Α.Α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2471/2013, 5/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A280 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2471/2013 Μεταξύ: Α.Α ενάγοντα -και-
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
- Α.Β
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
- Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Εναγομένων ................ Ημερομηνία: 5, Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Χ. Χριστοδούλου με κ. Παρασκευά για Μ.Ξ Ιωάννου & Συνεργάτες Για την εναγομένη 1: κα. Κ. Πολυβίου με κα Ανδρέου και κ. Κόκκινο για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την εναγομένη 3: κα Α. Σάββα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για την εναγομένη 4: κα Μ. Τριανταφυλλίδου με κ. Παναγή για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιοί σειρά θεραπειών εναντίον των εναγόμενων σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν ζημία που υπέστη από την αγορά αξιογράφων της εναγομένης 1 κατά τη έτη 2008 με
- Η αγωγή αρχικά στρεφόταν εναντίον 4 προσώπων αλλά εν τέλει προωθήθηκε μόνο για τις εναγόμενες 1,3 και
- Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
- Ο ενάγων στην έκθεση απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι ήταν πελάτης της εναγόμενης 1 και ότι η εναγόμενη 1 ήταν αδειούχος τράπεζα και αδειούχο ίδρυμα για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Η εναγόμενη 3 είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και η εναγόμενη 4 είναι πρόσωπο που συστάθηκε με βάση το άρθρο 5 του περί κεφαλαιαγοράς Νόμου. Περί τον Ιούλιο του 2008, απέκτησε 100.000 μετατρέψιμα χρεόγραφα από την εναγόμενη 1, ονομαστικής αξίας € 1 έκαστο. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 2009 απέκτησε 100.000 μετατρέψιμα αξιόγραφα ονομαστικής, τα οποία τον Μάιο του 2011 μετατράπηκαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου. Για την απόκτηση ή μετατροπή των πιο πάνω χρεογράφων/ αξιογράφων υπέγραφε καλόπιστα τις αιτήσεις που ζητούσε η εναγόμενη
- Στις 9.5.2011 συνήψε δάνειο με την εναγόμενη
- Ο ενάγοντας προέβαλε λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης εκ μέρους της εναγομένης 1, ανεπίτρεπτου επηρεασμού, αμέλειας, παράβασης εμπιστεύματος, και παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης
- Προέβαλε επίσης ισχυρισμούς περί συνομωσίας των εναγομένων. Τέλος προέβαλε ισχυρισμούς για παράβαση Νόμιμων καθηκόντων εκ μέρους της εναγομένης 1 και κατέγραψε ότι θα επικαλεστεί τις πρόνοιες του Ν. 114
(1)- Επίσης δικογράφησε λεπτομέρειες παράβασης των νόμιμων καθηκόντων των εναγόμενων 3 και
- Η εναγόμενη 1 στην Υπεράσπισή της ισχυρίστηκε ότι όλες οι εκδόσεις χρεογράφων και αξιογράφων έγιναν κατόπιν έκδοσης ενημερωτικών δελτίων και ότι ο ενάγοντας προέβη στην αγορά των επίδικων χρεογράφων με ελεύθερη βούληση. Η εναγόμενη 1 αρνήθηκε όλες τις αποδιδόμενες λεπτομέρειες δόλου και απάτης. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 δικογράφησε με λεπτομέρεια τη διαδικασία έκδοσης των επίδικων χρεογράφων/ αξιογράφων. Ισχυρίστηκε ότι δεν παρείχε επενδυτική υπηρεσία προς τον ενάγοντα. Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται από το να προβάλλει τους ισχυρισμούς του ως η έκθεση απαίτησής του. Τέλος ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας δεν έχει υποστεί την επικαλούμενη ζημία. Η εναγόμενη 3 ήγειρε σειρά προδικαστικών ενστάσεων ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι η παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Χωρίς επηρεασμό των προδικαστικών της ενστάσεων αρνήθηκε το σύνολο των λεπτομερειών δόλου και ή απάτης, ανεπίτρεπτου επηρεασμού, αμέλειας, παράβασης εμπιστεύματος, παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων και συνομωσίας εκ μέρους της εναγομένης
- Επίσης αρνήθηκε τις αποδιδόμενες σε αυτήν λεπτομέρειες παράβασης νόμιμων καθηκόντων. Η εναγόμενη 4 ήγειρε επίσης προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Χωρίς επηρεασμό της προδικαστικής της ένστασης αρνήθηκε τις αποδιδόμενες λεπτομέρειες συνομωσίας και τις κατ' ισχυρισμόν λεπτομέρειες παράβασης νόμιμων καθηκόντων. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας. Επίσης μαρτυρία έδωσε η { ) εκ μέρους της εναγόμενης 1 και ο { } εκ μέρους της εναγόμενης
- Συνολικά κατατέθηκαν 59 Τεκμήρια. Πολλά εκ των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεσης ουσιαστικά δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έτσι, για σκοπούς αποφυγής άσκοπων πλατειασμών, προτού προχωρήσω με τη σύνοψη της μάρτυρας, κρίνω ορθότερο όπως παραθέσω το υπόβαθρο των γεγονότων που δεν αμφισβητείται. Γεγονότα που αποτελούν κοινό υπόβαθρο μεταξύ των διαδίκων Στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων, δια των δικογράφων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω) και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320, καθώς και το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
- Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
- Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
- Στην υπό κρίση υπόθεση γίνεται δεκτό στα δικόγραφα των εναγόμενων 1,3 και 4 ότι ο ενάγοντας απέκτησε τα επίδικα χρεόγραφα/ αξιόγραφα. Επίσης, μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου της εναγόμενης 1, αλλά και τη μαρτυρία του ενάγοντα προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι στις 28.7.2008 ο ενάγοντας υπέγραφε αίτηση για απόκτηση 100.000 μετατρέψιμων χρεογράφων, Τεκμήριο
- Επίσης, αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι ο ενάγοντας υπέγραψε την αίτηση για απόκτηση 100.000 μετατρέψιμων αξιογράφων κεφαλαίου και ότι στις 4.5.2011 υπέγραψε την αίτηση για απόκτηση 100.000 Μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου. Τεκμήρια 21 και 4 αντίστοιχα. Στις εν λόγω αιτήσεις ρητά καταγράφεται ότι ο ενάγοντας υπέβαλλε την εκάστοτε αίτησή του για απόκτηση χρεογράφων ή αξιογράφων με βάση τους όρους έκδοσης που περιέχονται στα αντίστοιχα ενημερωτικά δελτία, ημερομηνίας 25.6.2008, 30.4.2009 και 5.4.2011 αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, δεν έχει αμφισβητηθεί η υπογραφή του ενάγοντα επί των εν λόγω τεκμηρίων και το περιεχόμενο τους. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής του κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων. Ο ενάγων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρθηκε στο ότι ο ίδιος δεν είχε γνώσεις για επενδύσεις και στις ιδιότητες των εναγομένων 1,3 και
- Αναφέρθηκε, επίσης, στις συνθήκες υπό τι οποίες υπέγραψε τις διάφορες αιτήσεις για απόκτηση χρεογράφων / αξιογράφων. Για την απόκτηση των χρεογράφων / αξιογράφων χρεώθηκε ο τραπεζικός του λογαριασμός. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι μέχρι τις 31.12.2011 λάμβανε τόκους από τα αξιόγραφα. Περί το έτος 2012, αφού η εναγόμενη 1 σταμάτησε να του αποστέλλει τόκους μετέβη σε υποκατάστημα αυτής, ώστε να ενημερωθεί. Εκεί πληροφορήθηκε ότι τα αξιόγραφα που του παραχωρήθηκαν ήταν πενταετούς διάρκειας. Ο ενάγοντας αναφέρθηκε στις, κατά τη θέση του, λεπτομέρειες συνομωσίας και στις λεπτομέρειες παράβασης των νόμιμων καθηκόντων των εναγομένων. Ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 βεβαίωση υποβολής αίτησης για αγορά μετατρέψιμων αξιογράφων ημερομηνίας 4.5.2011, ως Τεκμήριο 5, έντυπο που καταγραφεί το ποσό τόκου, ημερομηνίας 30.6.2010 και ως Τεκμήριο 6 τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ημερομηνίας 21.2.
- Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 βεβαίωση υποβολή αίτησης για απόκτηση μετατρέψιμων χρεογράφων, ημερομηνίας 28,7.2008, ως Τεκμήριο 8 βεβαίωση καθαρού ποσού τόκου, ημερομηνίας 31.12.2011 Τεκμήριο 9, έντυπο με τίτλο εγκριθείσες/ επανεγκριθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, ως Τεκμήριο 10 εκχωρητήριο ασφάλειας ζωής, ως Τεκμήριο 11, δήλωση περιουσιακής κατάστασης και ως Τεκμήριο 12 έντυπο με τίτλο εγκριθείσες/ επανεγκριθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις ημερομηνίας 16.7.
- Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 κατάλογο προμηθέων και χρεώσεων της εναγόμενης 1, ως Τεκμήριο 14 τροποποιητική συμφωνία, ημερομηνίας 30.8.2012, ως Τεκμήριο 15 συμφωνία στεγαστικού δανείου, ως Τεκμήριο 16 επιστολή του ιδίου ημερομηνίας 18.5.2011, ως Τεκμήριο 17 σύμβαση και δήλωση υποθήκης, ως Τεκμήριο 18 δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 18.5.2011, ως Τεκμήριο 19 πιστοποιητικού πληρωμής ασφαλίστρου και ως Τεκμήριο 20 σύμβαση ασφάλειας ζωής. Κατά την αντεξέτασή του από την συνήγορο της εναγομένης 1, ισχυρίστηκε ότι πριν την αγορά των επίδικων χρεογράφων/ αξιογράφων, διατηρούσε στην τράπεζα ένα σεβαστό ποσό που προήλθε από κληρονομία. Επίσης, αναφέρθηκε στις συνθήκες που υπέγραψε τις αιτήσεις Τεκμήρια 3, 4 και
- Ισχυρίστηκε ότι δεν διάβασε τι υπέγραφε, επειδή οι υπάλληλοι της τράπεζας του ανέφεραν ότι επρόκειτο για πενταετές καταθετικό σχέδιο. Επέμεινε ότι ουδέποτε είδε ενημερωτικό δελτίο. Αρνήθηκε ότι οι αιτήσεις Τεκμήρια 21 και 4 αποστάλθηκαν στην οικία του. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν ήταν επενδυτής αλλά εργάτης. Υποστήριξε ότι δεν αντιλαμβάνεται το τι εστί διενέργεια επενδυτικής υπηρεσίας και δήλωσε ότι δεν του δόθηκε επενδυτική συμβουλή. Ερωτηθείς ως προς τις αιτιάσεις του για την κατ' ισχυρισμόν παραπλάνηση, απάντησε ότι αυτή διεφάνη μεταγενέστερα. Κατά την αντεξέτασή του από την συνήγορο της εναγόμενης 3 διευκρίνισε πως ο ισχυρισμός του περί συνομωσίας των εναγομένων αφορούσε μόνο την εναγομένη
- Περαιτέρω, αντεξετάστηκε ως προς τους ισχυρισμούς του για παροχή παραπλανητικών στοιχείων από τους εναγόμενους 1,2 και 3 και προσδιόρισε ότι εννοούσε τη διαδικασία λήψης δανείου. Δέχθηκε ότι δεν βασίστηκε στις αναφορές επί των ενημερωτικών δελτίων για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων/αξιογράφων. Ερωτηθείς, σε σχέση με τις λεπτομέρειες παράβασης νόμιμων καθηκόντων που προέβαλε στην γραπτή του δήλωση, απάντησε ότι οι πιο πάνω αναφορές προήλθαν από όσα εκ των υστέρων άκουσε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εναγόμενη 3 άφησε ανεξέλεγκτες τις τράπεζες να πωλούν αξιόγραφα. Κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της εναγόμενης 4 δήλωσε ότι ενήγαγε την εναγόμενη 4 κατόπιν νομικής συμβουλής. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τι είναι η επιτροπή κεφαλαιαγοράς και δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με το νομικό πλαίσιο που τη διέπει. Εκ μέρους της εναγομένης 1 κατέθεσε η { }, ως ΜΥ1, η οποία τα έτη 2008 με 2011 εργαζόταν στο συγκρότημα της εναγομένης
- Η μάρτυρας αναφέρθηκε στα προσόντα της και δήλωσε ότι ήταν μέλος της ομάδας εργασίας κατά τον χρόνο που γινόταν η διαμόρφωση των χρεογράφων. Η μάρτυρας εξήγησε τη φύση των χρεογράφων και αξιογράφων, δηλώνοντας ότι είναι κινητές αξίες, οι οποίες εκδίδονται από εταιρείες και οργανισμούς. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι φέρουν επιτόκιο. Εξήγησε, επίσης, ότι τα χρεόγραφα φέρουν ημερομηνία λήξης ενώ τα αξιόγραφα όχι. Αναφέρθηκε στα Ενημερωτικά Δελτία που εκδόθηκαν για την έκδοση χρεογράφων του 2008, καταθέτοντας σχετικό αντίγραφο ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 23 το ενημερωτικό δελτίο για την έκδοση αξιογράφων του έτους
- Εξήγησε ότι τα εν λόγω αξιόγραφα ήταν μετατρέψιμα και ως εκ τούτου είχαν επιπρόσθετους κινδύνους. Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 το ενημερωτικό δελτίο της έκδοσης μετατρέψιμων αξιογράφων ημερομηνίας 5.4.
- Σε σχέση με την εν λόγω έκδοση σημείωσε ότι τα μετατρέψιμα αξιόγραφα είχαν το χαρακτηριστικό ότι μπορούσε να γίνει ακύρωση τόκων και αναγκαστική μετατροπή τους. Δήλωσε ότι στους υφιστάμενους κατόχους χρεογράφων και αξιογράφων αποστελλόταν επιπρόσθετο πληροφοριακό φυλλάδιο. Αναγνώρισε ως τέτοια τα Τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 25 και 26 αντίστοιχα. Δήλωσε ότι και οι τρεις εκδόσεις έγιναν στην πρωτογενή αγορά, επειδή προσφέρθηκαν απευθείας από την Τράπεζα στο ευρύ κοινό. Ενόψει των πιο πάνω, ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτική υπηρεσία προς τον ενάγοντα. Επικαλέστηκε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Αρχών καταθέτοντας σχετικό κείμενο ερωτοαπαντήσεων ως Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε ακολούθως στο ποιες προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν , κατά τη θέση της, ώστε να θεωρείται ότι κάποιο πρόσωπο παρέχει επενδυτικές συμβουλές. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 28 γενική εγκύκλιο της Τράπεζας Κύπρου. Υποστήριξε ότι μέσω αυτής η Τράπεζα επιχείρησε να αποφύγει την παροχή επενδυτικών συμβούλων. Κατέθεσε τέλος απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ως Τεκμήριο 29 και απόφαση του διοικητικού Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο του ενάγοντα αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των τριών ενημερωτικών δελτίων επεξηγώντας τον περιεχόμενο τους και το γεγονός του ότι με τον χρόνο αυτά γίνονταν ογκοδέστερα. Υποστήριξε ότι οι υποχρεώσεις ενημέρωσης της Τράπεζας εξαντλούνταν με την έκδοση των ενημερωτικών δελτίων. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των υπόλοιπων διαδίκων. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο { } υπάλληλος της εναγομένης 3, ως ΜΥ
- Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στα προσόντα του αλλά και την πείρα του σε σχέση με τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου 144
(1)/
- Αναφέρθηκε στα ενέργειες της εναγόμενης 3 κατά το στάδιο που τέθηκε σ εφαρμογή ο Νόμος και κατέθεσε σειρά Τεκμήριων. Συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 σχετική εγκύκλιο ημερομηνίας 15.11.2007, ως Τεκμήρια 32Α και 32Β, επιστολές προς τα Τραπεζικά Ιδρύματα ημερομηνίας 20.12.2007 και ως Τεκμήριο 33 αντίστοιχη επιστολή ημερομηνίας 14.6.
- Αναφέρθηκε επίσης στην ασκούμενη εποπτεία, επί των Τραπεζικών Ιδρυμάτων, την οποία χαρακτήρισε συνεχή. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 34 επιστολή της εναγόμενης 3 προς όλες τις τράπεζες ημερομηνίας 11.3.2008 και ως Τεκμήριο 35 την έκθεση προόδου που απέστειλε η εναγόμενη
- Δήλωσε ότι επειδή η νομοθεσία ήταν πρόσφατη υπήρχε σειρά αποριών και η κεντρική απαντούσε σε διάφορα ερωτήματα που τίθεντο από τις τράπεζες. Προς τούτο κατέθεσε σειρά αλληλογραφίας προς τραπεζικά ιδρύματα συμπεριλαμβανομένης της εναγόμενης 1, ως Τεκμήρια 36 με
- Κατέθεσε επίσης την οδηγία της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, η οποία περιείχε ερωτοαπαντήσεις σε σχέση με την εφαρμογή της οδηγίας MIFID, ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε, επιπλέον, ως Τεκμήριο 42 επιστολή της εναγόμενης 3 προς τα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία καλούσε να επιβεβαιώσουν το ποιες επενδυτικές υπηρεσίες παρέχουν. Η εναγόμενη 1 απάντησε με επιστολή της η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ακολούθως αναφέρθηκε σε εγκυκλίους της εναγόμενης 3 ως προς την εφαρμογή της νομοθεσίας και κατέθεσε σχετική αλληλογραφία ως Τεκμήρια 44 και
- Ιδίως αναφέρθηκε στην καθοδήγηση που έδωσε η εναγόμενη 3 ως προς τα ποια χρηματοοικονομικά μέσα θεωρούνται περίπλοκα, Κατέθεσε τη σχετική επιστολή , ημερομηνίας 25.1.2012 ως Τεκμήριο
- Επίσης ο μάρτυρας αναφέρθηκε στους επιτόπιους ελέγχους που πραγματοποίησε η εναγόμενη 3 στις τράπεζες γενικά και στην εναγομένη 1 ειδικά. Κατέθεσε σχετική αλληλογραφία ως Τεκμήρια 46 και
- Αναφέρθηκε, επίσης, και στη συνάντηση ημερομηνίας 31.11.201 μεταξύ των επικεφαλής των εποπτικών αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα στην οποία μεταξύ άλλων και η εναγόμενη 3 και
- Κατέθεσε τα σχετικά πρακτικά ως Τεκμήριο
- Ακολούθως αναφέρθηκε στους ελέγχους στους οποίους προέβη η εναγόμενη 3 προς την εναγόμενη
- Οι επιτόπιοι έλεγχοι ανήλθαν στους πέντε και στα παράπονα που λάμβανε η εναγόμενη 3 σε σχέση με τις ενέργειες τις εναγόμενης
- Τέλος αναφέρθηκε στην απόφαση της εναγομένης 3 σχετικά με τις πρακτικές προώθησε των αξιογράφων η οποία ακυρώθηκε με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, Τεκμήριο
- Αναφέρθηκε, επίσης, σε σειρά επιστολών και αλληλογραφίας με την εναγόμενη 1 και κατέθεσε τη σχετική αλληλογραφία ως Τεκμήρια 49 με
- Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 58 ανακοίνωση τςη εναγόμενης 3 ημερομηνίας 30.8.2012 και ως Τεκμήριο 59 έγγραφο με τίτλο « Ευρήματα ειδικού ελέγχου αναφορικά με τις διαδικασίες και πρακτικές προώθησης της διάθεσης των αξιογράφων κεφαλαίου, ημερομηνίας 17.10.2021». Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του ενάγοντα. Κατά την αντεξέτασή του από την συνήγορο της εναγομένης 1 διευκρίνισε ότι το ζήτημα των αξιογράφων τέθηκε για πρώτη φορά το έτος
- Η εναγομένη 4 δεν προσκόμισε μαρτυρία. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Σημειώνεται ότι ο συνήγορος του ενάγοντα περιόρισε την εισήγηση μόνο σε σχέση με την εναγομένη
- Ο κ. Χριστόδουλου ουδεμιά εισήγηση προώθησε σε σχέση με την ευθύνη των εναγόμενων 3 και
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα Η μαρτυρία του ενάγοντα στον βαθμό που άπτεται γεγονότων, σε μεγάλο βαθμό δεν έχει αμφισβητηθεί και κρίνεται αξιόπιστη. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ίδιος δεν είχε επενδυτικές γνώσεις, ότι ήταν εργάτης, ότι ήταν πελάτης της εναγόμενης 1 και ότι διατηρούσε ένα σεβαστό ποσό ως κατέθση στην εναγομένη 1, το οποίο προήλθε από κληρονομία. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι για τον σκοπό μετατροπή της κατάθεσης του σε χρεόγραφα, αρχικά, τον προσέγγισαν υπάλληλοι της εναγομενής 1 και του πρότειναν να συμμετάσχει στο σχέδιο χρεογράφων. Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα αξιόγραφα που απέκτησε ο ενάγων ουδεμία αξία έχουν σήμερα. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527 και η σχετικά πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Συνεπώς, ως προς τα ανωτέρω κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Η θέση, όμως, που προέβαλε στην αντεξέταση ότι υπέγραφε τις διάφορες αιτήσεις χωρίς να γνωρίζει περί τίνος επρόκειτο δεν είναι πειστική. Σημειώνεται ότι θεμέλιο όλων των προβαλλομένων ισχυρισμών περί δόλου, απάτης, συνομωσίας και ψευδών παραστάσεων, είναι ο ισχυρισμός ότι προχώρησε στην υπογραφή των αιτήσεων για απόκτηση χρεογράφων/αξιογράφων, επειδή του ανέφεραν οι υπάλληλοι της εναγομένης 1, πως ήταν ένα πενταετές καταθετικό σχέδιο και ουδέποτε είδε ενημερωτικό δελτίο. Όμως, στην γραπτή του δήλωση προβαίνει σε λεπτομερή περιγραφή της έκδοσης του ενημερωτικού δελτίου του Μαΐου του
- Επίσης, στην γραπτή του δήλωση έγγραφο Α, αναφέρεται με λεπτομέρεια στην έκδοση συμπληρωματικού ενημερωτικού δελτίου ημερομηνίας 12.6.2008 και στην έκδοση στις 25.6.2008 από την εναγόμενη 1 σημειώματος εκδιδόμενου τίτλου με θέμα «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έκδοση μέχρι 573,409,701 μετατρέψιμων αξιογράφων 2013/2018 ονομαστικής αξίας € 1.00 το καθένα.» Στην γραπτή του δήλωση αναφέρεται στα πιο πάνω προτού αναφερθεί και προτού υπεισέλθει στο χρονικό σημείο που προσεγγίσθηκε για αγορά αξιογράφων. Από την γραπτή δήλωση του μάρτυρος προκύπτει ότι ήταν εις γνώση του το σχετικό ενημερωτικό δελτίο και τα σχετικά έγγραφα που συνοδεύαν την πρώτη έκδοση αξιογράφων του έτους
- Εάν όντως δεν ήταν εις γνώση του η ύπαρξη κανενός ενημερωτικού δελτίου η λογικά αναμενόμενη πορεία ήταν να μην προέβαινε σε περιγραφή κανενός εξ αυτών. Επομένως, η θέση του ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για τα αξιόγραφα και ουδέποτε είδε το ενημερωτικό δελτίο δεν είναι πειστική. Επίσης, το γεγονός ότι γνώριζε λεπτομερώς τόσο για την έκδοση ενημερωτικού δελτίου όσο και για τα υπόλοιπά συμπληρωματικά έγγραφα καθιστά μη πειστική την εκδοχή του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε και ότι νόμιζε ότι επρόκειτο για καταθετικό προϊόν. Αφ' ης στιγμής η θεμελιακή του θέση, ότι θεωρούσε ότι επρόκειτο για καταθετικό προϊόν, δεν γίνεται δεκτή, δεν μπορούν να γίνου δεκτές και οι θέσεις του ότι οδηγήθηκε στο να πιστεύει το πιο πάνω από παραστάσεις των υπαλλήλων της εναγόμενης
- Συνακόλουθα οι ισχυρισμοί του ότι προέβη στην αγορά αξιογράφων κατόπιν δόλου, ψευδών παραστάσεων και απάτης δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Η ΜΥ1 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας στο ζήτημα της αγοράς των χρηματοοικονομικών προϊόντων. Ενόψει της μη αμφισβήτησης των προσόντων της και της πείρας, αποδέχομαι την ιδιότητά της ως εμπειρογνώμονας επί χρηματοοικονομικών μέσων. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 934. Η μάρτυρας επεξήγησε με σαφήνεια τους όρους χρεόγραφα και αξιόγραφα επεξηγώντας ότι πρόκειται για χρηματοοικονομικά μέσα που ενέχουν κινδύνους και ότι πρόκειται για κινητές αξίες που φέρουν τόκο. Ιδίως ως προς τα μετατρέψιμα αξιόγραφα εξήγησε τους κινδύνους που είχαν και το ότι οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνονταν στο σχετικό ενημερωτικό δελτίο. Εξήγησε επίσης την έννοια του όρου πρωτογενής και δευτερογενής αγορά. Η μάρτυρας εξήγησε τα πιο πάνω με σαφήνεια και επιστημονικότητα, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1191 Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω πάνω η μάρτυρας αναφέρθηκε στον τρόπο προώθησης των αξιογράφων από το συγκρότημα της εναγόμενης
- Συγκεκριμένα η θέση της ότι με την υποβολή της αίτησης για απόκτηση αξιόγραφών, σε οποιοδήποτε κατάστημα της εναγόμενης 1, δεσμευόταν το αντίστοιχο ποσό που είχε κατατεθειμένο ο πελάτης και ακολούθως μετατρεπόταν σε αξιόγραφα δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται δεκτή. Αντίθετα οι αναφορές της στο εάν η εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτική υπηρεσία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν, καθότι άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως έχει υποδειχθεί και πρόσφατα στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 217/2019 και 218/2019, ημερομηνίας 1.2.2022: «Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου.» Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.2 Ο ΜΥ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή και πειστικότητα. Επίσης, οι αναφορές του συνάδουν και σε μεγάλο βαθμό προκύπτουν μέσα από το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που κατέθεσε. Περαιτέρω, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Συνακόλουθα, οι θέσεις του ως προς τις ενέργειες της εναγόμενής 3 τόσο κατά τον χρόνο που εκδόθηκε ο Νόμος, μέσω της έκδοσης ΚΔΠ, όσο και μετέπειτα μέσω της έκδοση εγκυκλίων γίνονται αποδεκτές. Επιπροσθέτως, οι θέσεις του περί το ότι η εποπτεία που ασκούσε η εναγόμενη 3 επί των Τραπεζών που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες ήταν συνεχής δεν έχει αμφισβητηθεί. Παράλληλα, η θέση του ότι στις 11.3.2008 η εναγόμενη 3 απέστειλε προς όλες τις τράπεζες που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και προς την εναγόμενη 1, επιστολή με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το κατά πόσο είχαν εναρμονιστεί με συγκεκριμένα άρθρα του νόμου δεν έχει αμφισβητηθεί. Ούτε έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι η εναγόμενη απέστειλε έκθεση προόδου. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η εναγόμενη 1 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο αδειούχος τράπεζα και αδειούχο ίδρυμα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δυνάμει του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζóμενων Aγoρών Nóμoυ του 2007, N.144(I)/
- H εναγόμενη 3 είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η οποία λειτουργεί στην Κυπριακή Δημοκρατία δυνάμει των προνοιών του Συντάγματος και ειδικής νομοθεσίας. Η εναγόμενη 4 είναι νομικό πρόσωπο το οποίο συστάθηκε με βάση το άρθρο 5 του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Νόμου του
- Ο ενάγοντας 1 ήταν εργάτης και περί το έτος 2008 είχε κατατεθειμένο στην εναγομένη 1 ένα σεβαστό ποσό, το οποίο προέκυψε από κληρονομία. Ο ενάγοντας προσεγγίστηκε από υπαλλήλους της εναγομένης 1 για να επενδύσει σε χρεόγραφα. Συγκεκριμένα τις 28.7.2008, ο ενάγοντας υπέγραφε αίτηση για απόκτηση 100.000 μετατρέψιμων χρεογράφων της έκδοσης 2013/18, ονομαστικής αξίας € 1 έκαστο. Ως ρητά καταγράφεται στη σχετική αίτηση, ο ενάγοντάς υπέβαλε αυτήν σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου που εξέδωσε η εναγόμενη 1, ημερομηνίας, 25.6.
- Τα χρήματα για την αγορά των αξιογράφων προήλθαν από λογαριασμού του ιδίου στην εναγομένη
- Το έτος 2009 υπέβαλε αίτηση ώστε να αποκτήσει 100.000 μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου ονομαστικής αξίας € 1 έκαστο. Υπέβαλε προς τούτο σχετική αίτηση στην οποία καταγράφετο ότι το αίτημα του υποβαλλόταν σύμφωνα με τους όρους του ενημερωτικού δελτίου, ημερομηνίας 30.4.2011, που εξέδωσε η εναγομένη
- Το αντίτιμο για τα αξιόγραφα κεφαλαίου ήταν τα 100.000 μετατρέψιμα χρεόγραφα της έκδοσης 2013/
- Στις 4.5.2011 υπέβαλε αίτηση για απόκτηση 100.000 Μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου ονομαστικής αξίας € 1 έκαστο. Σε αυτή καταγράφετο ότι το αίτημα του ενάγοντα υποβαλλόταν σύμφωνα με του όρους του ενημερωτικού δελτίου, ημερομηνίας 5.4.2011, που εξέδωσε η εναγόμενη
- Αντίτιμο για την απόκτηση των μετατρέψιμων αξιογράφων ενισχυμένου κεφαλαίου ήταν τα 100.000 μετατρέψιμα αξιόγραφα που κατείχε ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας μέχρι τις 31.12.2011 λάμβανε τόκους. Όταν σταμάτησε να λαμβάνει τόκους μετέβη στην τράπεζα όπου πληροφορήθηκε ότι τα αξιόγραφα που απέκτησε ήταν αόριστης διάρκειας. Τα αξιόγραφα που απέκτησε κατέστησαν μηδενικής αξίας. Τα χρεόγραφα και τα αξιόγραφα είναι κινητές αξίες, οι οποίες εκδίδονται από εταιρείες και οργανισμούς. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι φέρουν επιτόκιο. Τα χρεόγραφα φέρουν ημερομηνία λήξης ενώ τα αξιόγραφα όχι. Τα τραπεζικά ιδρύματα εκδίδουν τέτοιου είδους αξίες, καθότι προσμετρούν στα κεφάλαιά τους. Η εποπτεία της εναγόμενης 3 προς τα ιδρύματα και τις τράπεζες που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες ήταν συνεχής μέσω εγκυκλίων και επιστολών. Ειδικότερα σε σχέση με την εναγόμενη 1 η εναγόμενη 3 διεξήγαγε πέντε επιτόπιους ελέγχους. Η εναγόμενη 3 ξεκίνησε να λαμβάνει παράπονα σε σχέση με τη διάθεση αξιογράφων το έτος
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα κατά την αγόρευση του περιορίστηκε σε εισηγήσεις μόνο ως προς την ευθύνη της εναγόμενης
- Έτσι το Δικαστήριο θα απασχολήσει αρχικά η αξίωση εναντίον της εναγόμενης 1 και ακολούθως θα εξεταστούν οι βάσεις αγωγής εναντίον των εναγομένων 3 και
- Η υπό κρίση αγωγή θεμελιώνεται στο Νόμο Ν.144(Ι)/2007, ως ίσχυε τα έτη 2008 και
- Θεμέλιο της αξίωσης του ενάγοντα είναι η παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου και σειρά άλλων ισχυρισμών περί δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων συνομωσίας και παράβασης εμπιστεύματος. Ως έχει κριθεί ανωτέρω η μαρτυρία του ενάγοντα η οποία άπτεται των δικογραφημένων ισχυρισμών, δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, παράβασης εμπιστεύματος δεν έχει γίνει δεκτή. Συνεπώς, δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία για τα πιο πάνω. Η μόνη βάση αγωγής που παρέμεινε εναντίον της εναγόμενης 1 είναι η βάση αγωγής, η οποία ερείδεται επί του Νόμου, Ν.144(Ι)/2007, ως ίσχυε τα έτη 2008 και
- Για τα πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει επαρκής δικογράφηση της κατ' ισχυρισμόν παρανομίας, αφού στην έκθεση απαίτησης καταγράφεται ρητά ο συγκεκριμένος Νόμος, τέθηκαν στο δικόγραφο του ενάγοντα ισχυρισμοί γεγονότων και δόθηκε μαρτυρία που άπτεται των υποχρεώσεων που απορρέουν από το Νόμο. Θεμέλιο της αξίωσης του ενάγοντα είναι η παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Σε σχέση με την αστική ευθύνη σε περίπτωση του Ν.144(Ι)/2007 σχετικό είναι το άρθρο 143 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 143.-
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζηµιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζηµιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/
- Προκύπτει, συνεπώς, ότι τυχόν παράβαση του Νόμου γεννά αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα. Η νομική φύση του αγώγιμου δικαιώματος έχει εξεταστεί ενδελεχώς στην απόφαση του αδελφού Δικαστή Ν.Α.Π. Γεωργιάδη στην αγωγή ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3858/2014, 14/1/2021, του Ε/Δ Λευκωσίας, όπου με παραπομπή σε αγγλικές αυθεντίες και συγγράμματα λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά: «
- Στην Αγγλία, σε σειρά υποθέσεων, αποφασίστηκε σε σχέση με ανάλογη πρόνοια του Financial Services and Markets Act 2000[8] («FSMA»), ότι όπου υφίσταται θέσμιο καθήκον (statutory duty), τυχόν παράλληλο καθήκον ευθύνης (duty of care[9]) με βάση το κοινοδίκαιο δεν επεκτείνεται πέραν των υποχρεώσεων που προβλέπει ο νόμος.
- Στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking (ηλεκτρονική έκδοση - LexisNexis), Part VII Investments and Financial Products/Chapter 29 - Advising on Financial Products/1 Scope of Advising on Financial Products, στην § [29.10] αναφέρονται τα ακόλουθα: 'In Green v Royal Bank Scotland[10] of it was held that the existence of a regulatory statutory duty does not give rise to a co-extensive common law duty of care with regulatory obligations actionable under FSMA, where those obligations are not actionable. However, where a common law duty arises, it was recognised that the standard of reasonable skill and care will often be informed by regulatory obligations[11]. When the regulatory obligations are actionable, the Court has generally treated the obligations at common law as going no wider than the regulatory obligations, per Walker v Inter-Alliance Group Plc (In Liquidation)[12].' (Έμφασις δική μου)
- Ως προς την παρεχόμενη θεραπεία, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms (ηλεκτρονική έκδοση - LexisNexis)/Mortgages Vol 28
(1)/Practice/G: Defences, Other Claims and Third Parties/2: Other Claims/
- Claim for damages) στην § [102]: 'Apart from any cause of action for damages at common law for breach of contract or possibly breach of a common law duty of care, a contravention by an authorised person of a rule made by the Financial Conduct Authority[13] is actionable at the suit of a private person who suffers loss as a result of the contravention[14]. This is treated as a claim for damages for breach of statutory duty. Contravention of the rules does not make any transaction void or unenforceable[15] and is not a defence to a claim for possession[16]. Nor does the existence of a statutory duty give rise to a co-extensive duty of care at common law[17].' (Έμφασις δική μου)
- Κατ' αναλογία, κρίνω ότι το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/2007, όπου υφίσταται παράβαση των προνοιών του και/ή των Οδηγιών που έχουν σχέση με την εφαρμογή του, δημιουργεί ιδιώνυμη αστική βάση αγωγής. Το κοινοδίκαιο (και επομένως οι πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148), δεν μπορούν να διευρύνουν υποχρεώσεις Τράπεζας (ή να δημιουργήσουν επιπρόσθετα καθήκοντα) πέραν των όσων προνοούν ο Ν.144(Ι)/2007(και κατ' επέκταση η MiFID) και οι Οδηγίες.» Για σκοπούς της παρούσας υιοθετώ την πιο πάνω ανάλυση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω σε σχέση με την εναγόμενη 1 θα εξετάσω την ενώπιον μου αγωγή αποκλειστικά υπό το πρίσμα του άρθρου 143 του Ν.144(Ι)/
- Περαιτέρω, έχω υπόψη μου ότι ο Ν.144(Ι)/2007 θεσπίστηκε προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες της οδηγίας Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/39/ΕΚ γνωστής ως MIFID. Ο Ν.144(Ι)/2007 έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι αναφορές στον Ν.144(Ι)/2007 περιλαμβάνουν και τον τροποποιητικό Ν.106(Ι)/2009, αφού τα γεγονότα της παρούσας εκτείνονται από τον Ιούλιο του 2008 μέχρι τον Μάιο του
- Κατά την κρίση μου χρήσιμο ερμηνευτικό βοήθημα του Ν. 144
(1)/2007 αποτελεί και το προοίμιο της οδηγίας 2004/39/ΕΚ ( εφεξής MIFID), όπου καταγράφεται ότι σκοπός της θέσπισής της, είναι μεταξύ άλλων, και η προστασία των επενδυτών Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Niahm Moloney EC Securities Regulation, second edition Oxford University Press σελ. 591 κεφάλαιο 7 υπό το τον τίτλο Mifid and the Conduct of Business Regime, υποκεφάλαιο, The Core Principles: «it is designed to establish a rigorous investor protection regime in order, in part, to encourage the development of a stronger retail market. » Από το σύνολο της υπό συζήτηση οδηγίας αλλά και ως προκύπτει από το ανωτέρω σύγγραμμα, σκοπός της οδηγίας MIFID ήταν η προστασία των επενδυτών και μάλιστα η θέσπιση ενός αυστηρού καθεστώτος προστασίας των επενδυτών. Το πεδίο εφαρμογής του Νόμου προσδιορίζεται στο άρθρο 3 αυτού ως ακολούθως: 3.-
(1)Ο παρών Νόμος ρυθμίζει- (α) Την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών καθώς και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, η δε παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στη Δημοκρατία περιλαμβάνει- . (ii) οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από τη Δημοκρατία ή από πρόσωπο που βρίσκεται, κατοικεί ή διαμένει στη Δημοκρατία και απευθύνεται προς πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας· (iii) .
(2)Εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου- . (ια) τα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στη διενέργεια συναλλαγών σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό· η παρούσα εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή όταν τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο, του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας· Ο ορισμός του όρου επενδυτική υπηρεσία παρέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου, ως ακολούθως: «επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος·» Στο δε Μέρος ΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος σταχυολογούνται οι πράξεις που εμπίπτουν στην έννοια του όρου επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες : «
- Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα.
- Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών.
- Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό.
- Διαχείριση χαρτοφυλακίων.
- Παροχή επενδυτικών συμβουλών.
- Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή/και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης.
- Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης.
- Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης.»
- Στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται στον όρο χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
- Μεταβιβάσιμες κινητές αξίες.
- Μέσα χρηματαγοράς. ...» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα αξιόγραφα αποτελούν χρηματοοικονομικά μέσα. H ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 1 με την αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι ο Νόμος 144
(1)/2007 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα, καθότι η εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες. Υποστήριξε με αναφορά και στη μαρτυρία της ΜΥ1 ότι ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκαν τα επίδικα αξιόγραφα δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία και η εναγόμενη 1 δεν έχει προσφέρει επενδυτική συμβουλή. Θεμέλιο της πιο πάνω εισήγησης είναι η θέση ότι η εναγόμενη 1 ως εκδότης των επίδικων αξιογράφων, τα οποία ως κινητές αξίες προσφέρονταν στην πρωτογενή αγορά, δεν θα μπορούσε να διενεργήσει υπηρεσία λήψης και διαβίβασης εντολών. Το πιο πάνω ζήτημα εξετάστηκε από το ΔΕΕ στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-688/15 και C‑109/16 Agnieška Anisimovienė and Others v bankas „Snoras" AB, in liquidation and Others, ECLI:EU:C:2018:209, ημερομηνίας 22.3.2018, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά: «62. Συναφώς, η έννοια της εκτελέσεως εντολών «για λογαριασμό πελατών» πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με την εκτέλεση εντολών «για λογαριασμό πελατών» ο ορισμός της οποίας περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 5, της οδηγίας αυτής. Πράγματι, οι δύο αυτές έννοιες αφορούν προδήλως, στην οδηγία MiFID, μία και την αυτή υπηρεσία και, εξάλλου, η συντριπτική πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων της οδηγίας αυτής χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση τόσο στο παράρτημα όσο και στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας. 63 Πάντως, σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η έννοια της «εκτελέσεως εντολών για λογαριασμό πελατών» υποδηλώνει το γεγονός της συνάψεως συμφωνιών αγοράς ή πωλήσεως ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. 64 Δεν αμφισβητείται όμως ότι η σύμβαση για την εγγραφή προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων συνιστά σαφώς τέτοια συμφωνία. Όσον αφορά το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της υπηρεσίας «εκτελέσεως εντολών», η συμφωνία αυτή συνάπτεται «για λογαριασμό πελατών», παρατηρείται ότι, ασφαλώς, οι όροι αυτοί θα μπορούσαν, αορίστως, να υπονοούν ότι πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει την υπηρεσία αυτή σε πελάτη όταν ο ρόλος του κατά τη σύναψη της συμφωνίας αυτής δεν περιορίζεται στον ρόλο ενδιάμεσου και είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας αυτής, ως εκδότης των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία επιθυμεί να αποκτήσει ο πελάτης. 65 Εντούτοις, οι ίδιοι αυτοί όροι πρέπει να ανατοποθετηθούν στο πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται. Συγκεκριμένα, η υπηρεσία εκτελέσεως εντολών «για λογαριασμό» πελατών πρέπει να τεθεί σε αντιδιαστολή προς τη δραστηριότητα διαπραγματεύσεως «για ίδιο λογαριασμό», την οποία αφορά το παράρτημα I, τμήμα A, σημείο 3, της οδηγίας MiFID. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας αυτής, η εν λόγω δραστηριότητα συνίσταται στη διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. 66 Επομένως, η οδηγία MiFID στηρίζεται στην αντιδιαστολή μεταξύ, αφενός, της συνάψεως συμφωνιών αγοράς ή πωλήσεως χρηματοπιστωτικών μέσων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων για ίδιον όφελος, έναντι ιδίων κεφαλαίων, και, αφετέρου, της συνάψεως τέτοιων συμφωνιών από τα εν λόγω ιδρύματα και επιχειρήσεις προς όφελος και έναντι των κεφαλαίων της πελατείας τους. Υπό το πρίσμα αυτό, συμφωνία τέτοιας φύσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι συνάπτεται από πιστωτικό ίδρυμα «για λογαριασμό» πελατών, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 5, και του παραρτήματος I, τμήμα Α, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, δεδομένου ότι ο πελάτης αντλεί όφελος από τη συμφωνία αυτή και χρησιμοποιεί τα κεφάλαιά του και μάλιστα ακόμη και όταν το εν λόγω ίδρυμα είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία αυτή ως εκδότης των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων. 67 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία MiFID. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 2, 5 και 44, στην παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του, καθώς και στη διασφάλιση της διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. 68 Υπό το πρίσμα των σκοπών αυτών όμως, δεν ασκεί επιρροή το ζήτημα κατά πόσον τα χρηματοπιστωτικά μέσα που διανέμει με δημόσια προσφορά ένα πιστωτικό ίδρυμα έχουν εκδοθεί από τρίτες εταιρίες ή από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα. 69 Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι η σύναψη εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος συμβάσεων με τους πελάτες του για την εγγραφή προς αγορά των νέων κινητών αξιών που θα εκδώσει το ίδρυμα αυτό συνιστά επενδυτική υπηρεσία, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας MiFID. Κατά συνέπεια, οι απαιτήσεις που αφορούν κεφάλαια τα οποία έχουν καταθέσει οι πελάτες αυτοί στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα σε σχέση με τις συμβάσεις αυτές καλύπτονται από τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 97/9.» ( οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος δικαστηρίου) Σύμφωνα δε με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ΔΕΕ αποφαίνεται για το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην πιο πάνω απόφαση, κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος, δόθηκε ερμηνεία επί της οδηγίας MIFID. Συνεπώς η ερμηνεία που έδωσε το ΔΕΕ αποτελεί αυθεντική ερμηνεία επί της ερμηνείας της συγκεκριμένης Ευρωπαϊκής οδηγίας και υπερισχύει οποιοδήποτε άλλων προσεγγίσεων. Συνεπώς το τι καταγράφεται στο Τεκμήριο 27 ή 41 ή η οποιαδήποτε υποκειμενική άποψη οποιουδήποτε μάρτυρα, δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ή να έχει επίδραση στη νομική ερμηνεία του όρου επενδυτική υπηρεσία ως δόθηκε αυθεντικώς από το ΔΕΕ. Από την πιο πάνω απόφαση εξάγεται ότι η σύναψη εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος συμβάσεων με τους πελάτες του για την εγγραφή προς αγορά των νέων κινητών αξιών που θα εκδώσει το ίδρυμα αυτό συνιστά επενδυτική υπηρεσία για σκοπούς της οδηγίας MIFID. Περαιτέρω, η πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων για ίδιον όφελος, προς όφελος και έναντι των κεφαλαίων της πελατείας τους, εμπίπτει στην έννοια της επενδυτικής υπηρεσίας για σκοπούς της Ευρωπαϊκής οδηγίας ΜIFID. Στην υπό κρίση υπόθεση η εναγόμενη 1 συνήψε με τον ενάγοντα σε τρεις ημερομηνίες σύμβαση για απόκτηση κινητών αξίων που θα εξέδιδε η ίδια. Τα επίδικα χρεόγραφα/αξιόγραφα εκδόθηκαν και πωλήθηκαν προς ίδιον όφελος της εναγομένης 1 και έναντι των κεφαλαίων του ενάγοντα. Συνεπώς, το γεγονός ότι τα επίδικα αξιόγραφα πωλήθηκαν στην πρωτογενή αγορά δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτική υπηρεσία προς τον ενάγοντα. Αντίθετα σύμφωνα με την απόφαση Agnieška Anisimovienė and Others v bankas „Snoras" AB, in liquidation and Others (ανωτέρω) η εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτική υπηρεσία προς τον ενάγοντα, αφού τα αξιόγραφα πωλήθηκαν προς όφελος της τράπεζας και έναντι κεφαλαίων και περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντα. Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συναλλαγές πώλησης αξιογράφων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω εάν η εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Νόμο. Οι υποχρεώσεις των εταιρειών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες προσδιορίζονται στο άρθρο 36 του Νόμου ως ακολούθως: «Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (i) Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (ii) τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (iii) τους τόπους εκτέλεσης, (iv) το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπομένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· (ε) η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποτελούμενες αποκλειστικά και μόνο από τη λήψη και διαβίβαση εντολών του πελάτη ή/και την εκτέλεσή τους, με ή χωρίς την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της χωρίς να εφαρμόζει την παράγραφο (δ), εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις: (i) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους όπου ενσωματώνονται παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, μια δε αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις προβλεπόμενες στο Μέρος Χ, (ii) η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή του πιθανού πελάτη, (iii) ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοοικονομικού μέσου που του προσφέρεται ή της υπηρεσίας που του παρέχεται και ότι, επομένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχή προστασία των οικείων κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας· η ενημέρωση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή, (iv) η ΚΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 29 υποχρεώσεις της· (στ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται οποιαδήποτε έγγραφα που καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και της ΚΕΠΕΥ και που αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους η ΚΕΠΕΥ θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη· τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα· (ζ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να χορηγεί στους πελάτες της επαρκείς αναφορές σχετικά με τις υπηρεσίες που τους παρέχει· στις αναφορές αυτές πρέπει να περιλαμβάνεται, όπου συντρέχει η περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών και των υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται για λογαριασμό τους· (η) όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοοικονομικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε κοινοτική νομοθεσία άλλη από την Oδηγία 2004/39/EK ή σε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου των πελατών ή/και τις απαιτήσεις περί πληροφοριών, η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με το παρόν άρθρο υποχρεώσεις.
(2)Η Επιτροπή δύναται με οδηγίες της να καθορίζει τα μέτρα εφαρμογής για τη συμμόρφωση των ΚΕΠΕΥ με τις αρχές του εδαφίου
(1)κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών στους πελάτες ή πιθανούς πελάτες τους.» Προκύπτει από το λεκτικό του Νόμου πως, όταν η ΚΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες υπέχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Σύμφωνα δε με το άρθρο 120 του Νόμου οι υποχρεώσεις του άρθρου 36 ισχύουν κατ' αναλογία στις τράπεζες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Η εναγόμενη 1 ως προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα ήταν Τράπεζα που παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες. Η εναγόμενη 1 θα μπορούσε να διαφύγει των εν λόγω υποχρεώσεων μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 (ε) (i με iv). Θεμελιακή προϋπόθεση για την πιο πάνω δυνατότητα είναι οι παρεχόμενες υπηρεσίες να αφορούν μη περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο. Ως προς την έννοια του όρου «περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο» διαφωτιστική είναι η ΚΔΠ 558/2007, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «17. Χρηματοοικονομικό μέσο μη προσδιοριζόμενο στο άρθρο 36
(1)(ε)(i) του Νόμου θεωρείται μη περίπλοκο εφόσον πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) δεν εμπίπτει στην παράγραφο (γ) του ορισμού «κινητές αξίες» του άρθρου 2
(1)του Νόμου ή στις παραγράφους 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου∙ (β) υπάρχουν συχνές ευκαιρίες διάθεσης, εξαγοράς ή ρευστοποίησής του με άλλο τρόπο, σε τιμές που είναι δημόσια διαθέσιμες στους συμμετέχοντες στην αγορά και αποτελούν είτε τιμές της αγοράς είτε τιμές που διατίθενται ή επαληθεύονται από συστήματα αποτίμησης το οποία είναι ανεξάρτητα από τον εκδότη∙ (γ) δεν συνεπάγεται για τον πελάτη καμία πραγματική ή ενδεχόμενη υποχρέωση που υπερβαίνει το κόστος απόκτησης του μέσου∙ (δ) είναι διαθέσιμες στο κοινό επαρκείς περιεκτικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του που να είναι εύκολα κατανοητές, ώστε να παρέχεται στο μέσο ιδιώτη πελάτη η δυνατότητα να λάβει απόφαση βασισμένη σε σωστή ενημέρωση στο κατά πόσο, να διενεργήσει ή όχι μια συναλλαγή στο εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο.» Στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007 ο όρος κινητές αξίες έχει την ακόλουθη έννοια: «κινητές αξίες» σημαίνει τις κατηγορίες αξιών που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως- (α) Μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων νομικών προσώπων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών, (β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα τέτοιων αξιών, (γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών ή που τυγχάνει δικαιώματος εκκαθάρισης τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ' αναφορά προς αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη·» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι τα χρεόγραφα ή αξιόγραφα συνιστούν μη περίπλοκά χρηματοοικονομικά μέσα. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΥ1 τα αξιόγραφα συνιστούν κινητές αξίες, οι οποίες φέρουν κάποιο επιτόκιο. Τα τραπεζικά ιδρύματα εκδίδουν τέτοιου είδους αξίες καθότι προσμετρούν στα κεφάλαιά τους. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τόσο τα χρεόγραφα όσο και τα αξιόγραφα είναι κινητές αξίες οι οποίες φέρουν τόκο. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε αυτά να καταταχθούν στην έννοια των κινητών αξιών για σκοπούς του Ν. 144/
- Εφόσον, λοιπόν, συνιστούν κινητές αξίες εν τη εννοία του Νόμου η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε σχέση με αυτά δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 36 (ε) (i με iv) του Νόμου, αφού αυτά δεν θεωρούνται μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Επομένως, η εναγόμενη 1 όφειλε να τηρήσεις τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 36 ( γ) και (δ) του Νόμου. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η εναγόμενη 1 δεν έπραξε οτιδήποτε για να αντλήσει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους, ώστε να του σύστηνε τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που ήταν κατάλληλα για την περίπτωσή του. Επίσης, ουδεμία μαρτυρία υφίσταται σε σχέση με το κατά πόσο το πωλούμενο χρηματοοικονομικό μέσο ήταν συμβατό με τον ενάγοντα. Η πιο πάνω παράλειψη ήταν επίσης ουσιαστική, καθότι λόγω της παράλειψης ελέγχου συμβατότητας η εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να συμμορφωθεί την υποχρέωση της, σε περίπτωση που φαινόταν μη συμβατό να τον προειδοποιήσει περί τούτου. Το επόμενο ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο οι δηλώσεις του ενάγοντα που περιέχονται στα Τεκμήρια 3, 4 και 21 εμποδίζουν αυτόν από το να προωθεί τους πιο πάνω ισχυρισμούς ή επενεργούν με τρόπο, ώστε η πιο πάνω διαπιστωθείσα παρανομία να μην επηρεάζει τη παρούσα υπόθεση. Επί του προκειμένου, η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης 1 εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας κωλύεται λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα από το να προωθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην έκθεση απαίτησής του. Η πιο πάνω εισήγηση έχει ως βάση το γεγονός ότι ο ενάγοντας με σκοπό την αγορά χρεογράφων και αξιογράφων υπέγραψε τις αιτήσεις Τεκμήρια 3, 4 και
- Στις εν λόγω αιτήσεις ρητά καταγράφεται ότι ο ενάγοντας είχε τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσής του και δήλωνε ότι δεν του έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα. Σύμφωνα με τη συνήγορο της εναγόμενης 1 οι πιο πάνω δηλώσεις θεμελιώνουν κώλυμα λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα. Παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Χατζηστυλλή Γιώργος ν. Κυπριακές Αερογραμές Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του.» Στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, το ουσιώδες που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι το κατά πόσο η εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της. Επομένως το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο ο κανόνας του κωλύματος μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ώστε η εναγόμενη 1 να διαφύγει των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Νόμος. Δηλαδή θα πρέπει να κριθεί το κατά πόσο οι πιο πάνω δηλώσεις επαρκούν, ώστε να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι συγκεκριμένες πρόνοιες που Νόμου, οι οποίες επιβάλλουν ρητές υποχρεώσεις στην εναγόμενη 1 και το κατά πόσο οι πιο πάνω δηλώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πιο πάνω διαπιστωθείσα παρανομία δεν επηρεάζει τη παρούσα υπόθεση. Επί του προκειμένου διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Phipson on Evidence 19th Ed, Chapter 5 - Estoppels, par. 5-04, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα και δίδεται και παράδειγμα μέσα από τη νομολογία: «A court will not give effect to an estoppel when to do so would be to condone illegality. Thus, where a landlord and tenant entered into an agreement aimed at depriving the tenant of his statutory rights in respect of an agricultural tenancy, it was held that there was no estoppel by convention, because the parties could not achieve by an estoppel based on common intention a result which they could not have achieved by express agreement.» Περαιτέρω, σχετική είναι η απόφαση του Privy Council στην υπόθεση Maritime Electric Co Ltd v General Dairies Ltd [1937] 1 All ER 748, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα: «An estoppel is only a rule of evidence, and could not avail to release the appellants from an obligation to obey the statute, nor could it enable the respondents to escape from the statutory obligation to pay at the scheduled rates. The duty of each party was to obey the law.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει τον κανόνα του κωλύματος με τρόπο που να οδηγεί σε παρανομία. Επίσης, ο κανόνας του κωλύματος δεν ενεργεί με τρόπο που να επιτρέπει σε διάδικο να διαφύγει των νόμιμων του υποχρεώσεων. Άλλωστε το εάν η εναγόμενη 1 παρείχε ή δεν παρείχε επενδυτική συμβουλή ή υπηρεσία δεν εξαρτάται από το τι δηλώνει ο κάθε αντισυμβαλλόμενος αλλά από τις πρόνοιες του Νόμου και στο πως ο Νόμος κατατάσσει μια πράξη. Η υποκειμενική πεποίθηση του κάθε συμβαλλομένου δεν μπορεί να αναχθεί σε κριτήριο για τη νομική κατηγοριοποίηση κάποιας πράξης ή ενέργειας. Αντίθετη προσέγγιση θα είχε ως συνέπεια την αναγνώριση δικαιώματος στους διαδίκους να προβαίνουν σε δηλώσεις ή να συμβάλλονται με τρόπο αντίθετο από αυτόν που προβλέπει ο νόμος. Όμως κάτι τέτοιο αντιβαίνει στην αρχή που καθιερώνει η νομολογία «ότι το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως προϋποθέτει και το συμβάλλεσθαι νομίμως.» Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αδάμος Ιωάννου & Ιιοί Λτδ ν. Άγγελου Βαρνάβα Πολιτική Έφεση 377/2010, ημερομηνίας 8.3.2016, ECLI:CY:AD:2016:A
- Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αντίθετη προσέγγιση θα είχε και ως συνέπεια ο εκάστοτε επενδυτής να έχανε την προστασία που του παρέχει Νόμος με τρόπο που δεν περιλαμβάνεται σε αυτό. Τέτοια προσέγγιση θα αντέβαινε στον σκοπό της οδηγίας MIFID και θα φαλκίδευε την παρεχόμενη, μέσω της οδηγίας και του Νόμου, προστασία προς τους επενδυτές. Υπό το φως των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης 1 ότι η υπογραφή του ενάγοντα επί των Τεκμηρίων 3,4 και 21 εμποδίζει αυτόν από το να προωθεί την επικαλούμενη παρανομία. Οι αιτούμενες θεραπείες Ως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα ο ενάγοντας αξιώνει σειρά θεραπειών. Όμως το άρθρο 143 του Νόμου η μόνη θεραπεία που προβλέπεται είναι η θεραπεία των αποζημιώσεων. Εφόσον η αγωγή πέτυχε μόνο στη βάση του άρθρου 143 του Νόμου μπορούν να εξεταστούν μόνο οι θεραπείες που προνοεί το εν λόγω άρθρο. Μάλιστα κατάληξη στο ότι η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της δεν οδηγεί από μόνη στην απόδοση αποζημιώσεων. Ως προκύπτει από το άρθρο 143 του Νόμου για την απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αποδειχθεί ότι η ο ενάγων έχει υποστεί ζημία λόγω ενέργειας ή παράλειψης που έλαβε χώρα κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον Νόμο. Δηλαδή η ζημία που επικαλείται ο ενάγοντας να έχει προκύψει αιτιωδώς από την παράλειψη της εναγομένης
- Από τα ενώπιόν μου γεγονότα προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν είχε οποιεσδήποτε γνώσεις σε σχέση με πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Ο ενάγοντας ήταν εργάτης και το ποσό που είχε κατατεθειμένο στην εναγομένη 1, περιήλθε στην κατοχή του μέσω κληρονομίας. Επομένως, ήταν κρίσιμο για την περίπτωση του ενάγοντα η κατηγοριοποίησή του και η λήψη των σχετικών πληροφορίων, ώστε η εναγόμενη 1 να σύστηνε τα κατάλληλα χρηματοοικονομικά μέσα για την περίπτωση του. Η παράλειψη της τράπεζας να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το άρθρο 36(γ) του Νόμου ήταν καταλυτική για την παρούσα περίπτωση. Επιπλέον λόγω της πιο πάνω παράλειψης η εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να συμμορφωθεί την υποχρέωση της, σε περίπτωση που φαινόταν μη συμβατό για τον ενάγοντα να τον προειδοποιούσε περί τούτου. Υπό αυτό το πλαίσιο ο ενάγοντας προσχώρησε στην αγορά αξιογράφων χρησιμοποιώντας τα κεφάλαια του και προχωρώντας στη μετατροπή των αρχικών χρεογράφων σε μετατρέψιμα αξιόγραφα και ακολούθως σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου τα οποία στο τέλος είχαν μηδενική αξία. Επομένως, προκύπτει ότι η αρχική κατάθεση του ενάγοντα απώλεσε την αξία της. Συνακόλουθα ο ενάγοντας λόγω της παράλειψης της εναγόμενης 1 να τηρήσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τον Νόμο , ο ενάγοντας υπέστη ζημία ίσή με την αξία της επένδυσής του. Επομένως, η αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 επιτυγχάνει. Η ευθύνη των εναγομένων 3 και 4 Ως έχει σημειωθεί ανωτέρω ο ενάγοντας κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι οι ισχυρισμοί περί συνομωσίας αφορούσαν μόνο την εναγομένη
- Σε σχέση με τις εναγομένες 3 και 4 η μονή άλλη δικογραφημένη βάση αγωγής ήταν η παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Ως προς το ζήτημα της παράβασης νόμιμου καθήκοντος από δημόσιες αρχές διαφωτιστική είναι η απόφαση Δήμος Πάφου και C & N KYRIAKOY LTD Πολιτική Έφεση αρ. 228/09, ημερομηνίας 23.03.17, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Hussein and Another v. The Estate of the Deceased Chrysostomos Christodoulou XX CLR 23 - 48-01 αναφέρθηκε ότι σε αγωγές οι οποίες στηρίζονται σε παράβαση καθήκοντος εγείρονται δύσκολα ερωτήματα αναφορικά με το κατά πόσο ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δημιουργήσει, υπέρ του ιδιώτη, αγώγιμο δικαίωμα. Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει γενικό αγώγιμο δικαίωμα όπου ο Nόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβασή του. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: (α) όπου η υποχρέωση επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης, πρόσωπο που ανήκει σ΄αυτήν, έχει αγώγιμο δικάιωμα (βλ. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 CLR 791) και (β) όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα, μέλος του δημοσίου έχει αγώγιμο δικαίωμα, αν υποστεί ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παράβασης (βλ. Κουππάρης ν. Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780, όπου υιοθετήθηκε η υπόθεση Lonrho Ltd & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd & Others
(1981)1 All ER 456). Στην υπόθεση Sephton v. Lancashire River Board
(1962)1 All ER 183 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το εγειρόμενο ζήτημα: «If a statutory duty is prescribed but no remedy by way of penalty or otherwise for its breach is imposed it can be assumed that a right of civil action accrues to the person who is damnified by the breach. For if it were not so, the statute would be but a pious aspiration.» Στο σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Αστικά Αδικήματα», Μέρος Β, σελίδες 69-70, γίνεται ανάλυση του θέματος και αναφορά στις πιο πάνω υποθέσεις. Τελικά, όπως αναφέρεται και στο πιο πάνω σύγγραμμα, το ζήτημα είναι θέμα ερμηνείας της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας.» Περαιτέρω ως προς την εναγόμενη 3 προβάλλεται έστω ακροθιγώς και ο ισχυρισμός περί αμελούς εποπτείας. Η έννοια της αμέλειας παρέχεται στο άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «51. Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει αποζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Η πιο πάνω διάταξη θεμελιώνει την υποχρέωση οποιουδήποτε προσώπου που ασκεί επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία να επιδεικνύει τέτοια δεξιότητα και προσοχή ως ο μέσος συνετός επαγγελματίας στον οικείο τομέα δραστηριοποίησης. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Street on Torts 13th edition, σέλ. 129 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά me το επίπεδο επιμέλειας οποιουδήποτε επαγγελματία: «Whether the defendant is a plumber or an architect or a consultant surgeon the primary question is whether in all circumstances the defendant acted with the skill and competence to be expected from a person undertaking his particular activity and professing his specific skill.» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία ο ενάγοντας όφειλε να θεμελιώσει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την αμέλεια της εναγομένης 3 και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και των ζημιών που ο ίδιος έχει υποστεί συνεπεία αυτής. Σχετική είναι η απόφαση Παπακώστα ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας Πόλ. Έφεση 214/13, ημερομηνίας 24.6.
- Μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία πέραν της γενικόλογης αναφοράς περί αμελούς εποπτείας ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση οι λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμόν παράβασης νόμιμου καθήκοντος των εναγομένων 3 και 4 τέθηκαν κατά αόριστο τρόπο στο δικόγραφο. Ειδικότερα σε σχέση με την εναγόμενη 4 δεν έχει προσδιοριστεί ποιο ήταν το καθήκον και με ποιο τρόπο η εναγόμενη 4 το έχει παραβεί. Η προβολή αόριστων ισχυρισμών χωρίς να συσχετίζονται με τα γεγονότα της παρούσας και την αγορά των συγκεκριμένων αξιογράφων δεν επιτρέπει την κατάληξη σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Επομένως σε σχέση με την εναγομένη 4 η αγωγή κρίνεται απορριπτέα. Η εναγόμενη 3 είχε δυνάμει του άρθρου 126 του Νόμου υποχρεώσεις εποπτείας μόνο ως προς το μέρος ΧΙΙΙ του Νόμου, ήτοι τα άρθρα 118 με 121 του Νόμου που αφορούν τις τράπεζες. Οι πλείστες λεπτομέρειες παράβασης νόμιμου καθήκοντος που επικαλέστηκε ο ενάγοντας, όπως η αγορά ελληνικών ομολόγων ή η διασφάλιση της εμπιστοσύνης του κοινού δεν σχετίζονται με οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εναγομένης 3, υπό τον επίδικο Νόμο. Επίσης, ο ισχυρισμός περί παραπλάνησης του κοινού ή η αποτροπή κινδύνων σε σχέση με τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος δεν σχετίζονται με το πιο πάνω καθήκον της εναγομένης
- Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες της κατ' ισχυρισμόν παράβασης νόμιμου καθήκοντός δεν έχουν συνδεθεί με την επίδικη αγορά αξιογράφων. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει γίνει δεκτή η θέση του ενάγοντα ότι απέκτησε τα επίδικα αξιόγραφα, επειδή νόμιζε πως επρόκειτο για καταθετικό προϊόν. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί παραπλάνηση των καταθετών είναι ασύνδετος με τα γεγονότα της παρούσας. Αντιθέτως, από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΥ2 προκύπτει ότι η εναγόμενη 3 προέβαινε εγκαίρως στην έκδοση οδηγιών και εγκυκλίων προς τις τράπεζες που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες. Επομένως όχι μόνο δεν αποδείκτηκε ότι η εναγόμενη 3 παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε, αλλά τουναντίον προκύπτει ότι εξετέλεσε αυτό επαρκώς. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον των εναγομένων 3 και
- Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των € 100.000 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την εναγομένη 3 η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης 3 και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την εναγομένη 4 η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης 4 και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο