Libra Capital Limited κ.α. ν. Φ. Μ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1339/20, 8/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A290 Αρ. Αγωγής: 1339/20 Μεταξύ:
- Libra Capital Limited, από το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλων ως το επισυναπτόμενο Παράρτημα «Α» Εναγόντων και
- Φ. Μ., από την Ελλάδα και άλλων ως το επισυναπτόμενο Παράρτημα «Β» Εναγομένων
- Αίτηση ημερ. 4.6.21 υπό εναγομένων 2,3,11,12,38,49,68,79 - αιτητών για παραμερισμό της επίδοσης και διαγραφή της αγωγής
- Αίτηση ημερ. 28.6.21 υπό εναγομένων 6, 7, 36, 42, 43, 44, 45, 47, 50, 54, 55, 56 ΚΑΙ 57 - αιτητών για παραμερισμό της επίδοσης και διαγραφή της αγωγής
- Αίτηση ημερ. 22.11.21 υπό εναγομένου 16 - αιτητή για παραμερισμό της επίδοσης και διαγραφή της αγωγής
- Αίτηση ημερ. 22.11.21 υπό εναγομένου 28 - αιτητή για παραμερισμό της επίδοσης και διαγραφή της αγωγής
- Αίτηση ημερ. 6.12.21 υπό εναγομένου 5 - αιτητή για παραμερισμό της επίδοσης και διαγραφή της αγωγής Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2022 Για εναγόμενους 2,3,11,12,38,49,68,79 - αιτητές: κος Ανδρέας Ερωτοκρίτου με κα Ιρένα Μαρκιτανή για A.G Erotocritou Llc. Για τους εναγόμενους 6, 7, 36, 42, 43, 44, 45, 47, 50,54, 55, 56, 57 - αιτητές: κος Γιώργος Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους 16, 28 & 5 - αιτητές: κος Γιώργος Μούντης με κο Δημήτρη Παπαπολυβίου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κος Μενέλαος Κυπριανού για Michael Kyprianou & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 12.6.
- Οι ενάγουσες που ανήκουν στον όμιλο εταιρειών Libra, ενάγουν αριθμό εναγομένων στους οποίους καταλογίζουν διάφορες αδικοπραξίες όπως δόλο, απάτη και συνομωσία. Οι διαφορές των διαδίκων πηγάζουν από ένα πλέγμα συναλλαγών στον τομέα της ενέργειας με και ειδικότερα στην βάση ισχυριζόμενων συμφωνιών για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, αναφορικά με ευκαιρίες επένδυσης σε φωτοβολταϊκά έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, για τις ίδιες συναλλαγές έχουν καταχωρηθεί αγωγές εναντίον εταιρειών του Ομίλου από μερικούς από τους εδώ εναγομένους, τόσο στο Αγγλικό High Court όσο και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Ταυτόχρονα με την παρούσα αγωγή, οι ενάγουσες καταχώρησαν μονομερή αίτηση, δυνάμει της οποίας την 16.6.2020 εξασφάλισαν προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα και επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των εναγόμενων 1-
- Ακολούθως, οι ενάγουσες πέτυχαν την έκδοση διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους του εξωτερικού, όλων των εγγράφων της παρούσας αγωγής. Tα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα, ακυρώθηκαν στις 8.10.21 με απόφαση συναδέλφου ΠΕΔ, που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων, κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων. Μετά την επίδοση των εγγράφων της αγωγής, ακολούθησε η καταχώρηση από τους αιτητές των υπό κρίση αιτήσεων με τις οποίες ζητούν τόσον της ακύρωση των διαταγμάτων επίδοσης όσον και την διαγραφή της αγωγής. Επειδή η επιχειρηματολογία των αιτητών ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό, κρίθηκε ορθό για σκοπούς εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου, όπως και οι πέντε υπό κρίση αιτήσεις ακουστούν μαζί. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της επιχειρηματολογίας των διαδίκων όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις των αιτήσεων και ενστάσεων και τις αντίστοιχες εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Η εκδοχή των αιτητών Σύνοψη της εκδοχής των αιτητών και στις 5 υπό αναφορά αιτήσεις, καταδεικνύει ότι επιζητούν την ακύρωση της επίδοσης και διαγραφή της αγωγής για τους πιο κάτω λόγους: · δεν έχουν αποκαλυφθεί από τις ενάγουσες πλήρως και ειλικρινώς όλα τα ουσιώδη γεγονότα κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, · η αγωγή έναντι των εναγομένων είναι επιπόλαια και ενοχλητική, και δεν έχει αποκαλυφθεί οποιαδήποτε καλή αιτία αγωγής έναντι των εναγομένων, · η αγωγή έχει εγερθεί λανθασμένα στην βάση του κυπριακού δικαίου και το Κυπριακό Δικαστήριο δεν υπέχει δικαιοδοσία να ακούσει την αγωγή έναντι των εναγομένων, · η αγωγή προωθείται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα και οι ενάγουσες εμπλέκονται σε παρανομία. Βασική πτυχή της επιχειρηματολογίας των αιτητών, είναι ότι στην μονομερή διαδικασία για έκδοση των διαταγμάτων επίδοσης στο εξωτερικό, υπήρξε εκτεταμένη απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από τις ενάγουσες, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί το Δικαστήριο ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Επικαλούνται επί του προκειμένου, την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 8.10.21, με την οποία ακυρώθηκαν τα εκδοθέντα μονομερώς προσωρινά διατάγματα για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι επειδή οι αιτήσεις για επίδοση στο εξωτερικό παραπέμπουν ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης στην ένορκη δήλωση για προσωρινά διατάγματα (ένορκη δήλωση Μόρτογλου) και επειδή κρίθηκε στην απόφαση ημ. 8.10.21 ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση υπήρξε εκτεταμένη απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, το Δικαστήριο δεν έχει επιλογή στα πλαίσια της παρούσας παρά το να ακολουθήσει το σκεπτικό της απόφασης ημ. 8.10.
- Είναι επιπλέον η θέση των αιτητών ότι στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση ημ. 8.10.21, αποδομείται η εκδοχή των καθ' ων η αίτηση ως προς την διενέργεια απάτης εναντίον τους που είναι και η βάση αγωγής στην παρούσα υπόθεση. Οι αιτητές ισχυρίζονται μεταξύ άλλων την μη αποκάλυψη ολόκληρου του περιεχομένου της Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος. Παρότι στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά σε διαφωνία με την έκθεση, δεν αποκαλύπτονται τα πορίσματα της, τα οποία είναι επιβαρυντικά για το όμιλο Libra. Στην Ε.Δ Μόρτογλου, η ομνύουσα προσπαθεί να δικαιολογήσει την απόκρυψη της έκθεσης με το πρόσχημα ότι η έκθεση χαρακτηρίζεται ως «εμπιστευτικό» έγγραφο παρόλο που η ίδια αναφέρει σε διάφορα σημεία τα ευρήματα της Τράπεζας της Ελλάδος που θεωρεί ότι την συμφέρουν, ξεχνώντας της επικαλούμενη εμπιστευτικότητα. Κατά τους αιτητές, δεν έχουν επίσης αποκαλυφθεί ρήτρες δικαιοδοσίας που προσδίδουν αποκλειστική αρμοδιότητα για τις διαφορές επί συγκριμένων επίδικων συμβάσεων σε αλλοδαπά Δικαστήρια. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής συμφωνίες: α. Οι Συμφωνίες μεταξύ της Baywest Business Limited (ενάγουσας 4) και της Deomax Enterprises Ltd (εναγόμενης 36) εμπεριέχουν ρήτρα που προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Αγγλικά Δικαστήρια (Τεκμήριο 4 στην ΕΔ Χατζησωτηρίου στην αίτηση υπό εναγομένων 6, 7 κα). β. Τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν την διαφορά σε σχέση με την μεταφορά του ποσού των €2,480,000 από την ενάγουσα 9 προς την Εναγόμενη 36 (DEOMAX) η οποία διενεργήθηκε στη βάση Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών. Η εν λόγω Συμφωνία διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο (Τεκμήριο 3 στην ΕΔ Χατζησωτηρίου). γ. Οι υπηρεσίες τις οποίες παρείχε η λογιστική εταιρεία ELG KYRIAKIDES FINANCE Α.Ε, ήτοι τον οικονομικό και/ή φορολογικό έλεγχο των εταιρειών που θα εξαγόραζε η WIND FENIX και/ή οι θυγατρικές τις εταιρείες και/ή την οργάνωση στην Κύπρο των λογιστηρίων τους, διέπονται από τη Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών 10/05/2016, για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Ελληνικά Δικαστήρια. Η εν λόγω Σύμβαση διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο (Τεκμήριο 3 στην ΕΔ Χατζησωτηρίου). Το γεγονός ότι οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω συμφωνίες είναι προϊόν απάτης δεν αλλάζει το σκηνικό αφού για τους αιτητές εάν κάτι τέτοιο γίνει αποδεκτό, ο κάθε συμβαλλόμενος θα επικαλείται απάτη εάν επιθυμούσε να προσδώσει δικαιοδοσία σε Δικαστήριο άλλο από αυτό που συμφώνησε με τον αντισυμβαλλόμενο του. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζεται από τους αιτητές ότι είτε εφαρμόζετο η ρήτρα δικαιοδοσίας είτε όχι, αδιαμφησβήτητα είναι ένα ζήτημα το οποίο οι ενάγουσες όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο. Στην υπό κρίση αίτηση για επίδοση, οι ενάγουσες απλά αποφάσισαν από μόνες τους ότι το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να γνωρίζει για την ύπαρξη των ρητρών δικαιοδοσίας. Σε σχέση με τα ζητήματα μη αποκάλυψης, και ειδικότερα την απόκρυψη της Έκθεσης Ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος και των ρητρών αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπών Δικαστηρίων που περιλαμβάνονται στις επίδικες συμφωνίες, οι αιτητές παραπέμπουν εκτενώς στην ενδιάμεση απόφαση του συναδέλφου ΠΕΔ. ημ. 8.10.
- Σημειώνεται ότι αυτά τα θέματα έχουν αποτελέσει αντικείμενο της εν λόγω απόφασης και εφόσον αυτά έχουν εγερθεί κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό στην πλήρη διάσταση τους, το Δικαστήριο στην παρούσα δεσμεύεται από την εν λόγω απόφαση, όπου κρίθηκε ότι υπήρξε εκτεταμένη απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Οι αιτητές ισχυρίζονται περαιτέρω, έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση αγωγή. Σημειώνουν ακόμα ότι με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού Ρώμη ΙΙ, το εφαρμοστέο δίκαιο για τις απαιτήσεις δεν είναι το Κυπριακό. Για κάποιες απαιτήσεις είναι το ελληνικό δίκαιο, για άλλες το Αγγλικό και για άλλες ενδεχόμενα δίκαιο άλλης χώρας, καθώς oι ουσιαστικοί παραπονούμενοι είναι το τμήμα του Ομίλου Libra που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και οι ενάγοντες είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Αγγλία, στην Ελλάδα, στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, στην Κύπρο και στον Παναμά. Οι εναγόμενοι που κατά τις ενάγουσες είναι τα πρόσωπα που κατείχαν κεντρικό ρόλο στην αδικοπραξία, είναι οι εναγόμενοι 1 μέχρι 6, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα με έδρα την Ελλάδα. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας έναντι των κυπριακών εταιρειών - εναγόμενων στην έκθεση απαίτησης και ο μόνος ισχυρισμός που εγείρεται έναντι της κυπριακής εταιρείας - εναγόμενης 38, αφορά τη κατ' ισχυρισμό παράνομη λήψη ενός ποσού χρημάτων που σύμφωνα όμως με τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, λήφθηκε νόμιμα στη βάση συμφωνίας για παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης. Όλοι οι ισχυρισμοί που εγείρονται εναντίον των εναγομένων, αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και σχετίζονται με επενδύσεις ή υπηρεσίες σε έργα ΑΠΕ ή ξενοδοχειακές μονάδες που βρίσκονται στην Ελλάδα. Ενόψει των πιο πάνω, οι συνήγοροι των αιτητών ισχυρίστηκαν με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί καθώς οι ενάγοντες λανθασμένα προωθούν την παρούσα κάτω από κυπριακό δίκαιο και ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επιπροσθέτως δεν έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο, που σύμφωνα με την νομολογία αποτελεί υποχρέωση των εναγουσών. Κατά τους αιτητές είναι αδύνατο να εκδοθεί οιαδήποτε θεραπεία στην παρούσα αγωγή, αφού προκύπτει ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Ελληνικό το οποίο όμως δεν δικογραφείται. Επιπλέον, αν αποδειχθεί ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού 1215/12 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του ιδίου Κανονισμού, το Κυπριακό δικαστήριο υπέχει δικαιοδοσίας μόνο σε διαδικασίες με τις οποίες ενάγονται μεταξύ άλλων, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο. Όμως κατά τους αιτητές, η περίληψη κύπριων εναγομένων σε αγωγή δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι το κυπριακό δικαστήριο υπέχει δικαιοδοσία να ακούσει την εν λόγω αγωγή. Η δικαιοδοσία του κυπριακού δικαστηρίου υφίσταται όπου αποδεικνύεται ότι εγείρεται αξίωση έναντι κύπριων εναγομένων και η αγωγή προωθείται επίσης έναντι αλλοδαπών εναγομένων ως αναγκαίων ή κατάλληλων μερών στη διαδικασία, δυνάμει της Δ.6
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Επαναλαμβάνεται δε ότι στην παρούσα, οι εναγόμενοι που κατά τις ενάγουσες είναι τα πρόσωπα που κατείχαν κεντρικό ρόλο στην αδικοπραξία, είναι μόνον οι εναγόμενοι 1 μέχρι 6, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα με έδρα τους την Ελλάδα. Δεν μπορούν ως εκ τούτου οι ενάγουσες να ισχυριστούν ότι εγείρουν την αγωγή εναντίον κυπρίων εναγομένων, στην οποία συμπεριλαμβάνουν και αλλοδαπούς ως αναγκαίους διάδικους. Ήταν ακόμα η θέση των αιτητών ότι από την μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγουσες δεν προκύπτει η συμμετοχή συγκεκριμένων κυπρίων εναγομένων, στις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες. Επιπρόσθετα και στο βαθμό που η αγωγή μπορούσε να προωθηθεί με βάση το κυπριακό δίκαιο, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι οι ενάγουσες δε νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα καθότι δεν έχουν αποδείξει ότι υπέχουν έννομο συμφέρον ή ότι έχουν υποστεί ζημιά από οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων. Οι αιτητές, υπέδειξαν επί του προκειμένου ότι η απόδειξη των αστικών αδικημάτων της απάτης και της συνομωσίας προς καταδολίευση, επί των οποίων εδράζεται η αγωγή, προϋποθέτουν την απόδειξη ζημιάς. Είναι περαιτέρω η θέση των αιτητών ότι η ισχυριζόμενη ζημιά των εναγουσών ως δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης, είναι τέτοιας φύσης που δεν μπορεί να αποδειχτεί ή αποτελεί υποθετική ή απομακρυσμένη ζημιά ή αντανακλαστική ζημιά, της ζημιάς που έχουν υποστεί θυγατρικές των εναγουσών και ως εκ τούτου δεν είναι ανακτήσιμη. Επαναλαμβάνεται δε ο ισχυρισμός ότι παρά το γεγονός ότι η αγωγή εγείρεται έναντι αριθμού κυπριακών εταιρειών, το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή αφού δεν υφίσταται οποιαδήποτε πραγματική αξίωση έναντι των κύπριων εναγομένων. Πέραν τούτου, είναι η θέση των αιτητών ότι το κυπριακό δικαστήριο δεν υπέχει δικαιοδοσία έναντι των εναγόμενων στη βάση του άρθρου 7 του Κανονισμού 1215/12 καθότι όλα τα γεγονότα με τα οποία καταπιάνεται η αγωγή έναντι των εναγόμενων και τα οποία δήθεν συνιστούν το ζημιογόνο γεγονός, έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και σχετίζονται με επενδύσεις ή υπηρεσίες σε Έργα ΑΠΕ ή ξενοδοχειακές μονάδες που βρίσκονται στην Ελλάδα. Επιπλέον, οι ουσιαστικοί παραπονούμενοι, οι οποίοι δήθεν υπέστησαν το ζημιογόνο γεγονός, είναι το τμήμα του Ομίλου Libra που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι οι ενάγουσες, ισχυρίζονται ότι το κυπριακό Δικαστήριο υπέχει δικαιοδοσία αφού για τη διενέργεια απατηλών, κατά τους ισχυρισμούς τους πράξεων, χρησιμοποιήθηκαν κυπριακές τράπεζες. Κατά τους αιτητές, ο εν λόγω ισχυρισμός όμως είναι άσχετος αφού δε μπορεί να αποδώσει δικαιοδοσία στο κυπριακό δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 1215/
