PAPAETIS MEDICAL COMPANY LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (για Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας), Αρ. Αγωγής: 3537/2018, 29/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3537/2018 Μεταξύ: PAPAETIS MEDICAL COMPANY LTD Eνάγουσας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (για Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας) Eναγόμενου Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Λ. Σιακαλλή για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κα Ζ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα αξιώνει την επιδίκαση ποσού ύψους €802,24 πλέον νόμιμο τόκο από τον Εναγόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει σύμβασης προμήθειας ιατρικού εξοπλισμού. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι κατόπιν αποδοχής και κατακύρωσης της προσφοράς της Ενάγουσας στον δημόσιο διαγωνισμό με αριθμό 152/2011 ο οποίος αφορούσε προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού προς την Κυπριακή Δημοκρατία, η Ενάγουσα σύναψε στις 15/3/2012 με την Κυπριακή Δημοκρατία τη σύμβαση υπ' αριθμό
- Ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι παρά το γεγονός ότι αυτή συμμορφώθηκε με τις συμβατικές της υποχρεώσεις εκδίδοντας 4 τιμολόγια σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα, ο εναγόμενος αντισυμβατικά και παράνομα απέκοψε από τα ρηθέντα τιμολόγια το συνολικό ποσό που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Η οποιαδήποτε απόκλιση στην παράδοση των επίδικων προϊόντων, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, δεν οφειλόταν σε δική της υπαιτιότητα αλλά σε λόγους που η ίδια η Ενάγουσα δεν μπορούσε να ελέγξει. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, λόγω των απαγορευτικών μέτρων που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τις χρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες με το εξωτερικό περί τον Μάρτιο του 2013, η Ενάγουσα δεν μπορούσε να προβεί έγκαιρα και/ή εύκολα στην πληρωμή προς τους προμηθευτές για την αγορά των επίδικων προϊόντων με σκοπό την αποστολή τους στην Κύπρο εντός της συμβατικής προθεσμίας με τον Εναγόμενο. Προβάλλεται περαιτέρω η θέση ότι λόγω της υποβάθμισης της κυπριακής οικονομίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι ξένοι προμηθευτές δεν εμπιστεύονταν πλέον τις κυπριακές τράπεζες για τις οικονομικές συναλλαγές με αποτέλεσμα να ζητούν την προπληρωμή για τα αγορασθέντα προϊόντα ή να ζητούν τη λήψη εξασφαλίσεων από τους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου, προέκυπταν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των οικονομικών συναλλαγών για την αγορά των αναλώσιμων για την οποία η Ενάγουσα δεν έφερε ευθύνη ή ήταν εκτός του δικού της ελέγχου. Άνευ βλάβης των όσων πιο πάνω δικογραφεί η Ενάγουσα, προβάλλει επίσης τη θέση ότι η αποκοπή του επίδικου ποσού είναι πρόδηλα παράνομη ή/και καταπιεστική ή/και αντισυνταγματική καθώς βασίζεται σε όρο της συμφωνίας που αποτελεί ποινική ρήτρα και επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Στην αντίπερα όχθη, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δυνάμει των όρων της επίδικης σύμβασης η παράδοση έπρεπε να γίνει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας και είχε περαιτέρω συμφωνηθεί ότι ο χρόνος ζωής κάποιων προϊόντων κατά την παράδοση δεν θα έπρεπε να ήταν λιγότερος από 24 μήνες. Ήταν ρητός όρος της επίδικης σύμβασης ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης, θα επιβάλλετο ρήτρα καθυστέρησης προς 1% της αξίας των προϊόντων που δεν παραδόθηκαν έγκαιρα για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου ότι ενόψει της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην παράδοση των προϊόντων καθώς και του αντισυμβατικού χρόνου ζωής κάποιων προϊόντων, νομίμως και με βάση τους όρους της επίδικης σύμβασης, απέκοψε τα επίδικα ποσά από τα επίδικα τιμολόγια. Κατά τα λοιπά, ο Εναγόμενος απορρίπτει τα όσα η Ενάγουσα αναφέρει περί μη ύπαρξης υπαιτιότητας εκ μέρους της, αρνούμενος ότι υπάρχει οποιαδήποτε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των απαγορευτικών μέτρων που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα και της καθυστέρησης από την πλευρά της Ενάγουσας. Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση διαφάνηκε ότι τα ακόλουθα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα[1]: Η ενάγουσα περί το έτος 2011 συμμετείχε στον δημόσιο διαγωνισμό υπ' αριθμό 152/2011, ο οποίος αφορούσε προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Κατόπιν αποδοχής και κατακύρωσης της προσφοράς της Ενάγουσας στον ανωτέρω αναφερόμενο δημόσιο διαγωνισμό η Ενάγουσα σύναψε με την Κυπριακή Δημοκρατία στις 15/3/2012 τη σύμβαση υπ' αριθμό 4600004133, η οποία αφορούσε την προμήθεια ιατρικών αναλώσιμων, ήτοι ενδοτραχειακών σωλήνων, τραχειοστομιών και άλλων ειδών του Αναισθησιολογικού Τμήματος και Μονάδας Εντατικής θεραπείας (Τεκμήριο 1 στην έγγραφη μαρτυρία έκαστης πλευράς). Οι όροι της προσφοράς της Ενάγουσας, οι οδηγίες προς τους προσφοροδότες, οι ειδικοί όροι του συμβολαίου, οι όροι του διαγωνισμού, οι τελικές προδιαγραφές, η επιστολή αποδοχής της προσφοράς και η απόφαση ανάθεσης συμπεριλήφθηκαν στην επίδικη σύμβαση και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας (σχετικό είναι το άρθρο 1 της επίδικης σύμβασης). Στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης εκδόθηκαν από την Ενάγουσα τα ακόλουθα τιμολόγια για διάφορα ποσά σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα: (α) το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004827 ημερομηνίας 28/11/13 που αφορούσε την παράδοση 800 τεμαχίων ενδοτραχειακών σωλήνων, (β) το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004837 ημερομηνίας 3/12/13 που αφορούσε την παράδοση 800 τεμαχίων ενδοτραχειακών σωλήνων και άλλων ελαστικών ειδών, (γ) το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004560 ημερομηνίας 24/7/13 που αφορούσε την παράδοση 300 τεμαχίων ενδοτραχειακών σωλήνων και άλλων ελαστικών ειδών, (δ) το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004165 ημερομηνίας 3/1/13 που αφορούσε την παράδοση 540 τεμαχίων ενδοτραχειακών σωλήνων και άλλων ελαστικών ειδών, Κάποια εκ των επίδικων προϊόντων παρουσίασαν καθυστέρηση στον συμφωνημένο χρόνο παράδοσης τους και κάποια άλλα είχαν απόκλιση από τον συμφωνημένο χρόνο ζωής τους. Από το συνολικό ποσό των πιο πάνω τιμολογίων, αποκόπηκε από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, ήτοι το ποσό των €802,
- Σε ότι αφορά τα προϊόντα η παράδοση των οποίων καθυστέρησε, τα ποσά που αποκόπηκαν, ανέρχονταν στο ποσοστό που προνοούσε το άρθρο 7 της επίδικης σύμβασης και υπολογίστηκαν με βάση αυτό. Για την επίδικη αποκοπή έγινε επίσης επίκληση από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας των άρθρων 22 και 24 των Περί της Εκτέλεσης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Κανονισμών του 2004 (Κ.Δ.Π. 115/2004). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προτού προχωρήσω στη σύνοψη της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρω ότι η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρισή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5, 6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν την έγγραφη μαρτυρία τους χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα καταχώρισε ένορκη δήλωση του κ. Κ. Γιασουμή, οικονομικού διευθυντή και γραμματέα της Ενάγουσας, ΜΕ
- Κατατέθηκαν επίσης 6 τεκμήρια στο πλαίσιο της έγγραφης μαρτυρίας του ΜΕ
- Για την πλευρά του Εναγόμενου έγγραφη μαρτυρία δόθηκε από την κα Γ. Βασιλείου, φαρμακοποιού, στη Διεύθυνση Αγορών και Προμηθειών του Υπουργείου Υγείας, ΜΥ
- Στο πλαίσιο της έγγραφης μαρτυρίας της ΜΥ1 κατατέθηκαν 24 τεκμήρια. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα. Ο ΜΕ1, επανέλαβε και υιοθέτησε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας όπως αυτοί έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και δεν κρίνεται πρόσφορο να επαναληφθούν. Αναφερόμενος τόσο στην επίδικη σύμβαση όσο και στα επίδικα τιμολόγια κατέθεσε αντίγραφα των σχετικών εγγράφων και με αναφορά σε έκαστο τιμολόγιο, παρέθεσε το ύψος έκαστης αποκοπής με αναφορά στον λόγο της αποκοπής έκαστου ποσού. Ειδικότερα, ανέφερε ότι σε σχέση με το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004827 αποκόπηκε ποσό ύψους €287,28 λόγω κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων προϊόντων για 9 εβδομάδες, σε σχέση με το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004837 αποκόπηκε ποσό ύψους €10 λόγω κατ' ισχυρισμό απόκλισης από τον χρόνο ζωής των επίδικων αναλώσιμων ειδών, σε σχέση με το τιμολόγιο με αριθμό GSI 0004560 αποκόπηκε ποσό ύψους €378,70 λόγω καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων προϊόντων και σε σχέση με το τιμολόγιο GSI 0004165 αποκόπηκε ποσό ύψους €126,26 λόγω καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων προϊόντων για 5 εβδομάδες και 6 μέρες. Σε ότι αφορά την απόκλιση από τον χρόνο ζωής κάποιων προϊόντων και την αποκοπή ύψους €10 για αυτόν τον λόγο, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η ρηθείσα αποκοπή ήταν παράνομη και αντισυμβατική γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση που να ρυθμίζει τέτοιο δικαίωμα εκ μέρους των Εναγομένων. Σε ότι αφορά την αποκοπή για την καθυστέρηση στην παράδοση των προϊόντων που αφορούσε το υπόλοιπο ποσό που αποκόπηκε και το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, επανέλαβε τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας καταθέτοντας επίσης αντίγραφο άρθρου σε καθημερινή ελληνική εφημερίδα σε σχέση με τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία το
- Στην αντίπερα όχθη, η ΜΥ1 επανέλαβε και υιοθέτησε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Αναφέρθηκε και αυτή στα επίδικα τιμολόγια καθώς επίσης και σε αλληλογραφία που είχε προωθηθεί με την Ενάγουσα στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκαν οι παραγγελίες των επίδικων προϊόντων καταθέτοντας αντίγραφα των τηλεομοιότυπων που προωθήθηκαν. Αναφέρθηκε επίσης στην καθυστερημένη παράδοση των επίδικων προϊόντων κάνοντας λεπτομερή αναφορά στον ακριβή χρόνο καθυστέρησης των προϊόντων με αναφορά στα επίδικα τιμολόγια καθώς και στην απόκλιση που παρατηρήθηκε σε σχέση με τον χρόνο ζωής κάποιων εκ των προϊόντων, καταθέτοντας τα σχετικά πιστοποιητικά παραλαβής καθώς επίσης και τις επιστολές που προωθήθηκαν στην Ενάγουσα στο πλαίσιο των οποίων ενημερώθηκαν για τις επίδικες αποκοπές και τον λόγο έκαστης αποκοπής, αντίγραφα των οποίων επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήρια αντίγραφα των εντύπων του Λογιστηρίου των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών σε σχέση με έκαστη αποκοπή. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι στην επίδικη σύμβαση γινόταν πρόνοια τόσο για το χρονοδιάγραμμα παράδοσης των προϊόντων όσο και τον χρόνο ζωής τους στα οποία η Ενάγουσα όφειλε να συμμορφωθεί αλλά παρέλειψε να πράξει. Κατά τη θέση της, η πλευρά του Εναγόμενου ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε αντισυμβατική πράξη και οι επίδικες αποκοπές έγιναν νόμιμα και με βάση τους όρους της επίδικης σύμβασης. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς όπως επίσης και των Τεκμηρίων που καταχωρίστηκαν από τους μάρτυρες των διαδίκων. Η παρούσα υπόθεση όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» που προνοείται στις διατάξεις της Δ.30 Θ. 5
(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το γεγονός ότι σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ώστε να αξιολογήσει την εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, ή τον τρόπο που απαντά, εκτός στις περιπτώσεις όπου εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης κάποιων εκ των μαρτύρων, δεν αναιρεί ούτε οδηγεί σε χαλάρωση τους βασικούς κανόνες αποδοχής και αξιολόγησης της προσφερόμενης μαρτυρίας. Αξιολόγησα την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία λαμβάνοντας καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια των θέσεων των μαρτύρων ως αυτές διατυπώθηκαν εγγράφως, την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[2] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[3] Είχα επίσης πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[4] Αρχίζοντας από τη μαρτυρία του ΜΕ1, αυτή, επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία του, επί των αμφισβητούμενων, επαναλαμβάνω, γεγονότων, κάθε άλλο παρά σαφής, πειστική και συνεκτική ήταν. Ειδικότερα, σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης στην παράδοση των επίδικων προϊόντων η εικόνα που επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο σε σχέση με την ανυπαρξία υπαιτιότητας από την πλευρά της Ενάγουσας, με την καθυστέρηση να μην οφείλεται στην Ενάγουσα, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Οι αναφορές του ΜΕ1 επί τούτου έβριθαν από γενικότητα, αοριστία και ασάφεια. Όπως προκύπτει από τη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ1, αυτός ισχυρίστηκε ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στα μέτρα που έλαβε η Κυπριακή Δημοκρατία τον Μάρτιο του 2013 προς αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης και στα απαγορευτικά μέτρα που λήφθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με τις χρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες με το εξωτερικό με αποτέλεσμα να μην μπορεί η Ενάγουσα να προβεί «έγκαιρα ή/και εύκολα» στην πληρωμή των προμηθευτών για την αγορά των επίδικων αναλώσιμων. Ουδόλως όμως εξειδικεύει τις ρηθείσες αναφορές ως θα αναμένετο να πράξει αν επρόκειτο περί γνήσιων και ειλικρινών αναφορών. Ενδεικτικό της έλλειψης πειστικότητας και ασάφειας στα όσα επιχείρησε να προβάλει ήταν και η προβολή της διαζευκτικής θέσης ότι η Ενάγουσα δεν μπορούσε για αυτόν τον λόγο να προβεί έγκαιρα ή/και εύκολα στην πληρωμή προς τους προμηθευτές για την αγορά των επίδικων προϊόντων. Δεν νοείται όμως να προβάλλονται από έναν μάρτυρα διαζευκτικές θέσεις σε σχέση με τα γεγονότα. Αυτό το οποίο αναμενόταν από τον μάρτυρα ήταν να προσκομίσει σχετικά, συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία σε σχέση με τις παραγγελίες των επίδικων προϊόντων, πότε δόθηκαν οι σχετικές οδηγίες για την πληρωμή των προμηθευτών, πότε υλοποιήθηκαν οι ρηθείσες οδηγίες για να καταδείξει ότι η ενάγουσα πράγματι ενήργησε προσηκόντως και εγκαίρως και ότι παρά την έγκαιρη και προσήκουσα αντίδραση της παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην παράδοση. Έγινε επίσης προσπάθεια να αποδοθεί η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβάθμιση της Κυπριακής Οικονομίας, που είχε ως αποτέλεσμα οι ξένοι προμηθευτές μη εμπιστευόμενοι τις κυπριακές τράπεζες, να έχουν επιπρόσθετες απαιτήσεις όπως η προπληρωμή ή η παροχή επιπρόσθετων εξασφαλίσεων, θέσεις οι οποίες επίσης δεν έπεισαν και παρέμειναν γενικές, αόριστες και χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση και στοιχειοθέτηση. Εάν ευσταθούσε η θέση του ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε επιπρόσθετες απαιτήσεις των προμηθευτών, τότε θα αναμενόταν να είναι σε θέση να καταθέσει σχετική αλληλογραφία και σχετικά έγγραφα τα οποία να καταδείκνυαν όχι μόνο αυτές τις κατ' ισχυρισμό επιπρόσθετες απαιτήσεις αλλά και τον ακριβή χρόνο που αυτές κατ' ισχυρισμό υποβλήθηκαν σε συνάρτηση πάντοτε με τις επίδικες παραγγελίες. Ενδεικτικό και πάλι της ασάφειας στις θέσεις της πλευράς της Ενάγουσας επί του προκειμένου ήταν και η γενική αναφορά του ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα «λόγω και της δέσμευσης των καταθέσεων δεν ήταν δυνατό να παρέχουν πάντα τέτοια collaterals» χωρίς να υπάρχει καν ισχυρισμός ότι σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα, η παροχή αυτών των εξασφαλίσεων (collaterals), που ουδόλως εξειδικεύθηκαν, δεν κατέστη δυνατή ή οδήγησε εν προκειμένω σε καθυστέρηση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, οι αόριστες και γενικές αναφορές στα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και στην προηγούμενη υποβάθμιση της κυπριακής οικονομίας, χωρίς τα πιο πάνω να εξειδικεύονται σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες επίδικες παραγγελίες, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να στηριχθεί με ασφάλεια στις ρηθείσες αναφορές και δεν επιτρέπει την εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην παράδοση των επίδικων προϊόντων οφειλόταν στους λόγους που προέβαλε ο μάρτυρας σε μία προσπάθεια στοιχειοθέτησης της δικογραφημένης θέσης περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας εκ μέρους της Ενάγουσας. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, η μαρτυρία του ΜΕ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, κρίνεται αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στην έγγραφη μαρτυρία της ΜΥ1. Μελετώντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ΜΥ1 δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Η ένορκη της δήλωση έχει εσωτερική συνοχή, δεν περιέχει αντιφάσεις, συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου και συνάδει επίσης με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει. Οι αναφορές της ΜΥ1 τόσο σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης όσο και σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου ζωής κάποιων εκ των επίδικων προϊόντων προκύπτουν και επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Δεν διαπιστώνεται οποιασδήποτε λόγος που να καθιστά τη μαρτυρία της ΜΥ1 μη αποδεκτή. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, η μαρτυρία της ΜΥ1 κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή με το Δικαστήριο να μπορεί να βασισθεί σε αυτήν για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα επίδικα ζητήματα. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα: Σύμφωνα με όρους της επίδικης σύμβασης (και πιο συγκεκριμένα τους ειδικούς όρους του Εντύπου 5 των εγγράφων του διαγωνισμού που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της επίδικης σύμβασης) η παράδοση των επίδικων προϊόντων θα έπρεπε να γίνει όχι αργότερα από τρεις
(3)μήνες από την ημερομηνία που θα ζητούνταν γραπτώς με τηλεομοιότυπο και ο χρόνος ζωής των προσφερόμενων προϊόντων κατά την παράδοση στις Φαρμακευτικές Αποθήκες δεν έπρεπε να είναι λιγότερος από 24 μήνες. Σε ότι αφορά τα προϊόντα του τιμολογίου με αριθμό GSI 0004827, η παραλαβή πραγματοποιήθηκε στις 29/11/2013 αντί στις 26/9/2013, με την παράδοση να παρουσιάζει, με βάση την ημερομηνία υποβολής της παραγγελίας από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, καθυστέρηση 9 εβδομάδων. Εξαιτίας της καθυστέρησης στην παράδοση, κατ' εφαρμογή της ρήτρας καθυστέρησης του όρου 7 της επίδικης σύμβασης και με βάση το ποσοστό που εκεί προνοείται αποκόπηκε ποσό ύψους €287,28 και προς τούτο ενημερώθηκε η Ενάγουσα με σχετική επιστολή ημερομηνίας 31/12/
- Σε ότι αφορά τα προϊόντα του τιμολογίου με αριθμό GSI 0004560 η παραλαβή πραγματοποιήθηκε στις 29/7/2013 αντί στις 3/4/2013, 22/5/2013 και 27/5/2013 με την παράδοση να παρουσιάζει, με βάση την ημερομηνία υποβολής της παραγγελίας, καθυστέρηση 9 εβδομάδων και 4/
- Εξαιτίας της καθυστέρησης στην παράδοση, κατ' εφαρμογή της ρήτρας καθυστέρησης του όρου 7 της επίδικης σύμβασης και με βάση το ποσοστό που εκεί προνοείται αποκόπηκε ποσό ύψους €378,
- Σε ότι αφορά τα προϊόντα του τιμολογίου με αριθμό GSI 0004165 η παραλαβή πραγματοποιήθηκε στις 4/1/2013 αντί στις 23/11/12 με την παράδοση να παρουσιάζει, με βάση την ημερομηνία υποβολής της παραγγελίας, καθυστέρηση 5 εβδομάδων και 6/
- Εξαιτίας της καθυστέρησης στην παράδοση, κατ' εφαρμογή της ρήτρας καθυστέρησης του όρου 7 της επίδικης σύμβασης και με βάση το ποσοστό που εκεί προνοείται αποκόπηκε ποσό ύψους €126,
- Προς τούτο ενημερώθηκε η Ενάγουσα με σχετική επιστολή ημερομηνίας 6/2/
- Σε ότι αφορά τα προϊόντα του τιμολογίου με αριθμό GSI 0004837 διαπιστώθηκε ότι ο χρόνος ζωής των παραδοθέντων προϊόντων ήταν 22 μήνες αντί 24 μήνες και κατ' επίκληση των κανονισμών 22 και 23 της ΚΔΠ 115/2004 και των προνοιών της σύμβασης, αποκόπηκε ποσό ύψους €
- Προς τούτο ενημερώθηκε η Ενάγουσα με σχετική επιστολή ημερομηνίας 31/12/
- Κατά το στάδιο της ακρόασης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[5] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[6] Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί[7], μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει μία σύντομη αναφορά στις προδικαστικές ενστάσεις που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο στην Έκθεση Υπεράσπισης. Σε ότι αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις περί παραγραφής, μη αποκάλυψης αιτίας αγωγής και κατάχρησης αυτές δεν προωθήθηκαν. Σε ότι αφορά την πρώτη προδικαστική ένσταση περί λανθασμένου τίτλου της αγωγής με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60,[8] σύμφωνα με τη σχετική εισήγηση η αγωγή είναι απορριπτέα επειδή δεν αναγράφηκε μόνο το όνομα του Γενικού Εισαγγελέα. Δεν θα συμφωνήσω με αυτήν την εισήγηση. Έχουν εν προκειμένω τηρηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 57 με την επιπρόσθετη αναφορά στον τίτλο (για Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας) να έχει απλώς τοποθετηθεί τεκ του περισσού αφού θα ήταν αρκετό να περιοριστεί η πλευρά του Εναγόμενου στο όνομα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Σε ότι αφορά την προδικαστική ένσταση περί ύπαρξης κωλύματος των Εναγόντων να προωθούν την παρούσα αγωγή λόγω της υπογραφής της επίδικης σύμβασης αυτή κρίνεται απορριπτέα για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ακριβώς αυτή η υπογραφή της επίδικης σύμβασης και οι όροι της που αποτέλεσαν τη βάση των αξιώσεων των Εναγόντων με τους ίδιους να καταλογίζουν αντισυμβατική συμπεριφορά στην πλευρά του Εναγόμενου. Δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια να αποφευχθεί η ευθύνη που δημιουργήθηκε με την υπογραφή των Εναγόντων ούτε επιδιώχθηκε η αποδέσμευση από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή, ως λανθασμένα εισηγείται η πλευρά του Εναγόμενου.[9] Συνακόλουθα, η προδικαστική ένσταση περί κωλύματος στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και νομικού ερείσματος και απορρίπτεται. Στρέφομαι τώρα στη ρήτρα καθυστέρησης του όρου 7 της επίδικης σύμβασης, η οποία εφαρμόστηκε εν προκειμένω για την αποκοπή των επίδικων ποσών. Αυτή διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1 Σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης των υπό προμήθεια προϊόντων της Σύμβασης ή μέρους αυτών με υπαιτιότητα του Αναδόχου, επιβάλλεται Ρήτρα καθυστέρησης παράδοσης. 2. Η ρήτρα θα ορισθεί σε 1% της Συμβατικής Αξίας των προϊόντων που δεν παραδόθηκαν έγκαιρα για κάθε εβδομάδα καθυστέρησης ή μέρος αυτής ανάλογα.» Ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της συνηγόρου της Ενάγουσας προβάλλεται η θέση ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες αντισυμβατικά ενεργοποίησαν την ρήτρα καθυστέρησης αφού όφειλαν να εξετάσουν τυχόν υπαιτιότητα των Εναγόντων στην καθυστέρηση την οποία παρέλειψαν να διαγνώσουν ή/και διαπιστώσουν πριν την επίδικη αποκοπή. Προβάλλεται περαιτέρω η θέση ότι σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε οποιαδήποτε υπαιτιότητα εκ μέρους της Ενάγουσας αφού η όποια καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην Ενάγουσα αλλά σε εξωγενείς παράγοντες τους οποίους η Ενάγουσα ούτε γνώριζε, ούτε μπορούσε να ελέγξει. Με όλο τον σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο της Ενάγουσας, τα όσα προβάλλονται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς στη βάση μη εξέτασης εκ μέρους των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών της υπαιτιότητας της Ενάγουσας για την καθυστέρηση δεν συνάδουν με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ούτε και με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς απόδειξη της δικογραφημένης θέσης της. Στην πραγματικότητα, έρχονται σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση της. Η Ενάγουσα δεν δικογράφησε ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν στις επίδικες αποκοπές χωρίς να εξετάσουν ότι η καθυστέρηση στην παράδοση οφειλόταν στην Ενάγουσα. Αντίθετα, η θέση που δικογραφήθηκε και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι ότι οι Εναγόμενοι προέβηκαν στις επίδικες αποκοπές λόγω καθυστέρησης στην παράδοση «η οποία καθυστέρηση, κατ' ισχυρισμό των Εναγομένων οφειλόταν στους Ενάγοντες»[10] για να συνεχίσουν οι Ενάγοντες στη συνέχεια να ισχυριστούν (τόσο δικογραφικά όσο και στη μαρτυρία τους) ότι «η οποιαδήποτε τυχόν απόκλιση στην παράδοση των επίδικων αναλώσιμων, δεν οφειλόταν στην δική τους υπαιτιότητα αλλά δε λόγους που οι ίδιοι οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να ελέγξουν ή/και για λόγους που ξέφευγαν της δικής τους αρμοδιότητας ή/και οφείλονταν σε τρίτους»[11] παραθέτοντας αυτούς τους λόγους. Τα όσα για πρώτη φορά τέθηκαν με το γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων της Ενάγουσας σε σχέση με το ότι δεν εξετάστηκε αν η καθυστέρηση οφειλόταν στην Ενάγουσα όχι μόνο εκφεύγουν του δικογραφικού πλαισίου αλλά βρίσκονται σε αντίθεση με αυτό. Με απλά λόγια, η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας είναι ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σύμφωνα με τους Εναγόμενους στην ίδια και ότι η ίδια δεν ευθυνόταν για την καθυστέρηση για τους λόγους που δικογραφεί. Αυτό βεβαίως δεν συνάδει με την εισήγηση κατά το στάδιο των αγορεύσεων ότι οι Εναγόμενοι δεν διέγνωσαν εάν η καθυστέρηση οφειλόταν στους Ενάγοντες. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας.[12] Η αναγκαιότητα να παραμείνει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα, έχει απασχολήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων με ξεκαθαρισμένο πλέον το νομολογιακό πλαίσιο σε σχέση με το ζήτημα αυτό.[13] Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αφού η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και μόνο εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος μπορεί να γίνει δεκτή η μαρτυρία προς απόδειξη.[14] Επανερχόμενη στη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, ήτοι ότι η απόκλιση στην παράδοση των επίδικων προϊόντων δεν οφειλόταν σε δική της υπαιτιότητα, από τη στιγμή που η μαρτυρία της κρίθηκε αναξιόπιστη και έχοντας κατά νου την καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων[15] είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι δεν βαρύνετο με υπαιτιότητα για την επίδικη καθυστέρηση. Σε ότι αφορά την αποκοπή ύψους €10 για την απόκλιση από τον χρόνο ζωής των επίδικων προϊόντων, υπήρξε εισήγηση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια πρόνοια στην επίδικη σύμβαση που να ρυθμίζει τέτοιο δικαίωμα. Περαιτέρω, τέθηκε η εισήγηση ότι ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η αποκοπή έγινε κατ' εφαρμογή των Κανονισμών 22 και 23 της ΚΔΠ 115/2004 έγινε υπό τη λανθασμένη ερμηνεία αυτών επειδή ο Κανονισμός 23 κάνει αναφορά σε «απαίτηση πληρωμής από τον ανάδοχο της σύμβασης». Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η συγκεκριμένη αποκοπή έγινε κατ' επίκληση των Κανονισμών 22 και 23 των Περί της Εκτέλεσης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Κανονισμών του 2004 (σχετικό είναι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 της έγγραφης μαρτυρίας της ΜΥ1), οι οποίοι διαλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 22.—
(1)Σε περίπτωση σύμβασης δημόσιων προμηθειών, η παραλαβή αυτών γίνεται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, από τριμελή Επιτροπή Παραλαβής που διορίζεται από τον Προϊστάμενο της Ενδιαφερόμενης παραλαβής Υπηρεσίας. 23.—
(1)Η διαδικασία ελέγχου των προμηθειών που παραδόθηκαν γίνεται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Κατά τη μακροσκοπική εξέταση των προμηθειών, καλείται πάντοτε να παραστεί, εφόσον το επιθυμεί, ο ανάδοχος σύμβασης.
(2)Σε περίπτωση που η σχετική σύμβαση προβλέπει μόνο μακροσκοπική εξέταση των προμηθειών, η Επιτροπή Παραλαβής εκδίδει ανάλογα με την περίπτωση, πιστοποιητικό παραλαβής ή απόρριψης κατά τα διαλαμβανόμενα της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 22... Μετά το πέρας των εξετάσεων και με βάση τα αποτελέσματα αυτών, η Επιτροπή Παραλαβής εκδίδει πιστοποιητικό παραλαβής ή απόρριψης. .
(4)Η Επιτροπή Παραλαβής έχει το δικαίωμα να μελετήσει το ενδεχόμενο αποδοχής προμηθειών οι οποίες, μετά τη διενέργεια των καθορισμένων στη σύμβαση εξετάσεων, αποδεικνύεται ότι παρουσιάζουν αποκλίσεις που δεν είναι ουσιώδεις σε σχέση με τις προδιαγραφές ή τους όρους της σύμβασης, δεν επηρεάζουν τη χρήση των προμηθειών και δεν επιφέρουν ουσιαστικό κόστος στο κράτος. Σε τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή Παραλαβής καταγράφει τα γεγονότα και την εισήγηση της για αποδοχή των προμηθειών με μειωμένη τιμή, σε ειδική έκθεση την οποία παραπέμπει στην αρμόδια Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων για λήψη τελικής απόφασης. Η εισήγηση της Επιτροπής Παραλαβής για μείωση της τιμής θα θεωρείται και θα τυγχάνει χειρισμού ως απαίτηση της Ενδιαφερόμενης Υπηρεσίας από τον ανάδοχο της σύμβασης. Η απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων κοινοποιείται στην Επιτροπή Παραλαβής η οποία στη συνέχεια προχωρεί στην έκδοση, ανάλογα με την περίπτωση, πιστοποιητικού παραλαβής ή απόρριψης.» Πρόκειται για κανονισμούς που εκδόθηκαν σύμφωνα με τον Περί της Διαχείρισης των Εσόδων και Δαπανών και του Λογιστικού της Δημοκρατίας, Νόμου του 2002 (Ν. 112(I)/2002) ο οποίος ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανατρέχοντας επίσης στους όρους της επίδικης συμφωνίας, στο άρθρο 10.1 αυτής προνοείται ότι η νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας θα διέπει όλα τα θέματα που δεν καλύπτονται από τη σύμβαση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αφενός είναι παραδεκτό ότι έλαβε χώρα η επίδικη απόκλιση σε σχέση με τον συμφωνημένο χρόνο ζωής κάποιων εκ των επίδικων προϊόντων (και κατέστη εύρημα του Δικαστηρίου) και αφετέρου, τις ανωτέρω αναφερόμενες πρόνοιες της επίδικης σύμβασης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ανωτέρω αναφερόμενων Κανονισμών είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι ακολουθήθηκε νόμιμα εν προκειμένω η διαδικασία αποδοχής των προμηθειών σε μειωμένη τιμή σύμφωνα με τη διαδικασία που προνοείται στον Κανονισμό 23 με την εισήγηση περί ανυπαρξίας δικαιώματος των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών να προβούν στην ρηθείσα αποκοπή να μην βρίσκει υπό τις περιστάσεις πραγματικό και νομικό έρεισμα. Σχετικό είναι επίσης το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 10 και 11 τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα σε σχέση τόσο με τον αριθμό τον προϊόντων για τα οποία διαπιστώθηκε η απόκλιση (10 στο σύνολο) όσο και τον τρόπο μαθηματικού υπολογισμού της επίδικης αποκοπής σε συνάρτηση με τον αριθμό των προϊόντων για τα οποία υπήρξε απόκλιση και τον χρόνο απόκλισης. Συνακόλουθα, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η ρηθείσα αποκοπή έλαβε χώρα παράνομα και αντισυμβατικά. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το κατά πόσο για την εφαρμογή της επίδικης ρήτρας καθυστέρησης επιβάλλετο η απόδειξη ζημιάς εκ μέρους του εναγομένου. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας με παραπομπή στο άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου υποστήριξε ότι ο όρος 7 της επίδικης σύμβασης συνιστά ποινική ρήτρα και πρέπει να αγνοηθεί. Υποστήριξε ότι οι παράμετροι που εξετάζονται στο πλαίσιο του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου είναι οι ίδιοι που εξετάζονται για την εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν/ 102
(1)1997 με τη μόνη διαφορά από το άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου να είναι ότι με βάση το άρθρο 32 η εκάστοτε ρήτρα προκαθορισμένης αποζημίωσης ή ποινική ρήτρα, δεν θέτει περιορισμό ως προς το ανώτατο ποσό που δυνατόν να επιδικαστεί από το Δικαστήριο. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με την εισήγηση, όλες οι υπόλοιπες παράμετροι για την επιδίκαση ποινική ρήτρας που προνοείται σε συμβάσεις Δημοσίου δεν διαφέρουν από εκείνες που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου και θα πρέπει και στο πλαίσιο του άρθρου 32 να εξεταστεί το εάν όντως η Δημοκρατία υπέστη ζημία από την καθυστέρηση. Αντίθετη υπήρξε η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου, σύμφωνα με την οποία οι ποινικές ρήτρες στις Δημόσιες Συμβάσεις όπως είναι η επίδικη σύμβαση είναι νομικά ισχυρές και πλήρως εξαναγκαστές χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί πραγματική ζημιά. Ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των διαδίκων καθίσταται σαφές ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων ότι το επίδικο ζήτημα αφορά δημόσια σύμβαση και ότι συνεπώς, ο περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμος Ν/ 102
(1)1997, εφαρμόζεται ως ειδικός νόμος έναντι του γενικού περί Συμβάσεων Νόμου.[16] Αμφότερες οι πλευρές αναφέρθηκαν στο περιεχόμενο του άρθρου 32 του Νόμου Ν/ 102
(1)1997 προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Το άρθρο 32 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου και τηρουμένων των πιο κάτω επιφυλάξεων, σε Σύμβαση Δημοσίου στην οποία διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή οποιαδήποτε άλλη ρήτρα υπό μορφή ποινής σε περίπτωση παράβασης της από οποιοδήποτε από τους συμβαλλομένους, ο όρος αυτός ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ποινική αυτή ρήτρα είναι νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή, μη εφαρμοζόμενου του περιορισμού ο οποίος προβλέπεται στο εν λόγω εδάφιο ως προς το μέγιστο του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης.» Περαιτέρω, το άρθρο 74 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ακόλουθα: «
(1)Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα». Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι στόχος και επιδίωξη του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου σε σχέση με νομοθέτημα πρέπει να είναι η διαπίστωση της βούλησης του νομοθέτη, μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποιείται στο Νόμο.[17] Η γραμματική ερμηνεία είναι ο πρώτος και πλέον θεμελιακός κανόνας ερμηνείας νομοθετημάτων και υπαγορεύει την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται.[18] Όταν λοιπόν η φρασεολογία του νόµου είναι σαφής, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους.[19] Στην απόφαση Λάμπρος Μιχαήλ ν Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Λογιστή Υπόθεση Αρ. 1458/2011 ημερομηνίας 28.6.13 λέχθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου σε σχέση με νομοθέτημα: «Το Δικαστήριο ερμηνεύει και δεν αναπλάθει ή συμπληρώνει βέβαια το Νόμο, (δέστε Εταιρεία Γύψου & Γυψοσανίδων Λτδ ν. Δημοκρατίας
(2006)3 Α.Α.Δ. 46). Σ΄ ό,τι αφορά την ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων προέχει σ΄ αυτές η απόδοση τέτοιας ερμηνείας ώστε να αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους. Αν υπάρχει ασάφεια στις λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται, είναι δυνατή η καταφυγή στην τελεολογική ερμηνεία ενός νομοθετήματος και ο προσανατολισμός μέσω του σκοπού του νομοθέτη, χωρίς όμως αυτού του είδους η προσέγγιση να επιτρέπει ταυτόχρονα απόκλιση από τις ρητές διατάξεις του νόμου ή της τροποποίησης του».[20] (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στην Φυσεντζίδη ν K&C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, ημερομηνίας 1/6/2020, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «τεκμαίρεται πως οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια.» Όπως πολύ χαρακτηριστικά και εύστοχα λέχθηκε από πολύ παλιά στην Georghiou Real Estate Co. Ltd v. R.
(1978)3 C.L.R. 45: «.the making of the law is a matter for the legislature and not for the Courts. The Courts are not entitled to canvass the power of Parliament to make any statute or to query the propriety or wisdom of making it; and in construing the said definition section this court should not base its construction on its view of what Parliament ought to have done, because in the construction of an interpretation section, it must be presumed that Parliament has been specially precise and careful in its choice of language, so that the rule that words are to be interpreted according to their ordinary and natural meaning carries special weight.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Έχοντας κατά νου το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του άρθρου 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου Ν/ 102
(1)1997, το λεκτικό του νόμου είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σαφές και ξεκάθαρο και ορίζει ρητά ότι οι πρόνοιές του άρθρου 32 είναι ανεξάρτητες από τις πρόνοιες του άρθρου 74 του περί Συμβάσεων Νόμου. Επίσης, ορίζει με ξεκάθαρο και σαφές λεκτικό ότι ρήτρα που προνοεί για συγκεκριμένο ποσό που πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης ή άλλη ποινική ρήτρα είναι πλήρως εξαναγκαστή και νομικά ισχυρή. Ερμηνεύοντας την επίμαχη πρόνοια, προκύπτει ότι αυτή θεσπίζει με σαφές και ξεκάθαρο λεκτικό τη γενική αρχή ότι οι διατάξεις του άρθρου 32 είναι ανεξάρτητες από το άρθρο 74 και ότι τυχόν ποινική ρήτρα είναι πλήρως εξαναγκαστή με τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι οι αρχές της νομολογίας για την εφαρμογή του άρθρου 74 του Περί Συμβάσεων Νόμου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στις συμβάσεις δημοσίου. Διαφορετική ερμηνεία θα παραγνώριζε και θα αναιρούσε τις ρητές αναφορές του Νομοθέτη και ειδικότερα τις σαφείς φράσεις «ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 74» και τη φράση «νομικά ισχυρή και πλήρως εξαναγκαστή», οι οποίες θα παρέμεναν, με ανεπίτρεπτο τρόπο, γράμμα κενό αγνοώντας τη σαφή βούληση του Νομοθέτη η οποία, επαναλαμβάνω, εκφράστηκε με σαφές και ξεκάθαρο λεκτικό. Συνακόλουθα, η ερμηνεία που εισηγείται η συνήγορος της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευσή της προέβαλε επίσης ζητήματα αντισυνταγματικότητας σε συνάρτηση με το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν/ 102
(1)1997 και ειδικότερα περί παραβίασης της αρχής της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι ως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 26
(1)του Συντάγματος και της αρχής της ισότητας ως αυτή θεμελιώνεται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι τα Δικαστήρια επιλαμβάνονται θέματα αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτά εγείρονται από τους διαδίκους εξειδικευμένα.[21] Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, καθίσταται σαφές ότι ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας τέθηκε γενικά και αόριστα στην έκθεση απαίτησης και όχι εξειδικευμένα στο δικόγραφό της ενάγουσας και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξεταστεί. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο των πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέτυχε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις τόσο σε σχέση με τον χρόνο παράδοσης των επίδικων προϊόντων όσο και σε σχέση με τον χρόνο ζωής αυτών και απέτυχε να αποδείξει τόσο ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ίδιας όσο και ότι η αποκοπή σε σχέση με την απόκλιση από τον χρόνο ζωής των επίδικων προϊόντων ήταν παράνομη και αντισυμβατική. Η αποκοπή των επίδικων ποσών από τη Δημοκρατία είναι συμβατή με το άρθρο 7 της σύμβασης, το άρθρο 32 του περί Προσφορών του Δημοσίου Νόμου, Ν/ 102
(1)1997 και των Κανονισμών 22 και 23 των Περί της Εκτέλεσης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Κανονισμών του 2004. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον του Εναγόμενου. Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ,. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300. [2] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [3] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [4] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [5] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [6] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [7] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [8] Το άρθρο 57 διαλαβάνει τα ακόλουθα: «Αγωγαί υπό της Δημoκρατίας εvαvτίov oιoυδήπoτε πρoσώπoυ, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εv ovόματι τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας, και αγωγαί εκ μέρoυς oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά της Δημoκρατίας, εκτός εάv άλλως πρoβλέπεται υπό oιoυδήπoτε vόμoυ, θα εγείρωvται εvαvτίov τoυ Γεvικoύ Εισαγγελέως της Δημoκρατίας ως εvαγoμέvoυ. Τoιαύται αγωγαί, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv oιoυδήπoτε vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ, θα εκδικάζωvται κατά τov αυτόv τρόπov, ως πρoς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτώv διαδίκωv». [9] ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018 [10] Σχετικές είναι οι παράγραφοι 7 (Α) (Γ) (Δ) της Έκθεσης Απαίτησης και παράγραφοι 8 (Α) (Γ) (Δ) και 10 της Ένορκης Δήλωσης του ΜΕ1. [11] Παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης. [12] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24, Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670). Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 826 Γεώργιος Γ. Παφίτης & Άλλοι ν. Παναγιώτη Κώστα Κουκούρη & Άλλων,
(1992)1 ΑΑΔ 1154, 22 Οκτωβρίου, 1992 [13] Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28 και Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, 17.10.14, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422 Γεωργία Κάτζιη ν. Φουκαρίδης & Σία Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, 11 Ιουλίου, 2017, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 40/2011 [14] Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, Awake Security Services Ltd v. Μαυρομμάτη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1257, A.M. Stasis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860 και Exalco S.A. v. Αλουμινέξ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 991, Νεοφύτου ν. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25. [15] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157 [16] Singh v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντή Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, Έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 16/2021, ημερ.20.7.2021, Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)3 ΑΑΔ 29). [17] Isthmos Trading Ltd κ.α. ν. Βαρδάρης Σνακ Λιμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. 506/2012, απόφαση ημερομηνίας 30/9/2019, Κ.Ο.Τ ν Παπαδοπούλου
(1990)2 ΑΑΔ 86 και Southfields Industries Ltd ν Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ 59. [18] Φυσεντζίδη ν K&C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση αρ. 30/2019, απόφαση ημερομηνίας 1/6/2020 [19] Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας
(1991)4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150, Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78, 80-81, Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ECLI:CY:AD:2019:C262, Αναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019 A.D «Pallada Athena» Developers Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 82/2015, ημερομηνίας 1.3.2022. [20] Βλ. επίσης Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κ.ά. v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348, Τροκκούδης v. Πέτρου κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 683, Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Βουλή των Αντιπροσώπων,
(2011)3 ΑΑΔ 683 ημερομηνίας 24.10.2011 και Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358, Marabou Floating Restaurant Ltd v. Council of Ministers C.L.R. 397, Argolis Estate Ltd v. Minister of Finance & Another
(1977)3 C.L.R. 441, 450, Georghiou Real Estate Co. Ltd v. R.
(1978)3 C.L.R. 45, 46, Haris Theodorides v. The Central Bank of Cyprus
(1985)3 C.L.R. 721, 722 [21] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45, The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, 183, Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 71 και Δημοκρατία ν. Kirmouyan
(1996)2 Α.Α.Δ. 126. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο