← Κύπρος

Logicom Solutions Ltd ν. Γ. Χ., Αρ. Αγωγής: 400/22, 30/8/2022

Logicom Solutions Ltd ν. Γ. Χ., Αρ. Αγωγής: 400/22, 30/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A297 Αρ. Αγωγής: 400/22 Μεταξύ: Logicom Solutions Ltd (HE 9700) Ενάγουσας Και Γ. Χ., εκ Λευκωσίας Εναγομένου Αίτηση ημερ. 15.3.2022 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 30 Αυγούστου 2022 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Άντρια Παναγιώτου για Γ. Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κα Βικτώρια Παπαγιάννη με κο Χρ. Χριστοδούλου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εταιρεία που ασχολείται με την παροχή τεχνολογικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πληροφορικής, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με την χονδρική πώληση και εμπορία τεχνολογικών λύσεων και υπηρεσιών. Σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος εργοδοτήθηκε σε αυτήν δυνάμει σύμβασης εργοδότησης ημ. 1.6.2014 ως Senior Solutions Architect, θέση που υπάγεται στο τμήμα Τεχνολογικών Λύσεων και Υπηρεσιών. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος αποτελεί τον μοναδικό Senior Solutions Architect σε σχέση με τεχνολογικές λύσεις, προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρει η εταιρεία Microsoft (Τεχνολογικές Λύσεις Microsoft). Κατά την ενάγουσα, η επίδικη σύμβαση εργοδότησης που υπεγράφη μεταξύ της και του εναγομένου, προέβλεπε «Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού» σύμφωνα με την οποία, κατά την εργοδότηση του στην ενάγουσα καθώς και για περίοδο δύο

(2)ετών από την λήξη ή τον κατά τον οποιονδήποτε τρόπο τερματισμό της, ο εναγόμενος δεν θα ιδρύσει ή και προωθήσει ή και συμμετάσχει κατά οποιοδήποτε τρόπο στην ίδρυση εταιρείας ή επιχείρησης που να διεξάγει εργασία παρόμοια ή ανταγωνιστική προς την επιχείρηση της ενάγουσας ή θα απασχοληθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αμοιβή, σε οποιαδήποτε τέτοια εταιρεία ή επιχείρηση ή σε οποιοδήποτε πελάτη ή προμηθευτή ή ανταγωνιστή της. Ενόψει των πιο πάνω καθηκόντων που εκτελούσε ο εναγόμενος στο πλαίσιο της σύμβασης εργοδότησης και της σημασίας της θέσης του, η ενάγουσα του πρόσφερε σημαντικές εκπαιδεύσεις με πλήρη κάλυψη εξόδων, όπως διασκέψεις, σεμινάρια, διαλέξεις κ.τ.λ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ότι ο εναγόμενος κατά παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του, στις 4.2.2022 απέστειλε προς την ενάγουσα ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) με το οποίο έδινε προειδοποίηση έξι
(6)εβδομάδων για τον μονομερή τερματισμό της σύμβασης εργοδότησης του (παραίτηση), σημειώνοντας ως τελευταία μέρα εργοδότησης του την 18.3.2022. Η ενάγουσα απάντησε ότι με βάση την σύμβαση εργοδότησης, ο εναγόμενος όφειλε σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης εκ μέρους του να δώσει τουλάχιστον έξι
(6)μήνες προειδοποίηση. Επιπλέον, η ενάγουσα έλαβε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες, ο εναγόμενος με την αποχώρηση του από την εργασία του την 18.3.2022 θα προχωρήσει σε συνεργασία με εταιρεία, η οποία ασκεί επιχείρηση ανταγωνιστική με την επιχείρηση της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα δήλωσε ότι είναι διατεθειμένη όπως, σε περίπτωση που παρόλα τα πιο πάνω ο εναγόμενος επιμένει στην μη συμμόρφωση του με την συμβατική προειδοποίηση, να προχωρήσει σε συμφωνία μαζί του για τοποθέτηση του σε άδεια μετ' απολαβών τύπου «Garden leave» για όλη την περίοδο της κανονικής περιόδου προειδοποίησης του μέχρι της 4.8.2022. Ο ενάγων παρέλειψε όμως παρά τις πιο πάνω ειδοποιήσεις της ενάγουσας να απαντήσει γραπτώς ή με άλλο τρόπο σε αυτές και παραλείπει να δώσει οποιανδήποτε απάντηση ή να καταγράψει με οποιονδήποτε τρόπο την θέση του, αναφορικά με τα όσα τον ειδοποίησε η ενάγουσα στις εν λόγω ειδοποιήσεις. Η ενάγουσα καταχώρησε στην συνέχεια την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημ.15.3.2022, με την οποία ζητά μεταξύ άλλων διατάγματα που να αναγνωρίζουν την εκ μέρους του εναγομένου παραβίαση της σύμβασης εργοδότησης του καθώς και αποζημιώσεις για ζημιά που προκύπτει από αυτή την παράβαση. Ζητά επίσης διάταγμα που να απαγορεύει στο εναγόμενο την άσκηση ανταγωνιστικής εργασίας με αυτή που ασκεί η ενάγουσα καθώς και την συμμετοχή ή εργοδότηση του σε ανταγωνιστική εταιρεία με την ενάγουσα. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε μονομερώς αίτηση για έκδοση των πιο κάτω παρεμπιπτόντων διαταγμάτων: Α. Παρεμπίπτον διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση από του να προχωρήσει στον μονομερή τερματισμό της Σύμβασης Εργοδότησης που συνάφθηκε μεταξύ αυτού και των Αιτητών κατά ή περί τις 26/4/2014 («η Σύμβαση Εργοδότησης»), σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν που προβλέπεται στην Σύμβαση Εργοδότησης, ήτοι έξι
(6)μήνες από την ημερομηνία επίδοσης γραπτής προειδοποίησης τερματισμού της Σύμβασης Εργοδότησης από τον Καθ' ου η Αίτηση στους Αιτητές ή/και από του να σταματήσει να παρέχει προς τους Αιτητές τις προβλεπόμενες από τη Σύμβαση Εργοδότησης υπηρεσίες ή/και να εκτελεί τα προβλεπόμενα από τη Σύμβαση Εργοδότησης καθήκοντα πριν από τη λήξη της συμφωνηθείσας στο πλαίσιο της Σύμβασης Εργοδότησης περιόδου προειδοποίησης, ήτοι πριν από την πάροδο έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία επίδοσης γραπτής προειδοποίησης τερματισμού της Σύμβασης Εργοδότησης από τον Καθ' ου η Αίτηση στους Αιτητές. Β. Παρεμπίπτον διάταγμα που να ακυρώνει τυχόν ειδοποίηση τερματισμού από τον Αιτητή, η οποία παραβαίνει την πρόνοια της Σύμβασης Εργοδότησης. Γ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω διαταγμάτων, παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τον Καθ' ου η Αίτηση, είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή/και αντιπροσώπου του, από του να χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ή/και για οποιοδήποτε σκοπό ή/και να εκμεταλλεύεται ή/και να δημοσιοποιεί ή/και να διοχετεύει ή/και να διαβιβάζει ή/και να αποκαλύπτει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε για λογαριασμό του ή/και για λογαριασμό άλλων προσώπων, οποιαδήποτε πληροφορία ή/και στοιχείο εμπιστευτικής φύσεως ή/και εμπορικά μυστικά (trade secrets) των Αιτητών ή/και των ελεγχόμενων ή/και συνδεδεμένων ή/και θυγατρικών εταιρειών αυτών, τα οποία περιήλθαν στη γνώση ή/και στην κατοχή του κατά την διάρκεια της εργοδότησης του από τους Αιτητές, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σε σχέση με το αρχείο των πελατών ή/και μελλοντικών πελατών ή/και προμηθευτών ή/και παροχών υπηρεσιών ή/και εκπροσώπων ή/και υπηρετών ή/και αξιωματούχων ή/και λειτουργών των Αιτητών ή/και των πελατών τους ή/και πληροφοριών αναφορικά με τις δοσοληψίες των Αιτητών ή/και τις συμφωνίες των Αιτητών με φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα ή/και σε σχέση με τις επαγγελματικές δραστηριότητες ή/και συναλλαγές των Αιτητών ή/και οικονομικών πληροφοριών αναφορικά με τις πωλήσεις ή/και τις μεθόδους προώθησης ή/και την επιχειρηματική στρατηγική ή/και τη δραστηριότητα των Αιτητών ή/και τεχνικές πληροφορίες ή/και πληροφορίες σχετικά με την έρευνα και τα αναπτυξιακά προγράμματα των Αιτητών ή/και τα υφιστάμενα ή/και σκοπούμενα μελλοντικά έργα (projects) ή/και άλλα περιουσιακά δεδομένα (proprietary data) ή/και τεχνογνωσία (know how) που ανήκουν καθ' ολοκληρία ή/και μερικώς στους Ενάγοντες ή/και στοιχεία ή/και πληροφορίες των τραπεζικών λογαριασμών των Αιτητών ή/και των ελεγχόμενων ή/και συνδεδεμένων ή/και θυγατρικών εταιρειών αυτών μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω διαταγμάτων, παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τον Αιτητή από του να προβαίνει σε ενέργειες ή/και πράξεις ή/και εμπορικές δραστηριότητες ανταγωνιστικές προς την επιχείρηση των Εναγόντων ή/και των ελεγχόμενων ή/και συνδεδεμένων ή/και θυγατρικών εταιρειών αυτών ή/και από του να ιδρύσει ή/και να προωθήσει ή/και να συμμετέχει με οποιονδήποτε τρόπο στην ίδρυση εταιρείας ή/και επιχείρησης που να διεξάγει εργασίες ή/και εμπορικές δραστηριότητες ίδιας φύσεως ή/και παρόμοιας φύσεως με εκείνες που ασκούν οι Ενάγοντες ή/και προς οποιαδήποτε δραστηριότητα που οι Ενάγοντες αναπτύξουν ή/και από του να απασχοληθεί με οποιονδήποτέ τρόπο με ή χωρίς αμοιβή, είτε ως αυτοεργοδοτούμενους είτε ως εργοδοτούμενος, από ή/και σε οποιαδήποτε τέτοια εταιρεία ή/και επιχείρηση ή από ή σε οποιοδήποτε πελάτη ή/και προμηθευτή ή/και ανταγωνιστή των Εναγόντων για περίοδο δύο ετών από την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησής του, νοουμένου ότι οι Ενάγοντες προσφέρονται να καταβάλλουν στον Εναγόμενο και πράγματι θα του καταβάλλουν χρηματικό ποσό ίσο προς τις απολαβές που θα ελάμβανε ο Εναγόμενος βάσει των προνοιών της Συμφωνίας Απασχόλησής του που συνήχθη κατά ή/ή περί τις 26/04/2014 εάν συνέχιζε να εργοδοτείτο από τους Ενάγοντες. Το Δικαστήριο κατά την μονομερή διαδικασία ενώπιον του, εξέδωσε διατάγματα ως οι παρ. Γ και Δ της αίτησης τα οποία αφορούν μόνο την απαγόρευση ανταγωνιστικών πράξεων. Αντιθέτως για τις θεραπείες των παρ. Α και Β της αίτησης που αφορούν απαγόρευση τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης, διατάχθηκε η επίδοση τους στην άλλη πλευρά, προκειμένου να ακουστούν οι απόψεις και του εναγομένου. Με την επίδοση, ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση τόσο στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων όσο και στην έκδοση των θεραπειών που ορίστηκαν για επίδοση. Στους λόγους ένστασης αναφέρονται από τον εναγόμενο συγκεκριμένα τα πιο κάτω:
(1)Η Αίτηση και/ή το εκδοθέν Διάταγμα ημερ. 17.3.2022 αντίκεινται πλήρως και αδικαιολόγητα και/ή παραβιάζουν και/ή προσκρούουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση και/ή παραβιάζουν τις ρητές πρόνοιες των Άρθρων 25 και 26 του Συντάγματος και/ή τα Άρθρα 15 και 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και/ή του Άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή του Άρθρου 27 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149.
(2)Το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα ημερ. 17.3.2022 είναι πρόδηλα αόριστο και/ή γενικό και/ή ευρύ και/ή ασαφές και/ή καταχρηστικό και/ή αδικαιολόγητα παρεμβατικό και/ή προκαλεί αδικαιολόγητη και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή δυσχέρεια στον Καθ' ου η Αίτηση και/ή παρεμβαίνει αδικαιολόγητα στις βασικές και/ή συνταγματικές ελευθερίες και/ή στα εκ του Νόμου προστατευόμενα δικαιώματά του.
(3)Δεν ήταν εύλογο και/ή δίκαιο και/ή δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το επίδικο προσωρινό Διάταγμα ημερ. 17.3.2022 και/ή δεν δικαιολογείται καθ' ουδένα λόγο η οριστικοποίησή του υπό τις περιστάσεις.
(4)Τυχόν έγκριση και/ή έκδοση του αιτούμενου προσωρινού Διατάγματος υπό στοιχείο (Α) του αιτητικού της Αίτησης ημερ. 15.3.2022 θα επιφέρει την υποβολή και/ή τον εξαναγκασμό του Καθ' ου η Αίτηση σε αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία, γεγονός πρόδηλα αντισυνταγματικό και/ή παράνομο στη βάση του Άρθρου 10 του Συντάγματος.
(5)Τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β) του αιτητικού της Αίτησης ημερ. 15.3.2022 δεν αποτελούν ενδιάμεση και/ή προσωρινή θεραπεία την οποία δύναται και/ή είναι ορθό και/ή πρόσφορο όπως εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκδίκασης της Αίτησης ημερ. 15.3.2022.
(6)Τυχόν έκδοση των αιτούμενων προσωρινών Διαταγμάτων υπό στοιχεία (Α) και (Β) του αιτητικού της Αίτησης ημερ. 15.3.2022 θα επιφέρουν επί της ουσίας την ειδική εκτέλεση της Συμφωνίας Εργοδότησης ημερ. 26.4.2014, γεγονός παράνομο και/ή ανεπίτρεπτο και/ή ανεπιεικές και/ή αδικαιολόγητο και/ή καταχρηστικό.
(7)Τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β) του αιτητικού της Αίτησης ημερ. 15.3.2022 είναι ασυμβίβαστα και/ή αλληλοαποκλειόμενα (mutually exclusive) με άλλες αιτούμενες τελικές θεραπείες στην Αγωγή, καθότι οι Αιτητές δεν δύνανται να αιτούνται ταυτόχρονα και τη συνέχιση της εργοδότησης του Καθ' ου η Αίτηση και την χρηματική τους αποζημίωση από αυτόν για παράβαση σύμβασης και/ή πρόωρο τερματισμό της εργοδότησης του και/ή η τυχόν έκδοση των αιτούμενων προσωρινών Διαταγμάτων και μετέπειτα επιτυχία των Αιτητών στην Αγωγή πιθανώς να οδηγήσει σε ανεπίτρεπτη διπλή αποζημίωση (double recovery) τους.
(8)Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή πάσχουσα και/ή έρχεται σε ρητή και πρόδηλη αντιδιαστολή με τις πρόνοιες και/ή προϋποθέσεις της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και/ή της σχετικής επί του θέματος Νομολογίας.
(9)Η Αίτηση και/ή το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα ημερ. 17.3.2022 και/ή τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β) δεν τηρούν και/ή ικανοποιούν και/ή πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/1960.
(10)Η Αίτηση βασίζεται σε νομικά και/ή πραγματικά ανεπαρκείς και/ή αβάσιμους και/ή αστήρικτους λόγους και/ή στοιχεία, καθότι, μεταξύ άλλων, δεν συνοδεύεται από επαρκή μαρτυρία και/ή επαρκείς λεπτομέρειες που να αιτιολογούν και/ή να στοιχειοθετούν την ύπαρξη σοβαρής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και/ή η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν στοιχειοθετεί καλή βάση αγωγής και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή το παρόν αίτημα δεν δικαιολογείται ή αιτιολογείται επαρκώς υπό τις περιστάσεις.
(11)Δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή ζημία σε περίπτωση που δεν εκδίδοντο και/ή δεν εκδοθούν τα επίδικα Διατάγματα και/ή δεν παρουσιάζεται βάσιμα οποιαδήποτε πιθανότητα δυσκολίας και/ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
(12)Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και/ή της απόρριψης της Αίτησης ημερομηνίας 15.3.2022.
(13)Οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο σημαντικά και/ή ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία και/ή δεν έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, παραπλανώντας το Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα ημερ. 17.3.2022 και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή έχουν ενεργήσει κακόπιστα υπό τις περιστάσεις.
(14)Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν τα δήθεν στοιχεία και/ή πληροφορίες στην κατοχή τους αναφορικά με την υποτιθέμενη επικείμενη εργοδότηση του Καθ' ου η Αίτηση σε ανταγωνιστική εταιρεία και/ή προέβησαν μόνο σε γενικές και/ή αόριστες και/ή ανυπόστατες αναφορές στις δήθεν προθέσεις και/ή μελλοντικές ενέργειες του Καθ' ου η Αίτηση προκειμένου να δημιουργήσουν μια ψευδή και/ή παραπλανητική εντύπωση στο Δικαστήριο και να το πείσουν να εκδώσει τα επίδικα Διατάγματα.
(15)Οι Αιτητές παρέλειψαν να προσφέρουν μαρτυρία αναφορικά με την οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πως υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση και/ή την οποιαδήποτε παραβίαση ή επικείμενη ή αναμενόμενη παραβίαση τέτοιας υποχρέωσης.
(16)Οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν τον δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος και/ή κακώς το Σεβαστό Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν δέον και/ή ορθό και/ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να προχωρήσει με την εκδίκαση της Αίτησης και την έκδοση των Διαταγμάτων ημερ. 17.3.2022 στην απουσία του Καθ' ου η Αίτηση. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου στην οποία επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Προς υποστήριξη των θέσεων τους, οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά, υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, είναι οι εξής: · Απόδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση · Απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόδειξη της έννοιας του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτείται από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας του άρθρου 32, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Από την άλλη, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποιου είδους αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης, εκείνου του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Αυτό, προκειμένου να αποφασιστεί από το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση, Ε143/2015, ημ. 23/3/2017). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά, εξετάζεται και τυχόν καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας από τον ενάγοντα και κατά πόσον αυτή η καθυστέρηση επηρέασε την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων υπέρ του εναγομένου. Όπως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερή αίτηση, επιβάλλεται στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε ουσιαστικά γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και τα οποία δυνατόν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσον στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται κάποια θεραπεία, στην απουσία του αντιδίκου του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη στο Δικαστήριο, όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει μονομερώς, σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως εξαπάτηση του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη μονομερή διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1A Α.Α.Δ 360). Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour Ltd κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 801: «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων». Επαναλαμβάνω την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία. Κατά συνέπεια, σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται από τους συνηγόρους, η προσοχή του Δικαστηρίου σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του. Σχετικές είναι κατ' αναλογία οι υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Ιnterpartemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση της αίτησης και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές, είναι ογκωδέστατα. Η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από πρόθεση εξαπάτησης. Ότι ανατρέπει την βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ 606). Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται εντούτοις είδος εξαπάτησης, γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όσο δε πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης (βλ.Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κα ν. Adeona Holdings Limited κα, Πολ. Έφεση 6/14, ημ. 27.2.15 και CJSC "tv company stream" κ.α. Ν. Content Union SA, Πολ. Εφέσεις Ε34/2018, Ε35/2018, ημ. 8/4/2021). Ως προς το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός, έχει νομολογηθεί ότι, οτιδήποτε δυνατόν να επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τις προϋποθέσεις εξέτασης του αιτήματος θα πρέπει να αποκαλύπτεται. Ιδιαίτερα τα στοιχεία που άπτονται του βάσιμου της απαίτησης και του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας της αγωγής (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co of U.S.A
(1997)1 Α.Α.Δ 1791). Στα ουσιαστικά γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν, συμπεριλαμβάνονται και αυτά που σχετίζονται με το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς (βλ. Αμβροσιάδου κα ν. Martin Coward κα
(2013)1 Α.Α.Δ 78) Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο Δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα όπου διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων (βλ. Commerzbank ανωτέρω). Σημαντικό είναι να παρατεθούν στο σημείο αυτό, δύο επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που παρατέθηκαν στην υπόθεση Commerzbank (ανωτέρω), αναφορικά με την εκδίκαση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και την εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, του κατά πόσον τηρήθηκε από τον αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη κατά την μονομερή διαδικασία. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe (ανωτέρω), έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη μη αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος, να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους. Συμπεράσματα Είναι η θέση του εναγόμενου όπως προκύπτει από την ειδοποίηση ένστασης αλλά και από την αγόρευση της συνηγόρου του, ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη σημαντικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία, παραπλανώντας το Δικαστήριο για να εξασφαλίσει τα μονομερή προσωρινά διατάγματα. Συγκεκριμένα, παρουσίασε τον εναγόμενο ως τον μοναδικό Senior Solutions Architect ενώ υπήρχε ακόμα ένας εργοδοτούμενος στην ενάγουσα με αυτό τον ρόλο. Επίσης, ο ίδιος ο εναγόμενος, είχε άλλα καθήκοντα στην εταιρεία που σχετίζονταν με τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη υποδομών πληροφορικής και δεν είχε την θέση του Senior Solutions Architect. Ο εναγόμενος απορρίπτει επίσης την εντύπωση που προσπάθησε να δημιουργήσει η ενάγουσα ως προς το ότι είχε επιλεγεί λόγω της θέσης του ως ο αποκλειστικός ή μοναδικός λήπτης των εκπαιδεύσεων της Microsoft - ως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις παρ. 7 και 8 της Ε. Δ. της αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι τα πλείστα εκ των εκπαιδευτικών σεμιναρίων της Microsoft, απευθύνονταν σε αρκετούς υπαλλήλους της ενάγουσας και όχι μόνο στον ίδιο. Απορρίπτει επίσης ότι ήταν ο μοναδικός υπάλληλος της ενάγουσας που έλαβε ή θα λάμβανε τις Προηγμένες Εξειδικεύσεις Microsoft (Microsoft Advanced Specialisations). Διευκρίνισε ότι οι πιστοποιήσεις αυτές, δίνονται σε εταιρείες ανά τομέα εξειδίκευσης και όχι σε οποιοδήποτε άτομο προσωπικά. Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα προσέφυγε σε μια παραπλανητική παράθεση στοιχείων και γεγονότων, προκειμένου να δημιουργήσει την πεπλανημένη εντύπωση στο Δικαστήριο περί της δήθεν μοναδικότητας του ρόλου του στην εταιρεία, της μη δυνατότητας αντικατάστασής του σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς και της δήθεν πρόκλησης ουσιώδους ζημιάς στην ίδια ως αποτέλεσμα της αποχώρησής του. Έχω μελετήσει με προσοχή τις πιο πάνω θέσεις και κρίνω με όλο τον σεβασμό προς την συνήγορο του εναγομένου ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Τα πιο πάνω στοιχεία δεν συνιστούν κατά την άποψη μου, απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Πρόκειται όχι για γεγονότα αλλά για ισχυρισμούς της ενάγουσας με τους οποίους προφανώς ο εναγόμενος διαφωνεί όπως πχ τα κατ' ισχυρισμό ιδιαίτερα καθήκοντα του κατά την εργοδότηση του στην ενάγουσα. Το ίδιο ισχύει και για την θέση της ενάγουσας ως προς την ζημιά που θα υποστεί σε περίπτωση που ο εναγόμενος καταγγείλει την σύμβαση εργοδότησης του, λόγω της κατ' ισχυρισμό αδυναμίας αντικατάστασής του σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ούτε μπορεί να καταλογιστεί στην ενάγουσα, μη αποκάλυψη ισχυρισμών για τους οποίους υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών και για τους οποίους το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν όντως ευσταθούν, κατά την εκδίκαση της αγωγής. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι θέσεις του εναγομένου για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος για προσωρινά διατάγματα. Ενόψει τούτου, θα προχωρήσω την εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί στην παρούσα περίπτωση, τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  1. Από μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Η ενάγουσα στηρίζει την υπόθεση της στην επίδικη σύμβαση εργοδότησης στην οποία συμπεριλαμβάνεται «Ρήτρα Μη Ανταγωνισμού». Η εν λόγω ρήτρα προβλέπει ότι κατά την διάρκεια της εργοδότησης του εναγομένου στην ενάγουσα και για περίοδο δύο ετών από την λήξη ή τον κατά τον οποιονδήποτε τρόπο τερματισμό της, ο εναγόμενος δεν θα ιδρύσει ή και προωθήσει ή και συμμετάσχει κατά οποιοδήποτε τρόπο στην ίδρυση εταιρείας ή επιχείρησης που να διεξάγει εργασία παρόμοια ή ανταγωνιστική προς την επιχείρηση της ενάγουσας. Επιπλέον δεν θα απασχοληθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αμοιβή, σε οποιαδήποτε τέτοια εταιρεία ή επιχείρηση ή σε οποιοδήποτε πελάτη ή προμηθευτή ή ανταγωνιστή της ενάγουσας. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται βέβαια ότι η εν λόγω ρήτρα είναι παράνομη και αντισυνταγματική αφού παραβιάζει τα βασικά και θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του. Ως εκ τούτου δεν τον δεσμεύει παρότι δέχεται, την εκ μέρους του υπογραφή της σύμβασης εργοδότησης χωρίς να επικαλείται πίεση ή αθέμιτο επηρεασμό. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην επίδικη σύμβαση δεν συμπεριλαμβάνεται ρήτρα εμπιστευτικότητας ώστε να δικαιολογούνται οι αιτούμενες θεραπείες για συμβατική υποχρέωση του, να διατηρήσει εμπιστευτικές τις οποιεσδήποτε πληροφορίες έχει λάβει στο πλαίσιο της εργοδότησης του. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Η ενάγουσα από την πλευρά της αρνείται τους ισχυρισμούς περί παρανομίας και αντισυνταγματικότητας της σύμβασης. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι ως εκ της φύσεως της εργασίας του, ο εναγόμενος έχει εξυπακουόμενο καθήκον εμπιστευτικότητας έναντι της ενάγουσας, τόσον κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, όσον και μετά τον τερματισμό της. Κατά την κρίση μου, οι πιο πάνω θέσεις που σχετίζονται με την εγκυρότητα και την εφαρμογή της σύμβασης, άπτονται της ουσίας της αγωγής και δεν μπορούν να εξεταστούν στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο προσωρινής θεραπείας. Γεγονός παραμένει ότι η ενάγουσα στηρίζει την αγωγή της σε υπαρκτή σύμβαση εργοδότησης, η συνομολόγηση της οποίας είναι παραδεκτή και από τις δύο πλευρές και στην οποία συμπεριλαμβάνονται όροι επί των οποίων βασίζονται οι αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Έχει αποδειχθεί ως εκ τούτου, η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32 για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Αναφορικά με την 2η προϋπόθεση του άρθρου 32, κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η ενάγουσα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, έχει παραθέσει επαρκή στοιχεία ως προς την κατ' ισχυρισμό παράβαση από τον εναγόμενο, της επίδικης σύμβασης εργοδότησης. Να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος, επικαλείται μόνο το παράνομο και αντισυνταγματικό της σύμβασης και δεν αμφισβητεί την πρόθεση του να την τερματίσει. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ότι τα πιο πάνω στοιχεία, καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας, της παρούσας αγωγής. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι η πιο πάνω διαπίστωση μου για ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν την τελική θέση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της αγωγής. Επαναλαμβάνω την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή ότι στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς τις ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης. Το κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες ή κατά πόσον ευσταθούν επί της ουσίας οι υπερασπίσεις που προβάλει ο εναγόμενος ως προς την εγκυρότητα της επίδικης σύμβασης, θα αποφασισθεί στο τέλος της αγωγής και μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία και επιχειρηματολογία επί της ουσίας και από τις δύο πλευρές και προβεί σε σχετικά ευρήματα. Για σκοπούς όμως της εξέτασης και έκδοσης παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, κρίνω για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω ότι έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, τα στοιχεία του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  3. Κρίνω από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι βασικό επιχείρημα της ενάγουσας ότι η πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου, της προξενεί οικονομική ζημιά. Τόσο γιατί θα χάσει τις υπηρεσίες που τις παρέχει, τις οποίες χαρακτηρίζει μοναδικές όσον και γιατί θα εργαστεί σε ανταγωνιστική εταιρεία. Γίνεται επί του προκειμένου ειδική αναφορά σε πιθανή μεταφορά τεχνογνωσίας και σε εμπιστευτικές πληροφορίες σε σχέση με συγκεκριμένα έργα ή/και τα συμβόλαια που διεκδικεί η ενάγουσα και την πιθανότητα απώλειας τους. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι η ζημιά που επικαλείται η ενάγουσα με την απώλεια συμβολαίων, είναι αποτιμητή σε χρήμα και θα μπορούσε να της αποδοθεί υπό την μορφή αποζημιώσεων αν πετύχει στην αγωγή της. Η αόριστη προστασία των γενικότερων οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων της ενάγουσας που επικαλέστηκε ο συνήγορος της στην αγόρευση του δεν καταδεικνύουν απόδειξη της 3ης προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού όπως προανέφερα, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η ζημιά που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θα υποστεί είναι αποτιμητή σε χρήμα και θα μπορεί να της επιδικαστεί με την μορφή αποζημιώσεων. Ούτε έχει τεθεί από πλευράς ενάγουσας μαρτυρία ως όφειλε, που να καταδεικνύει αδυναμία του εναγομένου να την αποζημιώσει αν πέτυχει στην αγωγή της. Κρίνω ενόψει τούτου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  4. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι υπό τας περιστάσεις της παρούσας, το ισοζύγιο της ευχέρειας, κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Κατά την άποψη μου, η ταλαιπωρία που θα υποστεί ο εναγόμενος από την έκδοση και συνέχιση των υπό κρίση διαταγμάτων αφού δεν θα μπορεί να εργαστεί όπου ο ίδιος επιθυμεί, είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που θα υποστεί η ενάγουσα αν απορριφθεί η αίτηση. Αυτό με δεδομένο όπως προαναφέρθηκε, ότι η ενάγουσα θα μπορεί να αποζημιωθεί αν πετύχει στην αγωγή της και επιπλέον να προβεί στο ενδιάμεσο σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για αντικατάσταση του ενάγοντα και σχετική εκπαίδευση του υπολοίπου υφιστάμενου προσωπικού της. Για τους ιδίους λόγους κρίνω ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και να οριστικοποιηθούν οι ενδιάμεσες θεραπείες που δόθηκαν μονομερώς. Τελική κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της. Τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγομένου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.