- Οι αιτητές ισχυρίζονται στην συνέχεια ότι η παρούσα προωθείται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα καθώς και ότι η αγωγή χρήζει απόρριψης λόγω παρανομίας. Αναφέρεται ότι ο όμιλος Libra όχι μόνο γνώριζε και εμπλεκόταν στην αδικοπραξία για την οποία παραπονείται, αλλά σύμφωνα με τα ευρήματα της Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος, ο όμιλος και οι ενάγουσες ήταν οι αυτουργοί της αδικοπραξίας γνωστής ως το «Σκάνδαλο της Τράπεζας Πειραιώς» και αυτοί που αποκόμισαν τεράστιο οικονομικό όφελος από την αδικοπραξία για την οποία παραπονούνται με την παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος εξηγεί ότι οι συναλλαγές στα Έργα ΑΠΕ, που κατά τις ενάγουσες βρίσκονται στο επίκεντρο της αδικοπραξίας σε σχέση με την οποία καταχωρήθηκε η αγωγή, εκτελέστηκαν από τον ίδιο τον όμιλο Libra για να δημιουργηθεί πλεονάζουσα ρευστότητα, η οποία χρησιμοποιήθηκε από τον όμιλο για να εξοφλήσει προηγούμενο δανεισμό του προς την Τράπεζα Πειραιώς και να διοχετεύσει χρήματα σε μέλη της οικογένειας Λογοθέτη και όχι για να αποκομίσουν οποιοδήποτε όφελος οι εναγόμενοι. Συνακόλουθα, ο όμιλος Libra και οι ενάγουσες δεν μπορούν να ζητούν θεραπεία από το Δικαστήριο με την παρούσα αγωγή για ζημιά την οποία έχουν δήθεν υποστεί ως αποτέλεσμα του «Σκανδάλου της Τράπεζας Πειραιώς», το οποίο οι ίδιοι ενορχήστρωσαν με στόχο την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Κάτι τέτοιο αντίκεται στο δόγμα ex turpi causa non oritur action και τη σχετική επί του θέματος νομολογία που αναπόδραστα κατά τους αιτητές, οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής. Η εκδοχή των καθ' ων η αίτηση Οι ενάγουσες καθ' ων η αίτηση τόσο στις ενστάσεις τους, όσο και στην αγόρευση των συνηγόρων τους, αρνούνται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς των αιτητών. Ειδικά για το ζήτημα της μη αποκάλυψης, οι ενάγουσες σημειώνουν ότι η ΕΔ Μόρτογλου υποστήριξε την αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και όχι τις υπό κρίση αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η παρούσα αίτηση θα πρέπει κατά τις ενάγουσες να κριθεί στη βάση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό (Ε.Δ. Χαραλάμπους ημ. 31/7/2020) και όχι με βάση την Ε.Δ Μόρτογλου. Οι ενάγουσες υποστήριξαν περαιτέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, ο κανόνας της μη αποκάλυψης δεν εφαρμόζεται με τόση αυστηρότητα στα πλαίσια αιτήσεων για επίδοση στο εξωτερικό. Οι συνήγοροι των αιτητών ισχυρίστηκαν ότι το τι είναι ουσιώδες να αποκαλυφθεί, εξαρτάται σε κάθε περίπτωση από τη φύση της αίτησης. Άλλο είναι μια αίτηση για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων με όλες τις πιθανές δρακόντειες συνέπειες και άλλο μια απλή αίτηση για επίδοση στο εξωτερικό. Οι ενάγουσες παρέπεμψαν επί του προκειμένου στην υπόθεση MRG (Japan) Ltd v Engelhard Metals Japan Ltd [2003] EWHC 3418 (Comm) υποστηρίζοντας ότι στο στάδιο αυτό, εκείνο που απασχολεί το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο θα πρέπει να αναλάβει δικαιοδοσία, όχι το πιο μέρος είναι πιθανό να κερδίσει την Δίκη. Επίσης ότι δεν θα πρέπει να ξοδεύεται χωρίς λόγο πολύτιμος δικαστικός χρόνος για να μελετηθεί υλικό που είναι αχρείαστο στο παρών στάδιο. Σημείωσαν δε ότι ακόμη και αν κριθεί ότι υπήρξε μη αποκάλυψη, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα. Επιπλέον, οι ενάγουσες υποστήριξαν ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μια εξαιρετικά περίπλοκη απάτη. Τα δε έγγραφα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι έχουν κάποια έστω και απομακρυσμένη σχέση με την υπόθεση, είναι χιλιάδες. Οπόταν δεν θα ήταν δυνατό ούτως ή άλλως να προσκομισθούν όλα αυτά τα έγγραφα. Επιπλέον, η περιπλοκότητα της υπόθεσης δημιουργεί το ενδεχόμενο να μην έγινε αναφορά σε κάποιο έγγραφο ή σε κάποιο περιστατικό λόγω καλόπιστου λάθους. Το θέμα είναι και αυτό εξάλλου επιτάσσει και η νομολογία να μην έγινε αναφορά σε ουσιώδες γεγονός. Επί της ουσίας, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι στην ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για την άδεια επίδοσης στο εξωτερικό, παρουσιάζονται όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για έλλειψη αγωγίμου δικαιώματος, οι ενάγουσες σημειώνουν ότι οι αξιώσεις που προωθούνται εναντίον των αιτητών, αφορούν την εμπλοκή τους σε συνωμοσία σχετικά με την αγορά από τον Όμιλο Libra έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την ανάθεση εργασιών ανάπτυξης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην εναγόμενη 12 και τις υπερτιμολογήσεις της τελευταίας, την ανάθεση στην εναγόμενη 12 από την ενάγουσα 15 (μέσω της ενάγουσας 9), της αγοράς και εγκατάστασης μεταχειρισμένων ανεμογεννητριών σε έργο που είχε αποκτήσει η ενάγουσα 15 και την παράνομη διοχέτευση ή νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων προς τρίτες εταιρείες. Επιζητούνται επίσης θεραπείες δυνάμει των αρχών της υπόθεσης Chabra. Προκύπτει ότι οι ενάγουσες, εδράζουν την υπόθεση τους σε ισχυρισμούς απάτης και συνωμοσίας, καθώς και στις αρχές της αποκατάστασης, του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης και στην αρχή Chabra. Όσον αφορά την εμπλοκή των αιτητών, οι ενάγουσες παραπέμπουν στην παράγραφο 146 της έκθεσης απαίτησης, όπου σημειώνεται ότι ορισμένοι εξ αυτών έλαβαν μέρος των παράνομων κερδών που προέκυψαν από την απατηλή αύξηση της τιμής αγοράς των έργων, μέσω της χρήσης μεσολαβητριών εταιρειών. Αναφορικά με την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, να εκδικάσουν την παρούσα, σημειώνεται ότι πολύ μεγάλος αριθμός εταιρειών που χρησιμοποιήθηκαν είτε για τη διάπραξη της απάτης είτε για τη μετέπειτα προσπάθεια ξεπλύματος των παράνομων εσόδων της απάτης, είναι κυπριακές. Σύμφωνα με τις ενάγουσες, οι εν λόγω Κυπριακές εταιρείες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην απάτη αφού πολλές από αυτές συναλλάχθηκαν απευθείας με τις ενάγουσες εταιρείες προς υλοποίηση της απάτης, ενώ άλλες χρησιμοποιήθηκαν για να διοχετευθούν τα ποσά που παράνομα αποσπάστηκαν. Οι εναγόμενες αυτές δεν προστέθηκαν απλά για να προσδοθεί δικαιοδοσία στα κυπριακά δικαστήρια. Σημειώνεται δε ότι ο εναγόμενος 1 που είχε κεντρικό ρόλο στην αδικοπραξία που έγινε κατά του ομίλου Libra δεν αμφισβητεί τη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων αφού έχει υπαχθεί στη δικαιοδοσία τους, καταχωρώντας σημείωμα εμφάνισης χωρίς επιφύλαξη. Τα ίδια ισχύουν και για τον εναγόμενο 4 με επίσης κεντρικό ρόλο στην όλη υπόθεση αλλά και για άλλους εναγομένους που καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης χωρίς επιφύλαξη. Αναφορικά με τις κυπριακές αιτήτριες - εναγόμενες εταιρείες, οι ενάγουσες εισηγούνται ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή εναντίον τους, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα της υπόθεσης. Η δικαιοδοσία αυτή θεμελιώνεται δυνάμει του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 που καθορίζει τον θεμελιώδη κανόνα της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας τους εναγομένου. Επιπλέον, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή εναντίον των εναγόμενων που έχουν την κατοικία ή έδρα τους στην Ελλάδα, και σε άλλες χώρες του εξωτερικού, δυνάμει του άρθρου 8.1 του Κανονισμού 1215/
- Είναι η θέση των εναγουσών ότι οι αξιώσεις τους εναντίον των κυπριακών εναγομένων εταιρειών, είναι τόσο στενά συνυφασμένες με τις αξιώσεις εναντίον των υπολοίπων εναγομένων που έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό, ώστε οι δύο αξιώσεις θα πρέπει να συνεκδικαστούν. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η αξίωση εναντίον όλων των εναγομένων εδράζεται στη βάση συνωμοσίας και απάτης που συνίστανται από τα ίδια πραγματικά γεγονότα, ήτοι από τις συνδυασμένες ενέργειες και πράξεις των εν λόγω εναγομένων. Πρόκειται δηλαδή για ένα πλέγμα πράξεων και ενεργειών που δημιουργούν το υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου σύμφωνα με τις ενάγουσες, στοιχειοθετούνται οι βάσεις αγωγής της συνωμοσίας και απάτης εναντίον όλων των αιτητών. Κατά τις ενάγουσες, η σωρεία κυπρίων εναγόμενων δεν είναι καταχρηστικά ή πλασματικά που έχουν προστεθεί στην αγωγή. Εναντίον τους, προωθούνται ουσιαστικές αξιώσεις που είναι απόλυτα γνήσιες. Σημειώνεται δε ότι η κατ' ισχυρισμό απάτη σε σχέση με την αγορά έργων και αδειών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υλοποιήθηκε με τη μεσολάβηση κυπριακών εταιρειών που αγόρασαν τα έργα και στη συνέχεια τα μεταπώλησαν σε υπερτιμημένη αξία. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εναγόμενη 12 κυπριακή εταιρεία Nostira Ltd, η οποία είναι αυτή που άμεσα συναλλάχθηκε με τις ενάγουσες και η οποία ευθύνεται για τις κατ' ισχυρισμό υπερτιμολογήσεις και την απάτη σε σχέση με την πώληση μεταχειρισμένων ανεμογεννητριών. Άλλες κυπριακές εταιρείες, έχουν προστεθεί ως εναγόμενες είτε διότι διοχετεύθηκαν προς αυτές τα ποσά που κατ' ισχυρισμό παράνομα αποσπάστηκαν από τις ενάγουσες, είτε βάσει της αρχής Chabra. Είναι η θέση των εναγουσών ότι οι εναγόμενες κυπριακές εταιρείες βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης. Ναι μεν ο ιθύνων νους είναι ο εναγόμενος 1 και τα φυσικά πρόσωπα που συνωμότησαν μαζί του, οι εναγόμενοι 2 - 6 είναι εξ' Ελλάδος, αλλά δεν παύει να είναι οι κυπριακές εταιρείες που συναλλάχθηκαν με τις ενάγουσες για να υλοποιηθεί η απάτη, είναι αυτές που συχνά πωλήθηκαν στις ενάγουσες και αυτές που στην συνέχεια κυρίως χρησιμοποιήθηκαν για να διοχετευθούν τα παράνομα έσοδα. Οι ενάγουσες ισχυρίστηκαν στην συνέχεια ότι υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ των αξιώσεων εναντίον των αλλοδαπών εναγομένων και των αξιώσεων εναντίον των κύπριων εναγομένων εταιρειών όπως απαιτείται από του άρθρο 8
(1)του Κανονισμού 1215/12. Εισηγούνται δε ότι θα ήταν νομικά λανθασμένο αλλά, και εκ των πραγμάτων παράλογο και ανέφικτο να αποσυνδεθούν και να δικαστούν ξεχωριστά οι αξιώσεις εναντίον των αναφερόμενων αλλοδαπών εναγομένων από τις αξιώσεις εναντίον των ημεδαπών εναγομένων εταιρειών. Είναι επιπλέον η θέση των εναγουσών ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εκδίκαση της αγωγής εναντίον των κυπριακών εναγομένων εταιρειών, πηγάζει και από το γεγονός ότι τα ισχυριζόμενα στην έκθεση απαίτησης αστικά αδικήματα της συνωμοσίας και της απάτης, διαπράχθηκαν, τουλάχιστον εν μέρει, στην Κύπρο. Παρέπεμψαν επί του προκειμένου στο άρθρο 7
(2)του Κανονισμού 1215/12 που προβλέπει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε Κράτος Μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο Κράτος Μέλος, «ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός». Έχει δε ερμηνευθεί νομολογιακά ότι το άρθρο 7
(2)περιλαμβάνει τόσο τον τόπο όπου έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός όσο και τον τόπο επέλευσης της ζημιάς και ότι είναι θέμα επιλογής του ενάγοντα σε ποιο από τους εν λόγω δύο τόπους θα καταχωρήσει την αγωγή. Είναι επί του προκειμένου η εισήγηση των εναγουσών ότι στην παρούσα υπόθεση, τόσο το ζημιογόνο γεγονός όσο και η επέλευση της ζημιάς έλαβαν χώρα τουλάχιστον εν μέρει στην Κύπρο. Πέραν του ότι είναι οι κυπριακές εταιρείες που κατά βάση συναλλάχθηκαν με τις ενάγουσες, η ιχνηλάτηση της ζημιάς καταδεικνύει ότι τα ποσά που παράνομα αποσπάστηκαν από τους εναγόμενους, κατέληξαν μεταξύ άλλων σε σωρεία κυπριακών εταιρειών, όπου και τα ποσά αυτά διοχετεύθηκαν. Νομική πτυχή Η διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762). Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται από την Δ.16 Θ.9, η οποία έχει ως εξής:
- A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service. Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί στην Order 12 Rule 30 των παλαιών αγγλικών θεσμών και ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία επί του θέματος είναι καθοδηγητική. Μελετώντας τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία, διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσεγγιστεί από τον εναγόμενο με τους εξής τρείς τρόπους:
- Χωρίς καν να εμφανισθεί δηλαδή πριν να καταχωρήσει κανονική και χωρίς όρους εμφάνιση (unconditional appearance), δικαιούται να αιτηθεί από το Δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως, τον παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Αυτή είναι και η έννοια της φράσης «without obtaining an order to enter or entering unconditional appearance».
- Να καταχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία και είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατό και προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία (fresh step in the action), να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.
- Εναλλακτικά, η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του, μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης για εμφάνιση υπό αίρεση με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Αναφορικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις επίδοσης στο εξωτερικό, στην Δ.6 Θ.1 καθορίζονται οι κατηγορίες υποθέσεων για τις οποίες παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Επιπλέον στην Δ.6 Θ.4, αναφέρεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία με ένορκη δήλωση που να το ικανοποιεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Δ.6 Θ.4 έχει ως ακολούθως:
- Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι διατάξεις της Δ.6 Θ.1 δεν αφορούν μόνο την επίδοση αλλά σχετίζονται και με την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε πρόσωπα που κατοικούν στο εξωτερικό με την έννοια ότι είναι αναγκαίο να αποδειχθεί καλή αιτία αγωγής. Σχετική είναι η υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1Α Α.Α.Δ 447, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την χορήγηση αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν» Στην υπόθεση Amathus Ltd n Concord Liners κα
(1993)1 Α.Α.Δ 1030, λέχθηκε ότι η πίστη αφ' εαυτής για ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Από την άλλη, το Δικαστήριο στην εξέταση αιτήματος για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό δεν αποφασίζει την ουσία της αγωγής και κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες. Η εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση, του κατά πόσον αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίζεται στις ένορκες δηλώσεις. Στην υπόθεση GCC Computers Ltd ν. Penril Datacom Ltd
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1584, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, το έχει ο ενάγοντας καθ' όλη την διάρκεια της διαδικασίας ακύρωσης της επίδοσης. Επαναλήφθηκε επίσης ότι η ορθή νομική θέση είναι ότι σε αιτήσεις τέτοιου είδους, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα πετύχαινε στην αγωγή του, αλλά περιορίζεται ουσιαστικά στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, με βάση πάντοτε τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αποδειχθεί καλή και συζητήσιμη υπόθεση που εμπίπτει στα πλαίσια μιας από τις υποπαραγράφους της Δ.6 Θ.1 τότε θα αποφανθεί ότι καλώς εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αν όμως από την άλλη αυτά τα στοιχεία αποδεικνύονται τελικώς αβάσιμα, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ακυρώσει το διάταγμα επίδοσης. Σχετική είναι και η υπόθεση Her Brit. Maj. Secr. of State for Def. ν. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1Β Α.Α.Δ 995,1003, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: « Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hentelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας. Έγινε επίσης παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sekavin S.A. ν. Ship «Platon Ch
(1981)1 C.L.R. 297,
- « . . . the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favor of the proponent of service outside jurisdiction. » Σχετικό με το ζήτημα του κατάλληλου φόρουμ εκδίκασης είναι και το άρθρο 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 που έχει ως εξής: «
- Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως επιδοθεί κλητήριο ένταλμα εκτός της Δημοκρατίας όταν κρίνει, ότι η βάση της αγωγής προέκυψε από παράβαση ή κατ' ισχυρισμό παράβαση στη Δημοκρατία σύμβασης που συνάφθηκε οπουδήποτε ή σε σχέση με περιουσία που υπόκειται στους Νόμους της Δημοκρατίας ή ότι η βάση της αγωγής προέκυψε στη Δημοκρατία, και ότι σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η αγωγή είναι αγωγή η οποία δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού» Τέλος, έχει νομολογηθεί ότι η αίτηση για παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου, θα πρέπει να καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Με την πιο πάνω διαδικασία κατ' ουσίαν, είναι η τύχη της αγωγής που κρίνεται και ως εκ τούτου, η σχετική αίτηση πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της (βλ. El Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 Α.Α.Δ. 836). Στην ίδια υπόθεση El Sayegh (ανωτέρω), παραμερίστηκε η σφράγιση και επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας λόγω μη αποκάλυψης από τον ενάγοντα, ουσιαστικών στοιχείων που αφορούσαν το αγώγιμο του δικαίωμα και ιδιαίτερα, δεν αποκάλυψε ρήτρα διαιτησίας στην σύμβαση των διαδίκων. Κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό, παραπλανήθηκε το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη ξένης δικαιοδοσίας με αποτέλεσμα να δικαιολογείται ο παραμερισμός της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου στο εξωτερικό. Αναφέρθηκε επίσης ότι η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων από τον ενάγοντα, ισχύει και στις μονομερείς αιτήσεις για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όπως ακριβώς ισχύει στις περιπτώσεις ενδιάμεσων ασφαλιστικών διαταγμάτων. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση El Sayegh (ανωτέρω): « Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε, στην αίτηση διά κλήσεως, ότι δεν υπήρξε από τον εφεσείοντα πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στοιχείων όταν αποτάθηκε για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με καθιερωμένες αρχές, αυτό καθιστούσε τη διαδικασία μεμπτή και δικαιολογούσε τον παραμερισμό ή ακύρωση του αποτελέσματος. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία. Οι αρχές αυτές συζητήθηκαν και εντελώς πρόσφατα και αποσαφηνίστηκαν από την Ολομέλεια στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1996)1 A.A.Δ. 597, με την οποία συμφωνούμε. Επισημαίνουμε ότι και για περιπτώσεις αυτής της φύσης ισχύει το ίδιο όπως και για περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων» Σχετική είναι και η υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κα
(1990)1 Α.Α.Δ 219. Λέχθηκε ότι η αρχή που επιτάσσει την παράθεση ουσιαστικών περιστατικών, έχει ευρύτερη εφαρμογή και καλύπτει όλες τις αιτήσεις χωρίς κοινοποίηση στον αντίδικο. Παρότι στην υπόθεση αυτή λέχθηκε ότι τουλάχιστον στις αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται πρόθεση εξαπάτησης, μεταγενέστερη νομολογία καθιέρωσε την αρχή ότι η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση ακύρωσης του διατάγματος. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος, είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. μεταξύ άλλων Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 & Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd ν. Fiat Auto s.p.a.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447). Η γενικότερη νομολογιακή αρχή όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθορίζει ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται εντούτοις είδος εξαπάτησης, γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του μονομερούς διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Όσο δε πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης (βλ.Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κα ν. Adeona Holdings Limited κα, Πολ. Έφεση 6/14, ημ. 27.2.15 και CJSC "tv company stream" κ.α. Ν. Content Union SA, Πολ. Εφέσεις Ε34/2018, Ε35/2018, ημ. 8/4/2021). Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο Δικαστής που έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα όπου διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σημαντικό είναι να παρατεθούν στο σημείο αυτό, δύο επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που παρατέθηκαν στην υπόθεση Commerzbank (ανωτέρω), αναφορικά με την έκδοση μονομερών διαταγμάτων και την εξέταση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, του κατά πόσον τηρήθηκε από τον αιτητή η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη κατά την μονομερή διαδικασία. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: « Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας.» Η παρούσα αίτηση στηρίζεται επιπλέον και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/12 που αντικατέστησε τον Ε.Κ. 44/01, ο οποίος ρυθμίζει την διεθνή δικαιοδοσία καθώς και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στα πλαίσια αυτά, προβαίνει και σε ρυθμίσεις για την επίδοση δικογράφων. Σκοπός του όμως δεν είναι αποκλειστικά η ρύθμιση της επίδοσης δικογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά όπως αναφέρεται και στον τίτλο του, η διεθνής δικαιοδοσία και η αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων εντός της Ένωσης. Στο άρθρο 63 του εν λόγω κανονισμού, καθορίζεται ως κατοικία εταιρειών και νομικών προσώπων, ο χώρος που έχουν την καταστατική τους έδρα που ειδικά για την Κύπρο, είναι το εγγεγραμμένο γραφείο. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι ο Κανονισμός καθορίζει ως βασικό κανόνα, την αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου. Η δωσιδικία αυτή θα πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των διαδίκων, δικαιολογεί άλλο συνδετικό στοιχείο (βλ. παρ. 15 στο προοίμιο του Κανονισμού). Στην υπόθεση Οwusu v. Jackson Case C-281/02, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) αποφάσισε (παρ.37) ότι το άρθρο 2 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 που καθόριζε αποκλειστική δωσιδικία κατοικίας του εναγομένου, είχε επιτακτικό χαρακτήρα και ότι μπορούσε να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει η διάταξη αυτή, μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονταν από τη Σύμβαση. Τονίστηκε επίσης ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών, απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία, την οποία αντλεί από το άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλομένου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της διαφοράς. Παρά το ότι η συνθήκη των Βρυξελλών έχει αντικατασταθεί από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 και στην συνέχεια από τον Κανονισμό 1215/2012, η αρχή που τέθηκε στην Owusu (ανωτέρω) συνεχίζει να έχει εφαρμογή αφού η εν λόγω υπόθεση, έχει υιοθετηθεί σε σειρά υποθέσεων από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. μεταξύ άλλων Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.ά. Πολ. Έφ. 13/2009 ημερ. 27.3.2012, και την The Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd v Hapag-Lloyd Ag αγωγή ναυτοδικείου αρ. 38/2016 ημ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:D2990. Μια εξαίρεση στον γενικό κανόνα της δωσιδικίας της κατοικίας, αναφέρεται στο άρθρο 7 του Κανονισμού. Το άρθρο 7.1 καθορίζει ότι δικαιοδοσία ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, έχει το Δικαστήριο του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η αντιπαροχή. Ειδική αναφορά σε περιπτώσεις αγωγών για αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία (tort, delict or quasi delict) γίνεται στο άρθρο 7.2 του Κανονισμού. Σε αυτές τις υποθέσεις, αρμοδιότητα εκδίκασης έχουν τα δικαστήρια του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Στην υπόθεση Powertools Electro Srl ν. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε
(2013)1 Α.Α.Δ 2182, έγινε παραπομπή στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. Kalfelis v. Schroder
(1988)ECR 5565, όπου ερμηνεύθηκε η φράση "matters, relating to a tort, delict or quasi-delict" του άρθρου 5.3 Ε.Κ. 44/
- Αποφασίστηκε σύμφωνα µε την τότε σε ισχύ Συνθήκη των Βρυξελλών την οποία αντικατέστησε ο Κανονισμός Ε.Κ. 44/01 ότι η εν λόγω φράση, καλύπτει "όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές". Επιπλέον, το άρθρο 8 του Κανονισμού, καθορίζει την δωσιδικία στις περιπτώσεις πολλών εναγομένων που κατοικούν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Σε αυτήν την περίπτωση, το άρθρο 8 καθορίζει ότι ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται επίσης και στην Δ.
- Θ.3, η οποία δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή αν διαπιστώσει ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής ως είναι και το αίτημα των αιτητών στην παράγραφο Γ του αιτητικού μέρους της παρούσας. Η πιο πάνω δικονομική διάταξη είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 Θ.4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών με αποτέλεσμα η Αγγλική Νομολογία να είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Τόσο η Αγγλική όσον και η Κυπριακή Νομολογία καταδεικνύουν ότι η διαγραφή αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Πρόσθετα, στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του (βλ. μεταξύ άλλων Ιn Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, 255). Η αγωγή δεν διαγράφεται όπου αποκαλύπτεται κάποια εύλογη αιτία αγωγής όσο αδύνατη και αν είναι η υπόθεση του ενάγοντα. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής δεν παρέχεται ευχέρεια για διαγραφή της αν με την έκθεση απαίτησης προβάλλεται οιονδήποτε ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 μπορούν να αποτελέσουν απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία ή όπου αυτές αποτελούν δεδικασμένο (βλ. Annual Practice
(1958)στην σελ. 575 και Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439) Ως προς το τι συνιστά 'εύλογη αιτία αγωγής' σχετική είναι η υπόθεση Drummond - Jackson -v- British Medical Association and Others [1970] 1 All E.R. 1094,1101 όπου λέχθηκε ότι σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπ' όψιν αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των ισχυρισμών αυτών δείχνει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι η θέση των αιτητών για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων από τις ενάγουσες, κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων επίδοσης στο εξωτερικό. Έγινε επί του προκειμένου παραπομπή στην ενδιάμεση απόφαση του συναδέλφου ΠΕΔ ημ. 8.10.21 με την οποία ακυρώθηκε το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, λόγω απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων στην Ε.Δ που υποστήριζε την αίτηση για την έκδοση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος (Ε.Δ. Μόρτογλου). Οι αιτητές υποστηρίζουν ότι επειδή ακριβώς η ένορκη δήλωση για έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων παραπέμπει μεταξύ άλλων και στην Ε.Δ. Μόρτογλου την οποία και υιοθετεί, το Δικαστήριο δεσμεύεται από την πιο πάνω απόφαση και ότι καταδεικνύεται χωρίς άλλο, η απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων και στην παρούσα περίπτωση. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειώσω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, οι ενδιάμεσες αιτήσεις δεν παράγουν δεδικασμένο αφού το Δικαστήριο συνήθως δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς (βλ. Recnex Trading L.td κα ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 72/11 ημ. 16 Απριλίου, 2014). Εξαίρεση αποτελούν, οι περιπτώσεις όπου με την ενδιάμεση απόφαση, το Δικαστήριο προβαίνει σε μόρφωση και έκφραση γνώμης με τρόπο σαφή και καθοριστικό, αναφορικά με οιοδήποτε νομικό ή πραγματικό ζήτημα. Σχετική είναι η απόφαση KSR Comercio S.A v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 309, όπου λέχθηκε ότι οι αρχές του δεδικασμένου εφαρμόζονται σε κάθε δικαστική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της ενδιάμεσης αίτησης, στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή. Μόνο κριτήριο, είναι η ενασχόληση και απόφαση του Δικαστηρίου με καθοριστικό τρόπο σε οιοδήποτε πραγματικό ή νομικό ζήτημα. Είναι περαιτέρω σαφές ότι ο συνάδελφος ΠΕΔ στην ενδιάμεση απόφαση του ημ. 8.10.21, εξετάζοντας το ζήτημα της μη αποκάλυψης στην διαδικασία μονομερούς προσωρινού διατάγματος, με τρόπο σαφή και καθοριστικό έκρινε ότι υπήρξε στην Ε.Δ. Μόρτογλου απόκρυψη γεγονότων, τα οποία ο ίδιος έκρινε ότι ήταν ουσιαστικά για σκοπούς έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Αυτά αφορούσαν κυρίως την μη πλήρη αποκάλυψη των πορισμάτων της Έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και τις ρήτρες αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπών Δικαστηρίων, Αγγλικών ή Ελληνικών ενώ σε κάποιες από αυτές, προβλέπεται ότι θα διέπονται από το ανάλογο Δίκαιο. Να σημειώσω όμως ότι τόσο η Ε.Δ. Μόρτογλου όσο και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, μπορούν με ευχέρεια να εξεταστούν και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, προκειμένου να διαπιστωθεί η απόκρυψη των πιο πάνω γεγονότων. Δεν χρειάζεται δηλαδή η εφαρμογή των αρχών του δεδικασμένου αφού και για σκοπούς της παρούσας διαδικασία το Δικαστήριο έχει πρόσβαση στο πιο πάνω μαρτυρικό υλικό και μπορεί να προβεί ευχερώς σε σχετικά ευρήματα. Διαδικασία. Ανεξαρτήτως τούτου και σε συμφωνία με τον συνάδελφο ΠΕΔ, βρίσκω ότι οι ενάγουσες στην μονομερή διαδικασία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δεν έχουν αποκαλύψει ουσιαστικά γεγονότα που σχετίζονται με την Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και τις ρήτρες στις επίδικες συμβάσεις για αποκλειστική δικαιοδοσία αλλοδαπών Δικαστηρίων και εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου. Όμως με όλο το σέβας, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου ως προς την ετυμηγορία του συνάδελφου ΠΕΔ αναφορικά με τις επιπτώσεις που έχει η εν λόγω μη αποκάλυψη για τους σκοπούς της παρούσας. Η απόφαση του συναδέλφου ΠΕΔ ότι η μη αποκάλυψη ήταν καθοριστική στην απόρριψη του προσωρινού διατάγματος, κρίθηκε με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της αίτησης εκείνης και με δεδομένη την δραστικότητα του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Δεν δημιουργεί όμως δεδικασμένο και ως προς τα αποτελέσματα που θα έχει για τους σκοπούς της παρούσας, που αποτελεί μια ξεχωριστή αίτηση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Σχετική είναι η υπόθεση MRG (Japan) Ltd v Engelhard Metals Japan Ltd [2003] EWHC 3418 (Comm) στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγουσών, όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «
- Materiality therefore depends in every case on the nature of the application and the matters relevant to be known by the judge when hearing it. I was referred to a number of statements on the duty of disclosure in the context of applications for freezing injunctions. In such cases the court is being asked to make an order of an exceptional kind, prohibiting or restricting a defendant's use of its own assets before any adjudication has been made against it. Because of its draconian nature, it is a jurisdiction which requires great caution and a wide range of factors may have a bearing on the court's decision.
