E. Ι. G. κ.α. ν. Bakadri Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3596/18, 10/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A250 Αρ. Αγωγής: 3596/18 Μεταξύ: 1. E. Ι. G. 2. M. A. S. Εναγόντων Και 1. Bakadri Limited, εκ Λευκωσίας 2. Tekbird Limited, εκ Λευκωσίας 3. Elektrotekhnicheskaya Kompaniya JSC (υπό εκκαθάριση), εκ Ρωσίας 4. B. L., εκ Ρωσίας 5. Α. Χ., εκ Λευκωσίας 6. Δ. Ε., εκ Λευκωσίας 7. Μ. Π., εκ Λευκωσίας 8. Abacus Secretarial Limited, εκ Λευκωσίας 9. Oao "Alfa Bank", εκ Ρωσίας 10. Alfa Capital Holdings (Cyprus) Limited, εκ Λευκωσίας 11. Y. N., εκ Ρωσίας 12. Larus Asset Management, εκ Βρετ. Παρθένων Νήσων 13. Σ. Κ., εκ Λευκωσίας 14. Σ. Ρ., εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 29/4/21 υπό εναγομένου 11 - αιτητή για παραμερισμό της επίδοσης και της αγωγής Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2022 Για εναγόμενο 11 - αιτητή: κος Ανδρέας Λύτρας για Michael Kyprianou & Co LLC. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Μαίρη Νικολαΐδου για Μιχάλης Βορκάς και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό παραβίαση Συμβάσης Ενεχυρίασης από την ενεχυριούχο δανείστρια τράπεζα - εναγόμενη 9, η οποία σε συνομωσία με τους υπόλοιπους εναγόμενους, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή - εναγομένου 11, εξαπάτησε τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, θέτοντας σε εφαρμογή ένα δόλιο σχέδιο με στόχο την παράνομη αποξένωση των 999 μετοχών του ενάγοντα 1, στην εναγόμενη 1 και την καταστροφή του ιδίου και της εναγόμενης 3. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 27/12/2018 και την 4/1/2019 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, δυνάμει της Διαταγής 25 Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στις 27/3/2019 εκδόθηκε κατόπιν αίτησης των εναγόντων διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των εγγράφων στους εναγόμενους 3, 4, 9 και 11 που είναι Ρώσοι υπήκοοι. Η διαδικασία επίδοσης των εγγράφων στους εναγόμενους 3, 4, 9 και 11, επιδιώχθηκε αρχικά μέσω των αρμοδίων αρχών δυνάμει του Κυρωτικού Νόμου 172/1986. Είχαν στο μεταξύ εκδοθεί διατάγματα ανανέωσης του κλητηρίου, λόγω του ότι η διαδικασία επίδοσης των εγγράφων στους εναγόμενους 3, 4, 9 και 11 δεν είχε ολοκληρωθεί. Επειδή μέχρι τις 31/1/2020 δεν υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη αναφορικά με την επίδοση, οι ενάγοντες με μονομερή αίτηση αιτήθηκαν την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση των δικαστικών εγγράφων με ταχυμεταφορέα. Στο μεταξύ, στις 20/5/2020 και 22/5/2020 οι ενάγοντες έλαβαν επιστολές από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με τις οποίες ενημερώθηκαν ότι δεν επιδόθηκαν τα έγγραφα στον εναγόμενο 11 Yuriy Negrey και στην εναγόμενη 9 Alfa Bank αντίστοιχα. Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 29/6/2020 διάταγμα για επίδοση των εγγράφων της αγωγής στους αλλοδαπούς εναγόμενους μέσω ταχυμεταφορέα. Σύμφωνα με την ενάγουσα, η επίδοση των εγγράφων της αγωγής επιτεύχθηκε στην εναγομένη 9 μέσω ταχυμεταφορέα. Αντιθέτως δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί με τον ίδιο τρόπο και στον εναγόμενο 11 αφού αυτός αρνείτο να τα παραλάβει από την υπηρεσία ταχυμεταφορών. Ακολούθως στις 29/10/2020 εκδόθηκε διάταγμα μετά από αίτηση των εναγόντων για επίδοση των εγγράφων της αγωγής στον εναγόμενο 11, στον υπεύθυνο παραλαβής εγγράφων στο γραφείο όπου στεγάζεται ο εναγόμενος 11, που εργοδοτείται από την εναγόμενη 9, ως επίσης και την αποστολή των εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην επαγγελματική διεύθυνση του εναγόμενου 11. Τελικά, η επίδοση των εγγράφων της αγωγής στον εναγόμενο 11, έγινε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την 18/2/2021 και την 19/2/2021. Η παρούσα αίτηση. Με την παρούσα αίτηση του ο εναγόμενος 11 - αιτητής, ζητά την ακύρωση όλων των πιο πάνω διαταγμάτων που επέτρεπαν την επίδοση σε αυτόν, των εγγράφων της αγωγής είτε μέσω των αρμοδίων αρχών δυνάμει του Κυρωτικού Νόμου 172/1986, είτε μέσω ταχυμεταφορέα, είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ζητά επίσης διάταγμα ακύρωσης της επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, λόγω του ότι το αυτό είχε εκπνεύσει για τον ίδιο τον εναγόμενο 11 πριν του επιδοθεί. Τέλος επιζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και/ή η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός (set aside) της παρούσας αγωγής, εν όλω ή εν μέρει, στο βαθμό που αφορά τον εναγόμενο 11, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή ως αβάσιμης και/ή ως μη αποκαλύπτουσας εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (reasonable cause of action) εναντίον του εναγομένου 11 και/ή ως επιπόλαιας και ενοχλητικής (frivolous and vexatious). Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση δικηγόρου από το γραφείο των συνηγόρων για τον ενάγοντα. Ο ομνύοντας αναφέρεται αρχικά στο πιο πάνω ιστορικό της υπόθεσης αναφορικά με την επίδοση στον εναγόμενο 11 - αιτητή των πιο πάνω εγγράφων της αγωγής, Αναφέρει στην συνέχεια ότι ο αιτητής παρέλαβε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τους δικηγόρους των εναγόντων, στις 18/2/2021 και στις 19/2/2021, τα ακόλουθα έγγραφα: (
- i)Τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 6/3/2019 μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν, περιλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 6/3/2019. (
- ii)Τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21/3/2019. (iii) Τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27/3/2019. (
- iv)Το διάταγμα ημερομηνίας 27/3/2019. (
- v)Το διάταγμα ημερομηνίας 24/5/2019. (
- vi)Τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 31/1/2020 μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν, περιλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 31/1/2020. (vii) Τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26/6/2020. (viii) Ειδοποίηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 20/6/2019. (
- ix)Το διάταγμα ημερομηνίας 29/6/2020. (
- x)Τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 9/10/2020 μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν, περιλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 9/10/2020. (
- xi)Το διάταγμα ημερομηνίας 29/10/2020. Οι ενάγοντες όμως παρέλειψαν να επιδώσουν τα πιο κάτω έγγραφα της αγωγής: - Την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 16/4/2019 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 24/5/2019, επιτρέποντας τη διόρθωση του διατάγματος ημερομηνίας 27/3/2019. - Τις μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες λήφθηκε η άδεια του δικαστηρίου για την καταχώρηση των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ημερομηνίας 21/3/2019, 27/3/2019 και 26/6/2019. - Την αίτηση ημερομηνίας 5/3/2019 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που τη συνοδεύει («η αίτηση ημερομηνίας 5/3/2019» και «η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019»). - Τόσο τα διατάγματα ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος κατά διάφορες ημερομηνίες, όσο και οι μονομερείς αιτήσεις στη βάση των οποίων αυτά εκδόθηκαν. Κατά τον ομνύοντα, οι πιο πάνω παραλείψεις των εναγόντων, παραβιάζουν τόσον την Δ.48 Θ.13, οι πρόνοιες της οποίας είναι επιτακτικές, όσον και την αρχή της δίκαιης δίκης που διασφαλίζεται με το άρθρο 30 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων στη διαδικασία αλλά και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, εφόσον ο αιτητής δεν πληροφορήθηκε επαρκώς για τους λόγους για τους οποίους ενάγεται, ούτε και του δόθηκαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και έγγραφα της διαδικασίας τα οποία θα έπρεπε να περιέλθουν σε γνώση του, ούτως ώστε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι οι πιο πάνω παραβιάσεις και παρατυπίες γίνονται ακόμη εντονότερες στην περίπτωση της μη επίδοσης στον αιτητή της αίτησης και ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 5/3/2019, καθότι: (α) Η παράλειψη αυτή παραβιάζει τα ίδια τα διατάγματα ημερομηνίας 27/3/2019, 24/5/2019, 29/6/2020 και 29/10/2020 που ρητά διατάζουν την επίδοση, μεταξύ άλλων και στον αιτητή, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 5/3/2019. Επομένως, η φερόμενη ως επίδοση στον αιτητή, έγινε κατά παράβαση των ίδιων των διαταγμάτων που την επέτρεψαν. (β) Η έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 27/3/2019, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 6/3/2019, στηρίχθηκε κυρίως στο περιεχόμενο και τους ισχυρισμούς που εγείρονται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019. Εν προκειμένω, είναι η θέση του ομνύοντα ότι η μη επίδοση της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 5/3/2019 στον αιτητή, ουσιαστικά του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του πλήρους υπόβαθρου επί του οποίου οι ενάγοντες στήριξαν τους ισχυρισμούς τους και στη βάση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 27/3/2019, αποστερώντας του έτσι τη δυνατότητα να υπερασπιστεί πλήρως τα δικαιώματα του. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα διατάγματα που ακολούθησαν, ημερομηνίας 24/5/2019, 29/6/2020 και 29/10/2020. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επίδοση συνιστά κακή επίδοση η οποία θα πρέπει να παραμεριστεί. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η επίδοση θα πρέπει να παραμεριστεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι κατά τον χρόνο της επίδοσης, το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα είχε ήδη εκπνεύσει. Κατά τον ομνύοντα, προκύπτει ότι το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ανανεώθηκε δύο φορές, ήτοι κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2019 ή τον Ιανουάριο 2020 (βλ. παράγραφος 16 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 31/1/2020) και περί την 18/6/2020 (βλ. παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 26/6/2020). Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9/10/2020 δεν γίνεται λόγος για περαιτέρω ανανέωση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Επομένως, με βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του ο αιτητής, η τελευταία ανανέωση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος έγινε την 18/6/2020 για περίοδο 6 μηνών, δηλαδή μέχρι την 18/12/2020. Συνάγεται ότι κατά την 18/2/2021 και 19/2/2021, όταν διενεργήθηκε η επίδικη επίδοση στον αιτητή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα είχε ήδη εκπνεύσει σε σχέση με τον αιτητή. Αναφέρεται στην συνέχεια από τον ομνύοντα ότι το διάταγμα 27/3/2019 εκδόθηκε επί ανεπαρκούς πραγματικής βάσης. Αυτό γιατί η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6/3/2019 η οποία ουσιαστικά υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ίδιας ημερομηνίας, κάνει αναφορά και παραπέμπει στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019 και στα έγγραφα που επισυνάπτονται σε εκείνη την ένορκη δήλωση ως τεκμήρια. Δεν επισυνάπτεται όμως η εν λόγω ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019 ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6/3/2019, η οποία απλά κάνει μια γενική αναφορά στα γεγονότα. Κατά τον ομνύοντα, η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019 δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 27/3/2019. Η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019 έγινε για άλλους σκοπούς και σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, ήτοι προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 5/3/2019 για προσωρινά διατάγματα. Επομένως, δεν μπορούσε από μόνη της να αποτελέσει μαρτυρία προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 6/3/2019, σκοπός της οποία ήταν η λήψη άδειας του δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Ήταν επίσης η θέση του ομνύοντα ότι δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον του αιτητή στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6/3/2019. Ισχυρίζεται ότι πουθενά στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6/3/2019 δεν γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη του αιτητή σε σχέση με τα θέματα που παρουσιάζονται από τον ενάγοντα 1 ως επίδικα. Δεν υπάρχουν ισχυρισμοί που να εμπλέκουν τον αιτητή σε οποιαδήποτε συνωμοσία ή απάτη εις βάρος των εναγόντων, ενώ με βάση την ίδια την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6/3/2019 η κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του αιτητή είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Συγκεκριμένα, οι μόνες αναφορές στον αιτητή εντοπίζονται στα 3 τελευταία σημεία της παραγράφου 23 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 6/3/2019. Πρόκειται κατά τον ομνύοντα περί γενικόλογων, αόριστων και ατεκμηρίωτων ισχυρισμών και καμία σύνδεση τους δεν καταδεικνύεται με την αξίωση των εναγόντων περί δήθεν συνωμοσίας και απάτης. Συγκεκριμένα ο αιτητής αναφέρεται αόριστα μόνο ως εκ των «συνδιοργανωτών του όλου παράνομου σχεδίου που σχεδιάστηκε από την Alfa Bank». Δεν δίδονται όμως συγκεκριμένα στοιχεία ούτε περιγράφεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια του αιτητή που να τον καθιστούσε μέρος του εν λόγω «παράνομου σχεδίου». Είναι η θέση του ομνύοντα ότι για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή εναντίον του αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα εύλογη αιτία αγωγής (reasonable cause of action) και/ή ως καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και το τροποποιημένο κλητήριο, στο βαθμό που αφορά τον αιτητή, να παραμεριστεί. Είναι τέλος η θέση του ομνύοντα ότι δεν έχει καταδειχθεί η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση εναντίον του αιτητή. Η ρήτρα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στην Σύμβαση Ενεχυρίασης ημερομηνίας 31/5/2013, εάν ήθελε αποδειχθεί από τους ενάγοντες, δεσμεύει αποκλειστικά τον ίδιο τον ενάγοντα 1 και την Alfa Bank, που την υπέγραψαν. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δεσμευτεί ο αιτητής από ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται σε συμφωνία τρίτων, την οποία ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε ή υπέγραψε. Ο δε ισχυρισμός ότι ο αιτητής είναι αναγκαίος διάδικος στη διαφορά μεταξύ των εναγόντων και της Alfa Bank και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του έναντι του αιτητή, είναι κατά τον ομνύοντα νομικά αβάσιμος. Δεν ισχύουν επί του προκειμένου οι πρόνοιες της Δ.6 Θ.1(
- h)όπου προβλέπεται ότι για να θεωρηθεί αναγκαίος διάδικος ένας εναγόμενος που βρίσκεται εκτός Κύπρου, θα πρέπει η αγωγή να έχει εγερθεί δεόντως εναντίον άλλου ημεδαπού διαδίκου. Στην παρούσα όμως περίπτωση, η διαφορά των εναγόντων δεν είναι με Κυπρίους διάδικους αλλά με την Ρωσική Alpha Bank. Είναι στη βάση της αξίωσης εναντίον της Alfa Bank που εμπλέκεται ο αιτητής στην υπόθεση και όχι με βάση την αξίωση του εναντίον άλλου, Κύπριου διαδίκου. Κατά τα άλλα, πέραν του ισχυρισμού ότι ο αιτητής είναι αναγκαίος διάδικος, καμία άλλη βάση δεν καταδεικνύεται στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 6/3/2019 που να συνδέει τον αιτητή με την Κύπρο, ούτως ώστε να δικαιολογείται η επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου σε σχέση με αυτόν. Εν όψει των πιο πάνω, ήτοι της έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης για έγερση της αγωγής εναντίον του αιτητή, αλλά και των διαπιστώσεων σε σχέση με την έλλειψη καλής αιτίας αγωγής εναντίον του, είναι η θέση του ομνύοντα ότι οι ενάγοντες στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 6/3/2019 δεν κατέδειξαν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στον αιτητή. Η ειδοποίηση ένστασης Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους: 1. Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η παρούσα Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα και/ή η παρούσα Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο. 2. Η παρούσα Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή μη τεκμηριωμένη και/ή δεν επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, αλλά αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης. 3. Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή σύμφωνα με την νομολογία θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι η πραγματική πρόθεση του Αιτητή έγκειται στην χρήση μέσω δικαίου που αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. 4. Η επίδοση της ειδοποίησης του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στον Εναγόμενο 11 έγινε σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29/10/2019, με το οποίο επετράπη η υποκατάστατη επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και σύμφωνα με το προηγούμενο διάταγμα ημερ. 27/03/2019, το οποίο επέτρεπε την επίδοση της διαδικασίας εκτός δικαιοδοσίας, και υπήρξε νομότυπη, κανονική, ορθή και καλή επίδοση. 5. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή πραγματικός λόγος και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ακύρωση ή παραμερισμό (set aside) του Διατάγματος ημερ. 24/05/2019 με το οποίο επετράπη η τροποποίηση του Διατάγματος ημερ. 27/03/2019. 6. Δεν έχουν καταδειχθεί και σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι ακύρωσης του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 27/03/2021 που επέτρεπε την επίδοση διαδικασίας εκτός δικαιοδοσίας. 7. Το διάταγμα ημερ. 29/10/2019 είναι νομότυπα εκδοθέν διάταγμα, που βασίστηκε σε επαρκές αιτητικό και σε πλήρη και ειλικρινή μαρτυρία, που υιοθετούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του, και δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ακύρωσης ή παραμερισμού του διατάγματος ημερ. 29/10/2019 δυνάμει του οποίου επετράπη η υποκατάστατη επίδοση και πραγματοποιήθηκε η επίδοση της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος στον Εναγόμενο 11, και γι' αυτό το λόγο το αιτούμενο διάταγμα περί παραμερισμού της επίδοσης και ακύρωσης των διαταγμάτων ημερ. 27/03/2019, 24/05/2019, 29/06/2020 και 29/10/2020, πρέπει να απορριφθεί. 8. Δεν έχουν καταδειχθεί και σε κάθε περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι παραμερισμού και/ή ακύρωσης των αναφερθέντων Διαταγμάτων του Δικαστηρίου. 9. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε βάσιμος ή πραγματικός λόγος και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδοσης της Ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος που διενεργήθηκε στον Εναγόμενο 11, ως υπό το σημείο Ε της αίτησης του Εναγόμενου 11, και γι' αυτό, το σύνολο της αίτησης του Εναγόμενου 11, θα πρέπει να απορριφθεί. 10. Η Ένορκη Δήλωση του Χ. Γ. ημερ. 29/04/2021 που υποστηρίζει την Αίτηση ίδιας ημερομηνίας είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ελαττωματική και/ή βρίσκεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Διαταγής 39, Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή με τις πρόνοιες της σχετικής νομολογίας. 11. Η αίτηση υπό τον Εναγόμενο 11 υποβάλλεται με κακή πίστη (mala fide) και καταχρηστικά (abuse of process), με σκοπό να πλήξει τα δικαιώματα του Ενάγοντα και να υποσκάψει τα θεμέλια της απονομής της Δικαιοσύνης καθώς σκοπεύει στην εσκεμμένη αποφυγή νόμιμης επίδοσης και στην παρακώλυση της διαδικασίας και γι' αυτό, το σύνολο της αίτησης του Εναγόμενου 11, θα πρέπει να απορριφθεί. 12. 0 Εναγόμενος 11 εκδήλωσε περιφρονητική συμπεριφορά σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Ενάγοντα γι' αυτό, το σύνολο της αίτησης του Αιτητή, θα πρέπει να απορριφθεί. 13. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση για την έκδοση αυτών. 14. Η επίδοση στον Εναγόμενο 11 έγινε μέσω του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου το οποίο καταγράφεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29/10/2019 και επομένως είναι νόμιμη και/ή νομότυπη. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, στο γραφείο των συνηγόρων των εναγόντων. Σε αυτή, επαναλαμβάνονται και αναλύονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Ειδικότερα ο ομνύων αρνήθηκε τον ισχυρισμό ότι δεν έχουν επιδοθεί οι μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες λήφθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων ημερ. 21 /03/2019, 27/03/2019 και 26/06/2019 και ότι ένεκα της παράληψης αυτής ο αιτητής δεν πληροφορήθηκε επαρκώς για τους λόγους για τους οποίους ενάγεται. Ισχυρίστηκε ότι και οι τρεις πιο πάνω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις έχουν επιδοθεί στον αιτητή και τούτο αποδεικνύεται από ένορκη δήλωση ημερ. 3/3/2021 της κας Ντίνας Ρωσσίδου, η οποία ευρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ανεξαρτήτως τούτου, τα ουσιαστικά έγγραφα στα οποία επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής ενάγεται, έχουν επιδοθεί δεόντως σε αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για την αίτηση ημερ. 5/3/2019 και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Η αίτηση αυτή κατά τον ομνύοντα όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, αποσύρθηκε από τους Ενάγοντες στις 27/11/2020, δηλαδή πριν την ετοιμασία και ολοκλήρωση της επίδικης επίδοσης στον αιτητή. Ως προς τους ισχυρισμούς για λήξη του κλητηρίου, ο ομνύων ανέφερε ότι στις 22/12/2020 εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος στην μονομερή αίτηση ημ. 18/12/20. Ως εκ τούτου κατά τον χρόνο επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στον αιτητή, το κλητήριο ένταλμα ήταν σε ισχύ, γεγονός που προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 29/10/2019, εκδόθηκε νομότυπα αφού βασίστηκε σε επαρκές αιτητικό και σε πλήρη και ειλικρινή μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων, η οποία στοιχειοθετούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του. Ο ομνύοντας σημείωσε επί του προκειμένου ότι με την πραγματοποίηση της υποκατάστασης επίδοσης, ως οι πρόνοιες του διατάγματος ημερ. 29/10/2019, ο αιτητής έλαβε εν τέλει γνώση του τροποποιημένου κλητήριου και των υπολοίπων εγγράφων που επιδόθηκαν. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι η συγκεκριμένη μέθοδος με την οποία πραγματοποιήθηκε η υποκατάστατη επίδοση, ήταν αποτελεσματική, ύστερα μάλιστα από επανειλημμένες προσπάθειες επίδοσης των δικαστικών εγγράφων με άλλες μεθόδους επίδοσης, οι οποίες απέτυχαν. Περαιτέρω, όπως άλλωστε έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υιοθετήσει τυπολατρική προσέγγιση ως προς την διαδικασία επίδοσης των εγγράφων, καθότι εκείνο που υπερέχει κατά τον ομνύοντα, είναι τα έγγραφα να περιέλθουν στη γνώση των εκάστοτε εναγόμενων. Ο ομνύοντας, αρνήθηκε στην συνέχεια τον ισχυρισμό του αιτητή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην ρήτρα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων που εμπεριέχεται στην Σύμβαση Ενεχυρίασης ημερομηνίας 31/5/2013. Επειδή δε στο επίκεντρο της διαφοράς είναι μεταξύ άλλων η παραβίαση της Σύμβασης Ενεχυρίασης που σύμφωνα με τους όρους 25 και 26 αυτής προβλέπεται η αποκλειστικά δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας και προνοείται πως το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το κυπριακό, είναι σαφές κατά τον ομνύοντα ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την παρούσα αγωγή. Επιπλέον, η βάση αγωγής στην παρούσα όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης στηρίζεται μεταξύ άλλων από την κατ' ισχυρισμό παράνομη μεταβίβαση των 999 μετοχών της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη 2, οι οποίες τυγχάνουν Κυπριακές εταιρείες, μέσω των εναγόμενων 5, 6, 7 και 8 που τυγχάνουν Κύπριοι πολίτες. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι πέραν των συμβατικών δικαιωμάτων και αξιώσεων που έχουν οι ενάγοντες δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις κατόπιν απάτης που προκάλεσε η εναγομένη 9 Alfa Bank αφού εκμεταλλευόμενη μεταξύ άλλων τη συμφωνία των μερών, προέβη παράνομα στην εκτέλεση της, μεταβιβάζοντας τις 999 μετοχές στην εναγόμενη 2, χωρίς να ειδοποιήσει τους ενάγοντες. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει ούτως ή άλλως δικαιοδοσία με βάση το άρθρο 4 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012. Ο ομνύοντας ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η πλειοψηφία των διαδίκων και μαρτύρων είναι φυσικά πρόσωπα με έδρα την Κύπρο. Ο ομνύοντας αρνήθηκε στην συνέχεια τομ ισχυρισμό του αιτητή ότι το διάταγμα επίδοσης ημερ. 27/3/2019 εκδόθηκε επί ανεπαρκούς πραγματικής βάσης. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε στην βάση της ένορκης δήλωσης της αίτησης ημερ. 6/3/2019. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που αφορούν την εμπλοκή του αιτητή, αναλύονται εκτενώς στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762). Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται από την Δ.16 Θ.9, η οποία έχει ως εξής:
