← Κύπρος

A & A Kriticos Estates Limited ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 575/2021, 4/7/2022

A & A Kriticos Estates Limited ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 575/2021, 4/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 575/2021 Μεταξύ: A & A Kriticos Estates Limited Ενάγοντες και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 12/4/21 για παρέμβαση και προσθήκη εναγομένου Ημερομηνία: 4 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Προτιθέμενη Διάδικο: κ. Π. Πανάγος μαζί με κα Tζ. Μαλτέζου για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ. Π. Λιβέρας Δ. Π. Λιβέρας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 8/02/2021 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο. Αξιώνεται εναντίον του Εναγόμενου η επιδίκαση διάφορων ποσών τα οποία συνιστούν σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων απλήρωτα ενοίκια σε σχέση με τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου. Αξιώνεται επίσης η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες και/ή νόμιμοι δικαιούχοι για να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου και νόμιμοι δικαιούχοι του 25% του συνολικού ποσού του ενοικίου των τεσσάρων ορόφων του επίδικου κτιρίου. Στις 8/3/21 καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων με την οποία αξιώνεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος που να διατάσσει την/τον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως μη πληρώνει σε οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο από 01/03/2021 ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, το ενοίκιο του 11ου ορόφου στο επίδικο κτίριο μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής (στο εξής η Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος). Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος τόσο στους Εναγόμενους όσο και σε άλλα πρόσωπα που έκρινε από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του ότι θα έπρεπε να λάβουν γνώση της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, ήτοι την Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την Diagoras Centre Point Ltd (Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση) και την Lois Builders Ltd. Ακολούθησε στις 12/4/21 η καταχώριση της υπό κρίση Αίτηση από την Diagoras Centre Point Ltd μέσω του Παραλήπτη/Διαχειριστή της κ. Π. Ι. που δεν είναι διάδικο μέρος στην αγωγή, εξαιτούμενη όπως καταστεί διάδικος - εναγόμενη και όπως της επιτραπεί να καταχωρίσει ένσταση στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Την ίδια μέρα, εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (υπό την παρούσα σύνθεση) οι συνήγοροι των Εναγόντων, των Εναγομένων καθώς και της Diagoras Centre Point Ltd και της Lois Builders Ltd. Σε ότι αφορά την Lois Builders Ltd, έγινε κοινή δήλωση από μέρους των συνηγόρων της και των συνηγόρων των Εναγόντων ότι τα δικαιώματα της Lois Builders Ltd σε σχέση με την είσπραξη από την ίδια των δικών της ενοικίων σε σχέση με το επίδικο κτίριο θα παραμείνουν ανεπηρέαστα με τρόπο ώστε τυχόν έκδοση διατάγματος στο πλαίσιο της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος να μην επηρεάζει την είσπραξη ενοικίων από την Lois Builders Ltd. Υπό το φως αυτής της δήλωσης, οι συνήγοροι της Lois Builders Ltd ακολούθως δήλωσαν ότι δεν θα λάβουν μέρος στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Με την υπό κρίση Αίτηση, επιδιώκεται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η συνένωση ή/και προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγόμενης 2 στην αγωγή υπ' αριθμό 575/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ως άμεσα ενδιαφερόμενο ή/και επηρεαζόμενο πρόσωπο ή/και ως αναγκαία διάδικο ή/και ως πρόσωπο η παρουσία του οποίου στη διαδικασία είναι αναγκαία, ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφασίσει τα ενώπιον του επίδικα θέματα πλήρως και αποτελεσματικά. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται στην Αιτήτρια άδεια να παρέμβει στη διαδικασία και να καταχωρήσει ένσταση στη μονομερή αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 08/03/2021, ως άμεσα ενδιαφερόμενο ή/και επηρεαζόμενο πρόσωπο. Γ. Διάταγμα ή οδηγίες του Δικαστηρίου για αναβολή ή αναστολή της εκδίκασης της μονομερής αίτησης των Εναγόντων ημερ. 08/03/2021, μέχρις ότου το Δικαστήριο επιληφθεί της παρούσας αίτησης ή/και μέχρι την εκδίκασή της. Δ. Οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς την περαιτέρω διαδικασία σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα ως άνω αιτούμενα διατάγματα Α - Γ. Για να γίνει κατανοητή η βάση στην οποία ζητείται η προσθήκη της Αιτήτριας, θα πρέπει πρώτα να γίνει μια συνοπτική αναφορά στη φύση της απαίτησης των Εναγόντων όπως αυτή πηγάζει μέσα από την έκθεση απαίτησης και όπως αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνεται στο πλαίσιο της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Προς τούτο, προχωρώ στη συνέχεια να παραθέσω συνοπτικά τις θέσεις των Εναγόντων όπως αυτές προωθήθηκαν τόσο δικογραφικά όσο και προς υποστήριξη της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Σύμφωνα με τη θέση που προβάλλεται εκ μέρους των Εναγόντων, αυτοί ήταν ιδιοκτήτες και/ή νόμιμοι δικαιούχοι να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου. Το επίδικο κτίριο ανεγέρθη κατά το μεγαλύτερο μέρος του από την Diagoras Centre Point Ltd (δηλαδή την Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση) περί το έτος 2009 και στη συνέχεια η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση πώλησε μέρος του στην Lois Builders Ltd η οποία συμπλήρωσε την κατασκευή του επίδικου κτιρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τους Ενάγοντες, μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί τίτλοι ιδιοκτησίας για το επίδικο κτίριο. Συνιδιοκτήτες των οικοπέδων επί των οποίων ανεγέρθηκε το επίδικο κτίριο είναι, σύμφωνα πάντα με τους Ενάγοντες, η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση και η Lois Builders Ltd (σε μερίδια 657/1000 και 343/1000 αντίστοιχα). Με δύο τριμερή Ενοικιαστήρια Έγγραφα ημερομηνίας 31/01/2013 μεταξύ της Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση (Diagoras Centre Point Ltd), της Lois Builders Ltd και της Αρχιπρωτοκολλητού του Ανωτάτου Δικαστηρίου για λογαριασμό του Οικογενειακού Δικαστηρίου και Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, ενοικιάστηκαν μέρος του ένατου, ο δέκατος και ο ενδέκατος όροφος του επίδικου κτιρίου για στέγαση από τα εν λόγω Δικαστήρια. Με βάση τα δύο Ενοικιαστήρια Έγγραφα η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση (Diagoras Centre Point Ltd) από 1/03/2013 που ξεκίνησε η ενοικίαση λάμβανε το 65% των συμφωνημένων ενοικίων από έκαστο Δικαστήριο και η Lois Builders Ltd λάμβανε το 35% των συμφωνημένων ενοικίων από έκαστο Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ των ιδιοκτητών. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι με έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 01/10/2019 η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση (Diagoras Centre Point Ltd) πώλησε τον ενδέκατο όροφο του επίδικου κτιρίου στους Ενάγοντες. Επειδή, σύμφωνα με τους Ενάγοντες αυτοί κατέστησαν ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι της εκμετάλλευσης του ενδέκατου ορόφου, οι Ενάγοντες, η Diagoras Centre Point Ltd και η Lois Builders Ltd με επιστολή τους ημερομηνίας 10/2/2020 απευθυνόμενη προς τα δύο Δικαστήρια ενημέρωσαν ότι από την εν λόγω ημερομηνία το 25% του συνολικού ενοικίου των 4 ενοικιασμένων ορόφων θα καταβαλλόταν απευθείας στους Ενάγοντες. Το 25% οφείλετο στο ότι ο ενδέκατος όροφος, αποτελούσε, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, το ¼ του ενοικιαζόμενου χώρου. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες αυτοί, για την περίοδο από 1/3/2020 μέχρι 31/8/2020 έλαβαν διάφορα ποσά από τα δύο Δικαστήρια. Ακολούθως, παρέμειναν απλήρωτα τα τιμολόγια που απέστειλαν οι Ενάγοντες για την πληρωμή των ενοικίων για την περίοδο από 01/09/2020 μέχρι 30/11/2020, ενόψει των ακόλουθων γεγονότων ως αυτά προβάλλονται από τους Ενάγοντες: Στις 30/07/2020 η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση (Diagoras Centre Point Ltd) τέθηκε υπό καθεστώς διαχείρισης από την Gordian Holdings Limited που είναι πιστωτές της. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, οι μέτοχοι των Εναγόντων είναι οι δύο θυγατέρες του διευθυντή των Εναγόντων και ομνύοντα τόσο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος όσο και την ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση και μοναδική μέτοχος της Diagoras Centre Point Ltd (Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση) είναι η μία εκ των δύο μετόχων των Εναγόντων. Μετά τον διορισμό Παραλήπτη - Διαχειριστή στην Diagoras Centre Point Ltd έλαβε χώρα σειρά αλληλογραφίας μεταξύ των Εναγόντων και των Πρωτοκολλητών του Οικογενειακού Δικαστηρίου και Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στο πλαίσιο της οποίας οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής της Diagoras Centre Point Ltd ήγειρε ισχυρισμούς ότι το Αγοραπωλητήριο έγγραφο για τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου που φαίνεται να συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων και της Diagoras Centre Point Ltd (Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση) είναι άκυρο ή εικονικό και ότι αυτός δεν επιθυμεί να πληρώνεται στους Ενάγοντες ενοίκιο για τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου. Στη συνέχεια, οι Πρωτοκολλητές των εν λόγω Δικαστηρίων ενημέρωσαν τους Ενάγοντες ότι στο εξής θα πληρώνουν τα ενοίκια και των δύο Δικαστηρίων μόνο στους αρχικούς ιδιοκτήτες των ορόφων του επίδικου κτιρίου, ήτοι την Diagoras Centre Point Ltd (Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση) και την Lois Builders Ltd, σύμφωνα με γνωμάτευση που έλαβαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ήταν λοιπόν υπό τις περιστάσεις που συνοψίσθηκαν πιο πάνω που έλαβε χώρα η καταχώριση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής καθώς και της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος εκ μέρους των Εναγόντων. Επανέρχομαι τώρα στην υπό κρίση Αίτηση. Η νομική βάση της αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με τον Ν.118/61, στα άρθρα 29

(1)(γ), 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.9 καν. 4, 10 και 11, Δ.39, Δ.48 καν. 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8
(4)και 9, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 στην Νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου (common law) και της επιείκειας (equity), στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και τις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την υπό κρίση Αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του Παραλήπτη - Διαχειριστή της Αιτήτριας, κ. Π. Ιωαννίδη (στο εξής ο ΠΙ και η ένορκη δήλωση ΠΙ). Ο ΠΙ αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης: Την 30η Ιουλίου 2020 διορίστηκε από την Gordian Holdings Limited Παραλήπτης - Διαχειριστής ολόκληρης της περιουσίας της Αιτήτριας, κινητής και ακίνητης, καθώς και της φήμης και πελατείας της, δυνάμει των όρων Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του εντόπισε δύο πωλητήρια έγγραφα. Το πρώτο ημερομηνίας 20/07/2001 αφορά σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία πώλησης μεταξύ της Αιτήτριας και του κ. Μ. Κ. (διευθυντή της Αιτήτριας και των Εναγόντων και ομνύοντα τόσο στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος όσο και στην ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση) (στο εξής ο ΜΚ), για πώληση στον ίδιο του εστιατορίου που στεγάζεται στο ισόγειο, το μεσοπάτωμα και πρώτο όροφο του επίδικου κτιρίου (στο εξής η Συμφωνία του 2001). Περαιτέρω, διαπίστωσε ότι στις 25/05/2009, ο ΜΚ εκχώρησε στις θυγατέρες του (μετόχους των Εναγόντων) όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη Συμφωνία του 2001 (στο εξής η Συμφωνία Εκχώρησης). Το δεύτερο πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 01/10/2019, αφορά σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία πώλησης μεταξύ της Αιτήτριας και των Εναγόντων του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου (στο εξής η Συμφωνία του 2019). Ο ΠΙ έλαβε επίσης γνώση των δύο ενοικιαστηρίων εγγράφων ημερομηνίας 31/01/201 μεταξύ της Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση, της Lois Builders και του Οικογενειακού Δικαστηρίου δια της Αρχιπρωτοκολλητού του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου και μεταξύ της Αιτήτριας στην υπό κρίση Αίτηση, της Lois Builders και του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δια της Αρχιπρωτοκολλητού του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου. Σύμφωνα με τον ΠΙ, κατόπιν μελέτης όλων των εγγράφων που περιήλθαν στην κατοχή του, των οικονομικών καταστάσεων και τραπεζικών λογαριασμών της Αιτήτριας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι και οι τρεις πιο πάνω συμφωνίες είναι εξ υπαρχής άκυρες και αποτελούν προϊόν δόλου ή/και απότοκο διάπραξης αριθμού αστικών αδικημάτων εναντίον τόσο της Αιτήτριας όσο και της Gordian. Λέγει επίσης ότι ακόμη και αν έχει λάθος επί του ευρήματος του περί εξ υπαρχής ακυρότητας των συμφωνιών, αυτός, ενεργώντας, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, εντός του πλαισίου των εξουσιών του αλλά και, μεταξύ άλλων, λόγω ουσιωδών, σύμφωνα με τον ίδιο, παραβάσεων των εν λόγω συμφωνιών τόσο από τον ΜΚ όσο και από τους Ενάγοντες, έχει προβεί στον τερματισμό τους. Υπό αυτές τις περιστάσεις, οι Ενάγοντες, κατά τη θέση του, δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επίδικου κτιρίου ή οποιουδήποτε μέρους του, με αποτέλεσμα να στερούνται εννόμου συμφέροντος ή/και δικαιώματος να εγείρουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και την Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Στην ένορκη δήλωση ΠΙ παρατίθεται σωρεία γεγονότων τα οποία σύμφωνα πάντα με τον ΠΙ υποστηρίζουν και επιβεβαιώνουν το πιο πάνω συμπέρασμα του. Ο ΠΙ υποστηρίζει ότι ενόψει του Αιτητικού Ε στην αγωγή (αναγνώριση των Εναγόντων ως ιδιοκτητών και/ή νόμιμων δικαιούχων του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου) αλλά και των απαιτήσεων των Εναγόντων για καταβολή ενοικίων επί των οποίων οι Ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με τον ΠΙ, ουδέν δικαίωμα έχουν, θα πρέπει να εγκριθεί η υπό κρίση Αίτηση καθότι, σύμφωνα με τον ΠΙ, τόσο οι αξιώσεις στην αγωγή, όσο και η Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος επηρεάζουν άμεσα την Αιτήτρια, περιορίζουν τα οικονομικά και νόμιμα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας προς είσπραξη των ενοικίων στα οποία δικαιούται και αποσκοπούν στην αποστέρηση από την Αιτήτρια του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και απόλαυσης της, ήτοι του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου, χωρίς η ίδια να ακουστεί. Σύμφωνα με τον ΠΙ, η Αιτήτρια, είναι αναγκαία διάδικος προκειμένου να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και της αγωγής. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση φέρουν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισαν στις 29/6/2021 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 12 λόγους ένστασης (στο εξής η Ένσταση). Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη. - Οι ενάγοντες δεν έχουν απαίτηση εναντίον των Αιτητών και συνεπώς δεν επιθυμούν να συνενωθούν οι Αιτητές ως εναγόμενοι. - Ο εναγόμενος υποστηρίζει τις θέσεις των Αιτητών, και συνεπώς ο Παραλήπτης - Διαχειριστής των Αιτητών δύναται να δώσει μαρτυρία για τους Αιτητές αναφορικά με τις θέσεις του αν το επιθυμεί. - Ο Παραλήπτης/Διαχειριστής των Αιτητών δύναται να καταχωρήσει αγωγή εναντίον των Εναγόντων προς υποστήριξη των θέσεων του αν το επιθυμεί χωρίς να παρέμβει στη παρούσα διαδικασία. - Η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική καθότι οι Αιτητές σκοπεύουν να καθυστερήσουν τη παρούσα διαδικασία και να περιπλέξουν αχρείαστα τα επίδικα θέματα. - Η Συμφωνία του 2001 και η Συμφωνία Εκχώρησης ουδεμία σχέση έχουν με τη παρούσα αγωγή που αφορά μόνο τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου. - Οι Αιτητές εμποδίζονται από το να ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες είναι παράνομες και παράνομα τερμάτισαν αυτές. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Μ. Κ. (στο εξής ο ΜΚ και η Ένορκη Δήλωση Κρητικού). Στην Ένορκη Δήλωση Κ. επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Περαιτέρω, ο ΜΚ προβαίνει σε μία εκτενή παράθεση και ανάλυση διάφορων γεγονότων προς αντίκρουση της θέσης της Αιτήτριας (ως αυτή εκφράζεται μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της) περί ακυρότητας των ανωτέρω αναφερόμενων συμφωνιών και ισχυριζόμενης ύπαρξης δόλου κατά τη σύναψη τους. Ειδικότερα, παραθέτει εκτενώς τη δική του εκδοχή σε σχέση με το πραγματικό υπόβαθρο σύναψης των εν λόγω συμφωνιών σε μία προσπάθεια να υποστηρίξει τη θέση του περί ανυπαρξίας δόλου κατά τη σύναψη τους. Η Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση, προνοεί, καθ' όση έκταση ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «.The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added.». Στην Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, 1218 αναφέρεται ότι: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». Στην Mepa Manag. Ltd. κ.ά. ν Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 772, 779 αναφέρεται απόσπασμα από την Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 (σε μετάφραση): «... οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από τη διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία». Περαιτέρω, στην Mepa (ανωτέρω) επισημαίνεται ότι η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος. Στην Gurtner v. Circuit [1968] 1 All ER 328, ο Lord Denning υιοθέτησε το σκεπτικό του Λόρδου Esher στην υπόθεση Byrne v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι (σε μετάφραση): «Μου φαίνεται πως όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της αντιδικίας θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τσέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι θα υποχρεωθεί να πληρώσει τον λογαριασμό, τότε το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας μπορεί να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους ως θεωρεί κατάλληλους. Πράττοντας ούτω το Δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του Κανόνα. Καθιστά δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να αποφασιστούν αποτελεσματικά και πλήρως ανάμεσα σε όλους εκείνους που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα.» Στην υπόθεση Re Vandervell Trusts White v. Vandervell Trustees Ltd and another
(1969)3 All E.R. 496, 499, ο Lord Denning επανεξετάζοντας την ερμηνεία της αντίστοιχης Αγγλικής διαταγής αναφέρει τα εξής: «That wide interpretation was adopted and applied by this court in the recent case of Gurtner v. Circuit. I know that there have been cases at first instance (such as Amon v. Raphael Tuck & Sons, Ltd., and Fire Auto and Marine Insurance Co., Ltd v. Greene, when the rule has been given a narrow interpretation. But that narrow interpretation should no longer be relied on. We will in this court give the rule a wide interpretation so as to enable any party to be joined whenever it is just and convenient to do so. It would be a disgrace to the law that there should be two parallel proceedings in which the selfsame issue was raised, leading to different and inconsistent results. It would be a disgrace in this very case if the Special Commissioners should come to one result and a judge in the Chancery Division should come to another result as to who was entitled to these dividends. Such different and inconsistent results are to be deplored and avoided. It can be done by bringing all parties before the court so as to have the issue finally between all of them and so that all be bound». (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην Dollfus Mieg et Compagnie S.A. v. Bank of England [1950] 2 Αll E.R. 605, [1951] Ch 33, αναφέρεται ως ξεχωριστή κατηγορία προσώπων που δικαιούνται σε παρέμβαση αυτούς των οποίων τα περιουσιακά δικαιώματα επηρεάζονται άμεσα από τη διαδικασία. Στη σελίδα 39 της απόφασης αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «But there are certain exceptions to the general rule, conveniently divided in the Annual Practice in the note to Ord. 16, r. 11, into three classes, and prefaced, in my view accurately, with the words: " Generally " speaking, intervention can only be insisted upon in three classes "of case"; and the three classes are, first, a representative action where the person seeking to intervene is one of a class whom the plaintiff claims to represent and the intervener is unwilling to be so represented. In such a case he can insist upon being added as a defendant. The second class is where the proprietary rights of the intervener are directly affected by the proceedings; and the third class comprises actions for specific performance of contracts where third parties have an interest in the question of the manner in which the contract should be performed.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300, η οποία αφορούσε αίτηση από συνεναγόμενο για προσθήκη εναγομένου, η γενική αρχή εκφράστηκε ως ακολούθως: «Η γενική αρχή βέβαια, όπως παρατήρησε ο Wynn-Parry, J., στην υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v Bank of England [1951] Ch.3, στη σ.38, παραπέμποντας στο Annual Practice και παραθέτοντας τη σχετική αναφορά, είναι: «Generally in Common Law and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against the defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue.» Αν όμως η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα (ίδε Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd α.ο.
(1978)1 C.L.R. 545). Σίγουρα, έχοντας υπ' όψη τη γενική αρχή, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή.» Στην Αλεξάνδρου ν. Edward
(2013)1 ΑΑΔ 2387 επαναλήφθηκαν οι αρχές κάτω από τις οποίες δυνάμει της πιο πάνω διαταγής ασκεί το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία για προσθήκη διαδίκου. Σε αυτήν την υπόθεση, η αγωγή της ενάγουσας βασιζόταν στο ότι από το 1953 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο μέρος του κτήματος ενώ αυτό σε μεταγενέστερο χρόνο μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο εφεσίβλητο, μετά από την εγγραφή του, ένα έτος προηγουμένως, στο όνομα κάποιου τρίτου προσώπου. Το πρωτόδικο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η ενάγουσα - εφεσείουσα με την αγωγή της αξίωσε όπως εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια μέρους του κτήματος, απέρριψε την αγωγή επειδή, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε, το επίδικο μέρος του κτήματος θα μπορούσε να διεκδικηθεί και από το τρίτο πρόσωπο στο όνομα του οποίου είχε εγγραφεί πριν τη μεταβίβαση του στον εναγόμενο, το οποίο δεν είχε προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος - εναγόμενος στην αγωγή. Το Εφετείο υπέδειξε ότι το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία δυνάμει της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να διατάξει την προσθήκη συνεναγομένου στην ενώπιον του διαδικασία. Μάλιστα, στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την επανεκδίκαση της αγωγής και την προσθήκη ως συνεναγόμενου του τρίτου προσώπου το οποίο έκρινε ότι ήταν αδιαμφισβήτητα αναγκαίος διάδικος με την προσθήκη του, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, να ήταν απαραίτητη δεδομένης της βάσης της αγωγής και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων του. Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η έκδοση ή όχι διαταγής για προσθήκη διαδίκου, συμπεριλαμβανομένου εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους, δηλαδή να προσθέσει, να διαγράψει ή να αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όπου το κρίνει αναγκαίο για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων.[1] Σε περίπτωση αιτήματος προσθήκης διαδίκου και δη εναγομένου εκείνο που πρωτίστως εξετάζεται είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος διάδικος είναι αναγκαίος διάδικος. Η κάθε αίτηση εξετάζεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η απόφανση ως προς το εάν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στα δικόγραφα.[2] Η συνένωση συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία η οποία επιδιώκεται, καθώς και τη θεραπεία η οποία μπορεί να χορηγηθεί.[3] Τυχόν προσθήκη διαδίκου του οποίου, δεν πρόκειται να επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή οικονομικά συμφέροντα θα παραβίαζε τον γενικό κανόνα ότι κανένας άλλος εκτός από τους διαδίκους δεν νομιμοποιείται να λάβει μέρος στη διαδικασία.[4] Το βάρος της απόδειξης αναφορικά με τον άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του αιτητή, το φέρει ο ίδιος ο αιτητής.[5] Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται επίσης η Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 401, ο όρος «οποιοδήποτε πρόσωπο» στη Δ.48 θ.8
(4)δεν καλύπτει πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωριστεί αίτηση για συνένωση τους ως διάδικοι. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Brainpedia Holdings Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1713, διευκρινίστηκε ότι τα όσα αποφασίστηκαν στην Κούη v. Χριστοδούλου (ανωτέρω) δεν καταργούν τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία αλλά «απλά, για την υποβολή αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, τίθεται ως προϋπόθεση η προηγούμενη υποβολή αίτησης συνένωσης του προσώπου που ισχυρίζεται ότι επηρεάζονται τα συμφέροντά του». Στην υπό κρίση περίπτωση, η Αιτήτρια αιτείται άδεια παρέμβασης για να ενστεί στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, καθώς επίσης και για να καταχωρίσει υπεράσπιση στην Αγωγή. Σαφώς, η Δ.48 θ.8
(4)δεν επεκτείνεται και δεν τυγχάνει εφαρμογής αναφορικά με την παρέμβαση της Αιτήτριας ως προς την έκδοση των διαταγμάτων στο πλαίσιο της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και επομένως θεωρώ ότι είναι η Δ.9 θ.10 που ισχύει και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση. Eίναι μέσω αυτής της πορείας που επιδιώκει να αποκτήσει δικαίωμα τοποθέτησης και στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος η οποία εκκρεμεί. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Καθίσταται σαφές από το σύνολο των γεγονότων και θέσεων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτές έχουν συνοψισθεί πιο πάνω ότι ένα από τα επίδικα θέματα της υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγής είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου από το οποίο φαίνεται, δικογραφικά, να αντλείται η νομιμοποίηση των Εναγόντων στη διεκδίκηση από τους Εναγόμενους ποσοστού του συνολικού ενοικίου που καταβάλλεται από αυτούς, αφού είναι σαφές ότι οι Ενάγοντες δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στα σχετικά ενοικιαστήρια συμβόλαια. Καθίσταται επίσης σαφές ότι η Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση, αμφισβητεί, μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της, ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκτήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επίδικου κτιρίου ή οποιουδήποτε μέρους του και συνακόλουθα, ότι οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται στην καταβολή των επίδικων ενοικίων. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια (μαζί με την Lois Bulders Ltd) των οικοπέδων επί των οποίων βρίσκεται το επίδικο κτίριο για το οποίο, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, δεν έχουν εκδοθεί ακόμα χωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Η Αιτήτρια μάλιστα φαίνεται να έχει, μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της, σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, τερματίσει τη συμφωνία στην οποία οι Ενάγοντες φαίνεται να βασίζονται προς απόδειξη της δικογραφημένης θέσης τους ότι είναι οι ιδιοκτήτες ή νόμιμοι δικαιούχοι για να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου και στην οποία φαίνεται να βασίζονται δικογραφικά οι Ενάγοντες για τη χορήγηση των αιτούμενων με την αγωγή θεραπειών. Πρόκειται για μία συμφωνία πώλησης που συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων και της Αιτήτριας στην υπό κρίση αίτηση με αντικείμενο τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου. Η Αιτήτρια, επιθυμεί να συνενωθεί ως διάδικος στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αφού αυτή αμφισβητεί, μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της, τη γνησιότητα της επίδικης συμφωνίας πώλησης και συνακόλουθα την εγκυρότητα αυτής, τη σύναψη της οποίας θεωρεί προϊόν δόλου και την οποία εν πάση περιπτώσει θεωρεί ως εξ υπαρχής άκυρη. Η Αιτήτρια, επιδιώκει να προστεθεί ως διάδικος αφού για τους λόγους που ανέφερε, μέσω του Παραλήπτη - Διαχειριστή της στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, θεωρεί ότι γίνεται προσπάθεια εκ μέρους των Εναγόντων αποστέρησης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και οικονομικών συμφερόντων της Αιτήτριας σε σχέση με τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου. Υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της Αιτήτριας. Είναι σαφές κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και έχοντας κατά νου τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα ως αυτές παρατίθενται πιο πάνω, η Αιτήτρια είναι αναγκαία διάδικος στην αγωγή. Ειδικότερα, έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο εκείνο, για τους σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, πραγματικό υπόβαθρο, ως αυτό συνοψίσθηκε πιο πάνω, που καταδεικνύει και επιβεβαιώνει ότι οι αξιούμενες με την αγωγή θεραπείες εκ μέρους των Εναγόντων επηρεάζουν την Αιτήτρια και τα δικαιώματα τα οποία η Αιτήτρια επικαλείται ότι έχει επί του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οποίου φαίνεται να βρίσκεται υπό αμφισβήτηση μεταξύ των Εναγόντων και της Αιτήτριας. Περαιτέρω, το γεγονός ότι είναι δυνατόν να εγερθεί άλλη αγωγή σε σχέση με την επίδικη σύμβαση πώλησης και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου από την Αιτήτρια εναντίον των Εναγόντων όχι μόνο αναγνωρίζεται από τους Ενάγοντες, αλλά προβάλλεται και ως λόγος ένστασης σε μία προσπάθεια να ισχυριστούν ότι δεν παραβλάπτονται τα όποια δικαιώματα επικαλείται ότι έχει η Αιτήτρια, αφού θα μπορεί, ως προβλήθηκε από τους Ενάγοντες, να καταχωρίσει αγωγή εναντίον τους σε σχέση με τα όσα επικαλείται σε σχέση με την επίδικη σύμβαση πώλησης, τα οποία βεβαίως, έχουν άμεση σχέση και συνάρτηση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου για το οποίο οι Ενάγοντες επιδιώκουν αναγνωριστική απόφαση στην πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την Re Vandervell Trusts White (ανωτέρω) σε σχέση ακριβώς με το ζήτημα της έγερσης παράλληλης διαδικασίας σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, το οποίο χαρακτηρίζεται στην πιο πάνω απόφαση ως «disgrace to the law», και στην οποία επισημαίνεται ο κίνδυνος που ενέχει μία τέτοια πορεία, ήτοι την κατάληξη σε διαφορετικά και αντικρουόμενα αποτελέσματα (leading to different and inconsistent results) είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι εν προκειμένω, ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου να φέρει τόσο τους Ενάγοντες όσο και την Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση σε μία διαδικασία, ήτοι της υφιστάμενης αγωγής, προκειμένου να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε σχέση με τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου σε μία διαδικασία, ήτοι στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης το Δικαστήριο να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τόσο των Εναγόντων όσο και της Αιτήτριας σε μία διαδικασία και πως σε τίποτε δεν εξυπηρετεί η έγερση άλλης παράλληλης διαδικασίας από την Αιτήτρια εναντίον των Εναγόντων σε σχέση με τον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου. Δεν καθίσταται αντιληπτό με ποιο τρόπο θα εξυπηρετείτο η ορθή απονομή της δικαιοσύνης με την καταχώριση ξεχωριστής αγωγής από την Αιτήτρια εναντίον των Εναγόντων αντικείμενο της οποίας θα ήταν και πάλι η επίδικη συμφωνία πώλησης και συνακόλουθα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 11ου ορόφου του επίδικου κτιρίου καθώς και η καταβολή των ενοικίων σε σχέση με αυτόν. Η προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγόμενης στην αγωγή όχι μόνο δεν μεταβάλλει τα επίδικα θέματα ούτε και αλλάζει το τοπίο (ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση), αλλά αντίθετα, κατά την κρίση του δικαστηρίου, μέσω της προσθήκης της προσδιορίζονται πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των αναγκαίων των διαδίκων. Ούτε αλλάζει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής, ούτε προστίθεται νέα αιτία αγωγής, σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά είτε ανεπιθύμητη, ή ακόμα και ανεπίτρεπτη την έγκριση του αιτήματος, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Αντίθετα, διατηρείται ο χαρακτήρας της και επεκτείνεται σε όλους όσοι έχουν σε τελική ανάλυση λόγο νομικό αλλά και οικονομικό στα εγειρόμενα από τους Ενάγοντες ζητήματα. Υπό αυτή δε ακριβώς την έννοια σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων αλλά και της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο επηρεάζονται και με ποιο τρόπο, τα συμφέροντα της Αιτήτριας που επιδιώκει να προστεθεί ως διάδικος και συνακόλουθα να ακουστεί και στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Η απάντηση κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι επηρεάζονται τόσο τα νομικά όσο και τα οικονομικά συμφέροντα της Αιτήτριας. Με την προσθήκη της Αιτήτριας καθίσταται δυνατό για όλα τα επίδικα θέματα να αποφασιστούν αποτελεσματικά και πλήρως ανάμεσα στους Ενάγοντες και την Αιτήτρια που σαφώς ενδιαφέρεται άμεσα για το αποτέλεσμα. Σε ότι αφορά την Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, καθίσταται σαφές από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ποσοστό ενοικίων που σύμφωνα με τους Ενάγοντες αντιστοιχεί στον 11ο όροφο του επίδικου κτιρίου καταβάλλεται αυτή τη στιγμή από τους Εναγόμενους στην Αιτήτρια με τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι τυχόν επιτυχία της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος θα επηρεάσει την Αιτήτρια η οποία σε μία τέτοια περίπτωση, θα σταματήσει να λαμβάνει το επίδικο ποσοστό ενοικίου με αποτέλεσμα να είναι εύλογο να ακουστεί στο πλαίσιο της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, δυνατότητα που εν πάση περιπτώσει θα έχει εάν προστεθεί ως διάδικος στην αγωγή στο πλαίσιο της οποίας έχει καταχωριστεί η Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Δεν έχει επίσης τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η επιδιωκόμενη προσθήκη της Αιτήτριας είναι επιβλαβής για τα δικαιώματα των Εναγόντων. Δεν προβάλλεται κάποιος λόγος επηρεασμού των δικαιωμάτων των Εναγόντων από την αιτούμενη προσθήκη. Οι ισχυρισμοί περί κατάχρησης και προσπάθειας καθυστέρησης ή προσπάθειας να περιπλακούν αχρείαστα τα επίδικα θέματα έχουν προβληθεί γενικά και αόριστα χωρίς την απαιτούμενη εξειδίκευση και κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν έχουν στοιχειοθετηθεί με αποτέλεσμα να είναι υποκείμενοι σε απόρριψη. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αιτούμενη προσθήκη δεν επηρεάζει καθόλου, αλλά ούτε και παραβλάπτει τα δικαιώματα των Εναγόντων, ούτε περιπλέκει και μάλιστα, αχρείαστα, τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς που τίθενται από την πλευρά των Εναγόντων ότι γίνεται αναφορά σε γεγονότα που δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα (ήτοι τη Συμφωνία του 2001 και τη Συμφωνία Εκχώρησης), σε μία προσπάθεια να καταδειχθεί ότι γίνεται προσπάθεια να περιπλακούν τα επίδικα θέματα, οι συνήγοροι των Εναγόντων ευθαρσώς δηλώνουν στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους προς υποστήριξη της ένστασης τους στην υπό κρίση Αίτηση, ότι σε σχέση με αυτές τις συμφωνίες, εκκρεμεί άλλη αγωγή μεταξύ των Εναγόντων και της Αιτήτριας στον αριθμό μάλιστα της οποίας γίνεται αναφορά στο κείμενο των αγορεύσεων τους, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφές ότι αυτό που απασχολεί την Αιτήτρια εν προκειμένω είναι ακριβώς η επίδικη Συμφωνία του 2019 και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 11ου ορόφου που αποτελεί επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής αφού σε σχέση με τις λοιπές συμφωνίες οι Ενάγοντες, όπως ευθαρσώς δηλώνουν, ήδη βρίσκονται σε αντιδικία με την Αιτήτρια. Συνακόλουθα, αντλώντας καθοδήγηση από το νομικό πλαίσιο που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα και έχοντας υπόψη τα εγειρόμενα ζητήματα, η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της, ώστε κατά την εκδίκαση της αγωγής και της Αίτησης για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλους τους διάδικους, για να μπορέσει με την τελική του απόφαση να επιλύσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται ενώπιόν του. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η προσθήκη της Αιτήτριας ως Εναγόμενης 2 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες για καταχώριση ένστασης από την Αιτήτρια στην Αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος εντός 45 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης της Αιτήτριας ως Εναγόμενης 2 και δια της αναριθμήσεως των εναγομένων, ώστε ο υφιστάμενος εναγόμενος να αριθμηθεί ως Εναγόμενος 1 και η Αιτήτρια ως Εναγόμενη 2. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 345,. Van Gelder, Aspimon &Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 ChD374, Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. Mcllwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, MEPA UNDERWRITING MANAGEMENT LIMITED κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772), Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372). [2] General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Georghiou and Another
(1963)2 C.L.R. 117, Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λτδ ν. Χρίστου Μηνά
(2003)1 Γ Α.Α.Δ. 1818, Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372, Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906, Χ'' Δαυίδ ν. Χ'' Δαυίδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ.1176, Αντωνίου Σοφιανού ν. MINAS MAKRIS DEVELOPERS LTD κ.ά., Π.Ε. υπ'αρ.378/2008, ημερ.23.9.2011. [3] Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1034, 1045 και 1046 [4] Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ν. Απόστολου Γεωργίου (Αρ.1)
(2007)1Β Α.Α.Δ.1213. [5] Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Indusrty Ltd
(1983)1 CLR 178, Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co.Ltd et al.
(2000)1B A.A.Δ. 1335, Royal Bank of Scotland N.V. (Πρώην ABN AMPO BANK N.V.) v. Του Πλοίου «KALIA», αγωγή Ναυτοδικείου υπ'αρ.14/2011 ημερ.20.7.2012, Hellenic Bank Ltd v. Kosma and another
(1984)1 C.L.R. 53. [6] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.