← Κύπρος

GREENTECH TRADING LIMITED ν. S.Z. ELIADES LEISURE LIMITED, Aρ. Αγωγής: 2576/2021, 18/7/2022

GREENTECH TRADING LIMITED ν. S.Z. ELIADES LEISURE LIMITED, Aρ. Αγωγής: 2576/2021, 18/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2576/2021 Μεταξύ: GREENTECH TRADING LIMITED Ενάγουσα και S.Z. ELIADES LEISURE LIMITED Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 2/12/21 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Ε. Κυριαζή για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη: κα Μ. Κουστάη για Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αγωγή που καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 12/11/21, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης την επιδίκαση ποσού ύψους €15.985,90, ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων υπογραμμένων από την εναγόμενη και/ή ως αμοιβή που συμφωνήθηκε και/ή εύλογη αμοιβή για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από την Ενάγουσα. Στις 26/11/21 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης και στις 2/12/21 ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης εκ μέρους της Ενάγουσας με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης. H νομική βάση της υπό κρίση Αίτηση παρατίθεται αυτολεξεί: Αυτή βασίζεται στη Δ.18 Κ.Κ.1 (α) & 2 και τη Δ. Κ.Κ.1, 2 & 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ε. Γεωργίου, διοικητικής συμβούλου της Ενάγουσας (στο εξής η Γεωργίου και η Ένορκη Δήλωση Γεωργίου). Στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Συνοπτικά, η Γεωργίου αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται και τα οποία αναφέρει στην ένορκη της δήλωση. Λέγει ότι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης είναι για το ποσό των €15.985,90 πλέον τόκους που οφείλεται δυνάμει 11 τιμολογίων τις λεπτομέρειες των οποίων καταγράφει και τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1-11 στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου. Η Γεωργίου αναφέρει ότι τα ρηθέντα τιμολόγια έχουν υπογραφεί από εκπρόσωπο της εναγόμενης τον οποίο κατονομάζει και παραμένουν απλήρωτα μέχρι σήμερα. Λέγει επίσης ότι η Εναγόμενη ουδέποτε αμφισβήτησε τα εν λόγω τιμολόγια ή την υποχρέωση της να πληρώσει μέχρι την καταχώριση ένστασης της στο πλαίσιο μίας άλλης δικαστικής διαδικασίας μεταξύ των μερών και επισυνάπτει τη σχετική ένσταση που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Εναγόμενης στο πλαίσιο αυτής της άλλης δικαστικής διαδικασίας. Εξ όσων η Γεωργίου γνωρίζει και πιστεύει η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή και γι' αυτό ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισε στις 15/4/2022 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 22 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. - Η ένορκη δήλωση γίνεται από άτομο που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει προσωπικά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. - Η Εναγόμενη έχει καλόπιστη, βάσιμη και ισχυρή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. - Η απαίτηση της Ενάγουσας δεν είναι εκκαθαρισμένη ούτε δύναται να επαληθευτεί μέσω της συνοπτικής διαδικασίας και τα υπό κρίση τιμολόγια δεν έχουν αυταπόδεικτη αξία και δεν αποτελούν εκκαθαρισμένο χρέος. - Η αιτούμενη θεραπεία είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη. - Η αίτηση αγνοεί το υφιστάμενο καθεστώς στο οποίο βρίσκεται η Εναγόμενη και σκοπό έχει να ποδηγετήσει την προτεραιότητα στη σειρά πληρωμών. - Τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την αποστέρηση του δικαιώματος ακροάσεως της Εναγόμενης. Η νομική βάση της ένστασης παρατίθεται αυτολεξεί: Αυτή εδράζεται επί των Δ.18 ΘΘ. 1-9. Δ.27 ΘΘ. 1-3, Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 4

(1), 6-9, (e), Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του άρθρου 30 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, των άρθρων 2, 21, 22, 25, 29, 30, 31 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, στα άρθρα 90, 93, 97, 300, 337, 338, 340-344 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Εταιρειών Κ. 1, 2, 3, 4, 6 (w) και 12, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας (equity law) καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, της ακολουθούμενης πρακτικής και της εν γένει νομολογίας. Η Ένσταση της Εναγόμενης συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Δ. Παπαπερικλέους, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Εναγόμενης (στο εξής ο Παπαπερικλέους και η Ένορκη Δήλωση Παπαπερικλέους). Στην Ένορκη Δήλωση Παπαπερικλέους υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ο Παπαπερικλέους αναφέρει ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής και αδειοδοτημένος σύμβουλος αφερεγγυότητας και διορίστηκε στις 11/1/2019 Παραλήπτης Διαχειριστής επί ολόκληρου του ενεργητικού της εναγόμενης από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία είναι εγγεγραμμένος δικαιούχος κυμαινόμενων επιβαρύνσεων προς εξασφάλιση χρηματοδοτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην Εναγόμενη. Ο Παπαπερικλέους αναφέρει ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει σε εκείνες τις «καθαρές» περιπτώσεις που δικαιολογούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης αφού αφενός, η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τις εκ του νόμου τιθέμενες προϋποθέσεις και αφετέρου, η Εναγόμενη αμφισβητεί την κατ' ισχυρισμό οφειλή της προς την Ενάγουσα καθώς και τη νομιμότητα του επιβαλλόμενου από την Ενάγουσα επιτοκίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Παπαπερικλέους η αξίωση της Ενάγουσας στηρίζεται επί τιμολογίων τα οποία αμφισβητούνται και δεν είναι παραδεκτά αφού δεν προκύπτει από τα αρχεία της Εναγόμενης η οφειλή του αξιούμενου ποσού. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ενόψει του ότι τα τιμολόγια έχουν εκδοθεί σε χρόνο προ του διορισμού του ως Παραλήπτη Διαχειριστή της Εναγόμενης και αυτά δεν έχουν υπογραφεί από τον ίδιο αυτός δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τη γνησιότητα των επίδικων τιμολογίων. Προσθέτει ότι επειδή δεν έλαβε την κατάσταση των υποθέσεων (statement of affairs) της Εναγόμενης από τους διευθυντές της που θα επιβεβαίωναν τυχόν οφειλές της κατά την ημερομηνία διορισμού του δεν είναι σε θέση να αποδεχτεί τυχόν οφειλές που προϋπήρχαν του διορισμού του. Ως εκ τούτου, λέγει, η οποιαδήποτε πληροφόρηση του πηγάζει από τα αρχεία της Εναγόμενης και επισημαίνει ότι το ποσό που διεκδικείται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής από την Ενάγουσα δεν συνάδει με τη βάση αρχείων της Εναγόμενης που του έχει παραδοθεί ούτε και με τα λογιστικά βιβλία της Εναγόμενης ώστε, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, να καθίσταται επιβεβλημένη η διεξαγωγή κανονικής ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης προκειμένου να εξακριβωθεί εάν υφίσταται οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό και ποιο είναι αυτό. Σε ότι αφορά δε το ποσοστό του τόκου ύψους 9% που αξιώνεται από την Ενάγουσα λέγει ότι παρόλο που αναφέρεται αυτό το ποσοστό στα τιμολόγια το εν λόγω ποσοστό είναι παράνομο. Σύμφωνα με τον Παπαρερικλέους, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, ο ίδιος πιστεύει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στην παρούσα περίπτωση αφού θα πρέπει να διαπιστωθεί κατόπιν ακρόασης με προφορική μαρτυρία εάν υφίσταται οφειλή προς την Αιτήτρια και ποια είναι αυτή αφού σε διαφορετική περίπτωση, θα επηρεαστούν, σύμφωνα πάντα με τον Παπαπερικλέους, τα δικαιώματα τόσο της Εναγόμενης όσο και των πιστωτών της. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης και την έκδοση εν τέλει συνοπτικής απόφασης είναι οι ακόλουθες:
(1)Η αγωγή να έχει αρχίσει με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Ο2 r6).
(2)O Εναγόμενος να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή.
(3)Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση είτε του ίδιου του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό αυτό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και την αξίωση και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει.[1] Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[2] Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης αποτελεί κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση, συνεπώς, δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή.[3] Με άλλα λόγια, σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης χωρίς καθυστέρηση, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν αφενός, ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή χωρίς να χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και αφετέρου, ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί.[4] Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Άδεια για καταχώριση υπεράσπισης θα πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο, ακόμα και αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωση του δεν είναι ικανοποιητικοί.[5] Υπενθυμίζω συναφώς και την αναφορά στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, 822, ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί.[6] Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί... Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση.». Συνοψίζοντας τις πιο πάνω καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, καθίσταται σαφές ότι σκοπός της Διαταγής 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί.[7] Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Έχοντας προδιαγράψει τη νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτημάτων όπως το υπό κρίση αίτημα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[8] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[9] Η απαίτηση της Ενάγουσας περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και η Εναγόμενη καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. Η Γεωργίου που ορκίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο τόσο ως εκ της ιδιότητας και θέσης της στην Ενάγουσα (διοικητική σύμβουλος της Ενάγουσας) όσο και ως εκ της δεδηλωμένης θέσης της περί προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά ότι αυτή, μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι μπορούσε, όπως και έπραξε, να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και την αξίωση χωρίς τα όσα ανέφερε να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους και χωρίς να στηρίζεται απλώς στα όσα η ίδια πιστεύει. Ο ισχυρισμός που τέθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι το πρόσωπο που ορκίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτηση μπορούσε να ορκιστεί θετικά σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνεται απορριπτέος και απορρίπτεται. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Ενάγουσα βεβαίωσε το αληθές της αιτίας αγωγής της εναντίον της Εναγόμενης δια της ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και το οποίο εκθέτει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που κατέθεσε δηλώνοντας επίσης πως, κατά τη θέση του, η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση. Συνακόλουθα, έχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκπληρωθεί οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά της Εναγόμενης να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει σε αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά της Εναγόμενης θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παραχώρηση άδειας σε αυτήν προκειμένου να προβάλει υπεράσπιση, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση της Ενάγουσας, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη. Έχοντας υπόψη τα όσα έχω πιο πάνω συνοψίσει, έχω ικανοποιηθεί από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι έχουν προβληθεί από την πλευρά της Εναγόμενης εύλογοι λόγοι για να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε να μην προκύπτει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση. Δεν έχω εν προκειμένω ικανοποιηθεί ότι θα είναι απρόσφορο να επιτραπεί στην εναγόμενη να υπερασπισθεί ούτε ότι επιδιώκεται η καταχώριση υπεράσπισης απλώς για λόγους καθυστέρησης. Ειδικότερα, υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με την ύπαρξη της οφειλής που αξιώνεται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής από την Ενάγουσα η οποία δεν μπορεί να κριθεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας γενική και αόριστη αφού ο Παραλήπτης Διαχειριστής της Εναγόμενης ο οποίος είναι εγκεκριμένος λογιστής δηλώνει ευθαρσώς και ενόρκως στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης ότι δεν προκύπτει λογιστικά τέτοια οφειλή από την Εναγόμενη στην Ενάγουσα θέση την οποία στηρίζει στο περιεχόμενο των λογιστικών βιβλίων της Εναγόμενης τα οποία ενόρκως δηλώνει ότι έχει ο ίδιος στη διάθεση και κατοχή του και το περιεχόμενο των οποίων, ως εκ της επαγγελματικής ιδιότητας του, είναι, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε θέση να αντιληφθεί. Ταυτόχρονα, στηρίζει την αμφισβήτηση της επίδικης οφειλής και στη βάση των αρχείων της Εναγόμενης αφού όπως ο ίδιος ευθαρσώς και ενόρκως δηλώνει έχει στην κατοχή του τη βάση αρχείων της Εναγόμενης στην οποία ο ίδιος φαίνεται να ανέτρεξε για να καταλήξει και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα, ήτοι ότι δεν προκύπτει από τα αρχεία της Εναγόμενης τέτοια οφειλή. Είναι προφανώς, υπό αυτές τις περιστάσεις, που ο ίδιος εκφράζει αμφιβολίες σε σχέση με την γνησιότητα των επίδικων τιμολογίων και συνακόλουθα σε σχέση με το κατά πόσο τα επίδικα τιμολόγια ανταποκρίνονται σε πραγματικές οφειλές. Περαιτέρω, αμφισβητείται επίσης η νομιμότητα του επιτοκίου που αξιώνεται με αναφορά στις πρόνοιες του Περί της Καταπολέμησης των Καθυστερήσεων Πληρωμών στις Εμπορικές Συναλλαγές Νόμου του 2012 (123(I)/2012), θέση για την οποία η πλευρά της Ενάγουσας δεν τοποθετήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της. Έχοντας λοιπόν κατά νου το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι μόνο στο πλαίσιο μίας κανονικής δίκης, όπου η κάθε πλευρά θα προσκομίσει τη μαρτυρία της και το Δικαστήριο μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, θα είναι σε θέση να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη θα είναι το Δικαστήριο σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Υπό αυτές τις περιστάσεις, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρόν στάδιο και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει, κρίνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που θέτει εύλογες αμφιβολίες σε σχέση με την ισχυριζόμενη οφειλή με τρόπο ώστε να είναι δίκαιο και εύλογο να δοθεί στην Εναγόμενη άδεια να υπερασπισθεί. Ούτε τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη έχει με οποιοδήποτε τρόπο αναγνωρίσει ή αποδεχτεί το ύψος της κατ' ισχυρισμό οφειλής της. Αντίθετα, αυτό το οποίο επισημαίνει σθεναρά ο Παραλήπτης Διαχειριστής της είναι ότι τέτοια οφειλή δεν προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία και αρχεία της Εναγόμενης. Άλλωστε, αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, δεν εξετάζονται μεμονωμένα και υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας για να αποφασιστεί κατά πόσο αποδεικνύεται η ισχυριζόμενη οφειλή.[10] Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Εναγόμενη έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει δικάσιμο θέμα. Τα όσα έχουν προβληθεί εκ μέρους της Εναγόμενης μέσω του Παραλήπτη Διαχειριστή της σε αυτή τη διαδικασία είναι επαρκή για να οδηγήσουν την απαίτηση της Ενάγουσας σε κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να μην ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η ενεργοποίηση του θεσμοθετημένου μηχανισμού έκδοσης συνοπτικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Συνακόλουθα, δίδεται άδεια στην Εναγόμενη όπως καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 30 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενης και σε βάρος της Αιτήτριας - Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Stavrinides v Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130,133 και Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, 824 - 825). Kyprianides ν. loannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. ν. Central Co- Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(A) Α.Α.Δ. 5, Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1(A) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 817, Ζερβός ν. Eurolnvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, 1171, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 [2] Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782,789 [3] Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, [4] Ανδρονίκου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση 504/2012, 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235). [5] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912, Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Χαράκης ν Βρυώνη, Πολιτική Έφεση Ε28/2017, 24/10/2018 Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 752. [6] Δ.18, θ.3 (b): «The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim.» [7] Βλ. επίσης Roberts ν. Plant
(1895)1 Q.B. 597, Jacobs ν. Booth's Distillery Co 85 L.T.R. 262 και Anglo-ltalian Bank v. Wells and Davies 38 L.T. 197. [8] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [9] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [10] Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962, Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462 και Phipson on Evidence 12η έκδοση, σελ 1878 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.