← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡIΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑIΡΕIΑ JAYWINE LIMITED, Αρ. Αίτησης: 660/2021, 7/7/2022

ΑΝΑΦΟΡIΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑIΡΕIΑ JAYWINE LIMITED, Αρ. Αίτησης: 660/2021, 7/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 660/2021 ΑΝΑΦΟΡIΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡI ΕΤΑIΡΕIΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 και ΑΝΑΦΟΡIΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑIΡΕIΑ JAYWINE LIMITED Αίτηση ημερομηνίας 19/11/2021 για παρέμβαση Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή - Προτιθέμενο Διάδικο: κα Χ. Κότσαπα για M. ΚΟΡΕΛΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Κανναβά για M. KANNAVA LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η TotalOil Ltd (υπό εκκαθάριση) μέσω του Εκκαθαριστή της A. Zacharov (στο εξής η TotalOil) καταχώρισε στις 7/9/21 την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση δια της οποίας αξιώνει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ' ης η αίτηση εταιρεία (στο εξής η Αίτηση Εκκαθάρισης). Η Καθ' ης η Αίτηση δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Η Αίτηση Εκκαθάριση εδράζεται στα άρθρα 203, 209, 210, 211 (ε), 212, 213 και 214 του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, και στους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς. Σύμφωνα με την TotalOil η Καθ' ης η Αίτηση ασχoλείτo μεταξύ άλλωv με συμβουλευτικές εργασίες και άλλα. Στις 07/05/2021, επέδωσε στην καθ' ης η Αίτηση παραδίδοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο αυτής, έγγραφη απαίτηση (statutory demand) με τηv oπoία καλoύσε αυτήν όπως εξoφλήσει τo oφειλόμεvo εκ μέρους της πoσό (ήτοι το ποσό των USD 200,000 που κατ' ισχυρισμό δάνεισε η TotalOil στην Καθ' ης η Αίτηση) καθ' ότι η TotalOil διαπίστωσε ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει αξιωματούχους και πως ο Έφορος Εταιρειών δρομολόγησε τη διαδικασία διαγραφής της από το αρχείο του. Σύμφωνα με την TotalOil η Καθ' ης η Αίτηση θα πρέπει να εκκαθαριστεί επειδή είναι αφερέγγυα καθ' ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της κατά τον χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα και δεν δραστηριοποιείται οικονομικά. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει αναστείλει τις εργασίες της για περισσότερο από ένα έτος πριν την καταχώρηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτησης (σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 211(γ) του Κεφ. 113) και προβάλλεται ότι θα πρέπει επίσης να εκκαθαριστεί επειδή τα τελευταία έτη δεν παραδίδει στον Έφορο Εταιρειών την θέσμια έκθεση (σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 211(β) του Κεφ. 113). Περαιτέρω προβάλλεται η θέση ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας (just and equitable) να εκκαθαριστεί η Καθ' ης η Αίτηση για τους ακόλουθους λόγους οι οποίοι προβάλλονται διαζευκτικά: - Η Καθ' ης η Αίτηση δόλια δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της για καταβολή ετήσιου τέλους προκαλώντας δόλια τη διαδικασία για διαγραφή της από τον Έφορο Εταιρειών (στην οποία υπέβαλε ένσταση η TotalOil) προκειμένου να αποφύγει αστικές και/ή ποινικές ευθύνες και/ή - Η Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιήθηκε δόλια ως όχημα για το ξέπλυμα χρήματος ή για την συνομολόγηση εικονικών συμβάσεων ή για την διάπραξη δόλιων ενεργειών εναντίον άλλων νομικών προσώπων και/ή - Η Καθ' ης η Αίτηση χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς παράνομους και/ή ανήθικους και/ή για δόλιους σκοπούς και/ή συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες και/ή - Εξαφανίστηκε ο λόγος δια τον οποίο συστάθηκε η Καθ' ης η Αίτηση αφού σήμερα δεν διεξάγει καμία εργασία και/ή - Η Καθ' ης η Αίτηση ήταν φούσκα και/ή - Η Καθ' ης η Αίτηση η Εταιρεία οδηγήθηκε σε τελματώδη κατάσταση, αφού σήμερα και/ή εδώ και πολλούς μήνες είναι ακέφαλη και/ή χωρίς αξιωματούχους. Η TotalOil κάνει επίσης αναφορά σε αλληλογραφία που είχαν οι δικηγόροι της με τον Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση παραθέτοντας αντίγραφα της σχετικής επιστολογραφίας που έχει ανταλλαγεί μεταξύ τους και αναφέρεται με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο της γραπτής αλληλογραφίας με τον Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση. Ειδικότερα, εξηγείται ότι ο Αιτητής στην υπό κρίση Αίτηση (και πρώην αξιωματούχος αυτής) και ενώ η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε κατά τον εν λόγω χρόνο (ήτοι στις 7/7/21) Διοικητικό Συμβούλιο ή αξιωματούχος, έστειλε εκ μέρους της επιστολή προς τους δικηγόρους της TotalOil με την οποία ζητούσε πληροφορίες σε σχέση με τις αξιώσεις της TotalOil και γινόταν αναφορά πως ο ίδιος δεν υπέγραψε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση οποιαδήποτε συμφωνία δανείου με την TotalOil και ούτε εξουσιοδότησε κάποιον εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση να υπογράψει τέτοια έγγραφα. Γίνεται περαιτέρω αναφορά στη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους του Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση ότι η επιστολή που προωθήθηκε από αυτόν δεν προωθήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση αλλά από τον ίδιο υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά και ως ο αξιωματούχος της Καθ' ης η Αίτηση κατά τον χρόνο που υπογράφηκε η συμφωνία δανείου που επικαλείται η TotalOil. Αναφέρεται επίσης από την TotalOil ότι κατόπιν σχετικού αιτήματος του Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση προωθήθηκε σε αυτόν από τους δικηγόρους της TotalOil τόσο η εξουσιοδότηση των δικηγόρων της TotalOil να ενεργούν εκ μέρους της όσο και η συμφωνία δανείου. Ακολούθως, ο Αιτητής στην υπό κρίση Αίτηση απάντησε στους δικηγόρους της TotalOil επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπέγραψε ο ίδιος την επίδικη συμφωνία δανείου, ούτε εξουσιοδότησε κάποιον να υπογράψει εκ μέρους του και πως φαίνεται ότι κάποιος πλαστογράφησε την υπογραφή του, καταγράφοντας την πρόθεση του να προωθήσει καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Σύμφωνα με την TotalOil, από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας με τον Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση, αφήνεται να νοηθεί ότι δεν ήταν σε γνώση της Καθ' ης η Αίτηση ότι αυτή δανείστηκε από την TotalOil, θέση η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την TotalOil, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσό του δανείου, σύμφωνα πάντα με την TotalOil, εμβάστηκε σε λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση. Ακολούθησε στις 19/11/2021 η καταχώριση της υπό κρίση Αίτηση από τον Μ. Κορέλλη που δεν είναι διάδικο μέρος στην Αίτηση Εκκαθάρισης, ζητώντας όπως καταστεί διάδικος. Ειδικότερα, επιδιώκεται με την υπό κρίση Αίτηση η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για τη συνένωση και/ή προσθήκη και/ή παρέμβαση του κ. Μ. Κορέλλη ως ενδιαφερόμενο μέρος και/ή αναγκαίος διάδικος και/ή φίλος του Δικαστηρίου (amicus curiae) στη διαδικασία. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: Αυτή βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 θ.1-6, 10-13, Δ.48 θ.1-7, 10-12, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, στη δικαστική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την υπό κρίση Αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Αιτητή (στο εξής ο ΜΚ και η ένορκη δήλωση Κορέλλη). Ο ΜΚ αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης: Κατά ή περί την 12.03.2019 επικοινώνησε μαζί του κάποιο τρίτο πρόσωπο για να προσφέρει μέσω του δικηγορικού του γραφείου διοικητικές εταιρικές υπηρεσίες στους πελάτες του τρίτου αυτού προσώπου, δικαιούχους της Καθ' ης η Αίτηση. Ως τελικός δικαιούχος της Καθ' ης η Αίτηση παρουσιάστηκε σε αυτόν κάποιο πρόσωπο που κατείχε ρωσικό ομοσπονδιακό διαβατήριο το οποίο κατονομάζει και το οποίο υπέγραψε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για διορισμό του δικηγορικού του γραφείου. Λέγει ο ΜΚ ότι στις 12/3/19 διορίστηκε διευθυντής και γραμματέας της Καθ' ης η Αίτηση και στις 20/8/20 παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή και γραμματέα της Καθ' ης η Αίτηση. Αναφέρει ότι τo μόνο έγγραφο που υπέγραψε για την Καθ' ης η Αίτηση κατά τη θητεία μου ως διευθυντής ήταν ένα πληρεξούσιο έγγραφο προς τον τελικό δικαιούχο της Εταιρείας για να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό σε τράπεζα στη Ρωσία στον οποίο δεν είχε γνώση ή πρόσβαση. Όταν περιήλθε στη γνώση του η συμφωνία δανείου μεταξύ της TotalOil και της Καθ' ης η Αίτηση αποτάθηκε στον τελικό δικαιούχο ζητώντας εξηγήσεις και ο οποίος εν τέλει δήλωσε πλήρη άγνοια. Του αποκάλυψε επίσης ότι η Καθ' ης η Αίτηση διοικείτο από άλλα πρόσωπα. Όταν ο ΜΚ αντιλήφθηκε τα πιο πάνω, στις 21/09/2021 καταχώρισε γραπτό παράπονο στα γραφεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας του Τμήματος Ανίχνευσης Εγκλημάτων. Ο ΜΚ αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση προκάλεσε τη διαγραφή της Καθ' ης η Αίτηση από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών αλλά ούτε προσπαθεί να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη αλλά αντιθέτως παραιτήθηκε μόλις ο τελικός δικαιούχος αρνείτο να στείλει τα απαραίτητα στοιχεία για να μπορεί να ενεργεί ως διοικητικός σύμβουλος. Λέγει ότι ο σκοπός παρέμβασης και/ή προσθήκης του ως διαδίκου είναι αποκλειστικά για να αναφέρει τα πιο πάνω γεγονότα και λέγει ότι η συμμετοχή του είναι απαραίτητη για να αποφασιστούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα και επίδικα στην Αίτηση Εκκαθάρισης θέματα. Επιπλέον, θεωρεί, όπως ο ίδιος αναφέρει, ότι εάν δεν του δοθεί το δικαίωμα να παρέμβει και να ακουστεί, θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά του δικαιώματα σε μεταγενέστερο στάδιο εάν όντως εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης επί των ισχυρισμών και λόγων που η TotalOil προβάλλει. Η TotalOil φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισε στις 2/2/2022 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 12 λόγους ένστασης (στο εξής η Ένσταση). Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. - ο Αιτητής δεν είναι αναγκαίος διάδικος ούτε θα επηρεαστούν τα νομικά ή οικονομικά συμφέροντα του από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. - Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να παρέμβει και/ή δεν έχει το απαραίτητο locus standi. - Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή αβάσιμη. - Τα όσα επιθυμεί ο Αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου (μέσω της παρέμβασης του) δεν αποτελούν και/ή δεν θα αποτελέσουν επίδικα θέματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. - Δεν δικαιολογείται να επιτραπεί στον Αιτητή να ακουστεί ως δήθεν φίλος του Δικαστηρίου. H νομική βάση της Ένστασης παρατίθεται αυτολεξεί: Αυτή βασίζεται επί της ίδιας νομικής βάσης με αυτή της υπό κρίση ενδιάμεση Αίτησης και συγκεκριμένα στο άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με τον Ν. 118/61, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 2,4,5 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9 καν.10 και Δ.48 καν. 1,2,3,4,5,7,8

(4)και 9, την σχετική νομολογία και τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της κας Μ. Χρυσάνθου, δικηγορικού υπαλλήλου στο γραφείο που εκπροσωπεί την TotalOil (στο εξής η ΜΧ και η Ένορκη Δήλωση Χρυσάνθου). Στην Ένορκη Δήλωση Χρυσάνθου επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Η ΜΧ επισημαίνει ότι κατά την ακρόαση της Αίτησης Εκκαθάρισης δεν υπάρχει περίπτωση το Δικαστήριο να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με αστικές, ποινικές ή άλλες ευθύνες του Αιτητή στην υπό κρίση Αίτηση, ούτε αυτές οι ευθύνες (εάν υπάρχουν, κάτι το οποίο θα ερευνηθεί από τον εκκαθαριστή της TotalOil, εάν πετύχει η Αίτηση Εκκαθάρισης) θα αποτελέσουν επίδικο θέμα στην Αίτηση Εκκαθάρισης. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με την ΜΧ, θα εξετάσει εάν με τους ισχυρισμούς που προωθεί η TotalOil ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 211 και 212 του Περί Εταιρειών Νόμου και θα εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση του νομοθετικού τεκμηρίου περί ανικανότητας της Καθ' ης η Αίτηση να εξοφλήσει τις οφειλές της ώστε η εκκαθάριση της να είναι πλέον, σύμφωνα με την ΜΧ, μονόδρομος για το Δικαστήριο. Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση, προνοεί, καθ' όση έκταση ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «.The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added.». Στην Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, 1218 αναφέρεται ότι: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». Στην Mepa Manag. Ltd. κ.ά. ν Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772, 779 αναφέρεται απόσπασμα από την Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 (σε μετάφραση): «... οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από τη διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία». Περαιτέρω, στην Mepa (ανωτέρω) επισημαίνεται ότι η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος. Στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All ER 328, ο Lord Denning υιοθέτησε το σκεπτικό του Λόρδου Esher στην υπόθεση Byrne v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι (σε μετάφραση): «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τσέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το Δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να αποφασιστούν αποτελεσματικά και πλήρως ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch.3, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους, δηλαδή να προσθέσει, να διαγράψει ή να αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όπου το κρίνει αναγκαίο για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων.[1] Σε περίπτωση αιτήματος προσθήκης διαδίκου εκείνο που πρωτίστως εξετάζεται είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος διάδικος είναι αναγκαίος διάδικος. Η κάθε αίτηση εξετάζεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η απόφανση ως προς το εάν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα.[2] Η συνένωση συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία η οποία επιδιώκεται, καθώς και τη θεραπεία η οποία μπορεί να χορηγηθεί.[3] Τυχόν προσθήκη διαδίκου του οποίου, δεν πρόκειται να επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή οικονομικά συμφέροντα θα παραβίαζε τον γενικό κανόνα ότι κανένας άλλος εκτός από τους διαδίκους δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία.[4] Το βάρος της απόδειξης αναφορικά με τον άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του αιτητή, το φέρει ο ίδιος ο αιτητής.[5] Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[7] Έχοντας κατά νου ότι η απόφανση του Δικαστηρίου ως προς το εάν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη με τα επίδικα θέματα της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας επιδιώκεται μία τέτοια παρέμβαση κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ στην έννοια των επίμαχων διατάξεων στις οποίες στηρίζεται η Αίτηση Εκκαθάρισης όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε νομολογιακά έτσι ώστε να καταστεί σαφές τι είναι αυτό που το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης. Τα άρθρα 211 και 212 στα οποία βασίζεται η Αίτηση Εκκαθάρισης έτυχαν ανάλυσης στην υπόθεση G.I.P. Construction Ltd. v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 15, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα άρθρα 211 και 212 του δικού μας Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού. Στην Αγγλία η έννοια των διατάξεων αυτών έχει φωτισθεί από νομολογία. Σύμφωνα με την αγγλική προσέγγιση, η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει την γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του 212 (α) και 212(β) είναι η εξής. Στις εξειδικευμένες περιπτώσεις, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται δηλαδή το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Μ. Μouletaris Machinery Co. Ltd. v. Ζήνωνος
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1649 επιβεβαιώθηκαν τα όσα νομολογήθηκαν στην G.I.P. Constructions Ltd (ανωτέρω) και κρίθηκε ότι η εν λόγω υπόθεση ορθά αναλύει ορθά τον Νόμο και τη νομολογία. Πρόσθετα λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1651 από τον Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε: «Δέχθηκε βεβαίως, και πολύ ορθά πως, στην περίπτωση που αποδεικνύονται τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια, και διατάσσει τη διάλυση της εταιρείας, ενώ αν ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια ευχέρεια.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Δημήτρης Αυξέντιου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λίμιτεδ ν. Hellenic Bank Public Company Limited, Πολιτικη Έφεση Αρ. 368/2009, 20/11/2014 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «. Η απόδειξη της προϋπόθεσης της παραγράφου (α) του άρθρου 212 είναι αρκετή να επιφέρει την εκκαθάριση της εταιρείας θεωρούμενης ανίκανης να πληρώσει τα χρέη της, χωρίς να αποκλείεται η προσκόμιση και άλλης μαρτυρίας που να αποδεικνύει την ανικανότητα αυτή. Με την ικανοποίηση του άρθρου 212 (α), η εταιρεία φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δεν «αμέλησε» να πληρώσει την απαίτηση του πιστωτή διότι έχει κατά τα άλλα μια ουσιώδη και εύλογη υπεράσπιση, όπως ότι εξόφλησε την γενικότερη οφειλή.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπό εξέταση περίπτωση, δικογραφικά γίνεται επίκληση των εξειδικευμένων περιπτώσεων του άρθρου 212 (και συγκεκριμένα των παραγράφων (α) και (γ)), όπου, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που αυτές θέτουν, εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης αδυναμίας πληρωμής χρεών όσο παράλληλα και άλλων περιπτώσεων κατά τις οποίες σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 μία εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο, και ειδικότερα, των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 211 (β)[8] και (γ).[9] Φαίνεται επίσης να γίνεται και διαζευκτική επίκληση του άρθρου 211 (στ) του Περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) το οποίο προνοεί ότι εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία. Το πότε είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να τεθεί μία εταιρεία υπό εκκαθάριση δεν καθορίζεται με άκαμπτα κριτήρια ούτε μπορεί να γίνει εξαντλητική απαρίθμηση των περιπτώσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτό το αποτέλεσμα. Στο Σύγγραμμα Palmer's Company Law, 22ed., Vol. 1, σελ. 887- 889 γίνεται μία επισκόπηση της νομολογίας και αναφέρονται διάφορες περιπτώσεις όπου εταιρείες τέθηκαν υπό εκκαθάριση σε αυτή τη βάση. Αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «It has sometimes been suggested that there is an exhaustive list of situations that may fall within the scope of the ''just and equitable'' clause, but it now seems that, although such classification may be convenient for purposes of presentation, the words ''just and equitable'' require a more flexible interpretation. In the words of Lord Wilberforce: ''Illustrations may be used, but general words should remain general and not be reduced to the sum of particular instances.'' By way of illustration under this clause winding-up orders have been made on the grounds: that the substratum of the company was gone. The substratum is held to be gone when the main object for which the company was formed has become impracticable. that the company was a ''bubble''; that the company was formed for the purposes of fraud; that full investigation was necessary; that there was a complete deadlock; that the articles provided for a winding up in the event which had happened; that one of the principal shareholders refused to produce accounts or balance sheets or to pay dividends, he having a majority of the voting power; that the petitioner was excluded from all participation in the business; that, in the case if a small private company, the company was in substance a partnership and the facts would justify the dissolution of a partnership.'' Έχοντας κατά νου τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα της Αίτησης Εκκαθάρισης καθώς και τις αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τίθεται ζήτημα άμεσου επηρεασμού των νομικών δικαιωμάτων ή των οικονομικών συμφερόντων του Αιτητή στο πλαίσιο της Αίτησης Εκκαθάρισης, με τρόπο ώστε αυτός να καθίσταται αναγκαίος διάδικος. Η αναφορά του ότι θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά του δικαιώματα σε μεταγενέστερο στάδιο εάν όντως εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης επί των λόγων που προβάλλει η TotalOil υπήρξε γενική, αόριστη και χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση. Δεν έχει καταδειχθεί και ούτε διαφαίνεται υπό το φως των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με ποιο τρόπο θα επηρεαστεί ο Αιτητής από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση. Στην πραγματικότητα, τα όσα επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής (όπως για παράδειγμα τη θέση του ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του επί της Συμφωνίας Δανείου μεταξύ της TotalOil και της Καθ' ης η Αίτηση ή ότι ο ίδιος δεν εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει τη συμφωνία), βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου αφού η πλευρά της TotalOil παρέθεσε λεπτομερώς τις θέσεις και επιχειρήματα του Αιτητή παρουσιάζοντας μάλιστα και αντίγραφα της επιστολογραφίας που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ τους. Πέραν όμως και ανεξάρτητα από αυτό, είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι πρόκειται για θέσεις και ισχυρισμούς που δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τα οποία ουδόλως θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικώς επί των θεμάτων που εγείρονται στην Αίτηση Εκκαθάρισης. Οι όποιες ενέργειες του Αιτητή κατά τη διάρκεια της θητείας του ως διευθυντής και γραμματέας της Καθ' ης η Αίτησης και η όποια συμμόρφωση του ή μη με τις όποιες ευθύνες ή υποχρεώσεις του στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του ως διευθυντής και γραμματέας της Καθ' ης η Αίτηση δεν ενδιαφέρουν, ούτε θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης. Ο ίδιος μάλιστα, όπως ευθαρσώς δηλώνεται μέσω των συνηγόρων του στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του, εάν του επιτραπεί να παρέμβει, δεν προτίθεται να ενστεί στην έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης παρά μόνο επιθυμεί να καταχωρίσει μία ένορκη δήλωση στην οποία να θέτει ουσιαστικά τη δική του εκδοχή σε σχέση με το τι διαμείφθηκε από την ημέρα που διορίστηκε διευθυντής και γραμματέας της καθ' ης η Αίτηση μέχρι και την παραίτηση του σε μία προσπάθεια ουσιαστικά να επισημάνει ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε μεμπτή ενέργεια αλλά αντιθέτως παραιτήθηκε μόλις ο τελικός δικαιούχος αρνείτο να αποστείλει τα απαραίτητα στοιχεία για να μπορεί να ενεργεί ως διοικητικός σύμβουλος και μόλις αντιλήφθηκε ότι η υπογραφή του είχε πλαστογραφηθεί. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν είναι σχετικά με την εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και ουδόλως θα βοηθήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της Αίτησης Εκκαθάρισης. Το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι μη αναγκαίος διάδικος επιβεβαιώνεται στην πραγματικότητα και από το ίδιο το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του Αιτητή. Ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του Αιτητή, εντοπίζεται το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: «Σκοπός του Αιτητή δεν είναι να εμποδίσει την εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση ή να επιχειρηματολογήσει προς απόρριψη αυτής. Η μαρτυρία και ο ρόλος του εάν του επιτραπεί να παρέμβει θα είναι πολύ συγκεκριμένος και οριοθετημένος με την καταχώριση απλά μίας ενόρκου δηλώσεως. Σκοπός του είναι να θέσει τα πραγματικά γεγονότα προς πλήρη και αποτελεσματική επίλυσης της αίτησης προς αποφυγή ευρημάτων από μέρους του Δικαστηρίου που αργότερα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του. Εάν η εκκαθάριση δικαιολογείται και αποδεικνύεται από τη μαρτυρία της TotalOil, τότε το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αυτή.