- A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για επίδοση στο εξωτερικό, στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου ή ειδοποίησης κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
- Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι διατάξεις της Δ.6 Θ.1 δεν αφορούν μόνο την επίδοση αλλά σχετίζονται και με την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε πρόσωπα που κατοικούν στο εξωτερικό με την έννοια ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί καλή αιτία αγωγής. Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση, του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Σχετική είναι και η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Θ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσίαν, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Στην παρούσα αίτηση, ο αιτητής δεν ζητά ακύρωση μόνο των διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αλλά αιτείται επιπλέον την ακύρωση του διατάγματος ημ. 29/10/2019 με το οποίο διατάχθηκε μεταξύ άλλων η υποκατάστατη επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εγγράφων της αγωγής προς τον εναγόμενο
- Σε σχέση με τις προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, αναφέρεται στην Δ.5 Θ.9 ότι θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ουσιαστική αδυναμία έγκαιρης προσωπικής επίδοσης. Σημαντικό επίσης στοιχείο αποτελεί σύμφωνα με την νομολογία, η απόδειξη ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, τα δικόγραφα σε γνώση του εναγόμενου και ότι με την επίδοση αυτή δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά σε αυτόν. Σχετική είναι υπόθεση Φρανκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου κ.α. (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.9 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.
- Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). ΄Όπως λέχθηκε στην Karim (πιο πάνω) το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου.» Με την αίτησης του ο εναγόμενος 11 αιτείται επιπλέον την διαγραφή της αγωγής δυνάμει της Δ.27. Θ.3 η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αν διαπιστώσει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Η Δ.27 Θ.3 έχει ως εξής: ORDER.27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS.
(1)............................
(2)............................
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
(4)............................ Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Σχετική είναι η υπόθεση Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: « Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.» Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Παρατέθηκε επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Pearce ν Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782: «The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see e.g. Lawrence v. Lord Norreys
(1980)15 App Cas. 210 at 214, (1886 - 90) All ER 858 at 863) and should not be extended to become a trial of contentions matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney
(1965)2 All E.R. 871,
(1965)2 WLR 1238).» Αλλά ακόμη και όπου η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα λόγω παράλειψης αναφοράς σε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει χωρίς άλλο την αγωγή αλλά μπορεί να δώσει άδεια τροποποίησης του δικογράφου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)στην σελ. 575: «And where the statement of claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 575, αναφέρεται ότι η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αυτές αποτελούν δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575). Χρήσιμο, επίσης, θα ήταν να παρατεθεί από την αγγλική απόφαση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, το εξής απόσπασμα στη σελίδα 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.» Στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 A.A.Δ. 1119, στη σελ.1121 αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής ως προς την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.27 Θ.3: «Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246). Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη. Βλ. Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση του δραστικού μέτρου απόρριψης αγωγής, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά ν. Εθνικής Τράπεζας (ανωτέρω) ως ακολούθως: « Προκύπτει από την εξέταση της Νομολογίας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη Αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι: · Πράγματι το δικόγραφο του Ενάγοντα δεν περιέχει έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία Αγωγής, και · Η Αγωγή δεν μπορεί να δικασθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα ήταν κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά.» Ως προς το τι συνιστά 'εύλογη αιτία αγωγής' σχετική είναι η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094,1101 όπου λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Συμπεράσματα Ήταν η θέση του αιτητή ότι παραβιάσθηκαν τα δικαιώματα του για δίκαιη Δίκη αφού δεν επιδόθηκαν σε αυτόν, όλα τα έγγραφα της αγωγής όπως μεταξύ άλλων, αιτήσεις για συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις, αίτηση για διόρθωση διατάγματος, αίτηση για συντηρητικό διάταγμα καθώς και αίτηση για ανανέωση κλητηρίου. Υποστηρίχθηκε επί του προκειμένου ότι με τον τρόπο αυτό, ο αιτητής δεν πληροφορήθηκε επαρκώς για τους λόγους για τους οποίους ενάγεται, ούτε και του δόθηκαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία και έγγραφα της διαδικασίας, τα οποία θα έπρεπε να περιέλθουν σε γνώση του. Η πλευρά των εναγόντων αναφέρει επί του προκειμένου ότι όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση ημ. 3/3/2021 της κας Ν. Ρ., η οποία ευρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, οι πιο πάνω συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις έχουν επιδοθεί στον αιτητή. Επιπλέον, η αίτηση για προσωρινό διάταγμα είχε αποσυρθεί και δεν χρειαζόταν να επιδοθεί. Ανεξαρτήτως τούτου, με βρίσκει σύμφωνο η θέση της συνηγόρου για τους ενάγοντες ότι τα ουσιαστικά έγγραφα στα οποία επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ο αιτητής ενάγεται, έχουν επιδοθεί σε αυτόν. Ασφαλώς και δεν αναμενόταν ο αιτητής να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους ενάγεται από τις συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις και τις αιτήσεις για ανανέωση κλητηρίου. Δεν στοιχειοθετείται ως εκ τούτου η θέση του αιτητή για παραβίαση του δικαιώματος του σε δίκαιη Δίκη, λόγω της κατ' ισχυρισμό μη επίδοσης κάποιων από τα έγγραφα της αγωγής που δεν σχετίζονται άμεσα με την βάση αγωγής και το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Ο αιτητής ισχυρίζεται επίσης ότι η επίδικη επίδοση θα πρέπει να ακυρωθεί επειδή κατά τον χρόνο που αυτή έγινε, το κλητήριο ένταλμα είχε λήξει για τον ίδιο χωρίς να ανανεωθεί. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί. Σύμφωνα με τον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 22/12/2020 εκδόθηκε διάταγμα ανανέωσης του τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος στην μονομερή αίτηση ημ. 18/12/
- Ως εκ τούτου κατά τον χρόνο της επίδικης επίδοσης με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο των δικαστικών εγγράφων στον αιτητή στις 18/2/2021 και 19/2/2021, το κλητήριο ένταλμα ήταν σε ισχύ. Υποστηρίζει επίσης ο αιτητής ότι το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν στηρίχθηκε σε επαρκή βάση αφού η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019 στην οποία βασίστηκε δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 27/3/
- Η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5/3/2019 έγινε για άλλους σκοπούς και σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, ήτοι προς υποστήριξη της αίτησης ημερομηνίας 5/3/2019 για προσωρινά διατάγματα. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση για ανεπαρκή βάση της αίτησης με την οποία εγκρίθηκε το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Η ένορκη δήλωση της αίτησης ημ. 6/3/2019 παραπέμπει στην ένορκη δήλωση ημερ. 5/3/2029, η οποία βρισκόταν εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και στην οποία παρατίθεται με λεπτομέρεια το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων οι ενάγοντες στηρίζουν την απαίτηση τους. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα που αφορούν την κατ' ισχυρισμό εμπλοκή του αιτητή, αναλύονται εκτενώς και σε άλλα δικόγραφα που βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου όπως στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων. Βασικό επιχείρημα του αιτητή για ακύρωση του κλητηρίου και της επίδοσης του σε αυτόν, ήταν το ότι κατά την άποψη του δεν έχει αποδειχθεί καλή βάση αγωγής εναντίον του. Στηρίζει την θέση αυτή σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα και ο δεύτερος ότι όσον αφορά τον ίδιο δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από τους ενάγοντες που να τον εμπλέκει στην κατ' ισχυρισμό επίδικη μεταβίβαση των μετοχών. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Σημειώνεται ότι η επίδικη σύμβαση ενεχυρίασης διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο και συμπεριλαμβάνει ρήτρα δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ο αιτητής ισχυρίστηκε παρόλα αυτά ότι η εν λόγω σύμβαση δεν τον δεσμεύει αφού δεν υπογράφτηκε από τον ίδιο αλλά από τον ενάγοντα 1 και την Alfa Bank. Υπενθυμίζεται όμως ότι σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου πέραν της βάσης αγωγής για παράβαση της πιο πάνω σύμβασης, η παρούσα στηρίζεται επίσης σε ισχυρισμούς για την διάπραξη αστικών αδικημάτων με στόχο την παράνομη αποξένωση των 999 μετοχών του ενάγοντα 1, στην εναγόμενη. Πρόκειται στην ουσία για βάση αγωγής που αφορά τις μετοχές Κυπριακής εταιρείας και στην οποία προβάλλονται ισχυρισμοί ότι η ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας 1 ήτοι η απώλεια των μετοχών του, έγινε στην Κύπρο. Είναι σαφές ότι η κατ' ισχυρισμό ζημιά του ενάγοντα 1 που συνίσταται στην απώλεια των μετοχών της στην εναγομένη 1 Κυπριακή εταιρεία, επεσυνέβη στην Κύπρο. Υπό τας περιστάσεις θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία και το άρθρο 7.2 του Ε.Κ. 1215/12 ,σύμφωνα με το οποίο δικαιοδοσία ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, έχει το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Προβάλλονται επίσης ισχυρισμοί από τους ενάγοντες για συμμετοχή στην αδικοπραξία, πέραν του αιτητή και της εναγομένης 9 Ρωσικής Τράπεζας, και των υπολοίπων εναγομένων, πλείστοι από τους οποίου είναι Κύπριοι πολίτες. Δεν ευσταθεί επίσης η θέση του αιτητή ότι δεν προκύπτει από την εκδοχή που πρόβαλαν οι ενάγοντες, η εμπλοκή στην κατ' ισχυρισμό παράνομη μεταβίβαση των επίδικών μετοχών. Είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες προβάλλουν ισχυρισμούς για ενεργή συμμετοχή του αιτητή που εργοδοτείται στην εναγομένη 9, στην κατ' ισχυρισμό παράνομη μεταβίβαση των επίδικων μετοχών. Δεν είναι βέβαια η παρούσα διαδικασία, το κατάλληλο στάδιο για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα ή αν δικαιούνται στις θεραπείες που ζητούν με την αγωγή τους. Αυτά τα θέματα θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του και από τις δύο πλευρές. Για σκοπούς όμως επίδοσης της ειδοποίησης των δικογράφων της παρούσας στην αλλοδαπή, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει τα κριτήρια της Δ.6 Θ.4 και της σχετικής νομολογίας όχι μόνο για την ύπαρξη δικαιοδοσίας αλλά και για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των εναγομένου 11 - αιτητή. Ως αποτέλεσμα, δεν έχουν επίσης αποδειχθεί οι προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.3 για διαγραφή του κλητηρίου και απόρριψη της αγωγής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή καλής βάσης αγωγής εναντίον του αιτητή, όπως επικαλείται ο αιτητής με την παρούσα αίτηση του. Σημειώνεται ότι ο αιτητής επιζητά επιπλέον με την παράγραφο Ε της αίτησης του και την ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 29/10/2019 με το οποίο επετράπη η υποκατάσταση επίδοση, μέσω ταχυμεταφορέα (courier) και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ειδοποίησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος μεταξύ άλλων και προς τον ίδιο. Παρά τα πιο πάνω, στην γραπτή αγόρευση του ο συνήγορος του αιτητή, εισηγήθηκε ότι η αίτηση δεν θίγει το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης στον εναγόμενο 11 και το κατά πόσο αυτή ορθά εξουσιοδοτήθηκε από το Δικαστήριο, ούτε το κατά πόσο η μέθοδος υποκατάστατης επίδοσης που ακολουθήθηκε ήταν αποτελεσματική. Διευκρίνισε ο συνήγορος ότι εκείνο που προσβάλλεται με την αίτηση, είναι η αρχική λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με το διάταγμα ημ. 27/3/2019, η ακύρωση του οποίου οδηγεί αναπόφευκτα και στον παραμερισμό του διατάγματος ημ. 29/10/2020 για υποκατάστατη επίδοση. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της Δ.5 Θ.
- αλλά και της νομολογίας για υποκατάστατη επίδοση των υπό κρίση εγγράφων. Η προσπάθεια επίδοσης προσωπικά στον αιτητή απέτυχε. Η δε επίδοση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν υπό τας περιστάσεις, η καταλληλότερη προκειμένου ο αιτητής να λάβει γνώση των διαδικασιών που κινήθηκαν εναντίον του. Επιπλέον δεν έχει καταδειχθεί οιοσδήποτε ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί την ακύρωση της υποκατάστατης επίδοσης στον αιτητή, των επίδικων εγγράφων. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ο αιτητής δεν κατέδειξε οποιονδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση της επίδοσης σε αυτόν των επίδικων εγγράφων αλλά και την διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος. Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του εναγομένου 11 - αιτητή και υπέρ των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο