← Κύπρος

Χ. Σ. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6281/15, 14/6/2022

Χ. Σ. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6281/15, 14/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A251 Αρ. Αγωγής: 6281/15 Μεταξύ: Χ. Σ. Ενάγοντας και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν.17(Ι)/2013 (ενεργώντας μέσω του Ειδικού Διαχειριστή της) Εναγομένων Αίτηση ημερ. 26.9.2019 υπό ενάγοντα - αιτητή για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2022 Για ενάγοντα - αιτητή: κ. Μ. Μιχαήλ Για εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση: κ Μ. Παναγιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας εργάστηκε σε διάφορες θέσεις στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ για πάρα πολλά χρόνια, φτάνοντας τον Δεκέμβριο του 2011 στην θέση του Διευθύνοντα Συμβούλου του Ομίλου της Τράπεζας. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι όροι εργοδότησης του ενάγοντα ως Διευθύνοντα Συμβούλου περιέχονται σε επιστολή/σύμβαση εργοδότησης ημερομηνίας 21/02/
  3. Σε αυτή καθορίζονται μεταξύ άλλων, τα καθήκοντα και η μισθοδοσία του ενάγοντα καθώς και οι όροι τερματισμού της εργοδότησης του. Είναι η θέση του ενάγοντα όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι αρχικά η εναγόμενη 2 την 17/12/2012 τερμάτισε την εργοδότηση του άμεσα και χωρίς προειδοποίηση παραδίδοντας σε αυτόν σχετική επιστολή λόγω της συμμετοχής του σε προηγούμενο διοικητικό συμβούλιο της τράπεζας εναντίον του οποίου η τράπεζα προτίθετο να κινηθεί δικαστικά. Αυθημερόν η εναγόμενη ζήτησε από τον ενάγοντα την επιστροφή της πιο πάνω επιστολής. πράγμα το οποίο ο ενάγων έπραξε. Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα την 21/12/2012, η εναγόμενη 2 παρέδωσε προς τον ενάγοντα επιστολή με την οποία τερματίστηκε άμεσα η εργοδότηση του, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων είχε ενεργό συμμετοχή σε πράξεις και αποφάσεις που αποδεικνύουν σοβαρές παραβάσεις των καθηκόντων του σαν μέλος του διοικητικού συμβουλίου και διευθυντικό στέλεχος της εναγόμενης
  4. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η απόλυση του ήταν παράνομη, αυθαίρετη και αδικαιολόγητη και/ή για λόγους που δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 5 του Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου Ν.577/67 και/ή ότι αυτή λήφθηκε κατά παράβαση συμβατικών και συνταγματικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας εξαιτείται μεταξύ άλλων αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του και/ή για παράνομη και αδικαιολόγητη απόλυση και για αποζημιώσεις αντί προειδοποίησης, όπως επίσης και αποζημιώσεις λόγω απώλειας καριέρας και/ή τιμωρητικές και/ή αυξημένες και/ή παραδειγματικές. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι το ποσό αποζημίωσης για τον τερματισμό της απασχόλησής του, ανέρχεται στο ποσό των €1.500.000 λαμβανομένου υπόψη του μισθού των €300.000 ετησίως που προνοούσε η σύμβαση εργοδότησης του. Στην συνέχεια, από την 29.3.2013 με βάση το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, το οποίο αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως ΚΔΠ 104/2013, έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της εναγομένη2 στην εναγομένη 1 Τράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω, σύμφωνα με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου διορίστηκε Ειδικός Διαχειριστής για την εναγομένη
  5. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.12.2015 και η έκθεση απαίτησης τον Νοέμβριο του
  6. Η υπεράσπιση της εναγομένης 2, καταχωρήθηκε στις 6.11.
