← Κύπρος

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Μ. Δ. Χ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1968/13, 15/7/2022

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. Μ. Δ. Χ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1968/13, 15/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A273 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1968/13 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Ενάγουσας και 1. Μ. Δ. Χ. 2. Γ. Π. Δ. 3. Α. Π. Μ. Εναγομένων Και δυνάμει Ειδοποίησης Υποκατάστασης ημερ. 12.8.13 βάσει του Ν.17(Ι)/13: Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Ενάγουσας και 1. Μ. Δ. Χ. 2. Γ. Π. Δ. 3. Α. Π. Μ. Εναγομένων Και δυνάμει Ειδοποίησης Υποκατάστασης ημερ. 12.8.21 βάσει του Ν.169(Ι)/15: Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας και 1. Μ. Δ. Χ. 2. Γ. Π. Δ. 3. Α. Π. Μ. Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2022 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για Ενάγοντες: κ. Χ. Γεωργίου, για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Ε. Ευσταθίου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή την οποία καταχώρισε στις 15.3.13 η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (εφεξής «η Λαϊκή») αξιώνονται βάσει πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν χορηγηθεί στην Εναγόμενη 1 με την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 διάφορα ποσά τα οποία συμποσούνται σε €905.338 συν τόκους, καθώς και διατάγματα εκποίησης δύο υποθηκών για τα τεμάχια 3732 και 308, τα οποία ανήκουν εξ ημισείας στους Εναγομένους 1 και 2. Στις 12.8.13 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ καταχώρισε Ειδοποίηση βάσει του Ν.17(Ι)/13 περί υποκατάστασης της στη θέση της Λαϊκής από τις 29.3.13. Λίγους μήνες μετά οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την υπεράσπιση τους αρνούμενοι τις αξιώσεις και ανταπαιτώντας (
  2. i)δήλωση ότι οι όροι της συμφωνίας ημερ. 25.11.05 ήταν καταχρηστικοί, (
  3. ii)διάταγμα διαγραφής αυθαίρετων και ή παράνομων και ή αντισυμβατικών χρεώσεων και (iii) παραδειγματικές αποζημιώσεις. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε ως μόνο μάρτυρα τον κ. Αδαμίδη («Μ.Ε.»), ο οποίος παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης και τη σημερινή αξίωση σε γραπτή δήλωση του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατέθεσε διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1-40. Αντεξεταζόμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχαν σταλεί επιστολές στους Εναγομένους προ και μετά τον τερματισμό, ότι υπήρχε τόκος από την ημερομηνία χορήγησης των διευκολύνσεων, ότι ο ανατοκισμός γινόταν δύο φορές ετησίως ασχέτως αν εμφανίζοντο τα ποσά πιο συχνά (στους τρεις μήνες) και διαφώνησε ότι μετά τον τερματισμό δεν μπορούσε να επιβάλλεται τόκος ή να κεφαλαιοποιείται. Οι Εναγόμενοι δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα και η αγωγή οδηγήθηκε σε τελικές αγορεύσεις. Αξιολόγηση Μαρτυρίας-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον Μ.Ε. και πρέπει να πω ότι μου έχει δώσει την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Άλλωστε τα όσα ανέφερε από πλευράς γεγονότων δεν έχουν στην πραγματικότητα αμφισβητηθεί εκτός από κάποιες θέσεις του οι οποίες όμως άπτονται νομικών θεμάτων και ούτως ή άλλως δεν δεσμεύουν το δικαστήριο οι δικές του απόψεις. Περαιτέρω, τα όσα παρέθεσε στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Α, για το ιστορικό και την πορεία των πιστωτικών διευκολύνσεων επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα που έχει παρουσιάσει ως Τεκμήρια 1-40. Από το σύνολο της προφορικής και γραπτής μαρτυρίας του συνάγεται ότι: - Στις 23.11.05 κατόπιν αίτησης της Εναγομένης 1 η Λαϊκή τής χορήγησε πίστωση σε τρεχούμενο λογαριασμό, ύψους Λ.Κ.2.000 με την προσωπική εγγύηση του Εναγομένου 2 (Τεκμήρια 8, 9, 10). - Στις 23.4.08 κατόπιν αίτησης της Εναγομένης 1 η πιο πάνω τράπεζα υπό το νέο όνομα Marfin αύξησε το όριο πίστωσης στον πιο πάνω λογαριασμό σε €6.000 και πάλι με την προσωπική εγγύηση του Εναγομένου 2 (Τεκμήρια 11, 12). - Στις 7.9.07 κατόπιν αίτησης της Εναγομένης 1 η Marfin χορήγησε δάνειο ύψους Λ.Κ.68.000 με την προσωπική εγγύηση του Εναγομένου 2, τη σύσταση υποθήκης επί διαμερίσματος και τις εκχωρήσεις ασφαλειών ζωής και πυρός (Τεκμήρια 13 έως 17). - Στις 31.1.08 κατόπιν αίτησης της Εναγομένης 1 η Marfin χορήγησε δάνειο ύψους €470.000 με τις προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 3, τη σύσταση υποθήκης επί ακινήτων και εκχωρήσεις ασφαλειών (Τεκμήρια 18 έως 25). - Στις 23.2.11 η Marfin αναφερόμενη στα δύο δάνεια με επιστολή της απαίτησε την εξόφληση των καθυστερούμενων μέχρι τότε δόσεων, προειδοποιώντας για τερματισμό και επικείμενη αύξηση του επιτοκίου σε 14% (Τεκμήριο 26). Παρόμοια επιστολή απεστάλη και προς τους εγγυητές (Τεκμήρια 31, 32). - Στις 3.3.11 η Marfin με επιστολή ενημέρωσε για υπερβάσεις και στον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 27). Παρόμοια προειδοποιητική επιστολή στάληκε και στις 4.4.11 (Τεκμήριο 29). - Στις 28.3.11 η Marfin τερμάτισε τη λειτουργία των δύο δανείων (Τεκμήριο 28). - Στις 28.4.11 η Marfin τερμάτισε τη λειτουργία και του τρεχούμενου λογαριασμού (Τεκμήριο 30). - Στις 5.12.12 η Marfin μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τεκμήριο 1). - Στις 15.3.13 καταχώρισε την παρούσα αγωγή. - Στις 29.3.13 η Κεντρική Τράπεζα δημοσίευσε το διάταγμα ΚΔΠ104/13 βάσει του οποίου η Τράπεζα Κύπρου διαδέχθηκε τη Λαϊκή, από την οποία απέκτησε περιουσιακά στοιχεία στο πλαίσιο λήψης μέτρων εξυγίανσης. - Στις 12.8.13 η Τράπεζα Κύπρου καταχώρισε στο δικαστήριο την προβλεπόμενη στον Ν.17(Ι)/13 ειδοποίηση υποκατάστασης (Τεκμήριο 2). - Στις 16.10.20 η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε σε όλους τους Εναγόμενους ειδοποιήσεις με βάση το άρθρο 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15 για την πώληση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλη εταιρεία (Τεκμήριο 4). - Στις 4.6.21 κατόπιν αίτησης της τράπεζας Κύπρου και της Themis Portfolio Management Holdings Ltd το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση 320/21 ενέκρινε βάσει του Κεφ.113 Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ τους το οποίο αφορούσε και τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις (Τεκμήριο 3). - Στις 14.6.21 η Τράπεζα Κύπρου ενημέρωσε όλους τους Εναγόμενους βάσει του άρθρου 19 του πιο πάνω Ν.169(Ι)/15 ότι στις 8.6.21 είχε μεταβιβάσει όλες τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις στη Themis Portfolio (Τεκμήρια 5, 6). - Στις 12.8.21 η Themis Portfolio καταχώρισε στο δικαστήριο την ειδοποίηση υποκατάστασης της στην αγωγή (Τεκμήριο 7). - Η κίνηση του τρεχούμενου λογαριασμού υπ' αρ [ ] (νέος [ ]), του δανείου υπ' αρ [ ] (νέος [ ]) και του δανείου υπ' αρ [ ] (νέος [ ]) είναι ως οι καταστάσεις που παρουσίασε ο Μ.Ε. οι οποίες συνοδεύονται και από πιστοποιητικά βάσει του άρθρου 35 του Κεφ.9 και τα υπόλοιπα αυτών κατά την καταχώριση της αγωγής είναι ως παρουσιάζονται στις εν λόγω καταστάσεις (Τεκμήρια 33, 34, 35). Ο Μ.Ε. στη γραπτή δήλωση του εξήγησε ότι δεν ευσταθεί το επιτόκιο ύψους 14% το οποίο είχε καταγραφεί ως αξίωση για όλους τους λογαριασμούς και προσέθεσε πέραν αυτού ότι η Ενάγουσα περιορίζει το επιτόκιο υπερημερίας σε 2% ετησίως από την ημερομηνία τερματισμού, με αποτέλεσμα για τον τρεχούμενο να είναι πλέον 10,20% και για τα δύο δάνεια 7,75% και 7,25% αντίστοιχα. Περαιτέρω προέβαλε ο Μ.Ε. ότι η ως άνω διαφοροποίηση επηρεάζει και τα αρχικώς αξιούμενα υπόλοιπα. Εξ ου και παρουσίασε τις τρεις αναδομημένες καταστάσεις αντίστοιχα ως Τεκμήρια 37, 38, 39 βάσει των οποίων τα οφειλόμενα είναι: Λογ. Αρ. Ποσό € Τόκος % [ ] ([ ]) Τρεχούμενος 54.703,89 10,20 από 1.6.21 [ ] ([ ]) Δάνειο 278.054,88 7,75 από 1.6.21 [ ] ([ ]) Δάνειο 1.147.932,47 7,25 από 1.9.21 Ας σημειωθεί ότι και για την εγγυήτρια Εναγόμενη 3 η αξίωση περιορίστηκε στο ποσό το οποίο αφορά η εγγύηση της, δηλαδή σε €257.761,12 με τόκο 7,25% ετησίως από 1.6.21. Νομική Πτυχή Με την αγόρευση τους οι Εναγόμενοι εισηγούνται: (Α) Ότι με μόνη την ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή και χωρίς άδεια υποκατάστασης βάσει δικαστικού διατάγματος δεν νομιμοποιείται συνέχιση της διαδικασίας από την Τράπεζα Κύπρου βάσει της Δ.12 κ.κ.4 και 5, (Β) Ότι ήταν παράνομη η επιβολή τόκου στα δύο δάνεια προτού επέλθει η εκ της συμφωνίας «δήλη ημέρα» καταβολής της πρώτης δόσης δηλαδή στις 8.7.09 και 2.2.10 αφ' ης στιγμής τα δάνεια δεν είχαν γίνει απαιτητά εις πρώτη ζήτηση, (Γ) Ότι δεδομένου του τερματισμού των συμφωνιών η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τους τόκους δύο φορές ετησίως αφού ο τερματισμός επέφερε «θνησιμότητα» του δικαιώματος αυτού ενώ αυτό το οποίο δικαιούται το αθώο μέρος είναι την πληρωμή τόκου σε μορφή αποζημίωσης. Α. Υποκατάσταση Τράπεζας Κύπρου Η εκδικαζόμενη ανήκει στις αγωγές οι οποίες εκκρεμούσαν κατά τον χρόνο μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου βάσει του Διατάγματος ΚΔΠ104/13 το οποίο εκδόθηκε στις 29.3.13. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.17(Ι)/13 οποιαδήποτε τέτοια αγωγή δεν τερματίζεται, ούτε διακόπτεται, ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο ένεκα της εφαρμογής των διατάξεων του πιο πάνω Νόμου αλλά δύναται να συνεχιστεί από το αποκτών πρόσωπο και η υποκατάσταση θα πραγματοποιείται με την καταχώριση από το αποκτών πρόσωπο σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Το ίδιο το Διάταγμα ΚΔΠ104/13 προνοεί στην §13 πως κατά την ημερομηνία μεταβίβασης το αποκτών πρόσωπο υποκαθιστά τη λαϊκή τράπεζα αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία. Παρέλκει οποιαδήποτε άλλη ανάλυση δεδομένης της σαφήνειας των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. Ασφαλώς δεν απαιτείτο οτιδήποτε άλλο πέραν της ειδοποίησης που έχει καταχωριστεί δεόντως. Β. Έναρξη Τοκισμού Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι τα ποσά των δύο (στεγαστικών) δανείων εκταμιεύθηκαν κατά τον χρόνο υπογραφής των σχετικών συμφωνιών, (Τεκμήρια 13 και 18). Άλλωστε αυτός ήταν και ο λόγος παραχώρησης κατά τον ίδιο χρόνο των δύο υποθηκών, ήτοι της μιας του 2007 (Τεκμήριο 17) και της άλλης του 2008 (Τεκμήριο 25). Το ότι συμφωνήθηκε όπως οι δόσεις αρχίζουν από τις 8.7.09 και 2.2.10 αντίστοιχα ήταν μια διευκόλυνση, η οποία όμως δεν αναιρούσε το γεγονός της εκταμίευσης των δανείων κατά τον χρόνο υπογραφής τους. Το δε βασικό επιτόκιο συν το περιθώριο το οποίο είχε συμφωνηθεί ήταν το αντάλλαγμα για τη χορήγηση-εκταμίευση των δανείων. Δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός ότι επειδή είχε αναβληθεί η έναρξη καταβολής δόσεων έπρεπε κατ' αναλογίαν να αναβληθεί και η χρέωση τόκου. Άλλωστε αυτό προέκυπτε και από τις συμφωνίες στις οποίες γινόταν αναφορά στο βασικό επιτόκιο το οποίο ίσχυε κατά την ημέρα υπογραφής (βλ. τη λέξη «σήμερα). Γ. Δικαίωμα Κεφαλαιοποίησης Τόκων-Αποζημίωση Σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)(δ) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160(Ι)/99 τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να μην ανατοκίζουν περισσότερες από δύο φορές τον χρόνο. Είναι σαφές πως δεν υπάρχει κάποιος άλλος περιορισμός. Αυτό το οποίο απαγορεύεται ουσιαστικά είναι το να γίνεται ανατοκισμός προτού παρέλθουν έξι μήνες από τον προηγούμενο. Στην παρούσα δεν έχει προκύψει κάτι τέτοιο αλλά το αντίθετο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Το ότι αναγράφονταν οι τόκοι σε διάστημα μικρότερο δεν σημαίνει ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα ανατοκισμού. Ούτε βέβαια ευσταθεί η εισήγηση ότι το παρεχόμενο από τον Νόμο δικαίωμα τερματίζεται στην περίπτωση τερματισμού κάποιας σύμβασης. Σε σχέση με την επιβολή τόκου υπερημερίας από τον τερματισμό θα πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν συμφωνώ με την Ενάγουσα ότι το μοναδικό πρόβλημα ήταν το ποσοστό τέτοιου επιτοκίου. Έχει καταδειχθεί μέσα από τις αναδομημένες καταστάσεις ότι προστέθηκε τόκος υπερημερίας 2% τόσο για τον τρεχούμενο όσο και για τα δάνεια. Η προσπάθεια της Ενάγουσας ήταν να καταδείξει ότι υπήρξε συμμόρφωση με τον Νόμο σε σχέση με το ανώτατο όριο τόκου υπερημερίας όπως αυτό θεσπίστηκε με το άρθρο 3(1α) του Ν.160
(1)/99. Το εν λόγω εδάφιο όμως προστέθηκε στον βασικό Νόμο με τον τροποποιητικό Ν.66
(1)/15 και με ισχύ από 7.5.15. Το ερώτημα συνεπώς δεν είναι εάν περιορίστηκε στην παρούσα ο τόκος υπερημερίας μέχρι το 2% αλλά το κατά πόσον δικαιούται η Ενάγουσα σε οποιοδήποτε τόκο υπερημερίας ενόψει του ότι οι επίδικες είναι συμβάσεις συνομολογηθείσες προ του Ν.66
(1)/15, για τις οποίες υπάρχουν μεταβατικές διατάξεις στον βασικό Νόμο. Είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ με το ίδιο ερώτημα στην υπόθεση Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Σιαμπτάνη, Αγ. 10027/10, ημερ. 22.5.20 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής τα οποία ισχύουν και στην παρούσα: «Το θέμα αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 3
(1)(β) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν.160
(1)/99 το οποίο έχει ως εξής: «(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.» Πέραν της δυσκολονόητης έως ακατανόητης αναφοράς σε μαχητό τεκμήριο για το ίδρυμα, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το εδάφιο είναι πιθανόν να θεωρηθεί εκ πρώτης όψεως πως με τον όρο «αυξημένος τόκος» εννοείται τόκος πέραν του 2% αλλά η προσεκτικότερη μελέτη καταδεικνύει πως δεν ήταν αυτός ο σκοπός του Νομοθέτη, ούτε και το νόημα του άρθρου. Αυτό επιβεβαιώνεται πρώτον εξ αντιδιαστολής από το ότι υπήρχε τέτοια επεξήγηση στον προηγούμενο τροποποιητικό Ν.141
(1)/14 («. αυξημένου τόκου από την υπερημερία . ο οποίος υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στις δύο εκατοστιαίες μονάδες .»), η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στον μεταγενέστερο Ν.66
(1)/15 και δεύτερον από την επιφύλαξη του υφιστάμενου εδ.(1β) ως πιο πάνω. Έχω την άποψη πως οι δύο φράσεις «αυξημένου τόκου από την υπερημερία» και πιο κάτω «ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας» δεν μπορούν να ερμηνευτούν ως να σημαίνουν τον τόκο υπερημερίας ο οποίος υπερβαίνει το 2%. Αυτό επιβεβαιώνεται τελειωτικά από την επιφύλαξη του εδ.(1β) η οποία και πάλι αναφέρει γενικά πως «πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις» (στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά του πιστωτικού ιδρύματος). Έχει τη σημασία του πως η πρόνοια αυτή εφαρμόζεται μόνο για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκαν πριν από τον Ν.66
(1)/15 και όχι για τις μεταγενέστερες (νέες) συμβάσεις, καθότι απαγορεύοντας με το εδ.(1α) την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν του 2% ο Νομοθέτης δεν απαίτησε την απόδειξη ότι τέτοιο επιτόκιο σε νέες συμβάσεις αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Κάτι τέτοιο όμως απαιτείται ρητώς για τις παλαιές συμβάσεις οποτεδήποτε επιβλήθηκε αυξημένος τόκος από την υπερημερία και ανεξαρτήτως ποσοστού. Αποτελεί διαπίστωση μου ότι κατά παρόμοιο τρόπο και στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να παράσχει έστω κάποια ένδειξη και πολύ περισσότερο να αποδείξει ότι ο επιβληθείς ή έστω ο διεκδικούμενος τόκος υπερημερίας «αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Ενάγουσας». Στη βάση των πιο πάνω και έχοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας συνιστά κατάληξη μου πως ούτε στην παρούσα η Ενάγουσα έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αποσείσει το βάρος το οποίο είχε να καταδείξει ότι ο αξιούμενος τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της. Κατά συνέπειαν δικαιούται σε απόφαση για τα ποσά ως αυτά εμφαίνονται στα Τεκμήρια 37 έως 40 (αναδομημένες καταστάσεις) αφαιρουμένου του τόκου υπερημερίας, δηλαδή ως αυτά είχαν κατά τις ημερομηνίες τερματισμού, ήτοι στις 28.3.11 και 28.4.11. Κατάληξη Βάσει όλων των ανωτέρω εκδίδονται απόφαση και διατάγματα ως ακολούθως: Α. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για: (α) €20.455,37 με τόκο 8,20% από 28.4.11, (β) €128.345,86 με τόκο 5,75% από 28.3.11, (γ) €544.124,30 με τόκο 5,25% από 28.3.11 και με δικαίωμα ανατοκισμού την 1ην Ιανουαρίου και την 1ην Ιουλίου εκάστου επόμενου έτους μέχρι τελικής εξόφλησης των ως άνω ποσών. Β. Εναντίον της Εναγομένης 3 για το ποσό των €124.505 με τόκο 5,25% από 28.3.11 (αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως μέχρι του ποσού αυτού με τους Εναγομένους 1 και 2, ήτοι σε σχέση με την ευθύνη τους για το ποσό των €544.124,30 ανωτέρω). Γ. Διατάγματα ως οι §§Η, Θ και Ι της έκθεσης απαίτησης αλλά μέχρι τις λέξεις «παρούσα αγωγή» στην 9η γραμμή εκάστης παραγράφου. Δ. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν συν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως. Ε. Η ανταπαίτηση δεν έχει προωθηθεί και απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.