← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσία ν. X. A., Αρ. Υπόθεσης: 568/2020, 22/7/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσία ν. X. A., Αρ. Υπόθεσης: 568/2020, 22/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A286 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 568/2020 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσία εναντίον X. A. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22/7/22 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για Κατηγορούμενο: κ. Στυλιανού Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τα ακόλουθα αδικήματα: Κατηγορία 1: Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και ειδικότερα ότι στις 08/10/2018 στη Λευκωσία, με ψευδείς παραστάσεις, εσκεμμένα εξασφάλισε για τον ίδιο άδεια παραμονής στη Δημοκρατία, δηλαδή κατά την αίτηση για άδεια παραμονής του, κατάθεσε πλαστό ενοικιαστήριο έγγραφο και Κατηγορία 2: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και ειδικότερα ότι έθεσε το πιο πάνω έγγραφο σε κυκλοφορία στις 08/10/2018 στη Λευκωσία. Τα σχετικά άρθρα που αφορούν τις 2 Κατηγορίες στον Ποινικό Κώδικα είναι: 1. Κατηγορία 1: "305. Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων" Ως προς τον ορισμό των ψευδών παραστάσεων: "297. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή" 2. Κατηγορία 2: "339. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." και διαβάζεται με το άρθρο 335 Π.Κ., το οποίο έχει ως ακολούθως: " 335. Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή." Επίσης, το άρθρο 333 Π.Κ. αναφέρει ότι: « Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  2. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι (
  3. ii)με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου (
  4. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι." Όσον αφορά στο αδίκημα της πλαστογραφίας, σε σχετική ανάλυση του άρθρου 333 του Π.Κ., Κεφ. 154, η συνάδελφος Γ. Πετάση, Α.Ε.Δ. τότε Ε.Δ., στην ποιν. Υπόθεση 285/2017, Aστ. Διευθυντή Λ/σιας ν. Ηροδότου κ.α., ημερ. 21/7/17, αναφέρει τα πιο κάτω: « Το άρθρο 333 καθορίζει τους τρόπους με τους οποίους δύναται να καταρτιστεί ένα πλαστό έγγραφο. Το άρθρο 333(α) αναφέρει ότι καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor

(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» (υπογραμμίσεις δικές μου) Σχετικό με το ίδιο θέμα και δη τα κριτήρια προκειμένου ένα έγγραφο να θεωρηθεί πλαστό, χαρακτηριστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 στη σελίδα 357, Par. B6.2.: «Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». (υπογράμμιση δική μου) Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και την υπόθεση Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του." Κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή ενώ ένορκη μαρτυρία έδωσε και ο Κατηγορούμενος μετά την κλήση του σε απολογία. Ο Μ.Κ.1, Αρχιαστυφύλακας [ ], Γ. Προκοπίου, κατάθεσε αριθμό εγγράφων, αναφερόμενος και στις ανακριτικές του ενέργειες σε σχέση με την υπόθεση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι διερεύνησε, μετά τη λήψη του θεωρούμενου ως πλαστογραφημένου εγγράφου Τεκμηρίου 4 από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, παρουσίασε το εν λόγω έγγραφο στην ιδιοκτήτρια της οικίας όπου υποτίθεται ότι διέμενε ο Κατηγορούμενος και εκείνη του είπε ότι ούτε υπέγραψε στο έγγραφο, ούτε έγραψε το ονοματεπώνυμό της. Ο Κατηγορούμενος δεν του προέβαλε ισχυρισμό ότι το έγγραφο το υπέγραψε η θυγατέρα της ιδιοκτήτρια. Δεν προέβηκε σε πρόσθετε ενέργειες εκτός. Δεν έλαβε δείγματα υπογραφών. Η Μ.Κ.2, Ιωάννα Γενναδίου, εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε στην Κύπρο στις 03/11/2016 με θεώρηση εισόδου από το Τμήμα Αλλοδαπών για να φοιτήσει σε κολλέγιο. Ήταν κάτοχος προσωρινής άδειας παραμονής ως φοιτητής με ισχύ μέχρι 09/10/
  2. Ακολούθως, στις 05/10/2018, τέλεσε γάμο με υπήκοο Ρουμανίας. Στις 08/10/2018 υπέβαλε αίτηση για να του παρασχεθεί δελτίο διαμονής ως μέλος οικογένειας πολίτη Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακολούθως ο φάκελός του στάλθηκε για έλεγχο γνησιότητας γάμου, όπου διαφάνηκε ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο που υπέβαλε ήταν πλαστό. Η αίτηση του για παραχώρηση δελτίου διαμονής εκκρεμεί. Το εν λόγω ενοικιαστήριο έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, ως επίσης και η αίτηση για έκδοση δελτίου διαμονής ως Τεκμήριο
  3. Ως ανέφερε περαιτέρω κατά την υποβολή της αίτησης πρέπει να είναι παρόν και το ζευγάρι, δηλαδή και ο αλλοδαπός και η Ευρωπαία σύζυγος, είτε συνοδεύεται από κάποιον δικηγόρο ή πράκτορα είτε όχι. Δεν παρέλαβε η ίδια την αίτηση. Αποκλείεται να παραδώσει τρίτο άτομο την αίτηση. Κάθε ζεύγος πρέπει να προσέρχεται ένα ‑ ένα και δεν παραλαμβάνονται πολλές αιτήσεις μαζί. Το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης είναι υπόχρεο να στείλει για έλεγχο γνησιότητας μια περίπτωση γάμου στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο έλεγχος ολοκληρώθηκε στις 18/10/
  4. Δεν ζητήθηκε έκθεση από γραφολόγο από το τμήμα τους. Όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν στα πλαίσια της αίτησης για διαμονή δεν παρουσίασαν κάποιο πρόβλημα. Η Μ.Κ.3, Αγγελική Οικονομίδου, υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 8), στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι διαχειρίστρια κτηρίου στην οδό [ ] 13 στον Στρόβολο, το οποίο αποτελείται από δύο διαμερίσματα. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο, αφού του ενοικίασε δωμάτιο σε διαμέρισμα που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του εν λόγω κτηρίου, τον Μάρτιο του
  5. Αρχικά διέμενε μόνος του. Μετά από 6 μήνες εκείνος συγκατοίκησε με γυναίκα από το Νεπάλ που την έλεγαν Σαβίνα. Δεν θυμάται εάν είχε συνταχθεί ενοικιαστήριο έγγραφο. Τον Ιούνιο του 2019 ο κατηγορούμενος και η συγκάτοικός του πήραν τα προσωπικά τους αντικείμενα και έφυγαν χωρίς να την ενημερώσουν. Τους είδε τυχαία και ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα έφευγαν από το διαμέρισμα. Μετά από λίγους μήνες ο Κατηγορούμενος την επισκέφθηκε και της ζήτησε να συντάξει ενοικιαστήριο έγγραφο χωρίς εκείνος να διαμένει σε κάποιο από τα διαμερίσματά της. Αυτή αρνήθηκε. Ακολούθως, την επισκέφθηκε μετά από λίγες μέρες και της ζήτησε για δεύτερη φορά να συνταχθεί ενοικιαστήριο έγγραφο και πάλι αυτή αρνήθηκε και δεν τον ξαναείδε. Όσον αφορά το ενοικιαστήριο έγγραφο, ποτέ δεν το υπόγραψε και ποτέ δεν έγραψε το όνομά της. Ούτε είναι αυτή, η οποία το συνέταξε. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η κόρη της βρισκόταν στην Πάφο, αλλά δεν αναλάμβανε τα συμβόλαια ενοικιάσεως. Η ίδια έδωσε δείγμα υπογραφής στην Αστυνομία. Είναι σίγουρη 100% ότι δεν προέβηκε η κόρη της σε συμφωνία μαζί με τον κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε την υπογραφή του στα δεξιά του εγγράφου. Το συγκεκριμένο έγγραφο, Τεκμήριο 6, του το έφερε η κόρη της ιδιοκτήτριας, αλλά δεν είδε ποιος έθεσε την υπογραφή, αν και κατ' εκείνον την υπογραφή την έθεσε η κόρη της ιδιοκτήτριας. Το εν λόγω έγγραφο το πήραν μαζί με την σύζυγό του και με τρίτο πρόσωπο στο Τμήμα Αλλοδαπών και το έδωσε εκεί η σύζυγός του μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα. Στο σημείο ήταν και ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι διαμένει στη Λεμεσό και η σύζυγός του διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στο διαμέρισμα, το οποίο ενοικίαζε -στη Λευκωσία- διέμεναν τέσσερα άτομα και πλήρωνε για το δωμάτιο 350 ευρώ. Διέμενε στο διαμέρισμα από την 01/05/2018 έως τον Αύγουστο του
  6. Στο Τμήμα Μετανάστευσης μετέβηκαν αυτός, η σύζυγός του και ένας άλλος άνδρας κοντά στο γραφείο, ο οποίος και ανέφερε στη σύζυγό του τι χρειάζονταν. Το έγγραφο του το έδωσε η κόρη της ιδιοκτήτριας. Αυτή ήταν η οποία φρόντιζε την οικία και αυτή ήταν η οποία λάμβανε τα χρήματα. Του έφερε το ενοικιαστήριο τον Μάιο. Δεν θυμόταν πώς ήταν η κόρη της ιδιοκτήτριας για να την περιγράψει. Τελευταία φορά κατά την οποία την είδε ήταν τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του
  7. Όσον αφορά τις σφραγίδες που τέθηκαν για πιστοποίηση της υπογραφής ο ίδιος δεν ήταν παρών, αλλά τις πήρε (εννοούσε προφανώς στον κοινοτάρχη) η σύζυγός του. Τα άλλα δύο άτομα που αναφέρονται στο έγγραφο ως μάρτυρες διέμεναν στην κατοικία. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε ολικώς, είτε μερικώς. (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207) Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Ξεκινώ από το Μ.Κ.1.. Αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειές του, οι οποίες ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν, ήταν ο ίδιος ανεξάρτητος μάρτυρας και μπορεί να γίνει δεκτή η μαρτυρία του. Το ίδιο ισχύει και για τη Μ.Κ.
  1. και από τη μαρτυρία της δεν προέκυψε κάποια αντίφαση. Μπορώ να δεχθώ ότι αν και δεν ήταν η ίδια που παρέλαβε την αίτηση Τεκμήριο 7, ότι η πρακτική του Τμήματος είναι να μην παραλαμβάνει αιτήσεις εν τη απουσία για διαμονή από ζεύγη όπως ο Κατηγορούμενος και η κοινοτική υπήκοος σύζυγός του, εκτός εάν είναι παρόντες και τα δύο πρόσωπα. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, δίνοντας μαρτυρία ότι το εν λόγω έγγραφο, το πήρε ο ίδιος στο Τμήμα Μετανάστευσης (άσχετα αν ήταν μόνος του ή όχι ή εάν το παρέδωσε ο ίδιος διά χειρός ή όχι στην αρμόδια λειτουργό). Η καθοριστική όμως ως προς την αυθεντικότητα του εγγράφου, ζήτημα καθοριστικό, ως ζήτημα λογικής, για την έκβαση των Κατηγοριών, είναι η κατάθεση της Μ.Κ.3., η οποία δεν αμφισβητήθηκε στο μεγαλύτερο βαθμό της. Προσπάθησε μεν ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου κ. Στυλιανού να της θέσει -ήταν η θέση του πελάτη του ως την μετέφερε- ότι το έγγραφο το συνέταξε η κόρη της. Δεν αμφισβητήθηκε όμως το υπόλοιπο μέρος της κατάθεσής της Τεκμήριο 8 και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε στο διαμέρισμα με κάποια άλλη γυναίκα (Σαβίνα από το ΝΕΠΑΛ) - αντί σημειωνω την αναφερόμενη σε ενοικιαστήριο έγγραφο Dragoman Loredana-, καθώς και ότι δεν υπέγραψε η ίδια στο φερόμενο ενοικιαστήριο συμβόλαιο- το οποίο σημειώνω ότι έφερε όνομα και μη επώνυμο στη θέση του ιδιοκτήτη ("Angliea"), όνομα που προσομοιάζει με αυτό της Μ.Κ.
  2. («Αγγελική») καθώς και το ότι όταν αποχώρησε τον Ιούνιο 2019 ο Κατηγορούμενος την επισκέφθηκε μετά δύο φορές ζητώντας της ενοικιαστήριο έγγραφο και μάλιστα την πρώτη φορά, της ζήτησε μόνο να του δώσει τέτοιο έγγραφο χωρίς να διαμένει στο διαμέρισμά της. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία συνηγορούν λογικά στη διαμόρφωση ευρήματος στο ότι -ακόμη κι αν η Μ.Κ.
  3. ανέφερε ότι κατά την περίοδο που ενοικίαζε στον Κατηγορούμενο δεν θυμόταν εάν είχε συνταχθεί ενοικιαστήριο έγγραφο- η ίδια δεν υπέγραψε επί του εν λόγω συγκεκριμένου εγγράφου Τεκμηρίου 8, αλλά ούτε και συμπλήρωσε το όνομά της. Και γενικά όμως, ως προς το σύνολο της μαρτυρίας της, η Μ.Κ.
  4. μου έχει δώσει την εντύπωση ενός μάρτυρα ειλικρινούς και δεν κλονίστηκε η εκδοχή της κατά την αντεξέτασή της και θα δεχθώ τη μαρτυρία της στην ολότητά του. Άλλωστε κι έρχομαι εδώ στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ως προς την εκδοχή του. Ως προς το σημαντικότερο ισχυρισμό του, ανέφερε ότι δεν θυμόταν πως ήταν η κόρη της παραπονούμενης - η οποία και διαχειριζόταν το διαμέρισμα και λάμβανε τα ενοίκια- για να την περιγράψει στο Δικαστήριο, κάτι που δεν μπορεί λογικά να γίνει πιστευτό. Επίσης δεν με έπεισε για τις σχετικές εξηγήσεις που έδωσε ότι η κόρη της παραπονούμενης του είχε δώσει το έγγραφο προς υπογραφή. Αν του το έδινε εκείνη, πως είναι δυνατόν να περιγράφεται-αναφέρεται στο Τεκμήριο 6 ως ιδιοκτήτης του ενοικιαζόμενου υποστατικού πρόσωπο με το όνομα "Angliea", ένα καθόλα άγνωστο όνομα και χωρίς να συνοδεύεται από επίθετο; Οπότε, δεν με έχει πείσει για την εκδοχή του σε σχέση με το ενοικιαστήριο συμβόλαιο, ότι δηλαδή του δόθηκε από την κόρη της Μ.Κ.3., την οποίαν επαναλαμβάνω δεν θυμόταν να περιγράψει. Συνεπώς, μπορώ με βάση τη μαρτυρία να προβώ στα ακόλουθα ευρήματα:
  5. Το Τεκμήριο 6 δεν καταρτίστηκε ποτέ μεταξύ ιδιοκτήτη ή διαχειριστή της οικίας στη [ ] 13, διαμέρισμα 101 και του Κατηγορούμενου και της L. D.
  6. Η φερόμενη ως υπογραφή από ιδιοκτήτη στο εν λόγω έγγραφο, με βάση και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, η οποία ανέφερε ότι ήταν εκείνη η διαχειρίστρια των διαμερισμάτων και ότι για κάποια περίοδο είχε συμφωνηθεί από εκείνην και τον Κατηγορούμενο η ενοικίαση του διαμερίσματος προς εκείνον, με το αναφερόμενο όνομα "Angliea" δεν ήταν αυθεντική.
  7. Το εν λόγω έγγραφο παρουσιάστηκε στις κυπριακές αρχές για έκδοση άδειας διαμονής ως ενοικιαστήριο έγγραφο, υπογεγραμμένο από τη μία από τον Κατηγορούμενο και τη σύζυγό του (η οποία δεν διέμενε κατά τον εν λόγω χρόνο στο συγκεκριμένο διαμέρισμα-μάλιστα σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.
  8. διέμενε ο Κατηγορούμενος εκεί με γυναίκα από το ΝΕΠΑΛ-), Συγκεκριμένα, το εν λόγω έγγραφο χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια αίτησης για έκδοση δελτίου διαμονής για μέλη -μη πολίτες Ε..Ε- της οικογένειας πολίτη της Ε.Ε. στη Δημοκρατία που λήφθηκε στις 8/10/
  9. Ως αντιλαμβάνομαι εξασφάλισε άδεια παραμονής του όσο η αίτησή του εκκρεμούσε.
  10. Με τα πιο πάνω στοιχεία -και δεν χρειάζομαι άλλα στοιχεία όπως οιαδήποτε μαρτυρία εμπειρογνώμονα ή συγκριτικά δείγματα γραφής κλπ- μπορώ να καταλήξω σε εύρημα για μη αυθεντικότητα του εγγράφου.
  11. Με βάση το εύρημά μου ότι δεν έδωσε στον Κατηγορούμενο η κόρη της Μ.Κ.
  12. το εν λόγω έγγραφο και με βάση την ψευδή αναφορά στο έγγραφο ότι ο Κατηγορούμενος ενοικίαζε το διαμέρισμα μαζί με την σύζυγό του, αλλά και τη δική του υπογραφή στο έγγραφο και το δικό του όνομα, μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι είχε γνώση για τη μη αυθεντικότητα του εγγράφου. Όσον αφορά το κατά πόσον το έγγραφο μπορεί να θεωρηθεί πλαστό εν τη εννοία του Νόμου στα πλαίσια της εξέτασης του κατά πόσον στοιχειοθετείται η Κατηγορία 2: - Επρόκειτο για έγγραφο παρουσιαζόμενο ως αυθεντικό, ενώ δεν ήταν - Έφερε υπογραφή από φερόμενο ιδιοκτήτη, η οποία, με βάση και τη μαρτυρία της Μ.Κ.3., κρίνω ότι δεν ήταν αυθεντική Ήταν δηλαδή πλαστό εν τη εννοία του άρθρου 333(α) και 333(δ)(i) και (iv) του Κεφ. 154 (βλ. πιο πάνω). Εφόσον το εν λόγω πλαστό έγγραφο έτυχε χρήσης για να εξασφαλιστεί άδεια παραμονής του Κατηγορούμενου στην Κυπριακή Δημοκρατία, με το να κατατεθεί στα πλαίσια αίτησής του στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, κρίνω ότι είτε το έδωσε ο ίδιος στον αρμόδιο/αρμόδια λειτουργό είτε όχι, έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω πλαστό έγγραφο. Επίσης αφού έχω κρίνει ότι γνώριζε για τη μη αυθεντικότητά του εγγράφου κι εξασφάλισε για τον ίδιο στη βάση αυτού του εγγράφου άδεια παραμονής στη Δημοκρατία, παρουσιάζοντάς το ως αυθεντικό ενοικιαστήριο έγγραφο στις αρμόδιες αρχές ενώ αυτό δεν ήταν, κρίνω ότι οι παραστάσεις βάσει των οποίων εξασφάλισε την άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία ήταν ψευδείς. Με βάση τα πιο πάνω έχουν αποδειχθεί οι Λεπτομέρειες και των 2 Κατηγοριών επί του Κατηγορητηρίου και ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος σε αυτές. .......................... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.