FRABRAN HOLDINGS CO LTD κ.α. ν. DAVENTREE TRUSTEES LIMITED, Αρ. Αγωγής: 13792/2003, 29/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A296 Αρ. Αγωγής: 13792/2003 Μεταξύ:
- FRABRAN HOLDINGS CO LTD
- KESTREL STOCK TRADING CO LIMITED
- KEYRAN HOLDINGS CO LIMITED
- GOURNARI HOLDINGS CO LIMITED
- SIOCACO HOLDINGS CO LIMITED
- CALUTTA HOLDINGS CO LIMITED
- LIKEIT HOLDINGS CO LIMITED
- BRUKER HOLDINGS CO LIMITED
- WORRYCO HOLDINGS CO LIMITED
- NORKEMA HOLDINGS CO LIMITED
- ELOBELIUM TRADING CO LIMITED
- FICTION HOLDINGS CO LIMITED Εναγουσών και DAVENTREE TRUSTEES LIMITED Εναγομένου Αίτηση ημερ. 2.3.2022 από ενάγουσες - αιτήτριες για επιστροφή και ακύρωση εγγυητικής επιστολής Ημερομηνία: 29 Αυγούστου 2022 Για ενάγουσες - αιτήτριες: κος Κυπραίος Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Ιωαννίδης με κο Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση τους, οι ενάγουσες ζητούν την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν την αποδέσμευση, επιστροφή, ακύρωση και παράδοση στους δικηγόρους τους κ.κ. Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, της Εγγυητικής Επιστολής (Letter of Guarantee) ημερομηνίας 6.5.2005 με αρ. [ ] για το ποσό των £400.000 που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με δικαιούχο τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία δόθηκε στα πλαίσια της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ. 5.5.
- Για να γίνουν κατανοητά τα επίδικα θέματα της παρούσας αίτησης, κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί το δικονομικό ιστορικό της υπόθεσης. Η παρούσα αγωγή εγέρθηκε από τις ενάγουσες εναντίον της εναγομένης εταιρείας, η οποία είναι ο Εμπιστευματοδόχος του Εμπιστεύματος ΗΡΗ Settlement ημερ. 4.12.2002 και του Εμπιστεύματος ΗΡΗ Distribution Settlement ημερ. 6.2.
- Οι ενάγουσες διεκδικούσαν μεταξύ άλλων, διανομή σ' αυτές μερισμάτων επικαλούμενες τους όρους των πιο πάνω Εμπιστευμάτων. Στην συνέχεια εκκρεμούσης της αγωγής, με ενδιάμεση μονομερή αίτησή ημερ. 5.5.2005, οι ενάγουσες πέτυχαν την έκδοση διατάγματος για τον διορισμό του Δημήτρη Ιωαννίδη ως Παραλήπτη και των δύο Εμπιστευμάτων. Το εν λόγω προσωρινό διάταγμα διορισμού Παραλήπτη, εκδόθηκε υπό τον όρο κατάθεσης τραπεζικής εγγύησης από της ενάγουσες ύψους £400.000,00, ούτως ώστε η εναγόμενη να μπορεί να αποζημιωθεί για οποιαδήποτε βλάβη και δαπάνες ήθελε υποστεί από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Οι ενάγουσες συμμορφούμενες με τον πιο πάνω όρο του Δικαστηρίου, κατέθεσαν προς όφελος του Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λευκωσίας, τραπεζική εγγύηση ημερ. 6.5.2005 και με αρ. [ ] που εξεδόθη από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η εν λόγω εγγυητική επιστολή, επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης. Το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα διορισμού Παραλήπτη κατέστη απόλυτο με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 4.5.2007 (τεκμ. 3 στην Ε.Δ της αίτησης). Ακολούθησε καταχώρηση της έφεσης 113/2007 εναντίον της πιο πάνω απόφασης, η οποία όμως απορρίφθηκε, ουσιαστικά για λόγους που αφορούν μη προώθηση της. Στην συνέχεια εκδόθηκε στις 25.4.2017 απόφαση στην παρούσα αγωγή (τεκμ. 6 στην Ε.Δ. της αίτησης) με την οποία το Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος της ενάγουσας 1 το ποσό των $600.000, πλέον τόκο, πλέον το 1/2 των εξόδων σε σχέση με το Εμπίστευμα 1, ενώ απέρριψε τις αξιώσεις της στην αγωγή σε σχέση με το Εμπίστευμα
- Οι υπόλοιπες αξιώσεις των εναγουσών 2-12 σε σχέση και με τα δύο Εμπιστεύματα, έχουν απορριφθεί με έξοδα υπέρ της εναγομένης. Σημειώνεται ότι οι ενάγουσες 2-12 είχαν στο μεταξύ διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου εταιρειών από τις 8.4.2015 και ως εκ τούτου δεν προωθήθηκε η αγωγή εκ μέρους τους. Η εναγομένη καταχώρησε στην συνέχεια την έφεση 190/2017 εναντίον της πιο πάνω απόφασης ημερ. 25.4.
- Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα 1 στερείτο βάσης αγωγής. Ως εκ τούτου η εναγομένη αιτείται από το Εφετείο με την πιο πάνω έφεση της, ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης και απόρριψη της αγωγής. Η εν λόγω έφεση, εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθως, στην βάση αίτησης της εναγομένης ημερ.16.2.2018, το Δικαστήριο εξέδωσε κατόπιν ακρόασης στις 3.1.2022 ενδιάμεση απόφαση, με την οποία τερματίστηκε ο διορισμός του Παραλήπτη (τεκμ.10 στην Ε.Δ. της αίτησης). Επιπρόσθετα, ο Παραλήπτης διατάχθηκε όπως παραδώσει άμεσα στην εναγομένη τα περιουσιακά στοιχεία, τα βιβλία και έγγραφα που αφορούν τα Εμπιστεύματα, καθώς επίσης να ετοιμάσει και καταχωρίσει εντός σαράντα
(40)ημερών, συνοπτική έκθεση των ενεργειών του και τελικούς λογαριασμούς σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων. Εναντίον της ως άνω ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 3.1.2022, καταχωρήθηκε εκ μέρους του Παραλήπτη στις 14.2.2022 η έφεση 36/2022, η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Επιπλέον ο Παραλήπτης με αίτηση του, ζητά παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με το πιο πάνω διάταγμα παράδοσης περιουσιακών στοιχείων. Με επιπλέον αίτηση του, ο Παραλήπτης ζητά επίσης αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παράτασης χρόνου και διαζευκτικά, την αναστολή του διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω έφεσης 36/
- Για σκοπούς συμπλήρωσης του ιστορικού της υπόθεσης, σημειώνεται ότι οι ενάγουσες 2-12, επανεγράφησαν στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου 20.4.2021 (τεκμ. 9 στην Ε.Δ της αίτησης). Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε στις 2.3.2022, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι ενάγουσες αιτούνται τα πιο κάτω: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η επιστροφή και ακύρωση της Εγγυητικής Επιστολής (Letter of Guarantee) ημερομηνίας 6/5/2005 με αρ. [ ] για το ποσό των Λ.Κ. 400.000 που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με δικαιούχο τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία δόθηκε στα πλαίσια της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ. 5/5/
- Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να αποδεσμεύσει, επιστρέψει και παραδώσει στους δικηγόρους των Αιτητριών, κ.κ. Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, την Εγγυητική Επιστολή (Letter of Guarantee) ημερομηνίας 6/5/2005 με αρ. [ ] για το ποσό των Λ.Κ. 400.000 που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με δικαιούχο τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή να παραδώσει οποιοδήποτε άλλο αναγκαίο έγγραφο προς ακύρωση της εν λόγω Εγγυητικής Επιστολής από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Λτδ η οποία δόθηκε στα πλαίσια της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ. 5/5/
- Γ) Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη υπό τις περιστάσεις. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου, η οποία εργοδοτείται στο γραφείο των συνηγόρων των εναγουσών. Η ομνύουσα παραπέμπει στο κείμενο της ίδιας της Εγγυητικής Επιστολής από το οποίο προκύπτει ότι αύτη θα είχε ισχύ μέχρι την 5.5.2006 και ακολούθως θα ανανεωνόταν αυτόματα κάθε χρόνο μέχρι δύο μήνες μετά την ημερομηνία τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η ομνύουσα παραπέμπει επίσης στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.5.2007 όπου στην σελ. 36, αναφέρεται ότι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο υφίσταται βλάβη από τις ενέργειες του παραλήπτη που διόρισε το Δικαστήριο θα πρέπει να αποταθεί για θεραπεία μέσα στα πλαίσια της αγωγής, στην οποία εξεδόθη το διάταγμα διορισμού του παραλήπτη. Κάτι που δεν έπραξε η εναγομένη από τον διορισμό του Παραλήπτη μέχρι την παύση του. Η ομνύουσα σημείωσε επίσης ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 5.5.2005 για διορισμό Παραλήπτη κατέστη απόλυτο με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.5.
- Επιπρόσθετα, η έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι με την απόρριψη της έφεσης, υπήρξε τελεσιδικία ως προς των ορθότητα έκδοσης του διατάγματος διορισμού Παραλήπτη ημερ. 5.5.
- Συνακόλουθα, η διατήρηση της Εγγυητικής Επιστολής δεν είναι πλέον αναγκαία εφόσον η εναγομένη δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το εν λόγω διάταγμα βασίσθηκε επί ανεπαρκών λόγων ή ότι ήταν αδικαιολόγητο. Δεν υπάρχει κατά την ομνύουσα βάσιμος λόγος που να υποστηρίζει την διατήρηση σε ισχύ της Εγγυητικής Επιστολής, ενόψει της απόρριψης της έφεσης αρ. 113/2007 κατά της απόφασης για τον διορισμό του Παραλήπτη, αλλά και την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή ημερ. 25.4.
- Η ομνύουσα ισχυρίζεται στην συνέχεια ότι από την τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή ημερ. 25.4.2017, προκύπτει ότι η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα ημερ. 5.5.2005 εφόσον δεν παρέδωσε στον Παραλήπτη τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων. Ούτε κατέστη ο Παραλήπτης ο μοναδικός υπογραφέας των λογαριασμών όπως απαιτείτο με βάση το εν λόγω διάταγμα. Ήταν κατά την ομνύουσα σαφώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη αρνήθηκε να συνεργαστεί με τον Παραλήπτη. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η μη συμμόρφωση της εναγομένης με το διάταγμα, όπως διαπιστώθηκε και από το Δικαστήριο, καταδεικνύει ξεκάθαρα ότι αυτή δεν υπέστη οποιεσδήποτε δαπάνες ή βλάβη για την εκτέλεση του διατάγματος. Η ομνύουσα αναφέρεται στην συνέχεια στο κόστος διατήρησης της Εγγυητικής Επιστολής που ήταν και παραμένει υψηλό. Η ετήσια χρέωση προμήθειας επί του τραπεζικού λογαριασμού των συνηγόρων των εναγουσών Λ. Παπαφιλίππου & Σία από τον οποίο προήλθε η επίδικη εγγυητική επιστολή ανέρχεται σε €12.301,
- Αντιθέτως κατά την ομνύουσα, το πιστωτικό επιτόκιο είναι μηδενικό. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, με την λήξη της ισχύος της Εγγυητικής Επιστολής, δύο μήνες μετά την ημερομηνία της τελικής απόφασης στην αγωγή που εκδόθηκε την 25/4/2017, δεν υφίσταται βάσιμος λόγος διατήρησης της από τον Πρωτοκολλητή εφόσον δεν δύναται πλέον να την εκτελέσει. Ως εκ τούτου, η Εγγυητική Επιστολή θα πρέπει να επιστραφεί στην Τράπεζα Κύπρου για ακύρωση. Η ομνύουσα παραπέμπει επίσης και στην απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 3.1.2022 με την οποία ακυρώθηκε ο διορισμός του Παραλήπτη. Το Δικαστήριο σημειώνει στην εν λόγω απόφαση ότι βασικός σκοπός στόχος του διορισμού του Παραλήπτη, ήταν η διατήρηση, διαφύλαξη και προστασία των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στα Εμπιστεύματα εκκρεμούσης της αγωγής και όχι αυτή καθ' αυτή η συνδρομή του για σκοπούς εκτέλεσης τυχόν απόφασης που δυνατόν να εκδιδόταν. Το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφαση του ημ. 3.1.2022 ότι η τελική απόφαση ημερ. 25.4.2017 επί της ουσίας της διαφοράς των μερών στην αγωγή, είναι καταλυτικής σημασίας όσον αφορά το ζήτημα της εξυπηρέτησης ή μη πλέον του στόχου που κλήθηκε να εξυπηρετήσει ο διορισμός του Παραλήπτη. Ως αποτέλεσμα, η διατήρηση του Παραλήπτη κατά τον τρόπο που αυτό προβλεπόταν στο Διάταγμα 5.5.2005 δεν φαίνεται να εξυπηρετεί πλέον τον ουσιαστικό λόγο διορισμού του. Κατά την ομνύουσα, αυτό που προκύπτει από την κατάληξη του Δικαστηρίου στην απόφαση ημερ. 3.1.2022, είναι ότι δικαιολογείται η παρέμβαση του κατά το εν λόγω στάδιο και η έκδοση διατάγματος τερματισμού και παύσης του Παραλήπτη αφού οι σκοποί του διατάγματος 5.5.2005 έχουν ολοκληρωθεί. Κατ' επέκταση, η εγγυητική ή η εγγύηση που δόθηκε για το διορισμό του πρέπει σύμφωνα με την ομνύουσα να ακυρωθεί. Η ειδοποίηση ένστασης Η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους:
- Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι πρόωρη με δεδομένο ότι η έφεση αρ. Π36/2022 που καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ.03.01.2022 εξακολουθεί να εκκρεμεί και δεν έχει αποφασιστεί κατά πόσο ο διορισμός του Παραλήπτη που έγινε με το διάταγμα ημερ. 05.05.2005 τερματίσθηκε ορθά ή όχι και συνεπώς, εκκρεμούσης της έφεσης αρ.Π36/2022 το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής αφού στην περίπτωση που η έφεση είναι επιτυχής θα υπάρχει πλέον διάταγμα χωρίς εγγύηση.
- Η αίτηση είναι πρόωρη με δεδομένο ότι η έφεση αρ.190/2017 που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ.25.04.2017 εξακολουθεί να εκκρεμεί και δεν έχει αποφασιστεί πλήρως και τελικώς κατά πόσο η Ενάγουσα 1 και/ή Ενάγουσες 2-12 είχαν βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης και επομένως τυχόν επιτυχία της έφεσης αρ.190/2017 για τους λόγους αυτούς θα συμπαρασύρει και/ή ακυρώνει και/ή επηρεάζει και/ή δυνατό να επηρεάσει ουσιωδώς την ορθότητα έκδοσης του διατάγματος διορισμού Παραλήπτη και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από την Καθ΄ης η Αίτηση αναφορικά με τον εκδοθέν διάταγμα.
- Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή πρόωρη και/ή καταχρηστική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού η Εναγόμενη δύναται με βάση την πρωτόδικη απόφαση ημερ.25.04.2017 να αξιώσει αποζημιώσεις για ζημίες και/ή έξοδα που υπέστηκε από την έκδοση του διατάγματος ημερ.05.05.2005 με βάση το οποίο διατάχθηκε ο διορισμός του Δημήτρη Ιωαννίδη ως Παραλήπτη επί του Εμπιστεύματος HPH Settlement (το 'Εμπίστευμα 1') και του Εμπιστεύματος HPH Distribution Settlement (το 'Εμπίστευμα 2') (συλλογικά αναφερόμενα ως τα 'Εμπιστεύματα'), με δεδομένο ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας 1 εναντίον της Εναγομένης σε σχέση με το Εμπίστευμα 1 ήταν πολύ μεγαλύτερες από το ποσό που εντέλει επιδικάστηκε προς όφελος αυτής, ενώ οι αξιώσεις της σε σχέση με το Εμπίστευμα 2 έχουν απορριφθεί και περαιτέρω με δεδομένο ότι οι αξιώσεις των Εναγουσών 2-12 εναντίον της Εναγόμενης και για τα δύο Εμπιστεύματα έχουν απορριφθεί και μάλιστα με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης.
- Η αίτηση είναι αβάσιμη και/ή πρόωρη και/ή καταχρηστική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού η Εναγόμενη δύναται να αξιώσει αποζημιώσεις για ζημίες και/ή έξοδα που υπέστηκε από την έκδοση του διατάγματος ημερ. 05.05.2005 με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερ. 03.01.2022 στην ως άνω αγωγή ότι ο Παραλήπτης από το 2017 μέχρι και τον τερματισμό του διορισμού του δεν συμμορφώθηκε με τις ρητές υποχρεώσεις του διορισμού σε σχέση με την υποβολή εκθέσεων.
- Σε αυτό το στάδιο είναι αδύνατο ή/και εξαιρετικά δυσχερές να υπολογισθούν οριστικά ή/και τελικά οι ζημιές στην Εναγόμενη από την έκδοση του διατάγματος ημερ. 05.05.2005 και/ή κατά πόσο η Εναγόμενη θα δικαιούνται σε αποζημιώσεις, λόγω των εκκρεμουσών αμφισβητήσεων εν όψει των εκκρεμουσών εφέσεων αρ. 190/2017 και Π36/2022, που αναφέρονται πιο πάνω υπό
- και
- και το Δικαστήριο κατ΄επέκταση δεν μπορεί οριστικά και βάσιμα να επιληφθεί και αποφασίσει το θέμα των αποζημιώσεων της Καθ΄ης η Αίτηση
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή πρόωρη και/ή αντικανονική, αφού με βάση τους όρους της εγγυητικής επιστολής αυτή συνεχίζει να είναι σε ισχύ και/ή θα πρέπει να συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ και/ή να ανανεώνεται μέχρι την τελική αποπεράτωση (final determination) της αγωγής, η οποία ενόψει της εκκρεμότητας της έφεσης αρ. 190/2017 και αρ Π.36/2022 δεν έχουν πλήρως και τελικώς αποπερατωθεί που συνάπτονται ουσιωδώς με τη βάση και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από την Καθ΄ης η Αίτηση.
- Η Καθ΄ης η Αίτηση ως και οι χιλιάδες δικαιούχοι των εμπιστευμάτων που είναι επίδικα στην ως άνω αγωγή και τις προαναφερθείσες εφέσεις, υπέστησαν τεράστιες ζημιές από την έκδοση του υπό αναφοράν Προσωρινού Διατάγματος διορισμού Παραλήπτη, τόσο υπό τύπον μεγάλων εξόδων και δαπανών σε δικαστικές και άλλες διαδικασίες, της αδυναμίας χρήσης, αξιοποίησης και επένδυσης των κεφαλαίων και της αδυναμίας εφαρμογής των προνοιών των εμπιστευμάτων και θα πρέπει να δοθεί στην Καθ΄ης η Αίτηση να τις διεκδικήσει οριστικά και αποτελεσματικά στο κατάλληλο στάδιο.
- Οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή απέτυχαν και/ή παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη και/ή παρέλειψαν να αναφερθούν στο ότι ο Παραλήπτης έχει καταχωρίσει την έφεση αρ.Π36/2022 με βάση την οποία ζητεί ακύρωση του διατάγματος ημερ.03.01.2022 με βάση το οποίο τερματίστηκε ο διορισμός του και/ή το Δικαστήριο δεν μπορεί και/ή δεν πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, μεταξύ άλλων λόγω και της καταχώρησης και εκκρεμότητας της έφεσης αρ.Π36/
- Οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή απέτυχαν και/ή παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη και/ή παρέλειψαν να αναφερθούν στο ότι ο Παραλήπτης μέχρι και σήμερα βρίσκεται σε παρακοή και/ή καταφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω της μη συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερ.03.01.2022 γεγονός που επιφέρει επιπρόσθετη ζημιά και έξοδα στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή το Δικαστήριο δεν μπορεί και/ή δεν πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα λόγω της παρακοής του Παραλήπτη.
- Η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή κανένας ουσιαστικός ή ικανοποιητικός λόγος δίδεται που να δικαιολογεί την καθυστέρηση της καταχώρησης της παρούσας αίτησης.
- Οι λόγοι που προβάλλονται για χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος είναι αβάσιμοι και/ή ανυποστήρικτοι και/ή ανεπαρκείς και/ή ανειλικρινείς.
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και/ή αχρείαστη και έχει ως σκοπό να καταστήσει άνευ αντικειμένου τις νόμιμες αξιώσεις της Εναγόμενης για ζημίες και/ή έξοδα που υπέστηκε από την έκδοση του διατάγματος ημερ. 05.05.2005, που στο παρόν στάδιο δεν είναι δυνατό ή ευχερές να προωθηθούν και αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ασαφείς, ανακριβείς και αόριστους ισχυρισμούς και είναι αντικανονική και/ή παράτυπη.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα υπομονεύσει την απονομή της δικαιοσύνης αφού η έγκριση της παρούσας αίτησης δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση δικηγόρου από το γραφείο των συνηγόρων για την εναγομένη. Σε αυτήν, επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Η ομνύουσα αναφέρεται ειδικότερα στον όρο της εγγυητικής επιστολής ότι αυτή θα ανανεώνεται μέχρι και δύο μήνες από την ημερομηνία της τελικής αποπεράτωσης (final determination) της αγωγής. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι ο λόγος για τον οποίο είχε συμπεριληφθεί ο όρος αυτός στην εγγυητική επιστολή, ήταν για να καλύπτεται η περίοδος κατά την οποία αμφότερα τα μέρη έχουν τη δυνατότητα να προσβάλουν με έφεση την πρωτόδικη απόφαση. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι δίδεται έτσι ικανοποιητικός χρόνος για τυχόν απαίτηση της εναγομένης από την ημερομηνία της τελικής αποπεράτωσης της αγωγής, η οποία μπορεί να επισυμβεί είτε με την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και το πέρας της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης, είτε με την έκδοση απόφασης σε τυχόν έφεση. Η ομνύουσα επεσήμανε ότι η απόρριψη της έφεσης 113/2007, ουσιαστικά για λόγους που αφορούν μη προώθηση της, δεν επενεργεί ως δεδικασμένο ή ως αποτρεπτικό και απαγορευτικό παράγοντα για αμφισβήτηση του εκδοθέντος διατάγματος ημερ.5.5.
- Εισηγήθηκε δε ότι οι λόγοι στους οποίους το Δικαστήριο είχε στηριχθεί τόσο για να εκδώσει το εν λόγω διάταγμα, όσο και να το οριστικοποιήσει, μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια έφεσης της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Αυτό γιατί με την έφεση 190/2017 εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, η εναγομένη ζητά μεταξύ άλλων, όπως αποφασιστεί από το εφετείο ότι η ενάγουσα 1 στερείτο βάσης αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση καταρρίπτεται και το βάθρο έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος. Ήταν σαφώς η θέση της ομνύουσας ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης 190/2017, τούτο, θα σημαίνει ή βάσιμα θα μπορεί να υποστηριχθεί πως και η έκδοση του διατάγματος ημερ. 5.5.2005 εκδόθηκε επί ανεπαρκών λόγων, αφού τέτοια απόφαση του εφετείου θα συμπαρασύρει και θα ακυρώνει μεταξύ άλλων, την πλήρωση της προϋπόθεσης του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», ήτοι της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος, με αποτέλεσμα η εναγομένη πρόδηλα να δικαιούται σε τέτοια περίπτωση να απαιτήσει αποζημιώσεις και να πληρωθεί με βάση την επίδικη εγγυητική επιστολή. Η ομνύουσα υποστήριξε ότι η τελική αποπεράτωση μιας αγωγής επέρχεται είτε με την έκδοση της απόφασης και το πέρας της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης είτε με την έκδοση απόφαση στην έφεση σε περίπτωση που ήθελε καταχωρηθεί έφεση. Επομένως, εν όψει της καταχώρησης της έφεσης 190/2017, η φράση «final determination» που προνοείται στους όρους της εγγυητικής επιστολής θα πρέπει να ερμηνευθεί πως καλύπτει και την περίπτωση της έφεσης αρ. 190/
- Η ομνύουσα υποστήριξε ότι το Δικαστήριο επιδίκασε πολύ χαμηλότερα ποσά προς όφελος της ενάγουσας 1 σε σχέση με το ποσό που αυτή αρχικώς επιζητούσε αναφορικά με το Εμπίστευμα 1, ενώ απέρριψε τις αξιώσεις της ενάγουσας 1 εναντίον της εναγομένης σε σχέση με το Εμπίστευμα
- Επιπρόσθετα, οι αξιώσεις των εναγουσών 2-12 εναντίον της εναγόμενης και για τα δύο Εμπιστεύματα έχουν επίσης απορριφθεί. Η περιουσία των Εμπιστευμάτων που δεσμεύθηκε με τις εξουσίες του Παραλήπτη μέσω του προσωρινού διατάγματος, ήταν πολλαπλάσια του επιδικασθέντος ποσού όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιέχονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, είναι η θέση της ομνύουσας πως η εναγομένη δικαιωματικά μπορεί με βάση την πρωτόδικη απόφαση ημερ. 25.4.2017, ανά πάσα στιγμή να απαιτήσει όπως αποζημιωθεί για τις ζημίες και τα έξοδα που υπέστηκε από την έκδοση του διατάγματος ημερ. 5.5.2005 και δη από τον διορισμό Παραλήπτη επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων και των δύο Εμπιστευμάτων. Η ομνύουσα σημείωσε ότι ο διορισμός του Παραλήπτη αφορούσε και τα δύο Εμπιστεύματα και ειδικότερα, αφορούσε την λήψη και κατοχή ολόκληρων των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων. Ως εκ τούτου, η απόρριψη της αγωγής σε σχέση με τις αξιώσεις της ενάγουσας 1 για το Εμπίστευμα 2 και τις αξιώσεις των εναγουσών 2-12 σε σχέση και με τα δύο Εμπιστεύματα, νομιμοποιούν την εναγομένη να ζητήσει όπως αποζημιωθεί για τις ζημίες και τα έξοδα τα οποία υπέστη από το διάταγμα διορισμού και την συνακόλουθη ανάληψη και κατοχή των Εμπιστευμάτων για περίπου 17 χρόνια. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά την ομνύουσα ότι ο διορισμός του Παραλήπτη για το Εμπίστευμα 2, εκδόθηκε λανθασμένα και επί ανεπαρκών λόγων, με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημίες και έξοδα στην εναγομένη. Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι πέραν των εξόδων που έχει υποστεί η εναγομένη για τις δικαστικές αι άλλες διαδικασίες στην Κύπρο και το εξωτερικό, έχει υποστεί και ζημιές από την αδυναμία χρήσης, αξιοποίησης και επένδυσης των κεφαλαίων και της εν γένει αδυναμίας εφαρμογής των προνοιών των Εμπιστευμάτων. Ενδεικτική μέρους των εξόδων και δαπανών που αντιμετωπίζει λόγω του δικαστικού διατάγματος η εναγομένη, είναι το ότι ο διορισθείς με το διάταγμα Παραλήπτης, προβάλει απαίτηση για πληρωμή από την εναγομένη και τα Εμπιστεύματα που υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια ευρώ. Είναι φανερό ότι ο καθορισμός της ακριβούς ζημιάς που υπέστη η εναγομένη από τον διορισμό του Παραλήπτη λόγω της λήψης και κατοχής ολόκληρων των περιουσιακών στοιχείων και των δύο Εμπιστευμάτων, είναι αδύνατο να καταδειχτεί και αποφασισθεί με ακρίβεια στο παρόν στάδιο. Για αυτό η εναγομένη δεν ήταν δυνατό μέχρι σήμερα προβεί σε οποιαδήποτε σχετική απαίτηση. Συναφώς σημειώνεται, πρόσθετα ότι ο Παραλήπτης παραλείπει μέχρι και σήμερα να παραδώσει στην εναγομένη τα περιουσιακά στοιχεία, τα βιβλία και έγγραφα που αφορούν τα Εμπιστεύματα, καθώς επίσης, παραλείπει να ετοιμάσει και να καταχωρήσει συνοπτική έκθεση των ενεργειών του, και τελικούς λογαριασμούς σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων σε πρόδηλη παραβίαση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 3.1.
- Είναι προφανές κατά την ομνύουσα ότι η συμμόρφωση προς το εν λόγω διάταγμα είναι κρίσιμη σημασίας για τη δυνατότητα διεκδίκησης αποζημιώσεων και εξόδων από την εναγομένη. Η ομνύουσα δέχθηκε ότι ο Παραλήπτης, έχει προβεί στην καταχώρηση σχετικής αίτησης ημερ. 1.3.2022 με βάση την οποία ζητά παράταση του χρόνου για ετοιμασία και καταχώριση στο φάκελο της διαδικασίας, συνοπτικής έκθεσης και τελικών λογαριασμών και η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, η καταχώριση της εν λόγω αίτησης δεν αίρει κατά την ομνύουσα, το γεγονός πως ο Παραλήπτης δεν έχει παραδώσει μέχρι σήμερα στην εναγομένη τόσο τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων όσο και τις σχετικές εκθέσεις και τελικούς λογαριασμούς. Η ομνύουσα απορρίπτει στην συνέχεια τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αίτησης οι οποίες κατά την ίδια δεν αποτελούν λόγους ακύρωσης ή επιστροφής της εγγυητικής, που συνεχίζει μέχρι σήμερα να βρίσκεται σε ισχύ και για την οποία η εναγομένη έχει σκοπό να απαιτήσει αποζημιώσεις στην βάση αυτής, αμέσως μόλις είναι σε θέση να το πράξει. Ακολούθως η ομνύουσα αναφέρθηκε στην έφεση Π36/2022 που καταχώρησε ο Παραλήπτης εναντίον της απόφασης που τερμάτισε τον διορισμό του. Η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της εν λόγω έφεσης, θα επέλθει αυτόματα ο επαναδιορισμός του Δημήτρη Ιωαννίδη ως Παραλήπτη των Εμπιστευμάτων. Ως εκ τούτου είναι η θέση της ομνύουσας πως δεν είναι δυνατό να εκδοθούν τα αιτούμενα με την παρούσα αίτησης διατάγματα από την στιγμή που υπάρχει αυτή η πιθανότητα. Επεξήγησε ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι θα επαναδιοριζόταν ο Παραλήπτης και συνακόλουθα το διάταγμα διορισμού του θα βρισκόταν σε ισχύ, πλην όμως το εν λόγω διάταγμα θα ήταν χωρίς εγγύηση. Είναι περαιτέρω η θέση της ομνύουσας ότι οι ενάγουσες έχουν προβεί στην καταχώρηση της παρούσας για αλλότριους σκοπούς και πως ο μοναδικός σκοπός του είναι η αποστέρηση των δικαιωμάτων της εναγομένης να απαιτήσει σε μελλοντικό χρόνο αποζημιώσεις για τις ζημιές και τα έξοδα που έχει υποστεί. Συμπεράσματα Το άρθρο 9.2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ 6, που καθορίζει την υποχρέωση παροχής εγγύησης από πρόσωπο που εξασφαλίζει διάταγμα σε μονομερή διαδικασία έχει ως εξής: «Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.» Η παροχή εγγύησης για σκοπούς αποζημίωσης του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα, είναι υποχρεωτική σύμφωνα με την πιο πάνω νομοθετική διάταξη. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση προνομιακού εντάλματος Panas Hotels Limited Πολ. Αίτηση 128/2022 ημ. 9.8.2022, ECLI:CY:AD:2022:D342, επαναλήφθηκε η διαπίστωση ότι οι πρόνοιες του άρθρου 9.2 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, καθιστούν επιτακτικό στο Δικαστήριο να απαιτεί από τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσης του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου και στην απουσία του, ζητείται το διάταγμα. Η υποχρέωση αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση της έκδοσης του διατάγματος (βλ. επίσης Αφρικάνα Λτδ κ.α
(1990)1 Α.Α.Δ 739, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ 947 και ΚΜ Technologies (Overseas) Ltd κ.ά
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ 263). Αναφορικά με την φύση της εγγύησης σχετική είναι η υπόθεση Group DF Holdings Ltd κ.α Πολ. Αίτηση 4/2019 ημερ. 31.1.2019, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σημασία έχει η εγγύηση που δίδεται να είναι ικανή να καλύψει τυχόν ζημιές. Η εγγύηση δίδεται κατά τον τρόπο που το Δικαστήριο «θεωρεί σκόπιμο» (άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6), και δίδεται προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή και προς το Δικαστήριο. Η εγγύηση σύμφωνα με το σύγγραμμα των O'Hare & Browne: Civil Litigation 12η Έκδ. σελ. 367, δίδεται όχι προς τον καθ΄ ου η αίτηση, αλλά προς το Δικαστήριο το οποίο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ή όχι την εγγύηση (Cheltenham & Gloucester Buibling Society v. Ric ketts
(1993)1W.L.R. 1545 και Goldman Sachs International Ltd v. Lyons The Times, February 28, 1995). Οι υποθέσεις αυτές έχουν κυρίως σχέση με την έρευνα και τον τρόπο που μπορεί το Δικαστήριο να καθορίσει μετά την ακύρωση του προσωρινού ενδιάμεσου μέτρου και που ενδεχομένως έχει προκαλέσει ζημιά στον εναγόμενο, ώστε να διαπιστωθεί πράγματι η ύπαρξη ζημιάς, (δέστε David Bean: Injunctions, 8η Έκδ. σελ. 83-85, παρ. 6.04-6.07).» Η επιδίκαση αποζημίωσης που κατατίθεται δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 9.2, μπορεί να διαταχθεί στην βάση των προνοιών του άρθρου 7 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 αλλά και του άρθρου 32.3 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 7 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 έχει ως εξής: «Αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό δυνάμει των τριών προηγούμενων άρθρων ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους, ή αν η αγωγή του ενάγοντα αποτύχει ή εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης ή με άλλο τρόπο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρήσει αυτό σκόπιμο, με αίτηση του εναγομένου, να διατάξει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση αυτού για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος. Η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού συνιστά κώλυμα για έγερση οποιοσδήποτε αγωγής για αποζημίωση σε σχέση με ο,τιδήποτε έγινε κατά την επιδίωξη του διατάγματος κάθε τέτοια αγωγή, αν άρχισε, αναστέλλεται από το Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους όπως το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο». Επιπλέον, το άρθρο 32.3 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει ως εξής: «Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτό διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιονδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς ο,τιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος. Και εάν τοιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις, ως ήθελε Θεωρήσει τούτο πρέπον». Παρά τις πιο πάνω δικαιοδοτικές διατάξεις ως προς την παροχή εγγυητικής, είναι ορθή η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δικονομική ή νομοθετική πρόνοια που να προβλέπει πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις δύναται να επιστραφεί μια εγγυητική επιστολή. Οι συνήγοροι ανέπτυξαν εκτεταμένη επιχειρηματολογία επί του θέματος, η οποία εν πολλοίς επεκτάθηκε αδικαιολόγητα και σε θέματα ουσίας, κατά πόσον δηλαδή η εναγομένη έχει όντως υποστεί ζημιά από το διάταγμα και αν δικαιούται ή όχι σε οιανδήποτε αποζημίωση. Κάτι όμως που δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, η οποία περιορίζεται στην διερεύνηση του κατά πόσον οι ενάγουσες δικαιούνται ή όχι στην επιστροφή σε αυτό το στάδιο της εγγύησης που κατέθεσαν. Κατά την κρίση μου, το αίτημα της επιστροφή της εγγύησης στο παρόν στάδιο, μπορεί να εξεταστεί αποκλειστικά και μόνον με την ερμηνεία των όρων της ίδιας της εγγυητικής επιστολής όπως τέθηκαν από το Δικαστήριο. Τονίζεται δε ότι στην επίδικη εγγυητική επιστολή, καθορίζεται ρητά ο χρόνος ισχύος της και πότε αυτή θα λήξει. Προνοείται συγκεκριμένα πως η εγγυητική επιστολή θα συνεχίζει να ανανεώνεται ετησίως (be automatically renewed yearly) και θα βρίσκεται σε ισχύ για περίοδο δύο μηνών μετά την τελική αποπεράτωση (final determination) της παρούσας αγωγής. Τούτου λεχθέντος, καθίσταται αναγκαίο όπως ερμηνευθεί ο όρος «τελική αποπεράτωση» (final determination) της αγωγής. Η πλευρά των εναγουσών εισηγείται ότι με την απόφαση επί της ουσίας της αγωγής, η υπόθεση έχει ολοκληρωθεί και έχει επέλθει η τελική αποπεράτωση της αγωγής. Από την άλλη, η πλευρά της εναγομένης υποστηρίζει ότι από την στιγμή που καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα έφεση, η οποία συνεχίζει να εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η υπόθεση δεν έχει ολοκληρωθεί με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει η τελική αποπεράτωση της αγωγής. Έχω μελετήσει με προσοχή της επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων επί του θέματος. Κρίνω ότι η θέση του συνηγόρου για τις ενάγουσες δεν ευσταθεί. Αντιθέτως, είναι ορθή η ερμηνεία που δίνει ο συνήγορος της εναγομένης ότι με την εκκρεμοδικία της έφεσης, δεν έχει αποπερατωθεί η τελική εκδίκαση της αγωγής. Είναι δε σαφές ότι τελική ετυμηγορία επί των επιδίκων θεμάτων και τελεσιδικία της υπόθεσης με την έννοια της πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής θα επέλθει με την απόφαση του Εφετείου επί της έφεσης που καταχώρησε η εναγομένη εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή στις 25.4.2017. Σχετική είναι η υπόθεση Stephanidou ν. Ioannides
(1985)1 CLR 718, όπου λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η τελική φύση μια πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται υπό τον όρο της καταχώρησης έφεσης που είναι διαδικασία επανεξέτασης της υπόθεσης (which is a proceeding by way of rehearing). Ως εκ τούτου, μια πρωτόδικη απόφαση παύει να έχει οριστικό χαρακτήρα μόλις ασκηθεί εναντίον της έφεση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται τελεσίδικη. Με αυτή την έννοια η τελική αποπεράτωση της αγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα πριν την εκδίκαση της έφεσης 190/2017 που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Είναι σαφές ότι η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της έφεσης. Δεν υφίσταται ως εκ τούτου τελεσιδικία πριν την εκδίκαση της έφεσης με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει τελική αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται στο παρόν στάδιο η επιστροφή της εγγυητικής λόγω του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της δεν έχει ακόμη λήξει αφού δεν έχει επέλθει τελική αποπεράτωση της αγωγής. Η πλευρά των εναγουσών υποστήριξε ότι με την απόρριψη της έφεσης 113/2007 εναντίον της απόφασης για οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος δεν τίθεται ζήτημα η εγγυητική επιστολή να έχει εκδοθεί αδικαιολόγητα. Ως εκ τούτου θα πρέπει να επιστραφεί η εγγύηση αφού δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν, οποιοδήποτε μελλοντικό αίτημα αποζημίωσης. Όμως όπως έχω προαναφέρει, το αίτημα επιστροφής της εγγυητικής επιστολής εξετάζεται αποκλειστικά από το ίδιο το λεκτικό της ως προς την ισχύ της και όχι από το αν οι ενάγουσες έχουν ή όχι δικαίωμα αποζημίωσης. Από την άλλη, είναι ορθή επί του προκειμένου η θέση του συνηγόρου της εναγομένης ότι η απόρριψη της έφεσης 113/2007 για οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος, από μόνη της δεν στερεί στην εναγομένη το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Τονίστηκε ορθά ότι σε περίπτωση που η εναγομένη πετύχει στην έφεση 190/2017 εναντίον της απόφασης στην αγωγή, θα δικαιούται να αιτηθεί αποζημιώσεις για το προσωρινό διάταγμα αφού θα γίνει αποδεκτή η θέση της ότι οι ενάγουσα 1 στερείτο βάσης αγωγής και συνεπακόλουθα δεν εδικαιούτο στην έκδοση οιουδήποτε ενδιάμεσου διατάγματος. Είναι επίσης ορθή η θέση του συνηγόρου για την εναγομένη ότι σε περίπτωση που ο Παραλήπτης πετύχει στην έφεση 36/2022 που καταχώρησε για τερματισμό του διορισμού του, τότε θα υπάρξει επαναφορά του ενδιάμεσου διατάγματος διορισμού Παραλήπτη χωρίς όμως την εγγυητική που είναι αναγκαία δυνάμει του νόμου. Υπό τας περιστάσεις, πέραν του ότι η εγγυητική επιστολή δεν έχει ακόμη λήξει, δεν θεωρώ στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι θα ήταν λογικό και δίκαιο όπως επιστραφεί η εγγύηση στο παρόν στάδιο και προτού εκδικαστούν οι πιο πάνω διαδικασίες που εκκρεμούν στο Εφετείο. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να διευκρινίσω ότι η πιο πάνω διαπίστωση μου ότι δεν δικαιολογείται η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής στο παρόν στάδιο, σε καμία περίπτωση δεν συνιστά τελική κρίση στο κατά πόσον η εναγομένη δικαιούται η όχι σε οποιανδήποτε αποζημίωση από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί αν και εφόσον καταχωρηθεί σχετική απαίτηση στα πλαίσια άλλης διαδικασίας και δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Τελική διαπίστωση Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται στο παρόν στάδιο, η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής λόγω του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της δεν έχει ακόμη λήξει αφού δεν έχει επέλθει τελική αποπεράτωση της αγωγής. Επιπλέον για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, κρίνω στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας ότι δεν θα ήταν λογικό και δίκαιο όπως διαταχθεί η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής στο παρόν στάδιο αφού εκκρεμεί έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης που πιθανόν να επηρεάσει το δικαίωμα της εναγομένης να ζητήσει αποζημίωση για την έκδοση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος διορισμού Παραλήπτη. Εκκρεμεί επίσης έφεση για ακύρωση του τερματισμού διορισμού του Παραλήπτη που σε περίπτωση επαναφοράς του, η επίδικη εγγυητική θα είναι αναγκαία δυνάμει του Νόμου. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγουσών - αιτητριών και υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο