GTA SOLVED FINANCIAL SERVICES LTD ν. FLEXI CONSULTANTS (CYPRUS) LIMITED, Aρ. Αγωγής: 3542/2020, 7/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3542/2020 Μεταξύ: GTA SOLVED FINANCIAL SERVICES LTD (ΗΕ 364935) Ενάγουσα και FLEXI CONSULTANTS (CYPRUS) LIMITED (HE 256640) Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 8/4/21 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Α. Κουντούρη για Μ. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη: κ. Σ. Σκορδής για ΣΚΟΡΔΗΣ & ΣΤΕΦΑΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης. Με αγωγή που καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 3/12/20, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης την επιδίκαση Ειδικών Αποζημιώσεων ύψους €38.960,60.-, οι οποίες σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας συνιστούν την «αξία των τιμολογίων tax και audit και/ή δυνάμει κατάστασης λογαριασμού και/ή παρασχεθέντων και/ή εκτελεσθεισών εργασιών και/ή φορολογικών και/ή ελεγκτικών και/ή λογιστικών και/ή συμβουλευτικών υπηρεσιών και/ή άλλων συναφών υπηρεσιών και/ή tax services και/ή audit services».[1] Περαιτέρω, αξιώνεται από την Ενάγουσα η επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για «διάρρηξη και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή συμβατικών υποχρεώσεων, βάσει των οποίων η Ενάγουσα παρείχε φορολογικές και/ή ελεγκτικές και/ή λογιστικές και/ή συμβουλευτικές υπηρεσίες και/ή άλλες συναφείς υπηρεσίες και/ή tax services και/ή audit services και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού».[2] Αξιώνονται επίσης «τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, Διαφυγόντα κέρδη, Αποζημιώσεις για παρέμβαση και/ή επέμβαση με την προοπτική επιχειρηματικού πλεονεκτήματος των Εναγόντων (interference prospective business advantage)και Συνεπακόλουθες ζημιές (consequential damages».[3] Στις 22/12/20 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης και στις 8/4/21 ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτηση εκ μέρους της Ενάγουσας η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Παρτέλλα, διευθυντή της Ενάγουσας (στο εξής ο Παρτέλλας και η Ένορκη Δήλωση Παρτέλλα). Στις 27/1/22 καταχωρίστηκε εκ μέρους της Εναγόμενης ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Αλετράρη Βραχίμη, διοικητικής συμβούλου και μετόχου της Εναγόμενης (στο εξής η Βραχίμη και η Ένορκη Δήλωση Βραχίμη). H νομική βάση της υπό κρίση Αίτηση παρατίθεται αυτολεξεί: Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.1, Δ.2, Δ.18 θ.θ.1(α), 2, 3, 4, 5, 6 και 9, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4, 6, 7, 8 και 9, Δ.59 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 (ως έχει τροποποιηθεί) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 29, 30, 31 και 43, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9 (ως έχει τροποποιηθεί) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 3, 23, 24, 25, 26, 27, 29, 30 και 34, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 (ως έχει τροποποιηθεί) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 37, 46, 59 και 73, στον Περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμο του 2012 (Ν. 123(Ι)/2012) (ως αυτός έχει τροποποιηθεί) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 3, 5 και 8, στις Γενικές, Συμφυείς και Aναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου, στη Nομολογία και στη δικαστική πρακτική. Στην Ένορκη Δήλωση Παρτέλλα επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην απαίτηση. Συνοπτικά, ο Παρτέλλας αναφέρει ότι κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2018 η Εναγόμενη προσέγγισε την Ενάγουσα με σκοπό τη συνεργασία. Αναφέρει ότι έγινε μία συνάντηση στην παρουσία του ίδιου και του οικονομικού διευθυντή της Εναγόμενης στο πλαίσιο της οποίας συμφωνήθηκε προφορικώς η έναρξη συνεργασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και παραδόθηκε στην Εναγόμενη μέσω του οικονομικού διευθυντή της κατάλογος χρεώσεων, τιμών και υπηρεσιών. Σύμφωνα πάντα με τον Παρτέλλα, η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων άρχισε κατά τον Οκτώβριο του 2018 όταν Εναγόμενη ανέθεσε την εκτέλεση εργασιών στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Παρτέλλα, ήταν πρακτική και πάγια συνήθεια μεταξύ των διαδίκων όπως η Εναγόμενη αποστέλλει κυρίως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την Ενάγουσα γραπτές οδηγίες και σε κάποιες περιπτώσεις προφορικές οδηγίες και αιτήματα για την ανάθεση σε αυτή των επιθυμητών υπηρεσιών. Σύμφωνα πάντα με τον Παρτέλλα, σε κάποιες εκ των περιπτώσεων, για την παροχή ελεγκτικών υπηρεσιών, ζητείτο προηγουμένως από την Εναγόμενη όπως η Ενάγουσα συμπληρώσει, αποστείλει και υποβάλει στην Εναγόμενη έντυπο προσφοράς εκτιμώμενου κόστους εργασίας (auditors price and timeline quote) το οποίο η Εναγόμενη ενέκρινε αναλόγως των περιπτώσεων. Σε ότι αφορά την παροχή φορολογικών υπηρεσιών ουδέποτε, κατά τον Παρτέλλα, ζητείτο είτε προηγουμένως είτε μεταγενέστερα είτε σε οιονδήποτε χρόνο η συμπλήρωση ή έγκριση του ανωτέρου αναφερόμενου εντύπου. Ο Παρτέλλας υποστηρίζει ότι για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας εκ μέρους της Ενάγουσας προς όφελος της Εναγόμενης η Ενάγουσα λάμβανε προηγουμένως γραπτές ή προφορικές ρητές οδηγίες από την Εναγόμενη. H σχέση των διαδίκων, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Παρτέλλα, έπαψε να είναι αρμονική το καλοκαίρι του 2020 όταν η Εναγόμενη αρνήθηκε την πληρωμή διάφορων τιμολογίων στα οποία ο Παρτέλλας αναφέρεται αναγνωρίζοντας μόνο όσα τιμολόγια περιέγραφαν εργασίες για τις οποίες υπήρχαν υπογεγραμμένα έντυπα προσφοράς εκτιμώμενου κόστους εργασίας. Ως εκ της άρνησης της Εναγόμενης ο λογαριασμός της στις 20/07/2020, σύμφωνα πάντα με τον Παρτέλλα, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο συνολικού ύψους €38.960,60. Επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση Παρτέλλα δέσμη αντιγράφων των τιμολογίων και καταστάσεις λογαριασμού. Ακολούθως, στις παραγράφους 13 (δ) - (ιε) της Ένορκης Δήλωσης Παρτέλλα, προβάλλονται εκτενείς ισχυρισμοί σε σχέση με διάφορα ζητήματα, όπως τη φύση των εργασιών που αφορούσαν τα τιμολόγια που εκδόθηκαν και τις ώρες εργασίες που χρειάστηκαν για τη διεκπεραίωση της κατ' ισχυρισμό προσφερθείσας εργασίας. Παρατίθενται επίσης «ενδεικτικά και όχι περιοριστικά»[4] διάφορα αποσπάσματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων στην οποία κατ' ισχυρισμό φαίνονται οι κατ' ισχυρισμό οδηγίες και εντολές της Εναγόμενης για διάφορες εργασίες. Γίνονται επίσης διάφορες αναφορές για το που κυμαίνονταν οι χρεώσεις διάφορων υπηρεσιών που κατ' ισχυρισμό παρασχέθηκαν σε συνάρτηση με τον κατάλογο χρεώσεων, τιμών και υπηρεσιών της Ενάγουσας καθώς και τα ποσά που εν τέλει τιμολογήθηκαν στην Εναγόμενη. Κρίνω σκόπιμο, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια να παραθέσω αυτούσιες κάποιες από τις ρηθείσες αναφορές στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης Παρτέλλα: «(η) Αναφορικά με το υπ' αριθμό #2020/05 Tax Invoice για το ποσό των €833.- συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. και τις περιγραφόμενες σε αυτό παρασχεθείσες υπηρεσίες χρειάστηκαν τουλάχιστον 6 ώρες εργασίας. Η χρέωση της εν λόγω υπηρεσίας σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 κυμαίνεται μεταξύ €100.- - €300.- την ώρα. (ι) Αναφορικά με το υπ' αριθμό #2020/007 Tax Invoice για το ποσό των €833.- συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. επισυνάπτω ως Τεκμήριο 20 γνωμάτευση ημερομηνίας 10/03/2019 της Ενάγουσας η οποία στάλθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 14/03/2019 στην Εναγόμενη αναφορικά με τις περιγραφόμενες στο εν λόγω τιμολόγιο υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στην Εναγόμενη. Για τις εν λόγω υπηρεσίες χρειάστηκε να γίνει σχετική μελέτη, συναντήσεις και να ετοιμαστεί η σχετική γνωμάτευση. Η χρέωση της εν λόγω υπηρεσίας σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 κυμαίνεται μεταξύ €100.- - €300.- την ώρα και η Ενάγουσα χρειάστηκε τουλάχιστον 8 ώρες εργασίας προκειμένου να γίνει η δέουσα μελέτη, συναντήσεις και να καταρτιστεί η σχετική γνωμάτευση.» Σύμφωνα με τον Παρτέλλα, η Ενάγουσα ουδέποτε υπερχρέωσε ή χρέωσε την Εναγόμενη οποιαδήποτε αυθαίρετα ή καταχρηστικά ή υπερβολικά ποσά ή ποσά εκτός των πλαισίων του Καταλόγου χρεώσεων της Ενάγουσας που είναι αναρτημένος και στην ιστοσελίδα της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη, κατά τον Παρτέλλα, καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη αναγνώρισε και επιβεβαίωσε την οφειλή της και δεν είναι σε θέση να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα εναντίον της αξίωσης το οποίο να χρήζει εκδίκασης. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισε στις 27/1/2022 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 10 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Η Εναγόμενη έχει πολύ καλή, ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. - Τα γεγονότα που εκθέτουν οι εναγόμενοι στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα ένσταση και στη σχετική έκθεση υπεράσπισης αποτελούν ευλογοφανή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και δείχνουν ότι πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να εγείρει την υπεράσπιση του. - Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Στην Ένορκη Δήλωση Βραχίμη που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Βραχίμη, δεν είναι νόμιμο να παρέχονται από το ίδιο πρόσωπο και λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες και οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν κατά πόσο ήταν δεόντως αδειοδοτημένοι να προσφέρουν και τα δύο είδη υπηρεσιών, γεγονός για το οποίο επιφυλάσσει τα δικαιώματα των εναγομένων. Αποδέχεται η Βραχίμη ότι έλαβε χώρα η συνάντηση στην οποία κάνει αναφορά ο Παρτέλλας στην οποία λέγει ότι ήταν και η ίδια παρούσα. Σύμφωνα με την Βραχίμη, δεν τους παραδόθηκε κατάλογος χρεώσεων, τιμών και υπηρεσιών της Ενάγουσας, ούτε τους αναφέρθηκε οτιδήποτε περί τούτου προφορικά. Αυτό που συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με την Βραχίμη, ήταν ότι για κάθε εργασία οι Ενάγοντες θα προωθούσαν εκ των προτέρων στους Εναγόμενους εκτίμηση κόστους-προσφορά (quotation) η οποία θα έπρεπε να εγκρινόταν από τους Εναγόμενους γραπτώς (με ηλεκτρονικό μήνυμα) και πριν την έναρξη της εργασίας και αφού εγκρινόταν τότε, οι Ενάγοντες θα αναλάμβαναν την εκάστοτε εργασία. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Παρτέλλα για προώθηση προφορικών οδηγιών στους Ενάγοντες λέγοντας ότι ούτε η ίδια ούτε η άλλη διευθύντρια των εναγομένων, που είναι οι μόνοι αρμόδιοι και εξουσιοδοτημένοι να δίδουν οδηγίες για τους Εναγόμενους, έδωσαν ποτέ προφορικές οδηγίες για εκτέλεση εργασιών. Προσθέτει ότι η πληρωμή για τις υπηρεσίες των Εναγόντων γινόταν όταν υπήρχε εγκεκριμένη προσφορά-εκτίμηση κόστους γραπτώς (approved quotation) αφού η υπηρεσία ολοκληρωνόταν και το τιμολόγιο τύγχανε επιθεώρησης, τότε διευθετείτο από τους Εναγόμενους. Η Βραχίμη αποδίδει την έκδοση των επίδικων τιμολογίων σε μία προσπάθεια λήψης εκδικητικών μέτρων από τον Παρτέλλα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη θέση της, υπήρξε ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων πολύ πριν τον Ιούνιο 2020, λόγω της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του Παρτέλλα και του χαμηλού επιπέδου των υπηρεσιών των εναγομένων. Σύμφωνα με την Βραχίμη, ο σκοπός του Παρτέλλα ήταν να αποκτήσει αποκλειστικότητα σε σχέση με τους πελάτες της Εναγόμενης και να αποκτήσει όλο το πελατολόγιο των Εναγομένων και μόλις αντιλήφθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να γίνει αποδεκτό από τους Εναγόμενους τους δήλωσε σε συνάντηση που είχαν ότι θα χρησιμοποιήσει εκδικητικά μέτρα εναντίον τους πράγμα το οποίο και έπραξε με την έκδοση ανυπόστατων, κατά την Βραχίμη, τιμολογίων. Αναφέρει η Βραχίμη ότι πολλά τιμολόγια εκδόθηκαν πολλούς μήνες μετά την υποτιθέμενη ημερομηνία παροχής υπηρεσιών λέγοντας ότι εκδόθηκαν εκδικητικά μετά τη ρήξη των σχέσεων των διαδίκων και ουσιαστικά τον τερματισμό της συνεργασίας τους. Επισημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουν ούτε αποδέχονται τα τιμολόγια που αναφέρει ο Παρτέλλας παρά μόνο ένα τιμολόγιο στο οποίο αναφέρεται και στο οποίο έχει ήδη εξοφληθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Βραχίμη οι αποκαλούμενες φορολογικές υπηρεσίες - tax services και άλλες συναφείς υπηρεσίες, τα οποία αξιώνουν οι Ενάγοντες με ξεχωριστές χρεώσεις μέσω τιμολογίων είναι μέρος των ελεγκτικών υπηρεσίων - audit services και η χρέωση των ελεγκτικών υπηρεσιών περιλαμβάνει και αυτές τις υπηρεσίες. Κατά την Βραχίμη, ετσιθελικά και μονομερώς η Ενάγουσα εξέδωσε τα τιμολόγια για υπηρεσίες για τις οποίες ουδέποτε είχε εκδώσει στο παρελθόν τιμολόγια γιατί, σύμφωνα πάντα με την Βραχίμη, αυτές οι υπηρεσίες ήταν μέρος της αμοιβής της Ενάγουσας για ελεγκτικές υπηρεσίες- audit fees και έχουν ήδη εξοφληθεί. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης και την έκδοση εν τέλει συνοπτικής απόφασης είναι οι ακόλουθες:
(1)Η αγωγή να έχει αρχίσει με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Ο2 r6).
(2)O Εναγόμενος να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή.
(3)Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση είτε του ίδιου του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό αυτό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και την αξίωση και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει.[5] Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[6] Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης αποτελεί κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση, συνεπώς, δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή.[7] Με άλλα λόγια, σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης χωρίς καθυστέρηση, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν αφενός, ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή χωρίς να χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και αφετέρου, ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.[8] Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης θα πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο, ακόμα και αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωση του δεν είναι ικανοποιητικοί.[9] Υπενθυμίζω συναφώς και την αναφορά στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, 822, ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί.[10] Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί... Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση.». Καθίσταται λοιπόν σαφές από τις πιο πάνω καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές ότι σκοπός της Διαταγής 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί.[11] Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Έχοντας προδιαγράψει τη νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτημάτων όπως το υπό κρίση αίτημα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[12] Η απαίτηση των Εναγόντων περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή. Έπειτα, οι Ενάγοντες βεβαίωσαν το αληθές της αιτίας αγωγής τους εναντίον των Εναγόμενων δια της ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και το οποίο εκθέτει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που κατέθεσε δηλώνοντας επίσης πως, κατά τη θέση του, οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Έχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκπληρωθεί οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά των Εναγομένων αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει σε αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παραχώρηση άδειας σε αυτούς προκειμένου να προβάλουν υπεράσπιση, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση των Εναγόντων, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη. Έχοντας υπόψη τα όσα έχω πιο πάνω συνοψίσει, έχω ικανοποιηθεί από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι οι Εναγόμενοι προβάλλουν εύλογους λόγους για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε να μην προκύπτει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση. Υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση. Ειδικότερα, εγείρονται από τους Εναγόμενους ουσιώδη ζητήματα τόσο σε σχέση με το κατά πόσο το αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό συνιστά συμφωνηθείσα αμοιβή, όσο και σε σχέση με το κατά πόσο υπήρξε συμφωνία για την παροχή των υπηρεσιών που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν. Προβάλλονται εκ μέρους των Εναγομένων συγκεκριμένοι και σαφείς ισχυρισμοί σε σχέση με το τι ήταν αυτό που συμφωνήθηκε με τους Ενάγοντες καθώς και σε σχέση με τον τρόπο συνεργασίας και ανάθεσης εργασιών από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους που συνθέτουν μία διαφορετική, αλλά όχι γενική και αόριστη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εκδοχή γεγονότων με τρόπο ώστε να τίθεται από τους Εναγόμενους ένα πλέγμα γεγονότων σε σχέση με την επίδικη συνεργασία που δικαιολογεί τη χορήγηση σε αυτούς της δυνατότητας να υπερασπιστούν στην αγωγή. Έχοντας κατά νου το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι μόνο στο πλαίσιο μίας κανονικής δίκης, όπου η κάθε πλευρά θα προσκομίσει τη μαρτυρία της και το Δικαστήριο μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, θα είναι σε θέση να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη θα είναι το Δικαστήριο σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Ενδεικτικά της ανάγκης διεξαγωγής κανονικής δίκης είναι και τα ακόλουθα: Ενώ προβάλλεται ουσιαστικά η θέση εκ μέρους των Εναγόντων ότι το ποσό που αξιώνεται αντανακλά το ποσό που κατ' ισχυρισμό συμφωνήθηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων σε συνάρτηση με τον επίδικο κατάλογο χρεώσεων των Εναγόντων, οι ίδιοι οι Ενάγοντες στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, αναφερόμενοι σε διάφορες υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν στους Εναγόμενους (σχετικές προς τούτο είναι οι αναφορές του Παρτέλλα οι οποίες έχουν παρατεθεί πιο πάνω αυτούσιες) ευθαρσώς δηλώνουν ότι οι χρεώσεις για διάφορες υπηρεσίες κυμαίνονταν στον επίδικο κατάλογο χρεώσεων μεταξύ διάφορων ποσών (π.χ. μεταξύ €100-300) χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιείται ποιο ήταν το ακριβές ποσό που συμφωνήθηκε σε έκαστη περίπτωση παρά μόνο ότι συμφωνήθηκαν οι χρεώσεις που εμφαίνονται στον κατάλογο οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από την ίδια την μαρτυρία των Εναγόντων στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, δεν ήταν συγκεκριμένες αλλά κυμαίνονταν μεταξύ διάφορων ποσών. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι όπως προκύπτει από την παράγραφο 13 (ι) της Ένορκης Δήλωσης Παρτέλλα, φαίνεται να υπάρχει απόκλιση μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συμφωνηθέντων χρεώσεων με βάση τον κατάλογο χρεώσεων των Εναγόντων και της χρέωσης που έλαβε χώρα στο τιμολόγιο που στη ρηθείσα παράγραφο αναφέρεται. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο ποσό (ήτοι €700 πλέον ΦΠΑ) που χρεώθηκε σε σχέση με τις περιγραφόμενες στο εν λόγω τιμολόγιο υπηρεσίες η χρέωση των οποίων κυμαινόταν όμως, σύμφωνα πάντα με τον Παρτέλλα, μεταξύ €100-€300 χωρίς όμως να συνάδει το ποσό που χρεώθηκε ούτε με το ελάχιστο της πιο πάνω κλίμακας ποσού, αφού, σύμφωνα πάντα με την Ένορκη Δήλωση Παρτέλλα, χρειάστηκαν 8 ώρες για τις ρηθείσες υπηρεσίες. Συνεπώς, έχοντας ως σημείο αναφοράς το μικρότερο ποσό της πιο πάνω κλίμακας (ήτοι τα €100 - χωρίς βεβαίως να διευκρινίζεται ποιο ήταν το ακριβές ποσό που εν προκειμένω συμφωνήθηκε) προκύπτει ότι για 8 ώρες εργασίας η χρέωση θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον €800 πλέον ΦΠΑ. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε για αυτήν την απόκλιση. Από τα πιο πάνω βεβαίως αναδύεται και επιβεβαιώνεται για τους σκοπούς που στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης απαιτείται, το εύλογο των αμφιβολιών που προβάλλονται από τους Εναγόμενους σε σχέση με την εναντίον τους απαίτηση στην αγωγή, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι συμφωνούσαν κάθε φορά σε συγκεκριμένη εκτίμηση προσφοράς συγκεκριμένων υπηρεσιών στην οποία αναγραφόταν το σχετικό κόστος έκαστης υπηρεσίας την οποία, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή των Εναγομένων, υπέγραφαν αμφότερες οι πλευρές. Άλλωστε, αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, δεν εξετάζονται μεμονωμένα και υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας για να αποφασιστεί κατά πόσο αποδεικνύεται η ισχυριζόμενη οφειλή.[13] Στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που θέτει εύλογες αμφιβολίες σε σχέση με την ισχυριζόμενη οφειλή. Ούτε τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αναγνωρίσει ή αποδεχτεί το ύψος της κατ' ισχυρισμό οφειλής τους όπως γενικά και αόριστα προβλήθηκε από τους Ενάγοντες στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, οι Εναγόμενοι έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχουν δικάσιμο θέμα. Τα όσα έχουν προβληθεί εκ μέρους των Εναγομένων σε αυτή τη διαδικασία είναι επαρκή για να οδηγήσουν την απαίτηση των Εναγόντων σε κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να μην ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η ενεργοποίηση του θεσμοθετημένου μηχανισμού έκδοσης συνοπτικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων. Συνακόλουθα, δίδεται άδεια στους Εναγόμενους όπως καταχωρίσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 30 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος των Εναγόντων όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αιτητικό 17 Β της Έκθεσης Απαίτησης. [2] Αιτητικό 17 Α της Έκθεσης Απαίτησης. [3] Αιτητικά 17 Γ, Δ, Ε, Στ. της Έκθεσης Απαίτησης. [4] Σχετικές είναι οι ακόλουθες παράγραφοι της Ένορκης Δήλωσης Παρτέλλα: 13(δ) (i), 13 (ια) (i), 13 (ιβ) (ιγ) (ιδ) (ιε). [5] Stavrinides v Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130,133 και Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, 824 - 825). Kyprianides ν. loannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. ν. Central Co- Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(A) Α.Α.Δ. 5, Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1(A) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 817, Ζερβός ν. Eurolnvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, 1171, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 [6] Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782,789 [7] Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, [8]
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση 504/2012, 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235). [9] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912, Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Χαράκης ν Βρυώνη, Πολιτική Έφεση Ε28/2017, 24/10/2018 Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 752. [10] Δ.18, θ.3 (b): «The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim.» [11] Βλ. επίσης Roberts ν. Plant
(1895)1 Q.B. 597, Jacobs ν. Booth's Distillery Co 85 L.T.R. 262 και Anglo-ltalian Bank v. Wells and Davies 38 L.T. 197. [12] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [13] Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962, Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462 και Phipson on Evidence 12η έκδοση, σελ 1878 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο