέδρασε στην πιο πάνω απόφαση έντονα και απείλησε, χρησιμοποιώντας μάλιστα χυδαία φράση, ότι θα εξέδιδε επιταγή προς όφελος του Διευθυντή Φ.Π.Α. για το ποσό των €198.254,89σ., κάτι που έκανε, καλώντας την εναγόμενη να την εξαργυρώσει παρά την προειδοποίηση του από το μάρτυρα ότι δεν θα εξαργυρωνόταν τέτοια επιταγή. Η εναγόμενη προχώρησε με αποστολή σχετικής επιστολής με ημερ. 12.03.2012 (Τεκμ. 10), με την οποία ενημέρωνε την ενάγουσα για την απόφαση της. Σύμφωνα με το μάρτυρα η ένδειξη επί της επιταγής με σφραγίδα περί «μη επαρκών υπολοίπων» ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με όσα προηγήθηκαν και έτσι η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε. Ο κ. Κ. υποστήριξε ότι, σύμφωνα και με νομική συμβουλή που έλαβαν, η εναγόμενη είχε κάθε δικαίωμα να προβεί σε μείωση του ορίου του λογαριασμού και να μη τιμήσει την επιταγή και ότι καθόλου δεν παραβίαζαν με αυτά τη Συμφωνία αν και είχαν συμβουλή ότι θα έπρεπε να ειδοποιήσουν γραπτώς τον πελάτη τους όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι καθόλου δεν έχει προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην ενάγουσα και σε καμιά περίπτωση η ενάγουσα δεν έχει δυσφημιστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης. Επομένως, εισηγήθηκε, οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν στοιχειοθετούνταν σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης και γι' αυτό η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Η μαρτυρία του κ. Λέφα (ΜΥ2), αποσκοπούσε στο να καταθέσει τα έγγραφα που αφορούν την εναγόμενη από τότε που τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και να εξηγήσει που κατέληξαν τα περιουσιακά της στοιχεία. Η Τράπεζα Κύπρου, ως το αποκτών πρόσωπο, την υποκατέστησε σε όλα τα δικαιώματα, οφέλη, προνόμια και υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί σε αυτή. Προς τούτο κατάθεσε και σημειώθηκαν ως τεκμήρια τα σχετικά έγγραφα (Τεκμ. 19 - 26). Οι μάρτυρες της ενάγουσας όπως και ο ΜΥ1 αντεξετάστηκαν επί όλου του φάσματος της μαρτυρίας τους. Ο ΜΥ 2 δεν αντεξετάστηκε. Όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία τους και είναι αναγκαία για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου θα τύχουν σχολιασμού και αξιολόγησης κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις ικανές αγορεύσεις τους εξέθεσαν τόσο τα γεγονότα όπως προέκυψαν κατά τη μαρτυρία όπως ασφαλώς η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε όσο και τη νομική της πτυχή. Αφού προσδιόρισαν τα επίδικα πραγματικά και νομικά ζητήματα που ανακύπτουν με παρέπεμψαν στις νομικές αρχές που διέπει το κάθε επίδικο ζήτημα. Η κάθε πλευρά εισηγήθηκε όπως γίνουν αποδεκτές οι δικές της θέσεις. Όπου χρειαστεί θα επανέλθω και θα σχολιάσω σημεία που οι συνήγοροι έθιξαν. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΔΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΥΜΑΤΑ Τα ακόλουθα προσδιορίζονται ως τα επίδικα ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν στη συνέχεια κατά την ανάλυση της μαρτυρίας: (α) Το κατά πόσο η ενάγουσα προσέφερε τις συμφωνηθείσες εξασφαλίσεις προς την εναγόμενη κατά τον ουσιώδη για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής χρόνο ως είχαν συμφωνήσει και ο λογαριασμός λειτουργούσε κατά τρόπο που ικανοποιούσε την εναγόμενη. (β) Το κατά πόσο η εναγόμενη ενημέρωσε γραπτώς την ενάγουσα μέχρι και την έκδοση της Επιταγής ότι διαφοροποιήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο οι όροι λειτουργίας του λογαριασμού της. (γ) Εάν ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η εναγόμενη, μειώνοντας το όριο του λογαριασμού, συνιστά παραβίαση της μεταξύ τους συμφωνίας, δεδομένου ότι την 12.03.2012 που η ενάγουσα εξέδωσε την ως άνω επιταγή, διέθετε στον λογαριασμό της επαρκές ποσό για την πληρωμή της και μάλιστα, ως είναι αναμφισβήτητο, παρέμενε μετά την πληρωμή της στον λογαριασμό της υπόλοιπο ποσό εκ €46.150,36σ., ποσό το οποίο δεν ήταν μέρος της διευκόλυνσης παρατραβήγματος που της παρείχε η εναγόμενη αλλά ήταν επί πλέον αυτού. (δ) Κατά πόσο ο εξαναγκασμός της ενάγουσας να χρησιμοποιήσει χρήματα που διέθετε σε λογαριασμό σε άλλη τράπεζα για να πληρώσει τον Διευθυντή Φ.Π.Α., χρήματα τα οποία προορίζονταν για άλλο σκοπό, προκάλεσε οποιανδήποτε ζημιά σε αυτή. (ε) Εάν ήθελε βρεθεί ότι η μη πληρωμή της Επιταγής συνιστούσε παραβίαση της Συμφωνίας σε συνδυασμό με την κατ' ισχυρισμό πληροφόρηση που έλαβαν για τούτο συνεργάτες της ενάγουσας, τραπεζικά ιδρύματα και τμήματα του δημοσίου με τα οποία συνεργαζόταν χαρακτηρίζονται ως δυσφήμιση της κατά τρόπο που η ενάγουσα θα δικαιούτο αποζημιώσεις. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι διάδικοι υπέγραψαν την επίδικη Συμφωνία (Τεκμ. 3) στις 30.07.2020 ενώ είχε προηγηθεί η Επιστολή Προσφοράς με ημερομηνία 26.07.2010 η οποία επίσης προσυπογράφεται από τους διαδίκους (Τεκμ. 2). Η σημασία της επιστολής προσφοράς ως προς την επίδικη διαφορά έγκειται στον καθορισμό αφενός του ποσού των διευκολύνσεων που θα παραχωρούνταν, το οποίο καθοριζόταν στο ποσό των €200.000,00 - κάτι που δεν αναφέρεται ρητά στην ίδια τη Συμφωνία -, και αφετέρου ότι οι διευκολύνσεις αυτές θα χορηγούνταν με τον όρο ότι " οι λογαριασμοί θα λειτουργούσαν με τρόπο που να ικανοποιεί την Τράπεζα και ότι το ποσό, είδος και χρονική διάρκεια των διευκολύνσεων μπορούν να ακυρωθούν κατά την κρίση της Τράπεζας", όπως παρόμοια διατυπώνεται και στον όρο 4 της Συμφωνίας. Κατά τα λοιπά η επιστολή προσφοράς υπερκαλύφθηκε στη συνέχεια από την Συμφωνία της 30.07.2010 και αυτό καθώς, όπως διατυπώνεται στην ίδια αυτή επιστολή στην 3η σελίδα: «Η επιστολή μας αυτή δεν δημιουργεί για την Τράπεζα οποιανδήποτε νομική υποχρέωση παροχής ή συνέχισης των διευκολύνσεων και οι σχέσεις σας με την Τράπεζα υπόκεινται στους όρους των σχετικών συμβολαίων που υπογράφηκαν ή θα υπογραφούν». Επομένως, προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οποιαδήποτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων καθορίζονταν και καλύπτονται πλέον από τη Συμφωνία (Τεκμ. 3). Για την εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη η ενάγουσα παραχώρησε Ομόλογο Επιβάρυνσης το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και όλη την περιουσία της κάθε μορφής που βρίσκεται οπουδήποτε, τωρινή και μελλοντική κ.λπ. όπως προνοείται στο ίδιο το Ομόλογο που επισυνάπτεται στη Συμφωνία (Τεκμ. 3). Σ' αυτό καθορίζονται όλοι οι όροι της λειτουργίας του όπως για παράδειγμα η ασφάλιση έναντι πυρός [όρος 14(ε)] ο οποίος απαντάται και στην Επιστολή Προσφοράς (Τεκμ.2). Δεν τέθηκε ζήτημα ότι η ενάγουσα δεν παρέσχε τις όποιες εξασφαλίσεις είχε απαιτήσει η εναγόμενη. Για πρώτη φορά τέθηκε πράγματι από την εναγόμενη ζήτημα μη επαρκών εξασφαλίσεων της ενάγουσας μόλις στην τελευταία επιστολή της προς τους δικηγόρους της ενάγουσας με ημερομηνία 09.05.2012 (Τεκμ. 15), όταν καλούσε την ενάγουσα να συζητήσουν τα θέματα που προέκυψαν και να εξευρεθούν λύσεις. Επομένως, ως προς το πρώτο επίδικο ζήτημα βρίσκω ότι κατά τον χρόνο σύναψης της Συμφωνίας η εξασφάλιση που παρέσχε η ενάγουσα φαίνεται ότι ήταν επαρκής για την εναγόμενη γι' αυτό και αποδέχθηκε το άνοιγμα και την λειτουργία του λογαριασμού. Το Ομόλογο αν και το 6ο στη σειρά, όπως φαίνεται στο Παράρτημα του, το οποίο προσυπογράφηκε επίσης από την εναγόμενη και ακολούθως φρόντισε να το καταθέσει στον Έφορο Εταιρειών, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι το Ομόλογο θεωρήθηκε κατά τον επίδικο χρόνο ικανοποιητική εξασφάλιση από την εναγόμενη και έτσι προχώρησε τόσο στη σύναψη της Συμφωνίας όσο και στο άνοιγμα του λογαριασμού. Σύμφωνα με τον κ. Β. (ΜΕ3), ο λογαριασμός λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί και κατά τον τρόπο που ικανοποιούσε την εναγόμενη, η δε εναγόμενη ουδέποτε ενημέρωσε την ενάγουσα όπως και κανέναν από τους υπαλλήλους της ή αντιπρόσωπο της διαφορετικά πλην με την επιστολή της με ημερομηνία 12.03.2012 με την οποία την πληροφορούσε για την άμεση μείωση του ορίου του λογαριασμού της. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι οι όροι του αναθεωρήθηκαν είτε την 7.07.2011 είτε προηγουμένως ή και μεταγενέστερα της ημερομηνίας αυτής. Η επιστολή αυτή παραλήφθηκε στις 20.03.2012 όπως φαίνεται από το Τεκμ. 11 και σε αυτή δεν δίδεται οποιαδήποτε αιτιολογία. Ο κ. Κ. (ΜΥ 1), παρουσίασε μια διαφορετική εκδοχή ως προς το ζήτημα της λειτουργίας του λογαριασμού ως προς τα συμφωνηθέντα αλλά και πότε ενημερώθηκε η εναγόμενη για τη μη λειτουργία του. Ουσιαστικά, η διαφωνία ως προς την λειτουργία του λογαριασμού κατά τα συμφωνηθέντα διατυπώθηκε από τον κ. Κ. με την ακόλουθη φράση: «Σύμφωνα με την πάγια και συνήθη πρακτική, η οποία ίσχυε και εφαρμοζόταν στην εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, προκειμένου ένας λογαριασμός ορίου παρατραβήγματος, όπως ο επίδικος λογαριασμός, λειτουργεί κατά τρόπο ικανοποιητικό για την εναγόμενη, θα έπρεπε να παρουσιάζει κίνηση τουλάχιστον 4 έως 5 φορές το παρεχόμενο όριο παρατραβήγματος». Στη συνέχεια ανέφερε και τα ακόλουθα: «Οι λογαριασμοί παρατραβήγματος για όλους τους πελάτες της τράπεζας, οι οποίοι το γνώριζαν, όπως και εν προκειμένω η εναγόμενη, σύμφωνα με την ίδια πρακτική αναθεωρούνταν κατά κανόνα σε ετήσια βάση από την εναγόμενη και ανάλογα η εναγόμενη αποφάσιζε είτε την ανανέωση είτε την ακύρωση της διευκόλυνσης αφού εξέταζε κατά πόσον ο εκάστοτε λογαριασμός λειτουργούσε κατά τρόπο που ικανοποιούσε την εναγόμενη». Ως προς τον ισχυρισμό περί μη ικανοποιητικής λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού κατά την αντίληψη μου και πάλι δεν τίθεται θέμα και δεν θα συμφωνήσω με την εναγόμενη για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως στη συνέχεια. Τόσο στην Επιστολή Προσφοράς (Τεκμ. 2) όσο και στη Συμφωνία (Τεκμ.3), δεν αναγράφονται οι πιο πάνω προϋποθέσεις οι οποίες κατά τον κ. Κ. συνιστούν τη συνήθη ή πάγια πρακτική για όλους τους πελάτες της εναγόμενης που ετύγχαναν αυτής της τραπεζικής διευκόλυνσης. Επομένως δεν μπορεί να επιρριφθεί στην ενάγουσα παραβίαση των όρων της Συμφωνίας όταν αυτή η "πρακτική", το εύρος δηλαδή της κίνησης του λογαριασμού προς ικανοποίηση της εναγόμενης, δεν συμπεριλήφθηκε στα πιο πάνω έγγραφα αλλά ούτε και η μαρτυρία κατέδειξε ότι οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού κοινοποιήθηκε ο,τιδήποτε σε σχέση με την εν λόγω πρακτική και να συμπεριληφθεί σε μια ενδεχομένως τροποποιημένη συμφωνία. Επομένως καταλήγω ως προς το ζήτημα αυτό ότι η προσπάθεια της εναγόμενης για τη μείωση του παρεχόμενου ορίου ήταν προσχηματική και συνδεόταν απόλυτα και με την παρεχόμενη εξασφάλιση η οποία φαίνεται ότι στην πορεία κρίθηκε ως μη ικανοποιητική όπως εξάλλου ήταν και η παραδοχή του κ. Κ. κατά την αντεξέτασή του. Τέτοια όμως συμπεριφορά από πλευράς της εναγόμενης δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως αντισυμβατική και ενέργεια αντιβαίνουσα την καλή πίστη και αποσκοπούσε στην άσκηση πίεσης στην ενάγουσα για αποκόμιση μεγαλύτερου οφέλους από την εναγόμενη σε σχέση με τη συνεργασία τους (βλ. Williams v. Roffey Bros 1990, 1 All E.R. 512) στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας υποστηρίζοντας ανάλογη επιχειρηματολογία. Αλλά και όπως πολύ ορθά τίθεται το ζήτημα από πλευρά της ενάγουσας το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό, είναι δηλαδή θέμα του Δικαστηρίου να ερμηνεύσει τη Συμφωνία και να εντοπίσει σε αυτή υποχρεώσεις καλής πίστης και έντιμης συμπεριφοράς, και όχι ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με βάση την ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών (βλ. Yam Seng Pte. Ltd v. International Trade Corporation Ltd 2013 EWHC 111 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τhe test of good faith is objective in the sense that it depends not on either party's perception of whether particular conduct is improper, but on whether in the particular context the conduct would be regarded as commercially unacceptable by reasonable and honest people» «there is . nothing novel or foreign to English Law in recognizing an implied duty of good faith in the performance of contracts». Το επόμενο ζήτημα προς εξέταση είναι κατά πόσο η μείωση του ορίου του επίδικου λογαριασμού από €200.000,00 σε €50.000,00 καλύπτεται και δικαιολογείτο από τον όρο 1 της Συμφωνίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Το ποσό και ο τύπος των δανείων και/ή πιστώσεων και/ή οποιωνδήποτε άλλων Τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων που θα γίνουν από την Τράπεζα προς τον Πελάτη, θα υπόκειται στην απόλυτη κρίση της Τράπεζας». Σημαντικά ως προς το υπό κρίση εδώ ζήτημα είναι και όσα προνοούνται στον όρο 4 της Συμφωνίας στα οποία εν πολλοίς εστιάζεται η Υπεράσπιση της εναγόμενης: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη, να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλες Τραπεζικές ή Πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον Πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο Πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες». Πρόκειται όμως για όρους που κατά την κρίση μου συγκρούονται με τον όρο 11 της Συμφωνίας, παρόλη την επιφύλαξη του, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «Οι όροι της συμφωνίας αυτής μπορούν να τροποποιηθούν και/ή να συμπληρωθούν γραπτώς με τη συγκατάθεση και των δύο συμβαλλομένων. Εννοείται ότι τα δικαιώματα της Τράπεζας με βάση άλλες παραγράφους της συμφωνίας αυτής δεν θα επηρεάζονται καθόλου από την παράγραφο αυτή». Ο τελευταίος αυτός όρος κατά την άποψη μου επενεργεί υπέρ της θέσης της ενάγουσας, ότι δηλαδή η μείωση του ορίου του λογαριασμού που της παρείχε η εναγόμενη στο ποσό των €50.000,00, επρόκειτο ουσιαστικά για τροποποίηση όρου της συμφωνίας - έστω και αν το ποσό του ορίου δεν καθορίζεται επί της ίδιας της Συμφωνίας -, είναι όμως παραδεκτό ακόμα και από την εναγόμενη ότι αυτό είχε συμφωνηθεί στο ποσό των €200.000,00 όπως είχε καθοριστεί στην Επιστολή Προσφοράς και έτσι λειτούργησε μέχρι και την 12.03.2012 και αναγράφεται και στον όρο 6 του Ομολόγου. Επομένως βρίσκω ότι μια τέτοια απόφαση για μείωση του παρεχόμενου ορίου δεν θα μπορούσε να ληφθεί μονομερώς και χωρίς να ενημερωθεί προηγουμένως η ενάγουσα, όπως εξάλλου κατά τον κ. Κ. ήταν και η νομική συμβουλή που έλαβαν να ενημερώσουν δηλαδή της εναγόμενη γραπτώς, κάτι που εν προκειμένω δεν έγινε έγκαιρα, έτσι που στη συνέχεια αν η ενάγουσα επιθυμούσε τη συνέχιση της συνεργασίας της με την εναγόμενη υπό τους νέους όρους ή υπό οποιανδήποτε άλλη μορφή θα έπρεπε αυτό να γινόταν γραπτώς και ασφαλώς με τη συγκατάθεση της σύμφωνα με τον όρο
  15. Ως προς την ουσία του ζητήματος και σύμφωνα με τα πιο πάνω βρίσκω ότι η ενέργεια της εναγόμενης δεν ήταν σύμφωνη με τον όρο 11 της Συμφωνίας ο οποίος ως πιο ευνοϊκός όρος επενεργεί προς όφελος του πελάτη και ο οποίος θα έπρεπε να τηρηθεί, διαφορετικά προκύπτει το ερώτημα ποια θα ήταν η σημασία του και σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται. Η προφορική ενημέρωση που κατά τον κ. Κ. έτυχε ο κ. Β. πριν την 12.03.2012 ήτοι κατά την 09.03.2012 αλλά και πιο πριν, όταν περί τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο του 2012 αποφασίστηκε η συνέχιση της λειτουργίας του λογαριασμού μετά την έντονη αντίδραση του κ. Β. και της υπόσχεσης που έδωσε ότι θα συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις τους, αλλά και αργότερα όταν ο κ. Β. τους πληροφόρησε για την πρόθεση του να καταθέσει την Επιταγή με τους λειτουργούς της τράπεζας να τον αποτρέπουν από του να το κάμει γιατί δεν θα εξαργυρωνόταν, πρόκειται για μαρτυρία επί γεγονότων την οποία αποδέχομαι έναντι της μαρτυρίας του κ. Β. του οποίου τη μαρτυρία ως προς το ζήτημα της προφορικής ενημέρωσής του και της αντίδρασης του την απορρίπτω. Η αντίληψη μου ότι ο κ. Β. επιδίωξε και μεθόδευσε όπως διαρραγεί η Συμφωνία με ευθύνη της εναγόμενης προέρχεται από τη χρονολογική σειρά που έλαβαν τα γεγονότα. Και εξηγώ. Η ίδια η Φορολογική Δήλωση της ενάγουσας προς τον Φ.Π.Α. φέρει ημερομηνία 12.03.2012 (Τεκμ. 5), η εκδοθείσα επιταγή προς τον Διευθυντή Φ.Π.Α. φέρει ημερομηνία 12.03.2012 και ενώ είχε προηγηθεί σχετική ενημέρωση του περί της μείωσης του ορίου του την 09.03.2012, όπως φαίνεται και στο Τεκμ. 13 αλλά και στις 12.03.2012 κατά τον ίδιο τον κ. Κ., του οποίου τη μαρτυρία επί του σημείου αποδέχομαι, και η οποία παρουσιάστηκε και επιστράφηκε από την τράπεζα σε μεταγενέστερο χρόνο ήτοι στις 13.03.2012 σύμφωνα με τη σχετική σφραγίδα και την ένδειξη «Μη Επαρκή Υπόλοιπα» (Τεκμ. 6), η επιστολή της εναγόμενης περί της μείωσης του ορίου που φέρει ημερομηνία 12.03.2012 (Τεκμ. 10), η οποία ταχυδρομήθηκε στις 13.03.2012 και παραλήφθηκε από εκπρόσωπο της ενάγουσας μόλις στις 20.03.2012 (Τεκμ. 11) και η αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων της ενάγουσας και της εναγόμενης (Τεκμ. 12,13, 14 και 15) και οι σχετικές αναφορές περί της τηλεφωνικής ενημέρωσης του κ. Β. στην επιστολή της ενάγουσας (Τεκμ. 13) , αναφορές που παρέμειναν αναπάντητες, σε αντίθεση με όσα ο κ. Β. υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου περί δήθεν μη αναφοράς τους στην αλληλογραφία που ακολούθησε με τους δικηγόρους του, θέση η οποία όμως διαψεύδεται από το ίδιο το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής. Η χρονική αλληλουχία των πιο πάνω γεγονότων ασφαλώς και έχουν τη σημασία τους ως θα καταδειχθεί στη συνέχεια για την απόδειξη των διαφόρων αξιώσεων της ενάγουσας και επίσης επιβεβαιώνουν την αρχική μου αναφορά περί μεθόδευσης από μέρους του κ. Β. για να οδηγηθούν τα πράγματα εκεί που οδηγήθηκαν. Την αντίληψη μου αυτή επιτείνει και η χυδαία φράση που χρησιμοποίησε ο κ. Β. την οποία δέχομαι ότι εκστόμισε παρά την άρνηση του από το εδώλιο του μάρτυρος. Δεν παραβλέπω όσα καταγράφονται στον τελευταίο όρο αρ. 16 της Σύμβασης που αποσκοπεί στη διασφάλιση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, ότι «Ο Πελάτης δηλώνει ότι κατανοεί πλήρως το δικαίωμα του να επισκοπήσει όλες τις όψεις της παρούσας Συμφωνίας με δικηγόρο της εκλογής του, ότι είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο της εκλογής του, ότι έχει προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας Συμφωνίας και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει την παρούσα συμφωνία» Το ερώτημα ωστόσο που παραμένει είναι αν η εναγόμενη ενήργησε σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη Συμφωνία. Σύμφωνα δε με όσα έκρινα πιο πάνω, με την μονομερή ενέργεια της εναγόμενης να μειώσει το όριο του λογαριασμού της ενάγουσας, παράβηκε τον όρο 11 της Συμφωνίας. Ναι μεν η εναγόμενη είχε το δικαίωμα ακόμα και μονομερώς να μειώσει το όριο εφόσον είχε και το μείζων δικαίωμα του τερματισμού της Συμφωνίας, αλλά αυτό θα μπορούσε να το κάμει ενημερώνοντας την ενάγουσα δεόντως και η οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων θα έπρεπε να γινόταν γραπτώς εάν η τελευταία θα ήθελε ασφαλώς να συνεχίσει τη συνεργασία της με την εναγόμενη. Άλλως πως η μονομερής ενέργεια της εναγόμενης θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας ότι προσκρούει στις αρχές της καλής πίστης που πρέπει να διέπει τις συμφωνίες. Επρόκειτο όπως αποφαίνομαι για τροποποίηση όρου της Συμφωνίας χωρίς η ενάγουσα να δώσει αφορμή που θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία δεν κατέδειξε ότι καθ' οιανδήποτε χρονική στιγμή ο λογαριασμός της ενάγουσας λειτούργησε με υπερβάσεις. Η μοναδική κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμ. 7 αφορά τον Φεβρουάριο του 2012 και ο λογαριασμός είναι πιστωτικός. Εδώ παρατηρώ ότι ξενίζει το γεγονός της μη κατάθεσης της πλήρους κατάστασης του λογαριασμού της ενάγουσας όταν αυτός λειτούργησε μόνο για λίγους μήνες και δεν θα υπήρχε δυσκολία να παρουσιαστεί. Το γεγονός ότι δεν αναγράφεται σε αυτή και το πιστωτικό όριο, βρίσκω ότι δεν ενέχει οποιανδήποτε σημασία ούτε και η μαρτυρία κατέδειξε ότι σε αυτού του τύπου τις καταστάσεις λογαριασμού αναγράφεται το πιστωτικό όριο. Εξάλλου, ας μη διαφεύγει το γεγονός ότι ο λόγος, κατά τον κ. Κ., που αποφασίστηκε η μείωση του ορίου δεν ήταν άλλος παρά η μη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου που χορηγήθηκε ως πιστωτικό όριο μέχρι τότε κατά τρόπο που να ικανοποιούσε την εναγόμενη. Το ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο η ενάγουσα υπέστη οποιανδήποτε ζημιά και αν αυτή απέδειξε τέτοια συνεπεία της παράβασης της Συμφωνίας από πλευράς της εναγόμενης. Όλοι οι μάρτυρες που κατάθεσαν για την ενάγουσα ανάφεραν ότι για αποπληρωμή του Διευθυντή Φ.Π.Α. χρησιμοποιήθηκε λογαριασμός που διέθετε η ενάγουσα σε άλλη τράπεζα (σχετικά είναι τα Τεκμ. 8 και 9 που φέρουν ημερομηνία 14.03.2012 και 15.03.2012 αντίστοιχα). Δόθηκε σχετική εντολή πληρωμής (Τεκμ. 8) στην Τράπεζα Κύπρου η οποία και προέβη σε αυτή (Τεκμ. 9). Σε περίπτωση δε που υπήρξε καθυστέρηση πληρωμής δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία εάν επιβλήθηκε πρόσθετος φόρος από τον Φ.Π.Α. (για κάποια καθυστέρηση στην καταβολή του),ούτε και πρόσθετη χρέωση της Τράπεζας Κύπρου μεγαλύτερη από αυτή που θα χρέωνε η εναγόμενη αν χρησιμοποιείτο το όριο που είχε παραχωρήσει. Παρόλο ότι οι μάρτυρες της ενάγουσας αναφέρθηκαν στην ανάγκη που προκλήθηκε για τη χρησιμοποίηση άλλου λογαριασμού της ενάγουσας σε άλλη τράπεζα για την πληρωμή του Διευθυντή του Φ.Π.Α., εντούτοις δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για ζημιά που προκλήθηκε εξ αυτού του γεγονότος. Καταληκτικά στην επιστολή του ο κ. Β. με την οποία έδιδε εντολή προς την Τράπεζα Κύπρου (Τεκμ. 8), για να προβεί στην πληρωμή προς τον Διευθυντή του Φ.Π.Α. την καλούσε όπως αν υπήρχαν τραπεζικά έξοδα να χρεωθούν στον λογαριασμό της. Δεν προσκομίστηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία για τέτοια χρέωση ούτε και αν αυτή ήταν μεγαλύτερη από αυτή που θα επιβαρυνόταν ο λογαριασμός της ενάγουσας στην εναγόμενη ο οποίος πλέον θα καθίστατο χρεωστικός. Ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία αν ο λογαριασμός της Τράπεζας Κύπρου από τον οποίο έγινε η πληρωμή ήταν χρεωστικός ή πιστωτικός. Οι τοποθετήσεις των ΜΕ ως προς τη ζημιά που η ενάγουσα υπέστη χαρακτηρίζονταν από υπερβολή προβάλλοντας τη θέση περί δήθεν διατάραξης των σχέσεων εμπιστοσύνης με τους επαγγελματικούς συνεργάτες τους όσο και με τις εμπορικές τράπεζες με τις οποίες συνεργάζονταν όσο και με Κυβερνητικά Τμήματα και δεν παρουσίασαν οποιανδήποτε μαρτυρία για ζημιά την οποία υπέστησαν παραδεχόμενοι αντιφατικά κατά την αντεξέτασή τους ότι δεν είχαν οτιδήποτε απτό να παρουσιάσουν που να αποδείκνυε τον ισχυρισμό τους και ότι η ενάγουσα παρέμεινε λόγω του εύρους των εμπορικών της συναλλαγών μια αξιόπιστη και αξιοπρεπής εμπορική εταιρεία. Καμιά εμπορική πράξη δεν ακυρώθηκε και ούτε οποιαδήποτε εμπορική προσφορά είτε προς τον ιδιωτικό τομέα είτε προς το δημόσιο υπάρχει μαρτυρία ότι δεν προωθήθηκε λόγω οικονομικής αδυναμίας της ενάγουσας εξ αιτίας της μείωσης του ορίου του επίδικου λογαριασμού της. Σε κάθε περίπτωση δεν παρουσιάστηκαν οποιεσδήποτε οικονομικές καταστάσεις της οι οποίες συγκρινόμενες να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της. Βέβαια, όλα αυτά θα πρέπει να αντικρισθούν και μέσα στο οικονομικό περιβάλλον της επίδικης περιόδου με την οικονομική κρίση να επηρεάζει όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας ακόμα και τις εργασιακές σχέσεις και ωφελήματα για την οποία το Δικαστήριο μπορεί να λάβει δικαστική γνώση. Επρόκειτο πράγματι για μια κρίσιμη οικονομική συγκυρία όπου οι μειώσεις μισθών και άλλων ωφελημάτων ήταν στην καθημερινή επικαιρότητα. Υπό αυτό το πρίσμα αντικρίζονται και οι μειώσεις στους μισθούς διευθυντικών στελεχών της ενάγουσας που καθόλου δεν σχετίζονται με τη μείωση του ορίου του επίδικου λογαριασμού. Η όποια καθυστέρηση σε πληρωμές προμηθευτών της ενάγουσας, μαρτυρία εντελώς αόριστη, δεν είναι ασυνήθης στις εμπορικές συναλλαγές και ούτε αυτές αν υπήρξαν προήλθαν από την ενέργεια της εναγόμενης ούτε και αποδείχθηκε οποιαδήποτε ζημιά ούτε ακόμα και από την ισχυριζόμενη μείωση των παραγγελιών η οποία επίσης δεν αποδείχθηκε δεόντως. Επομένως όσα ανέφεραν οι μάρτυρες περί πρόκλησης ζημιάς στην ενάγουσα δεν έχουν αποδειχθεί και οι σχετικές αξιώσεις απορρίπτονται. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι η ενάγουσα είχε διαθέσιμο υπόλοιπο στον λογαριασμό της το συνολικό ποσό των €96,150,36σ. (€50.000.00 όπως μειώθηκε το όριο και πιστώσεις ύψους €46.150,36σ.) ποσό που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τον περιορισμό έστω της όποιας ζημιάς της κάτι που δεν έκανε χωρίς να δώσει οποιανδήποτε εξήγηση. Επομένως δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση της πλευράς της ενάγουσας με παραπομπή στο Άρθρο 73* του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), ότι η ενάγουσα απέδειξε με τις αόριστες όπως κρίνω αναφορές των ΜΕ την πρόκληση ζημιάς συνεπεία της ενέργειας της εναγόμενης ούτε και εδώ σύμφωνα με τη μαρτυρία ακολουθήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μούρτζινος v. Πλοίου «Γαλαξίας» κ.ά.

(1997)Α.Α.Δ. 80 για την υποχρέωση που είχε η ενάγουσα να προβεί σε όλες τις εύλογες ενέργειες για να μετριάσει τη όποια ζημιά της την οποία και δεν προσδιόρισε. Τέλος, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε επιζήμια δυσφήμιση η οποία να προκλήθηκε στην ενάγουσα από την "εντύπωση" και μόνον, όπως ανέφεραν οι ΜΕ η οποία προκλήθηκε σε συνεργάτες της ενάγουσας, εμπορικές τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν και τμήματα του δημοσίου στα μάτια των οποίων κατά τους ΜΕ η ενάγουσα κατέστη αναξιόπιστη, οικονομικά ασυνεπής και μη δυνάμενη να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης τους. Τα ως άνω αναλύθηκαν πιο πάνω και κρίθηκαν ως αόριστοι ισχυρισμοί με την πλευρά της ενάγουσας να μην έχει αποσείσει το βάρος απόδειξη που είχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που απαιτείτο. Η ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία περί * 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. πρόκλησης ζημιάς συνεπεία της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό εντύπωσης η οποία αν πράγματι προκλήθηκε δεν την προκάλεσε η ενάγουσα καθ' ότι αυτή ούτε κοινοποίησε την απόφαση της στους πιο πάνω αλλά και όπως παρουσιάζεται και στα Τεκμ. 13 και 15 εκτός από την απολογία της για την αναστάτωση που προκλήθηκε επιζητούσε από την ενάγουσα να προσέλθει για να συζητήσουν τη διαφορά που προέκυψε με την τελευταία να μην ανταποκρίνεται αξιώνοντας μόνο την αποκατάσταση του πιστωτικού της ορίου. Επομένως, ο ισχυρισμός περί δυσφήμισης της δεν έχει αποδειχθεί και οι συναφείς αξιώσεις της ενάγουσας που έχουν σχέση με αυτή τη βάση της αγωγής της απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα απέδειξε ότι η μείωση του πιστωτικού ορίου του λογαριασμού της συνιστούσε αντισυμβατική ενέργεια της εναγόμενης. Η μη απόδειξη όμως οποιασδήποτε ζημιάς οδηγεί στην επιδίκαση υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων. Επίσης στη βάση όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω, ούτε και οι αξιώσεις για αποζημιώσεις στη βάση του ισχυρισμού της περί δυσφήμισης της ενάγουσας έχουν αποδειχθεί και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Επιδικάζονται €50,00 ονομαστικές αποζημιώσεις υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης με νόμιμο τόκο από της καταχώρισης της αγωγής, ήτοι την 19.06.2012. ΤΑ ΕΞΟΔΑ Με προβλημάτισε το ζήτημα της διαταγής ως προς τα έξοδα. Το ζήτημα των εξόδων ακόμα και σε αυτού του τύπου τις αξιώσεις και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η πάγια αρχή, όπως έχει προσδιοριστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός όπου συντρέχει και εξειδικεύεται λόγος για άλλη εξέλιξη (βλ. Φιλίππου v. Γιαννήταη κ.ά.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1314). Στην εν λόγω απόφαση, το Εφετείο υιοθετώντας παλαιότερη νομολογία, προσδιόρισε ότι η παρέκκλιση από την πάγια πιο πάνω αρχή δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει, βεβαίως, να εκτίθεται. Κατέγραψα πιο πάνω ότι η εναγόμενη απαντώντας στην επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας με ημερομηνία 19.03.2012 (Τεκμ. 12), με δική της επιστολή με ημερομηνία 29.03.2012 (Τεκμ. 13), αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Δεδομένων των πιο πάνω, είναι εμφανές ότι ουδέποτε ήταν πρόθεση της Τράπεζας μας να δυσφημισθεί ο πελάτης σας ή και προκληθεί οποιαδήποτε δυσκολία στην διεκπεραίωση των εργασιών της εταιρείας. Η Τράπεζα απολογείται για οποιαδήποτε τυχόν ταλαιπωρία έχει υποστεί ο εν λόγω πελάτης από την εν λόγω ενέργεια». Επομένως, ο πρώτος όρος που έθεσε η ενάγουσα με την ως άνω επιστολή των δικηγόρων της για την απολογία της εναγόμενης εκπληρώθηκε. Ως προς δε τον δεύτερο όρο της αποκατάστασης του ορίου, η ενάγουσα πλέον έλαβε γνώση και γραπτώς της θέσης της εναγόμενης για τη συνέχιση της λειτουργίας του λογαριασμού με μειωμένο όριο και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτή δικαιωματικά επέμενε να προβεί στη μείωση του, ως είναι εύρημα μου όπως όριζε η ίδια η Συμφωνία, ήταν πλέον κατά την άποψη μου ζήτημα που εναπόκειτο στην ενάγουσα να διαπραγματευτεί εκ νέου και να προχωρήσει η συνεργασία τους, όπως την καλούσε η εναγόμενη με την ίδια ως άνω επιστολή της αλλά και με την επιστολή της με ημερομηνία 09.05.2012 (Τεκμ. 15), στην οποία πληροφορούσαν τους δικηγόρους της ότι «Είμαστε στη διάθεση του πελάτη σας ώστε να συζητηθούν τα θέματα αυτά και να εξευρεθούν λύσεις», υπό τους όρους που ασφαλώς θα συμφωνούνταν εκ νέου, θα έλεγα μάλιστα ότι ήταν στην ευχέρεια της ενάγουσας να κλείσει ακόμα τον εν λόγω λογαριασμό και το ζήτημα να τέλειωνε εκεί ή να αποδεχθεί το μειωμένο όριο. Με αυτά υπ' όψη κρίνω ότι η πιο δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα (βλ. Polycast Panels Ltd v. Alpha Τράπεζα Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1369 και κυρίως όσα λέχθηκαν καταληκτικά στην Παπαϊωάννου v. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083). (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.