  7. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε στις 26.9.2019 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο ενάγων αιτείται τα πιο κάτωQ Α. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση 2 αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει και/ή να προχωρήσει σε κατανομή των εσόδων από την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση 2 για το ποσό των μέχρι ΕΥΡΩ 2.000.000, μέχρι πλήρης αποπεράτωσηW της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα τύπου mareva που να παγοποιεί οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό μέχρι το ποσό των ΕΥΡΩ 2.000.000 από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό οπουδήποτε στην Κυπριακή Δημοκρατία της εναγόμενης καθ' ης η αίτηση 2, μέχρι πλήρης αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει κάθε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή το οποίο θα λάβει γνώση του Διατάγματος, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του Διατάγματος, όπως πληροφορήσει τον Αιτητή και/ή τους δικηγόρους του Αιτητή κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικός λογαριασμός και να δώσει στον Αιτητή και/ή στους δικηγόρους του Αιτητή τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών και/ή παραδώσει στον Αιτητή και/ή τους δικηγόρους του Αιτητή λεπτομερείς καταστάσεις των σχετικών λογαριασμών από τις 01/01/2019 μέχρι σήμερα. Νοείται ότι σε περίπτωση που τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου A ανωτέρω, δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τον Αιτητή και/ή τους δικηγόρους αυτού. Νοείται επίσης ότι ο Αιτητής θα υποχρεούνται να καταβάλει οποιαδήποτε εύλογα έξοδα που οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί για σκοπούς της συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου ως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται περαιτέρω ότι το παρόν Διάταγμα θα παύσει να είναι σε ισχύ έναντι της καθ' ης η αίτηση εάν αυτή: i. παράσχουν ασφάλεια σε μορφή πληρωμής του ποσού των ΕΥΡΩ 1.500.000 στο Δικαστήριο, ή ii. προχωρήσουν με την παροχή ασφάλειας σε μορφή που έχει συμφωνηθεί με τους Δικηγόρους των Αιτητών. Δ. Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Δικαστήριο. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του Ενάγοντα. Σε αυτή επαναλαμβάνει ον ισχυρισμό ότι ο μονομερής τερματισμός της εργοδότησης του από την τράπεζα είναι παράνομος, γεγονός που δημιουργεί αξίωση εναντίον της τράπεζας για αποζημίωση που ανέρχεται στο ποσό των €1.500.
  8. Επίσης, πέραν από το καθορισμένο στην σύμβαση ποσό αποζημίωσης, δικαιούται και αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας Ο ενάγοντας αναφέρει στην συνέχεια ότι έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του καθότι η απασχόλησή του τερματίστηκε αδικαιολόγητα και αυθαίρετα από την τράπεζα χωρίς καμία νόμιμη αιτία. Οι λόγοι που επικαλείται η τράπεζα στην επιστολή της ημερ. 21.12.2012 δεν υφίστανται και επιπλέον πρόκειται για προφάσεις και τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι η ίδια η τράπεζα 5 ημέρες προηγουμένως, προχώρησε σε τερματισμό της απασχόλησής του με άλλη αιτιολογία που καμία σχέση δεν έχει με τον λόγο τερματισμού ημερ. 21.12.
  9. Ο ενάγοντας αναφέρεται ακολούθως σε δηλώσεις του διαχειριστή της τράπεζας ότι στα ταμεία της αρχής εξυγίανσης βρίσκονται περίπου €224 εκατομμύρια (περιλαμβανομένου του πακέτου μετοχών της Τράπεζας Κύπρου) για διανομή στους πιστωτές της Λαϊκής που έχασαν €4 δισ. στο κούρεμα καταθέσεων. Ο ενάγοντας πιστεύει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο έως αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον καθότι, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του δεν θα υπάρχουν πόροι για την ικανοποίηση της αξίωσής του. Θεωρεί ότι ο ίδιος είναι προνομιούχος πιστωτής και προηγείται από οποιοδήποτε άλλο πιστωτή της τράπεζας, όπως είναι οι καταθέτες που υπέστησαν κούρεμα. Τούτο όπως Του εξηγούν οι δικηγόροι του, προκύπτει από το γεγονός ότι η απαίτησή του εναντίον της τράπεζας πηγάζει από την σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Η σχέση αυτή με καθιστά προνομιούχο πιστωτή έναντι άλλων πιστωτών και μάλιστα σε ικανοποίηση της απαίτησής του όχι σε αναλογία αλλά εις ολόκληρο. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εάν η καθ' ης η αίτησης μέσω του διαχειριστή της και με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου , η οποία ενεργεί ως Αρχή Εξυγίανσης τραπεζικού Οργανισμού, προχωρήσει σε διανομή των καθαρών εσόδων της διαχείρισης ήτοι του ποσού των 192εκ τότε δεν θα υπάρχει τρόπος να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του στην πιο πάνω αγωγή. Κατά την πρώτη εμφάνιση, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς. Η ειδοποίηση ένστασης Η καθ' ης η αίτηση 2 μετά την επίδοση της αίτησης, καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραθέτοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
  10. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την κατεπειγόντως έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και της αναγκαιότητας έκδοσης αυτών.
  11. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960 δεν ικανοποιούνται.
  12. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 παραμένει υπό εξυγίανση και ο Ειδικός Διαχειριστής δε δύναται και δεν έχει την εξουσία να διαθέσει ή αποξενώσει οποιοδήποτε ποσό.
  13. Ο Ειδικός Διαχειριστής τελεί υπό τον έλεγχο και εξουσία της Αρχής Εξυγίανσης και κατά συνέπεια δεν μπορεί από μόνος του να προχωρήσει σε οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες που να παραβιάζουν τη σχετική νομοθεσία και διατάγματα που αφορούν τη διαδικασία και καθεστώς εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση και δεν έχει την εξουσία είτε εκ του νόμου είτε εκ των όρων διορισμού του, να μεταφέρει ή αποξενώσει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ή να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, χωρίς την άδεια ή συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης.
  14. Τα οποιαδήποτε χρήματα που φυλάγονται στο όνομα της Λαϊκής δεν ανήκουν ουσιαστικά στην ίδια αφού προέκυψαν από την πώληση των εργασιών της και συνεπώς στην πραγματικότητα ανήκουν στους πιστωτές της (beneficially interested). Όταν και αν η Καθ' ης η Αίτηση 2 τεθεί υπό εκκαθάριση και εφόσον εκδοθεί απόφαση υπέρ του Αιτητή, τότε θα υπάρχει και απαίτηση αλλά και εύλογη αιτία για καταχώριση οποιασδήποτε αίτησης, αφού ο εκκαθαριστής θα έχει την εξουσία διανομής και αποξένωσης των εν λόγω χρημάτων.
  15. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, ανυπόστατη και/ή λανθασμένη και/ή δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις και δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον και/ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί από το σεβαστό Δικαστήριο ως απαράδεκτη.
  16. Η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων συνιστά ανατροπή της τρέχουσας διαδικασίας εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση 2 και συνεπώς παραβίαση των αρχών και σκοπού του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος 22(Ι)/
  17. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα Αιτητή κακόπιστα και καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς αφού ουσιαστικά επιδιώκει την ανατροπή της νόμιμης διαδικασίας πληρωμής πιστωτών των Καθ' ων η Αίτηση η οποία βρίσκεται υπό εξυγίανση, όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία για την σειρά κατάταξης πληρωμής των πιστωτών του υπό Εξυγίανση Τραπεζικού Ιδρύματος.
  18. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση είναι ανεπαρκής, ελλιπής και αόριστη καθότι δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα και έγγραφα που να στηρίζουν την έκδοση των αιτούμενων προς έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων.
  19. Η μονομερής αίτηση αποτελεί εύσχημη και κεκαλυμμένη προσπάθεια επηρεασμού της έκβασης στην τελική απόφαση της αγωγής.
  20. Οι Αιτητές με την προώθηση της υπό κρίση Αίτησης και των αξιωμένων θεραπειών, επιδιώκουν να παρακάμψουν και/ή να θέσουν εκ ποδών πράξεις και/ή νόμιμες πράξεις δημόσιας αρχής γενόμενες κατ' εξουσιοδότηση Νόμου προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ως και τις έννομες συνέπειες τούτων.
  21. Η αγωγή έχει καταχωρηθεί σε λανθασμένο δικαστήριο και συνεπώς η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα ανατρέψει τόσο την διαδικασία της ως άνω αγωγής αλλά και την διαδικασία εξυγίανσης της Καθ' ης η Αίτηση
  22. Το αιτούμενο προς έκδοση διάταγμα Γ της υπό εξέτασης αίτησης είναι άνευ αντικειμένου και ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια αθέμιτης αλίευσης πληροφοριών από τον Ενάγοντα άσχετο με την υπό ένσταση αίτηση και/ή τις εν γένει αρχές που θα έπρεπε να την διέπουν Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, από το γραφείο των συνηγόρων για την καθ' ης η αίτηση - εναγομένη
  23. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στον ισχυρισμό για καθυστερημένη προώθηση της αίτησης αλλά και στο ότι η καθ' ης η αίτηση 2 βρίσκεται υπό καθεστώς εξυγίανσης. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι ο διαχειριστής της καθ' ης η αίτηση 2, έχοντας συγκεκριμένες εκ του Νόμου εξουσίες, έχει καθήκον να διαφυλάξει την περιουσία της υπέρ των πιστωτών. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα παράνομης αποξένωσης περιουσίας ώστε να μην μπορεί να εκτελεστεί τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  24. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  25. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, είναι οι εξής: · Απόδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, προκειμένου να αποφασιστεί στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32, συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος (βλ. μεταξύ άλλων Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788) Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις τους άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο ενάγων με την παρούσα αγωγή του, αξιώνει εναντίον της καθ' ης η αίτηση εναγομένης 2, αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό παράβασης της επίδικης σύμβασης εργοδότησης. Αιτείται επίσης αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας ως αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό παράνομης απόλυσης του από την εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση. Να σημειωθεί εδώ ότι σύμφωνα, με την επίδικη σύμβαση εργοδότησης, σε περίπτωση που η εργοδότηση του ενάγοντα τερματιστεί για λόγους άλλους από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου Ν.577/67 πριν την κανονική ηλικία αφυπηρέτησης, τότε ο ενάγοντας θα δικαιούται αποζημίωση ίση με πέντε φορές το ετήσιο εισόδημα του, πέραν των πληρωμών που ο ενάγοντας θα δικαιούται λόγω της αφυπηρέτησης του. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής που στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης
  2. Έχει αποδειχθεί επίσης ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντα με βάση τους ισχυρισμούς του ως προς τις επιστολές και τους λόγους που η εναγομένη 2 επικαλέστηκε για την απόλυση του. Είναι βέβαια υπόψη μου ότι η εναγόμενη 2, ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της ότι ο τερματισμός απασχόλησης του ενάγοντα ήταν καθόλα νόμιμος και συμβατός με τη σχετική νομοθεσία, τους όρους εργοδότησης του αλλά και τον σχετικό εσωτερικό κανονισμό της εναγόμενης
  3. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι η πιο πάνω διαπίστωση μου για ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν την τελική θέση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της αγωγής. Επαναλαμβάνω την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς τις ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης. Το κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες ή κατά πόσον ευσταθούν επί της ουσίας οι υπερασπίσεις που προβάλει η εναγομένη 2 θα κριθεί στο τέλος της αγωγής και μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές και προβεί σε σχετικά ευρήματα. Για σκοπούς όμως της εξέτασης και έκδοσης παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος, κρίνω για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, τα στοιχεία, του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  4. Κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι παραδεκτό ότι η εναγομένη 2 βρίσκεται σε καθεστώς εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος 22(Ι)/