- An application for permission to serve out of the jurisdiction is of a very different nature. The general principles about disclosure on without notice applications still apply, but the context is different. The focus of the inquiry is on whether the court should assume jurisdiction over a dispute. The court needs to be satisfied that there is a dispute properly to be heard (i.e. that there is a serious issue to be tried); that there is a good arguable case that the court has jurisdiction to hear it; and that England is clearly the appropriate forum. Beyond that, the court is not concerned with the merits of the case. Θα εξεταστεί ως εκ τούτου ξεχωριστά για σκοπούς της παρούσας αν η διαπιστωθείσα και από το παρόν Δικαστήριο μη αποκάλυψη, αφορούσε γεγονότα ουσιώδους σημασίας και με τον τρόπο αυτό, επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου. Κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια ότι η διαπιστωθείσα απόκρυψη γεγονότων δεν είναι τέτοιας ουσιώδους σημασίας ώστε να επηρέασε την κρίση του Δικαστηρίου να αναλάβει δικαιοδοσία επί των αλλοδαπών εναγομένων και να διατάξει την επίδοση των εγγράφων της αγωγής σε αυτούς στο εξωτερικό. Σημειώνεται ότι η βάση της αγωγής των εναγουσών συνίσταται στα αστικά αδικήματα της συνομωσίας, της απάτης, της παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης καθώς και στις αρχές της αποκατάστασης, του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και στην αρχή Chabra. Οι ενάγουσες παρέθεσαν δε για τον σκοπό αυτό, όγκο μαρτυρικού υλικού προκειμένου να καταδείξουν ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων στην βάση των πιο πάνω βάσεων αγωγής. Κατά την άποψη μου, η πλήρης αποκάλυψη της έκθεσης της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδος ακόμα και με τα επιβαρυντικά για τον Όμιλο Libra στοιχεία, δεν θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση του να αναλάβει δικαιοδοσία έναντι των αλλοδαπών εναγομένων και να διατάξει την επίδοση των εγγράφων της παρούσας αγωγής σε αυτούς. Το ίδιο ισχύει και για τις ρήτρες δικαιοδοσίας κάποιων από τις επίδικες συμβάσεις, αφού όπως έχει προαναφερθεί, η βάση αγωγής αφορά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη συγκεκριμένων αδικοπραξιών και όχι ισχυρισμούς για παράβαση σύμβασης από τους εναγομένους - αιτητές. Τούτου λεχθέντος, θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης των αιτημάτων των αιτητών. Είναι κοινή θέση των αιτητών και στις 5 αιτήσεις ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Επικαλούνται επί του προκειμένου τις ρήτρες δικαιοδοσίας και εφαρμοστέου δικαίου των υπό κρίση συμβάσεων σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
- Με όλο το σέβας δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη των αιτητών. Οι ενάγουσες καταχώρησαν την παρούσα στην Κύπρο, επικαλούμενες ουσιαστική συμμετοχή των Κυπρίων εναγομένων στην διάπραξη των αδικοπραξιών, που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν εναντίον τους. Δεν αμφισβητείται ότι η βάση της αγωγής αποτελείται από ισχυρισμούς που συνιστούν, αδικοπραξίες ή οιονεί αδικοπραξίες (tort, delict or quasi delict), με την έννοια που αποδίδεται στον όρο από τον Κανονισμό 1215/
- Είναι επίσης σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι πιο πάνω κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες, έχουν σύμφωνα με τις ενάγουσες διαπραχθεί τόσο στο εξωτερικό όσον και στην Κύπρο. Υπενθυμίζεται ότι προσάπτεται από τις ενάγουσες δόλια συμπεριφορά εκ μέρους των κυπριακών εναγομένων εταιρειών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην απάτη αφού πολλές από αυτές συναλλάχθηκαν απευθείας με τις ενάγουσες εταιρείες προς υλοποίηση της απάτης, ενώ άλλες χρησιμοποιήθηκαν για να διοχετευθούν τα ποσά που παράνομα αποσπάστηκαν. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση όπου οι αδικοπραξίες θα διαπράττονταν αποκλειστικά στο εξωτερικό, η ζημιά που οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, επεσυνέβη και στην Κύπρο με την κατ' ισχυρισμό διοχέτευση των ποσών που αποσπάστηκαν στις εναγόμενες κυπριακές εταιρείες. Σύμφωνα δε με το προαναφερθέν άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 σε περίπτωση αδικοπραξίας, δικαιοδοσία αποδίδεται κατ' επιλογήν του ενάγοντος, τόσο στο Δικαστήριο της χώρας όπου τελέστηκε η αδικοπραξία, όσο και στο Δικαστήριο της χώρας που επεσυνέβη το ζημιογόνο γεγονός. Υπενθυμίζεται περεταίρω, ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 του του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12, ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους. Έχοντας δε ως δεδομένο ότι οι ενάγουσες προωθούν ουσιαστικές αξιώσεις για αδικοπραξίες εναντίον των κυπριακών εναγομένων εταιρειών, κρίνω από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι αξιώσεις για τις ίδιες αδικοπραξίες εναντίον και των αλλοδαπών εναγομένων, έχουν τέτοια συνάφεια ούτως ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν δυνάμει του άρθρου 8 του Κανονισμού 1215/
- Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
- Δεν είναι βέβαια η παρούσα διαδικασία, το κατάλληλο στάδιο για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσον οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγουσών για διάπραξη των εν λόγω αδικοπραξιών εναντίον τους, ανταποκρίνονται ή όχι στην πραγματικότητα ή αν δικαιούνται στις θεραπείες που ζητούν με την αγωγή τους. Αυτά τα θέματα θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και αφού το Δικαστήριο ακούσει και αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του και από τις δύο πλευρές. Το ίδιο ισχύει και για το εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση δίκαιο. Για σκοπούς όμως επίδοσης της ειδοποίησης των δικογράφων της παρούσας στην αλλοδαπή, κρίνω ότι οι ενάγουσες έχουν αποδείξει τα κριτήρια της Δ.6 Θ.4 και της σχετικής νομολογίας όχι μόνο για την ύπαρξη δικαιοδοσίας αλλά και για αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των εναγομένων. Δεν έχουν ως εκ τούτου αποδειχθεί οι προϋποθέσεις ακύρωσης της επίδοσης των εγγράφων της αγωγής στο εξωτερικό στους αιτητές. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω διαπιστώσεων, δεν έχουν επίσης αποδειχθεί οι προϋποθέσεις της Δ.27 Θ.3 για διαγραφή του κλητηρίου και απόρριψη της αγωγής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή καλής βάσης αγωγής εναντίον των εναγομένων, όπως επικαλούνται οι αιτητές με την παρούσα αίτηση τους. Τελική κατάληξη Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι υπό κρίση αιτήσεις θα πρέπει να απορριφθούν επειδή οι αιτητές δεν κατέδειξαν οποιονδήποτε ικανοποιητικό λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση της επίδοσης σε αυτούς, των επίδικων εγγράφων αλλά και την διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος. Ως εκ τούτου, και οι 5 υπό κρίση αιτήσεις απορρίπτονται. Επιδικάζονται τα έξοδα σε κάθε μια από τις υπό κρίση 5 αιτήσεις, εναντίον των αντίστοιχων αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγουσών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α
- FIRST MEDITERRANEAN INVESTMENTS CORPORATION, από της Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- EUROENERGY INVESTMENTS CORPORATION, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- BAYWEST BUSINESS LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- FMI ΕΛΛΑΣ FIRST MEDITERRANEAN INVESTMENTS ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, από την Ελλάδα
- EUROENERGY ΕΛΛΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, από την Ελλάδα