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Γεννάται βεβαίως το εξής ερώτημα: Αφού ο Αιτητής δεν επιθυμεί να επιχειρηματολογήσει ή θέσει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της απόρριψης της Αίτησης Εκκαθάρισης δηλώνοντας μάλιστα ότι εάν η εκκαθάριση δικαιολογείται και αποδεικνύεται από την μαρτυρία της TotalOil τότε το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αυτή, σε τι θα χρησιμεύσει η μαρτυρία του Αιτητή; Δεν ισχυρίζεται καν ότι η δική του μαρτυρία είναι απαραίτητη προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετα, αποδέχεται ότι το Δικαστήριο θα ανατρέξει στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Αιτήτριας προκειμένου να καταλήξει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η εκκαθάριση της Καθ' ης η Αίτηση. Το Δικαστήριο, θα εξετάσει κατά πόσο η TotalOil, έχει επιδώσει, ως ισχυρίζεται, απαίτηση πληρωμής στην Καθ' ης η Αίτηση καλώντας την να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο έχει δημιουργηθεί εν προκειμένω το νομοθετικό τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση και ακολούθως, σε μία τέτοια περίπτωση, θα κληθεί να εξετάσει κατά πόσο η Καθ' ης η Αίτηση (η οποία δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία) απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της ότι υπάρχει εν προκειμένω ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Δεν συμφωνώ με τη θέση που προβάλλεται εκ μέρους των συνηγόρων του Αιτητή στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν η συμφωνία δανείου έχει υπογραφεί από τον Αιτητή. Αυτό ουδόλως σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της Αίτησης Εκκαθάρισης. Περαιτέρω, τα όσα επιθυμεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ο Αιτητής δεν σχετίζονται ούτε θα βοηθήσουν το Δικαστήριο να εξετάσει, εάν βεβαίως τούτο καταστεί αναγκαίο, τη διαζευκτική βάση της Αίτησης Εκκαθάρισης, ήτοι, το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να εκκαθαριστεί η Καθ' ης η Αίτηση. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί τη μαρτυρία της TotalOil που τέθηκε προς υποστήριξη της διαζευκτικής αυτής βάσης της Αίτησης Εκκαθάρισης, τότε και πάλι δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε επηρεασμός των δικαιωμάτων του Αιτητή και ενδεικτικό τούτου είναι η γενικότητα και η αοριστία με την οποία τέθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτηση ο κατ' ισχυρισμό επηρεασμός του Αιτητή. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν θα μπορούσε να προστεθεί ούτε ως φίλος του Δικαστηρίου. Οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνεται ένα τέτοιο αίτημα τέθηκαν αρχικά στην υπόθεση Theodosiadou and Others v. The Republic of Cyprus
(1985)3 C.L.R. 178 και υιοθετήθηκαν αργότερα στην υπόθεση Preece v. Εστία Ανώνυμη Ασφαλιστική & Ανταασφαλιστική Εταιρεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 695. Όπως αναφέρεται, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ακούει πρόσωπο ως amicus curiae δεν είναι υποκατάστατο της συνένωσης στη διαδικασία. Ειδικά στην περίπτωση του Γενικού Εισαγγελέα, του αναγνωρίζεται η δυνατότητα να εκφέρει απόψεις από την απρόσωπη θέση του για θέματα δικαίου για τα οποία υπάρχει δημόσιο ενδιαφέρον ή έχουν ιδιαίτερη σημασία για το κοινό (Βλ. Katharina v. Ευθυμίου
(1998)2 Α.Α.Δ. 78). Στην υπόθεση Preece v. "Εστία"Ανώνυμος Ασφαλιστική
(1990)1 Α.Α.Δ. 695 όπου λέχθηκε ότι: «... οι αρχές που προκύπτουν από την εξέταση της άσκησης της δικαιοδοσίας να ακούεται ένας ως φίλος του Δικαστηρίου - amicus curiae - είναι σε συντομία οι ακόλουθες:- (α) Κανένας άλλος, εκτός από διάδικο, δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία. (β) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να ακούει πρόσωπο που δεν είναι διάδικος, ενεργώντας αυτεπάγγελτα, ή μετά από αίτηση του προσώπου αυτού. (γ) Η δικαιοδοσία αυτή δεν είναι υποκατάστατο της συνένωσης, ούτε της παρέμβασης στη διαδικασία. Πρωταρχικός σκοπός της είναι η παροχή ευκαιρίας σε πρόσωπο που δεν έχει συμφέρον να δώσει ευθεία κατεύθυνση στη διαδικασία, ή, στην περίπτωση του Γενικού Εισαγγελέα, να εκφέρει απόψεις από την απρόσωπη θέση του ευρύτερου κοινού. Πρόσωπο με άμεσο συμφέρον στο αποτέλεσμα της επίδικης διαφοράς δεν μπορεί να ακουσθεί ως amicus curiae. (δ) Κάποτε πρόσωπα με άμεσο συμφέρον στην επίδικη διαφορά που συνήθως θα εδικαιούντο να συνενωθούν ως διάδικοι, αλλά δεν έχουν θεσμοθετημένο δικαίωμα εκπροσώπησης, καλούνται να ακουσθούν ως amicus curiae, όπως έγινε στην περίπτωση του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Οι εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις δικαιολογούνται από την εγγενή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιόν του διαδικασία, όταν δεν υπάρχει διαδικαστικός κανόνας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας του Δικαστηρίου να διασφαλίζει δικαίωμα εκπροσώπησης σε οποιοδήποτε έχει άμεσο συμφέρον σε επίδικη διαφορά. Οι πιο πάνω αρχές συμπληρώνονται με το ακόλουθο πρόσθεμα. Σε καμμιά δημοσιευμένη υπόθεση δεν ακούστηκε οποιοσδήποτε ως amicus curiae για θέμα που αφορούσε τη συμπεριφορά διάδικου στη διαδικασία.» Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, καθίσταται σαφές ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι η κατάλληλη για να επιτραπεί στον Αιτητή να συμμετέχει στη διαδικασία ως amicus curiae. Οι λόγοι που επικαλείται, η ιδιότητα του αλλά και η ίδια η φύση της παρούσας διαδικασίας δεν επιτρέπουν ούτε δικαιολογούν την κατ' εξαίρεση αυτού του προνομίου το οποίο άπτεται του δημοσίου συμφέροντος. Για όλους τους λόγους οι οποίοι αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει πως δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Αιτητής είναι αναγκαίος διάδικος στην παρούσα διαδικασία, ότι υφίσταται άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων του και ότι η μη συμπερίληψη του καθιστά αδύνατη την αποτελεσματική εξέταση της διαδικασίας. Επομένως, δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της εν λόγω Αίτησης. Συνακόλουθα, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 345,. Van Gelder, Aspimon &Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 ChD374, Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. Mcllwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772), Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372). [2] General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Χρίστου Μηνά
(2003)1 Γ Α.Α.Δ. 1818, Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372, Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906, Χ'' Δαυίδ ν. Χ'' Δαυίδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ.1176, Αντωνίου Σοφιανού ν. MINAS MAKRIS DEVELOPERS LTD κ.ά., Π.Ε. υπ'αρ.378/2008, ημερ.23.9.2011. [3] Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, 1045 και 1046 [4] Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ν. Απόστολου Γεωργίου (Αρ.1)
(2007)1Β Α.Α.Δ.1213. [5] Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Indusrty Ltd
(1983)1 CLR 178, Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co.Ltd et al.
(2000)1B A.A.Δ. 1335, Royal Bank of Scotland N.V. (Πρώην ABN AMPO BANK N.V.) v. Του Πλοίου «KALIA», αγωγή Ναυτοδικείου υπ'αρ.14/2011 ημερ.20.7.2012, Hellenic Bank Ltd v. Kosma and another
(1984)1 C.L.R. 53. [6] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Κώστουλος και Σία Λτδ ν. Δημοκρατίας, Α.Ε.98/19, 1.2.2021 και Παύλου ν. Ευθυμίου, ECLI:CY:AD:2021:A269, Πολ.΄Εφ. 33/2014, 23.6.2021), ECLI:CY:AD:2021:A
  1. [7] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [8] Το άρθρο 211(β) προνοεί τα ακόλουθα:
  2. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (β) γίνεται παράλειψη της παράδοσης στον έφορο εταιρειών της θέσμιας έκθεσης ή της σύγκλησης θέσμιας συνέλευσης· [9] Το άρθρο 211(γ) προνοεί τα ακόλουθα:
  3. Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν- (γ) η εταιρεία δεν αρχίζει τις εργασίες της μέσα σε ένα έτος από τη σύσταση της ή αναστέλλει τις εργασίες της για ένα ολόκληρο έτος· cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.