  5. Να σημειωθεί δε ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας, το Ε.Δ. Λευκωσίας έχει εκδώσει στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας εξυγίανσης, διάταγμα εκκαθάρισης της εναγομένης
  6. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, δεν τίθεται ζήτημα παράνομης αποξένωσης της περιουσίας της εναγομένης 2 με σκοπό την μη εξασφάλιση απόφασης που τυχόν θα πετύχει ο ενάγοντας. Στα καθήκοντα του διαχειριστή της εναγομένης 2 σύμφωνα με τον Νόμο, είναι και η προστασία των πιστωτών της τράπεζας, στους οποίους θα συμπεριλαμβάνεται και ο ενάγων στην περίπτωση που πετύχει στην αγωγή του. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο ενάγων δεν έχει αποδείξει με επαρκή μαρτυρία ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 2 δεν επαρκούν για την ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του. Επικαλείται, δημοσιεύματα στα Μ.Μ.Ε χωρίς όμως να παρουσιάσει οιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ενάγων ισχυρίζεται επιπλέον ότι είναι προνομιούχος πιστωτής της εναγομένης 2 λόγω της φύσης της αξίωσης του και ως εκ τούτου προηγείται από οποιοδήποτε άλλο πιστωτή της τράπεζας, όπως είναι οι καταθέτες που υπέστησαν απομείωση καταθέσεων. Όμως το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να καθορίσει την σειρά των προνομιούχων πιστωτών, αρμοδιότητα που έχει μόνο το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται την διαδικασία εκκαθάρισης. Ούτε το παρόν Δικαστήριο είναι σε θέση να γνωρίζει τον αριθμό και τις τάξεις των πιστωτών ώστε να είναι σε θέση να καθορίσει αν θα μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον ενάγοντα η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αφού από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον, από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Όπως έχει προαναφερθεί, η εναγομένη 2 βρίσκεται σε διαδικασία εξυγίανσης και εκκαθάρισης. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανατροπή της πιο πάνω διαδικασίας και θα επέμβαινε ανεπίτρεπτα στις εξουσίες του εκκαθαριστή, καθήκον του οποίου είναι η προστασία του συνόλου των πιστωτών. Θα επέμβαινε επίσης στην εξουσία του εκκαθαριστή και στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται την διαδικασία εκκαθάρισης ως προς τον καθορισμό της σειράς ικανοποίησης των πιστωτών. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι υπό τας περιστάσεις της παρούσας, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Σημειώνεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.12.2015 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε πριν από 3 σχεδόν χρόνια, στις 26.9.
  7. Ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους καθυστέρησε η προώθηση και εκδίκαση της αίτησης, γεγονός παραμένει ότι στα 3 σχεδόν χρόνια που εκκρεμούσε η παρούσα αίτηση και στα 7 που εκκρεμεί η αγωγή δεν προκύπτει να έγινε καμία μεταβίβαση περιουσίας από την εναγομένη 2 που θα προξενούσε οποιαδήποτε δυσκολία στον ενάγοντα να εκτελέσει τυχόν απόφαση που θα εξασφαλίσει στην παρούσα αγωγή. Ούτε και θα μπορούσε βέβαια να γίνει αφού η εναγομένη 2 βρισκόταν όλο αυτό το διάστημα σε διαδικασία εξυγίανσης. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι ενδεχόμενη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα εξυπηρετήσει τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους:
  8. Δεν έχει αποδειχθεί η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος με την έννοια ότι ενδεχόμενη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα εξυπηρετήσει τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί.
  10. Δεν κρίνεται λογικό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα λόγω του ότι θα συνιστούσε ανατροπή της πιο πάνω διαδικασίας εξυγίανσης και εκκαθάρισης της εναγομένης 2 και θα επέμβαινε ανεπίτρεπτα στις εξουσίες του εκκαθαριστή, καθήκον του οποίου είναι η προστασία του συνόλου των πιστωτών και ο καθορισμός της σειράς εξασφάλισης τους δυνάμει του Νόμου. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης 2 - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.