- EUROENERGY INVESTMENTS LIMITED, από την Κύπρο
- GREEN SERVICES INTERNATIONAL GSI LIMITED, από την Κύπρο
- ΗΛΙΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ-ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ-ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ, από την Ελλάδα
- RB RENEWAL ENERGY ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, από την Ελλάδα 11.SARQN ENERGY Α.Ε., από την Ελλάδα
- RAINWIND ENERGY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, από την Ελλάδα
- ELIGERE INVESTMENTS LIMITED, από την Κύπρο 14.. ERGOROMA COMMERCIAL LTD, από την Κύπρο
- ΑΙΟΛΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΦΩΚΙΔΑΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, από την Ελλάδα
- ADMIRALE HOLDINGS LIMITED, από την Κύπρο
- HELMEINO LIMITED, από την Κύπρο
- BAYWEST BUSINESS EUROPE LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- ΒΕΝΤΙΝ TRADING INC., από τον Παναμά ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Β»
- Λ. Λ., [ ] 12Α, Νέα Ερυθραία, Αττική, Ελλάδα
- Δ. Σ. , [ ] 36, Ρέα-Δροσιά, Αττική, Ελλάδα
- Κ. Κ. , [ ] 15, Διαμέρισμα 101-102, Παραλίμνι, Κύπρος
- Μ. Τ., [ ], Καλύβα Αττικής, Ελλάδα
- Η. Κ., [ ] 7, Κηφισιά, Αττική, Ελλάδα
- Μ. Ν. Β., [ ] 3, διαμέρισμα 104, Τ.Κ. [ ], [ ], Κύπρος
- Β. Λ., [ ] 39, Μεταμόρφωση, Αττική, Ελλάδα
- Η. Μ. Σ., [ ] 4, Διόνυσος, Ελλάδα
- Ε. Μ., [ ] 12Α, Ερυθραία, Αττική, Ελλάδα
- ΝΟΣΤΙΡΑ Α.Ε, Μενάνδρου 3-5, Κηφισιά, Αττική, Ελλάδα
- NOSTIRA LTD, Καραϊσκάκη 11, CORAL COURT, Flat 501,3032, Λεμεσός, Κύπρος
- PRIMAFACIO LIMITED, Κλημέντος 33, Διαμέρισμα 401, 4ος Όροφος, 1061, Λευκωσία, Κύπρος
- Σ. Β., [ ] 21, Δροσιά, Τ.Κ. [ ], Αθήνα, Ελλάδα
- Π. Π., [ ] 16, Νέα Σμύρνη, Αττική, Ελλάδα
- Ν. Μ., [ ] 20, Αθήνα, [ ], Ελλάδα
- Γ. Π., [ ], [ ], [ ], Αττική, Ελλάδα
- Ε. Μ., [ ] 114, [ ], Αττική, Ελλάδα
- VQLCUME HOLDINGS LTD, Μετοχιού 49, Orphil Court, 3ος όροφος, Διαμέρισμα 301, Λευκωσία, 1101, Κύπρος
- FT DYNAMIC ENTERPRISES LTD, Κλημέντος 33, Διαμέρισμα 4Q1,4ος Όροφος, 1061, Λευκωσία, Κύπρος
- GEORGE Ρ GENERAL TRADING FZE, NO. E2-102G -04 Hamriyah free Zone, Sharjah, HAE
- KOZAMANO INVESTEMENTS Comercial House no1, νήσος Eden Mahe, Σεϋχέλλες
- ISLEBLUE CAPITAL PARTNERS, Princess De Tyras 16, κτίριο Karantoki, 5ος όροφος, Διαμέρισμα 14, 1065, Λευκωσία, Κύπρος
- VIVA ADVISORS LTD, 306 Victoria House, Victoria, Mahe, Σεϋχέλλες
- MOURATAMI HOLDING LIMITED, Πρέσπας 2, 4ος όροφος, Άγιοι Ομολογητές, Ταχυδρομικός Κώδικας 1080, Λευκωσία, Κύπρος
- CHEPEI LIMITED, Σύρου 4Α, Στρόβολος, Λευκωσία 2027, Κύπρος
- Μ. Τ. Κ., [ ] 5Β, [ ], Αττικής, Ελλάδα
- Η. Κ.Σ, [ ], [ ], [ ], [ ], Κρήτη, Ελλάδα
- Π. Γ., [ ] 22, [ ], [ ], Αττικής, Ελλάδα
- Γ. Γ., [ ] 108, [ ], [ ], Αττική, Ελλάδα
- Γ. Μ., [ ], Ταχυδρομικός Κώδικας [ ], [ ], Αττική, Ελλάδα
- Γ. Σ., [ ] 11, [ ], [ ], Αττική, Ελλάδα
- Α. Σ., [ ] 21, Αθήνα, Ταχυδρομικός Κώδικας [ ], Αττική, Ελλάδα
- Κ. Μ., [ ] 9, [ ], Αττική, Ελλάδα
- Κ. Σ., [ ] 64, [ ], Αττική, Ελλάδα
- ΡΕΟΜΑΧ ENTEPRI.SES LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402,1096, Λευκωσία, Κύπρος 37.. VINIATO LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- ZEGANUS LIMITED, Πλατεία Συντάγματος, Είσοδος Παλαιού Λιμένα, 3ος Όροφος, 3036, Λεμεσός, Κύπρος
- RUBRJCUS INVESTMENTS LIMITED, Σπύρου Κυπριανού 27, ΕΥ House, 1ος Όροφος, Μέσα Γειτονιά, 4003, Λεμεσός, Κύπρος
- DAMINACΟ INVESTMENTS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής. Διαμέρισμα 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- ARMALAND LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402,1096, Λευκωσία, Κύπρος
- COPIOUSO HOLDINGS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402,1096, Λευκωσία, Κύπρος
- SOUTHERN CROSS HOLDINGS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- CHEMPRO TRADING LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα. 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- ΑΝΕΜΟΠΥΛΗ ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΗ ΑΕ, Ηρώδου Αττικού 7, 14561, Κηφισιά, Αττική, Ελλάδα
- BORITACO HOLDINGS LIMITED, Σπύρου Κυπριανού 27, ΕΥ House, 1ος όροφος, Μέσα Γειτονιά, 4003, Λεμεσός, Κύπρος
- VANGEL SHIPPING AND TRADING COMPANY LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, κτίριο Ερμής, Όροφος 4, Διαμέρισμα 403, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- RESTINE LIMITED, Πλατεία Συντάγματος, Είσοδος Παλαιού Λιμένα, 3ος Όροφός, 3036, Λεμεσός, Κύπρος
- ALIDIA INVESTMENTS LIMITED, Πλατεία Συντάγματος, Είσοδος Παλαιού Λιμένα, 3ος Όροφος, 3036, Λεμεσός, Κύπρος
- VERTICANE WIND PARK LTD, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα·402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- AESTOS INVESTMENTS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- TRAFTCO WIND LTD, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- MYTOURA INVESTMENTS LTD, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402,1096, Λευκωσία, Κύπρος
- BALBUS HOLDINGS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου. 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμά 40.2,.1096, Λευκωσία, Κύπρος
- CANΝIS INVESTMENTS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμά 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- ANURA INVESTMENTS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402, 1096, Λευκωσία, Κύπρος
- SUMMANU.S LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402,1096, Λευκωσία, Κύπρος
- PALATTIA HOLDINGS LIMITED, Ζήνωνος Κιτιέως Λακατάμια 2322, Λευκωσία, Κύπρος
- 0RAMA FOR SERVICES CO. S.P.C., Γραφείο 11, κτίριο 1650, δρόμος 0512, τετράγωνο 205, Muharraq, Βασίλειο του Μπαχρέιν
- SKYSCRAPER REAL ESTATE Α.Ε., Ξενοκράτους 23,10557, Αθήνα, Ελλάδα
- AEGEAN SEA SERVICES LIMITED, μονάδα 1703, Infinitus Plaza, 199 Des Voeux Road, Χονγκ Κονγκ
- LAYTH CAPITAL VENTURES LIMITED, Σπύρου Κυπριανού 27, EY House,. 1ος όροφος, Μέσα Γειτονία, 4003, Λεμεσός, Κύπρος
- ESTATES ADVISOR LTD, 103, Sham Peng Tong Plaza, Victoria, Σεϋχέλλες
- EVER ASCENT DEVELOPMENT LTD, Unit A, 5 / F, Max share Center, 373 King's Road, North Point, Χονγκ Κονγκ
- KYLE ENTERPRISES LIMITED, Trust Complex, Ajeltake Road, Majuro, Νήσοι Μάρσαλ, MH9696Q
- SKINEAS INVESTMENTS LIMITED, Χριστοδούλου Σώζου 31, Κτίριο Ερμής, Διαμέρισμα 402,1096, Λευκωσία, Κύπρος
- ΝΙΜΕΧ INVESTMENTS LIMITED, Quijano Chambers, P.O. Box 3159, Road Town, Tortola, Βρετανικές Παρθένες Νήσοι
- TRAVISOL LTD, Λάρνακος 7, Συγκρότημα Δορυφόρος, Block Β, Διαμέρισμα 201, Αγλαντζιά, 2101, Λευκωσία, Κύπρος
- ΒΙΟΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΞΑΝΘΗΣ Α.Ε., Στίλπωνος Κυριακίδη 16, 69132, Κομοτηνή, Ροδόπη, Ελλάδα
- A.W, ΑΚΤΙΝΑ WIND LIMITED, Γλάδστωνος, 116, Μ. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- W.H. IONIAN WIND HELLAS LIMITED, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- W.H. WIND HELLAS 1 LIMITED, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOOSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- BASTET WIND INVESTMENTS LIMITED, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- FORMANO LIMITED, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- TRES CANOPIA LTD, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- ZIMEPOLA VENTURES LIMITED, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- STANCORE LIMITED, Γλάδστωνος, 116, M. KYPRIANOU HOUSE, Floor 3 & 4, 3032, Λεμεσός, Κύπρος
- Χ. Η., [ ] 32Α, [ ], [ ], Αττική, Ελλάδα
- UNDERFOC HOLDINGS LTD, Κώστα Ουράνη, 5, 3085, Λεμεσός, Κύπρος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο