Alpha Bank Cyprus Limited ν. Γ. Λ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2162/13, 8/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2162/13 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Limited (πρώην Alpha Bank Limited) Ενάγουσα - και -
- Χ. Κ.
- L. M.
- Γ. Λ.
- Ν. Ν. Εναγόμενοι ---------------------------------- Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Γ. Πότσης Για εναγόμενο 3: κ. Χ. Παρασκευάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα το 2010 παραχώρησε δάνειο στον εναγόμενο 1 (στο εξής «ο πρωτοφειλέτης»). Οι εναγόμενοι 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του. Εναντίον του πρωτοφειλέτη και του εναγόμενου 4 εκδόθηκε απόφαση το
- Παρέμεινε προς εκδίκαση η αγωγή εναντίον του εναγόμενου
- Ο εναγόμενος 3 στην υπεράσπισή του επικαλείται, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη καταχρηστικών όρων. Ανταπαιτεί ακύρωση των συμφωνιών και την απαλλαγή του. Προς απόδειξη της απαίτησης κατέθεσε ο Ν. Φερέλης (ΜΕ1). Προς απόδειξη της ανταπαίτησης ο εναγόμενος
- Η μαρτυρία τους μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο ΜΕ1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο A). Είναι λειτουργός της ενάγουσας. Ο πρωτοφειλέτης τον Σεπτέμβριο 2010 υπέγραψε συμφωνία δανείου με την ενάγουσα για €13.500 (Τεκμήριο 2). Λίγες μέρες μετά, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης και βεβαίωση ότι ενημερώθηκε γραπτώς για τους βασικούς όρους του δανείου (Τεκμήριο 4). Ο πρωτοφειλέτης δεν πλήρωνε τις δόσεις του. Τον Μάϊο 2012 η ενάγουσα με επιστολή της ζήτησε από τον πρωτοφειλέτη να τις διευθετήσει (Τεκμήριο 5). Ενημέρωσε αυθημερόν με επιστολή τον εναγόμενο 3 (Τεκμήριο 5). Δεν ανταποκρίθηκε. Τον Σεπτέμβριο 2012 κάλεσε με επιστολή τον πρωτοφειλέτη να πληρώσει το ποσό του δανείου (Τεκμήριο 6). Ενημέρωσε αυθημερόν με επιστολή τον εναγόμενο 3 (Τεκμήριο 7). Δεν υπήρξε συμμόρφωση. Στις 18.1.13 τερμάτισε τη συμφωνία με επιστολή στους πρωτοφειλέτη και εναγόμενο 3 (Τεκμήρια 8 και 9). Ο εναγόμενος 3 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Είναι κουμπάρος και φίλος με τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος τον παρακάλεσε να εγγυηθεί το δάνειό του. Τον Οκτώβριο 2010 υπέγραψε στα γραφεία της ενάγουσας τη συμφωνία εγγύησης και τη βεβαίωση ότι ενημερώθηκε γραπτώς για τους όρους του δανείου (Τεκμήριο 4). Υπέγραψε χωρίς να διαβάσει τα έγγραφα. Ούτε του δόθηκε αντίγραφο. Οι λειτουργοί της ενάγουσας του είπαν ότι θα τον ειδοποιήσουν. Έκτοτε δεν είχε κάποια ενημέρωση. Ερωτηθείς αν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι έγινε με το δάνειο, απάντησε: «Θεώρησα ότι με το να μην με ενημερώσουν, ότι [ο πρωτοφειλέτης] τηρούσε όλα τα θέματα». Έμαθε για πρώτη φορά ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις όταν παρέλαβε την αγωγή. Αν η ενάγουσα τον ενημέρωνε έγκαιρα, θα τις διευθετούσε. Ερωτηθείς αν, όταν παρέλαβε την αγωγή, τις διευθέτησε, απάντησε ότι, παρόλο που επικοινώνησε τηλεφωνικά με λειτουργούς της ενάγουσας «σε καμία περίπτωση δεν προχώρησε να διαπραγματευτεί οτιδήποτε». Το μόνο που τους είπε ήταν να επικοινωνήσουν με τον πρωτοφειλέτη. Του υποβλήθηκε ότι δεσμεύεται από την εγγύηση. Απάντησε: «Επί τούτου θα διαφωνήσω και τότε τίθεται το θέμα: η τράπεζα τι έχει κάνει προς τον πρωτοφειλέτη, ο οποίος είναι υψηλά αμειβόμενος υπάλληλος». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς και προφορικώς. Ιδιαίτερη αναφορά στις θέσεις τους γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Παρακολούθησα τους μάρτυρες έχοντας υπόψη τις σχετικές αρχές (Χριστοφόρου v. Γερμανού, Πολ. Έφεση 247/13, ημερ. 7.4.20). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια και τις δικογραφημένες θέσεις (Ιωαννίδης v. Στυλιανός & Γεώργιος Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 369/14, ημερ. 25.5.22). Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με σαφήνεια και πληρότητα. Αναφέρθηκε στους όρους των συμφωνιών, παραπέμποντας σε σχετικά τεκμήρια. Επεξήγησε τις καταστάσεις λογαριασμού. Αντεξετάστηκε εκτενώς. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε. Δεν διαπιστώθηκε τάση υπεκφυγής ή καταφυγής στο ψεύδος. Με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του εναγόμενου 3 παρουσιάζει αδυναμίες. Ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε για τους όρους του δανείου για πρώτη φορά όταν παρέλαβε την αγωγή. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αντίθετος με τη βεβαίωση (Τεκμήριο 4), την οποία υπέγραψε την ίδια μέρα που υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης, με την οποία βεβαιώνει ότι παρέλαβε επιστολή με τους όρους του δανείου. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι η ενάγουσα παρέλειψε να του παραδώσει γραπτώς τους όρους του δανείου και δήλωση περιουσιακής κατάστασης του πρωτοφειλέτη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αντίθετος με τη βεβαίωση (Τεκμήριο 4) με την οποία βεβαιώνει ότι παρέλαβε τα εν λόγω έγγραφα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσει τα έγγραφα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αντίθετος με το περιεχόμενο της συμφωνίας εγγύησης (Τεκμήριο 4) στην οποία βεβαιώνει ότι «μελέτησε και κατανόησε πλήρως» τους όρους της και ότι «ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλεται και υπογράφει το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων προνοεί». Οι αντιφάσεις μεταξύ της δια ζώσης μαρτυρίας του και των όσων ενυπογράφως βεβαίωσε (Τεκμήριο 4) είναι εμφανείς. Για να δικαιολογήσει τις αντιφάσεις αυτές, προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Ισχυρίστηκε, για παράδειγμα, ότι οι λειτουργοί της ενάγουσας δεν του έδωσαν την ευκαιρία να διαβάσει τα έγγραφα, ότι τον είχαν διαβεβαιώσει ότι είναι προκαταρκτικά έγγραφα, ότι επέμεναν να υπογράψει με προστακτικό ύφος, ότι δεν τον εφοδίασαν με αντίγραφα και ότι σκοπίμως του απέκρυψαν πληροφορίες για τον πρωτοφειλέτη. Οι ισχυρισμοί αυτοί -αν και ουσιώδους σημασίας για την εκδοχή του- δεν δικογραφούνται. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη επειδή δεν υπάρχει ημερομηνία υπογραφής. Σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται, κάτω από τον τίτλο «Ημερομηνία υπογραφής» υπάρχει ημερομηνία υπογραφής (Τεκμήριο 4, σελ. 1). Οι αδυναμίες στη μαρτυρία του σε ουσιώδεις πτυχές της εκδοχής του, και όχι μόνο, δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σ' αυτή. Από τις δικογραφημένες θέσεις και την αξιόπιστη μαρτυρία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο πρωτοφειλέτης στις 28.9.10 υπέγραψε συμφωνία δανείου με την ενάγουσα για €13.500 (Τεκμήριο 2). Συμφωνήθηκε αποπληρωμή με μηνιαίες δόσεις από 15.11.10, τόκος 9,95% και κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως. Στις 6.10.10, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης για το δάνειο, καθώς και βεβαίωση ότι παρέλαβε επιστολή με τους βασικούς όρους του δανείου (Τεκμήριο 4). Ο πρωτοφειλέτης παρέλειψε να πληρώσει 18 μηνιαίες δόσεις, συνολικού ύψους €3.196,
- Η ενάγουσα στις 2.5.12 ενημέρωσε με επιστολή τον πρωτοφειλέτη και τον εναγόμενο 3 (Τεκμήριο 5). Δεν υπήρξε ανταπόκριση. Στις 5.9.12 η ενάγουσα κάλεσε με επιστολή τον πρωτοφειλέτη να πληρώσει το ποσό του δανείου (Τεκμήριο 6). Σχετική επιστολή στάλθηκε αυθημερόν στον εναγόμενο 3 (Τεκμήριο 7). Δεν υπήρξε συμμόρφωση. Στις 18.1.13 η ενάγουσα με επιστολή στους πρωτοφειλέτη και εναγόμενο 3 τερμάτισε τη συμφωνία (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα). Το βάρος απόδειξης της απαίτησης είναι στην ενάγουσα στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Κωνσταντάς v. Διέτης κ.ά., Πολιτική Έφεση 289/13, ημερ. 6.11.20). Το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης είναι στον εναγόμενο
- Η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης από τον εναγόμενο 3 είναι παραδεκτή. Ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε χωρίς να διαβάσει τα έγγραφα, δεν δικογραφείται. Εξάλλου, τέτοια παράλειψη δεν τον απαλλάσσει όταν υπέγραψε με ελεύθερη βούληση (Βυρίδου v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτικές Εφέσεις 217/23 κ.ά., ημερ. 26.10.21). Ισχυρισμός ότι υπέγραψε χωρίς ελεύθερη βούληση δεν δικογραφείται. Ο τερματισμός ήταν νόμιμος. Παράβαση των όρων της συμφωνίας έδιδε το δικαίωμα στην ενάγουσα να την τερματίσει και να απαιτήσει όλο το ποσό (Τεκμήριο 2, παρ. 4 και 6). Όταν οι όροι αποπληρωμής του δανείου δεν τηρήθηκαν, η ενάγουσα έστειλε επιστολές στους πρωτοφειλέτη και εναγόμενο 3 (Τεκμήρια 5-7). Δεν υπήρξε ανταπόκριση. Η ενάγουσα στις 18.1.13 τερμάτισε τη συμφωνία (Τεκμήρια 8 και 9). Οι επιστολές, σύμφωνα με τον ΜΕ1, στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις του πρωτοφειλέτη και του εναγόμενου 3, χωρίς να επιστραφούν. Επιστολές που δεν επιστρέφονται στον αποστολέα θεωρούνται ότι παραδόθηκαν (Χριστοδούλου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 294/12, ημερ. 18.6.19). Η πλευρά του εναγόμενου 3 υποστηρίζει ότι η ενάγουσα όφειλε να παρουσιάσει αποδεικτικό παραλαβής των επιστολών με την υπογραφή του. Αξιόπιστη μαρτυρία ότι η παραλαβή συστημένης επιστολής προϋποθέτει την υπογραφή αποδεικτικού παραλαβής δεν προσκομίστηκε (Θεοδώρου v. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). Η ενάγουσα παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις, ως η συνήθης πρακτική (Καραγιάννη v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 70/14, ημερ. 17.11.21). Χρεώθηκε (συμβατικός) τόκος 9,95% (Τεκμήριο 2, παρ. 5). Μετά τον τερματισμό, μειώθηκε σε 9,50%. Τόκος υπερημερίας δεν χρεώθηκε. Η συμφωνία δανείου προνοεί ότι θα εφαρμόζεται ο διαιρέτης των 360 ημερών (Τεκμήριο 2, παρ. 5(α)). Η πλευρά του εναγόμενου 3 υποστηρίζει ότι ο όρος είναι καταχρηστικός με βάση τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο (Ν.112(Ι)/21), ο οποίος αντικατέστησε τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο (Ν.93(Ι)/96). Τα άρθρα 50
(5), Ν.112(Ι)/21 και 5
(5), Ν.93(Ι)/96 καθιστούν τέτοιους όρους καταχρηστικούς. Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, δεν είχαν θεσπιστεί. Τότε, εφαρμοζόταν, ως προνοείται στη συμφωνία, ο διαιρέτης των 360 ημερών. Το 2016 τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 5
(5), Ν.93(Ι)/96 (Επίσημη Εφημερίδα αρ. 4563, ημερ. δημοσίευσης 22.4.16). Έκτοτε, η ενάγουσα εφαρμόζει το διαιρέτη των 365 ημερών, σε συμμόρφωση με τη νομοθεσία. Η πλευρά του εναγόμενου 3 παραπονείται ότι λανθασμένα χρεώθηκαν τα έξοδα "Loan documentation fees" (€135), "Arrangement fees" (€20), "Stamp duties" (€20,25) και "Stamp duties" (€1,71). Η συμφωνία δανείου προνοεί ότι το δάνειο θα επιβαρύνεται με «έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες και καταβολές οποιουδήποτε είδους, τα οποία δημιουργήθηκαν ή θα δημιουργηθούν άμεσα ή έμμεσα» (Τεκμήριο 2, παρ. 14). Ο εναγόμενος 3 εγγυήθηκε «την πληρωμή του ποσού του πιο πάνω δανείου μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξόφλησης» (Τεκμήριο 4). Ο ΜΕ1 επεξήγησε ότι η πρώτη χρέωση αφορά τα έξοδα συνομολόγησης και ετοιμασίας εγγράφων και η δεύτερη χρέωση σχετίζεται με το άνοιγμα του λογαριασμού, ως καθορίζονται στη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 2, παρ. 5). Οι δύο τελευταίες χρεώσεις είναι τα χαρτόσημα που πληρώθηκαν, ως φαίνεται στις συμφωνίες. Οι χρεώσεις κρίνονται δικαιολογημένες. Το οφειλόμενο ποσό αποδείχθηκε. Στις 14.3.22 ανερχόταν σε €38.073,96. Εμπίπτει στο ποσό της εγγύησης. Η εγγύηση ήταν μέχρι €13.500, πλέον τόκους και έξοδα. Ο πρωτοφειλέτης εκταμίευσε €12.966,87, πλέον τόκους και έξοδα. Ο εναγόμενος 3 υποστηρίζει ότι πρέπει να απαλλαχθεί με βάση τα άρθρα 5 και 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (Ν.197(Ι)/03). Το άρθρο 5 προνοεί ότι ο πιστωτής, πριν ο εγγυητής υπογράψει την εγγύηση, θα πρέπει να παραδώσει στον τελευταίο επιστολή με τα στοιχεία του δανείου και δήλωση με τα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη. Ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι δεν του δόθηκαν και ότι σε κάθε περίπτωση πρώτα υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης και μετά τη βεβαίωση (Τεκμήριο 4). Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς αυτούς. Αντίθετα, με τη βεβαίωση (Τεκμήριο 4) ο εναγόμενος 3 βεβαιώνει ότι παρέλαβε τα έγγραφα «σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 προς πλήρη ικανοποίηση των υποχρεώσεων της Τράπεζας κάτω από τον πιο πάνω νόμο». Προκύπτει επομένως ότι παρέλαβε τα έγγραφα, ως ο νόμος ορίζει. Το άρθρο 12
(1)προνοεί ότι ο πιστωτής θα πρέπει «χωρίς καθυστέρηση» να ενημερώνει γραπτώς τον εγγυητή για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων. Το άρθρο 12
(2)προνοεί ότι ο πιστωτής υποχρεούται να στείλει επιστολή στον πρωτοφειλέτη «σε κατάλληλο χρόνο» καλώντας τον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Οι δόσεις δεν πληρώνονταν από το Νοέμβριο 2010. Η ενάγουσα ενημέρωσε με επιστολή τον πρωτοφειλέτη και τον εναγόμενο 3 τον Μάϊο 2012 (Τεκμήριο 5), ήτοι μετά από 18 δόσεις. Ο χρόνος που παρήλθε δεν δικαιολογήθηκε. Η (γενική) αναφορά του ΜΕ1 ότι η ενάγουσα είχε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία μαζί τους δεν επαρκεί. Συνεπώς, δεν καταδείχθηκε ότι η ενάγουσα έστειλε επιστολή στον εναγόμενο 3 «χωρίς καθυστέρηση» ή στον πρωτοφειλέτη «σε κατάλληλο χρόνο». Η μη συμμόρφωση, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12
(3): «(α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, και (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Ο εναγόμενος 3 ζητά να απαλλαχθεί επειδή η τελική ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη έχει κατ' ισχυρισμό παραβλαφθεί. Ισχυρίζεται ότι ο πρωτοφειλέτης είναι «προδήλως αφερέγγυος» με «προφανή κίνδυνο» η περιουσία του, η οποία είναι υποθηκευμένη, να χαθεί. Αξιόπιστη μαρτυρία προς τούτο δεν προσκομίστηκε. Η έκδοση απόφασης εναντίον του στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής δεν υποδηλοί το δίχως άλλο ότι είναι αφερέγγυος. Πέραν του ότι πρόκειται, ως ανέφερε ο εναγόμενος 3, για υψηλά αμειβόμενο [ ] υπάλληλο, δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία. Η δε καταχώριση ανταπαίτησης από μόνη της δεν είναι αρκετή για να καταστήσει τη συμφωνία εγγύησης άκυρη, ως φαίνεται να εισηγείται η πλευρά του εναγόμενου 3. Στη Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2015)1Γ Α.Α.Δ. 2259 τονίστηκε ότι «δεν είναι αρκετή αφ' εαυτής η γενική επίκληση του νομοθετήματος ώστε να οδηγήσει σε απαλλαγή». Για να αποδοθεί προστασία στον εγγυητή απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας ώστε να στοιχειοθετηθεί ποια δικαιώματά του παραβιάστηκαν κατά τρόπο που να θεωρείται ότι απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του. Αξιόπιστη μαρτυρία που να υποστηρίζει την ανταπαίτηση δεν υπάρχει. Τέλος, ο εναγόμενος 3 εισηγείται ότι οι όροι της συμφωνίας είναι καταχρηστικοί. Ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκε γι' αυτούς, δεν είχε τη δυνατότητα να τους κατανοήσει ή να τους διαπραγματευτεί και ότι ο όρος για τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών τέθηκε «κακόπιστα» από την ενάγουσα για να αποκομίσει μεγαλύτερο κέρδος. Επικαλείται τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο (Ν.112(Ι)/21). Σ' αυτόν περιλαμβάνονται ταυτόσημα άρθρα με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 (Ν.93(Ι)/96), τον οποίο καταργεί. Καταχρηστικός όρος ερμηνεύεται, και στους δύο νόμους, ως ο όρος ο οποίος «παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, αν ο καταναλωτής δέχθηκε παροτρύνσεις και γενικά όλες οι περιστάσεις κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Για να αποδειχθεί ότι ένας όρος είναι καταχρηστικός είναι απαραίτητο να καταρριφθεί η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της ενάγουσας εξετάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε συναφθεί η συμφωνία (Frakapor Courier Ltd κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 9/11, ημερ. 15.6.16). Από την αξιόπιστη μαρτυρία δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους της ενάγουσας. Ούτε ότι η ενάγουσα δεν συναλλάχθηκε με έντιμο και δίκαιο τρόπο με τον εναγόμενο 3. Αντιθέτως, τον ενημέρωσε ότι είχε δικαίωμα να λάβει νομική συμβουλή, δίδοντάς του την ευκαιρία να συμβουλευτεί δικηγόρο της επιλογής του και να μελετήσει τους όρους, αν το επιθυμούσε, πριν υπογράψει. Ο εναγόμενος 3 στη συμφωνία εγγύησης βεβαιώνει: «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκε και κατανοώ πλήρως το δικαίωμά μου όπως συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου για τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου και ότι είχα την ευκαιρία να τον συμβουλευτώ. Περαιτέρω δηλώνω ότι μελέτησα και κατανόησα πλήρως τις πρόνοιες αυτές και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων προνοεί». Συνεπώς, η εισήγηση του εναγόμενου 3 για ύπαρξη καταχρηστικών όρων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η απαίτηση αποδείχθηκε στον αναγκαίο βαθμό. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγόμενου 3 για το ποσό €38.073,96, πλέον τόκο 9,50% επί €37.364,03 από 15.3.22 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές ετησίως, κάθε 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Νοείται ότι η απόφαση εκδίδεται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους εναντίον των οποίων εκδόθηκε απόφαση για το επίδικο δάνειο. Τα έξοδα, αφού δεν εντοπίζεται λόγος γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου 3, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, η ενάγουσα δικαιούται ένα σετ εξόδων. Νοείται ότι ο εναγόμενος 3 θα είναι υπόλογος αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους άλλους εναγόμενους αναφορικά με κοινά έξοδα. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο