← Κύπρος

Γ. Χ. ν. Χ. Τ., Αρ. Αγωγής: 243/13, 1/8/2022

Γ. Χ. ν. Χ. Τ., Αρ. Αγωγής: 243/13, 1/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A288 Αρ. Αγωγής: 243/13 Μεταξύ: Γ. Χ. Ενάγουσας και Χ. Τ. Εναγομένου Ημερομηνία: 1 Αυγούστου 2022 Για ενάγουσα: κα Μέλανη Πογιατζή Για εναγόμενο: κος Χρίστος Ιωαννίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση της ενάγουσας, ανέρχεται σε €1.059,332,80 (£620,000) με τόκο προς 8% από 30.6.2004 ετησίως μέχρι εξοφλήσεως. Εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό συμφωνία ημ. 26.5.2003 με την οποία ο εναγόμενος αναγνώρισε την ύπαρξη της πιο πάνω οφειλής και περαιτέρω, αναλάμβανε την καταβολή του ως άνω ποσού στην ενάγουσα με δόσεις. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ως άνω συμφωνία αναγνώρισης χρέους ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού δικαστικών διαδικασιών που ήγειρε ενάγουσα. Στα πλαίσια αυτά, η ενάγουσα επέστρεψε στον εναγόμενο πέντε τραπεζικές επιταγές που της είχε εκδώσει συνολικού ποσού £294,000 (€502.328,82), οι οποίες είχαν παρουσιαστεί στην τράπεζα και δεν πληρώθηκαν και οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο υποθέσεων που καταχωρίστηκαν στο δικαστήριο. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας αλλά και σε όλους τους μεταγενέστερους χρόνους, ήταν στη διάθεση του εναγομένου για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης επ' ονόματι του, 355.000 μετοχές της εταιρείας [ ] Ltd ως τα συμφωνηθέντα, αλλά δεν υπήρξε η δέουσα ανταπόκριση από μέρους του εναγομένου. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του, αρνείται την απαίτηση της ενάγουσας. Αρχικά εγείρει προδικαστική ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η ενάγουσα εμποδίζεται από το να προχωρήσει στην προώθηση της απαίτησης αφού έχει παραγραφεί η βάση της αγωγής της. Χωρίς βλάβη των πιο πάνω, ο εναγόμενος εγείρει επιπλέον προδικαστική ένσταση, ότι η ενάγουσα εμποδίζεται (estopped) από το να προχωρήσει στην προώθηση της απαίτησης λόγω μεγάλης καθυστέρησης (laches) και/ή κατάχρησης της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, ο εναγόμενος αναφέρει ότι η κατ' ισχυρισμό συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003, είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι αυτή έγινε κατόπιν πίεσης (duress) και/ή εκφοβισμού και/ή δεν ήταν με την ελεύθερη θέληση του εναγόμενου και/ή ο εναγόμενος συμφώνησε μετά από εκβιασμό και/ή κατόπιν φόβου, ψυχολογικής πίεσης (undue influence) και/ή απειλές κατά της ζωής του και/ή των μελών της οικογένειάς του. Παρατίθενται στην συνέχεια στην υπεράσπιση, λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό πιέσεων και εκφοβισμών προς τον εναγόμενο. Αναφέρεται ότι ο εναγόμενος εξαναγκάστηκε από την ενάγουσα και/ή τον σύζυγό της Χ. Ψ. να υπογράψει την συμφωνία, διαφορετικά απειλείτο η ζωή του και/ή σωματική του ακεραιότητα και των μελών της οικογένειάς του. Περαιτέρω, ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοια οφειλή ο εναγόμενος εξαναγκάστηκε από την ενάγουσα και τον σύζυγο της να υπογράψει την επίδικη συμφωνία για να μην κινδυνεύσει η ζωή και η σωματική του ακεραιότητα του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, και υπέγραψε χωρίς τη θέλησή του και/ή υπό καθεστώς ψυχολογικής πίεσης, φόβου και εκβιασμού. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται στην συνέχεια στην υπεράσπιση του ότι εξαναγκάστηκε να πληρώσει στην ενάγουσα όλο το ποσό που διεκδικούσε, παρ' όλο ότι αυτός δεν το όφειλε και/ή δεν όφειλε ολόκληρο το ισχυριζόμενο ποσό, εφόσον υπήρχαν εκβιασμοί και/ή απειλές από την ενάγουσα και/ή από το σύζυγο της. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003 είναι άκυρη και η κατ' ισχυρισμό οφειλή και οι οικονομικές συναλλαγές μεταξύ του και της ενάγουσας, αφορούσαν παράνομες χρεώσεις της ενάγουσας προς τον εναγόμενο για ισχυριζόμενη οφειλή από παράνομο τζόγο. Μαρτυρία Για την ενάγουσα κατέθεσε εκτός από την ίδια, ακόμη ένας μάρτυρας ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσαν συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου, πέντε συνολικά μάρτυρες. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερη ανάλυση μπορεί να γίνει στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Μ.Ε.1 ενάγουσα Σύμφωνα με την γραπτή της δήλωση, η ενάγουσα έδωσε στον εναγόμενο χρηματικά ποσά που συνολικά ανέρχονταν στο ποσό των £850,000 (€1.452,311,20). Μέρος από αυτά, δόθηκε για την υλοποίηση της ιδέας του για την δημιουργία εργοστασίου για την παραγωγή και προώθηση καπνικών προϊόντων και για την αγορά μετοχών στην εταιρεία του [ ] Ltd. Αρχικά, του έδωσε χρήματα για την ολοκλήρωση του εργοστασίου και στην συνέχεια για να το στελεχώσει με μηχανήματα. Μετά από πρόσκληση του εναγομένου, επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου και πείσθηκε ότι θα ήταν ένας καλός τρόπος να επενδύσει τα χρήματά της εφόσον υπήρχαν εξαιρετικές προοπτικές, όπως ο εναγόμενος χαρακτηριστικά ανέφερε, ένταξης της εταιρείας του στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Για αυτό και το 2001, προχώρησε στην αγορά μετοχών της πιο πάνω εταιρείας του εναγομένου. Έναντι των ποσών που του είχε δώσει, ο εναγόμενος της παρέδωσε πέντε επιταγές, οι οποίες εν τελεί επεστράφησαν απλήρωτες λόγω του ότι ο λογαριασμός από τον οποίο τις είχε εκδώσει, ήταν κλειστός. Εφόσον οι επιταγές δεν πληρώνονταν, συμβουλεύτηκε δικηγόρο και προχώρησε νομικά εναντίον του εναγομένου, καταχωρώντας ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις (τεκμ. 1). Στην συνέχεια και κατόπιν διαβουλεύσεων, συμφώνησαν μετά από δική του προτροπή να υπογράψουν ιδιωτική συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος θα αναγνώριζε τα οφειλόμενα προς την ενάγουσα ποσά, μεταξύ των οποίων και των ποσών που του δόθηκαν για την αγορά των μετοχών στην εταιρεία του, με την υπόσχεση από μέρους της με την υπογραφή της συμφωνίας να μεταβιβάσει τις μετοχές της εταιρείας του από το δικό της όνομα στο όνομα του εναγομένου. Συμφώνησε επίσης να αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις εναντίον του εναγομένου ως διευθετηθείσες. Προς τούτο ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο της, έγγραφο με τίτλο «Ιδιωτική Συμφωνία» ημερομηνίας 22.5.2003, το οποίο στάλθηκε αυθημερόν στον εναγόμενο ώστε να το επιθεωρήσει (τεκμ. 2). Στο έγγραφο έγιναν στην συνέχεια κάποιες αλλαγές με απαίτηση του εναγομένου και εν τέλει υπέγραψαν στο γραφείο του εναγόμενου ενώπιον δύο μαρτύρων, την συμφωνία με ημερομηνία 26.5.2003 (τεκμ.3). Σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος δεσμεύτηκε με την εν λόγω συμφωνία να εξοφλήσει το χρέος του με δόσεις από 30.8.2003 μέχρι 30.4.

  1. Επιπλέον με βάση την συμφωνία, ο εναγόμενος θα πλήρωνε τόκο 8% από την ημερομηνία λήξεως κάθε αναφερόμενης δόσης μέχρι την εξόφλησή τους. Συμφωνήθηκε επίσης ότι παράλειψη η παράληψη πληρωμής 3 δόσεων, θα καθιστούσε το ποσό απαιτητό και πληρωτέο με τόκο 8% από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί η πρώτη καθυστερημένη δόση μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Η ενάγουσα αναφέρει στην συνέχεια στην γραπτή της δήλωση ότι με την υπογραφή της συμφωνίας, επέστρεψε στον εναγόμενο επιταγές ύψους £294,000 (€505.328,82), οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο των ποινικών υποθέσεων που καταχωρήθηκαν στο δικαστήριο προ της συμφωνίας. Επιπλέον από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας αλλά και σε όλους τους μεταγενέστερους χρόνους, ήταν στην διάθεση του εναγόμενου η ολοκλήρωση της μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας [ ] Ltd επ' ονόματι του για συμμόρφωση προς τα συμφωνηθέντα και εκπλήρωση των όρων της συμφωνίας αλλά δεν υπήρξε η δέουσα ανταπόκριση από μέρους του εναγομένου. Αυτό είναι γεγονός αφού μέχρι και σήμερα παραμένει μέτοχος στην εταιρεία του εναγομένου. Η ενάγουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι ο εναγόμενος της κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι της συμβατικής του υποχρέωσης όχι όμως το ποσό το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται. Συγκεκριμένα κατέβαλε διάφορες δόσεις σε διάστημα από 30.8.2003 μέχρι 30.4.2004 και μέρος της δόσης ημερομηνίας 30.6.2004, χωρίς όμως να τηρεί πλήρως το πρόγραμμα αποπληρωμής ούτε σε ότι αφορά τις ημερομηνίες αλλά ούτε και σε ότι αφορούσε τα ποσά. Έκτοτε δεν έχει καταβάλει καμιά άλλη δόση. Για την πληρωμή των ποσών, η ενάγουσα υπέγραφε πάντα απόδειξη παραλαβής. Προς τούτο, κατέχει μόνο αντίγραφο μίας εκ των αποδείξεων ημερομηνίας 10.12.2003 αριθμημένη με τον αρ. 4, την οποία παρουσίασε ως τεκμήριο
  2. Η ενάγουσα ανέφερε ότι δυστυχώς κατά την διάρκεια των χρόνων και μετά από μετακομίσεις, απώλεσε τις υπόλοιπες αποδείξεις. Στις 25.10.2012, δια μέσου του δικηγόρου της, απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο, με την οποία τον καλούσε να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό και όπως εκπληρωθούν οι λοιποί όροι της συμφωνίας (τεκμ. 5). Σύμφωνα με την ενάγουσα, σήμερα παραμένει ανεξόφλητο και/ή οφειλόμενο το ποσό των £620.000,00 (€1.059.332,80) πλέον τόκους προς 8%, το οποίο απαιτεί από τον εναγόμενο. Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα, αρνήθηκε την θέση της υπεράσπισης ότι η επίδικη συμφωνία ήταν προϊόν παράνομου στοιχήματος που διεξήγαγε η ίδια και ο αποβιώσας σύζυγος της. Αρνήθηκε επίσης ότι το υπό κρίση ποσόν έχει εξοφληθεί. Δέχθηκε ότι ο σύζυγος της δολοφονήθηκε αλλά αρνήθηκε ότι συμμετείχε σε παράνομες δραστηριότητες. Ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγος της ήταν γυμναστής και σαν οικογενειακή επιχείρηση, είχαν χρυσοχοείο. Είχαν επενδύσει σε κτήματα, οικόπεδα και σε μετοχές στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Ελλάδα. Η ίδια εργαζόταν στο χρυσοχοείο. Στα πλαίσια των επενδύσεων τους, έδωσαν στον εναγόμενο το ποσό των 850 χιλιάδων λιρών Κύπρου, για το εργοστάσιο, την αγορά μηχανημάτων και για την αγορά μετοχών. Το ποσόν δόθηκε τμηματικά. Κάποια ποσά δόθηκαν με επιταγές και κάποια σε μετρητά. Για την αγορά των μετοχών, ο εναγόμενος μεταβίβασε στο όνομα της, τις μετοχές που η ενάγουσα αγόρασε. Ειδικά για την αγορά των μετοχών έδωσε το συνολικό ποσόν των 219 χιλιάδων λιρών Κύπρου. Η πληρωμή των ποσών δεν ήταν στο σύνολο τους για επένδυση. Κάποια ποσά δόθηκαν ως δάνειο για να βοηθήσουν τον εναγόμενο, ο οποίος θα τα επέστρεφε πίσω και άλλα ήταν για επένδυση με τη δυνατότητα της αγοράς σε ιδιωτική τοποθέτηση, των μετοχών στην εταιρεία που ο εναγόμενος ήθελε να εισαγάγει στο Χρηματιστήριο. Δεν της είχε καθορίσει το ποσό που χρειαζόταν για δάνειο. Λόγω του ότι ήξερε ότι η ενάγουσα είχε οικονομική ευρωστία, της ζήτησε να τον βοηθήσει με το εργοστάσιο, το οποίο θα ολοκληρωνόταν το
  3. Ο εναγόμενος της είπε πολύ σύντομα μέσα στο 2001 - 2002 θα γίνονταν η αποπληρωμή του δανείου. Τις 5 ακάλυπτες επιταγές τις έλαβε το
  4. Ανέρχονταν στο ποσό των £294.000,00 και ήταν έναντι των £850.000,00 που της χρωστούσε. Την εξαπάτησε όμως αφού οι επιταγές ήταν από κλειστό λογαριασμό. Καταχώρησε και άλλες ποινικές υποθέσεις αλλά δεν θυμόταν αν προχώρησε και σε αστικής φύσης διαδικασίες εναντίον του ενάγοντα. Της υποβλήθηκε ότι κλήθηκε από την αστυνομία το 2011 και ρωτήθηκε σε σχέση με τις απειλές, τις οποίες κατάγγειλε ο εναγόμενος ότι προέβηκε εναντίον του. Απάντησε ότι δεν της είπαν τον λόγο που την κάλεσαν στην αστυνομία. Απλά ο αστυνομικός την ρώτησε αν της οφείλουν χρήματα και του απάντησε θετικά. Τότε την συμβούλευσε, εφόσον έχει το χαρτί της ιδιωτικής συμφωνίας αναγνώρισης χρέους, να προχωρήσει νομικά. Γνωρίζει ότι στις 2.5.2003 τέθηκε εκρηκτικός μηχανισμός στο αυτοκίνητο του εναγόμενου γιατί της το ανέφερε ο ίδιος χωρίς να θυμάται πότε. Ακολούθως υπεγράφη η επίδικη συμφωνία με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε να εξοφλήσει το χρέος σε δόσεις από τις 30.6.2003 μέχρι το
  5. Συμφωνήθηκε επίσης να του επιστρέψει τις επιταγές της ποινικής υπόθεσης και με την υπογραφή της συμφωνίας να μεταβιβάζονταν οι μετοχές στο όνομά του. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι με την υπογραφή της συμφωνίας έγινε η επιστροφή των πιο πάνω επιταγών. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι τα ποσά που απαιτεί με την αγωγή της, αποτελούν οφειλές από δάνεια παράνομου στοιχήματος και ότι αυτά προέρχονταν από παράνομη αποδοχή στοιχημάτων από την ίδια και τον σύζυγό της κατά την περίοδο 1999 -
  6. Αρνήθηκε επίσης ότι την ίδια περίοδο ο εναγόμενος πλήρωσε στην ίδιο και τον σύζυγο της για αυτά τα στοιχήματα, χρηματικό ποσό πέραν τω 700 χιλιάδων λιρών Κύπρου σε τραπεζικά εμβάσματα και επιταγές. Επέμενε ότι δάνεισε χρήματα στον εναγόμενο και επίσης αγόρασε μετοχές της εταιρείας του. Αρνήθηκε επίσης ότι γνώριζε ότι κατά την επίδικη περίοδο, ο εναγόμενος ήταν εθισμένος στα στοιχήματα και ότι η ίδια και ο σύζυγος της, εκμεταλλεύτηκαν τον εθισμό αυτό για να του αποσπάσουν παράνομα χρήματα. Η μάρτυρας αρνήθηκε επιπλέον υποβολές ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την συμφωνία υπό καθεστώς φόβου για τη ζωή του και σε κατάσταση αθέμιτης πίεσης και εκβιασμού από την ίδια και τον σύζυγο της. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία υπογράφτηκε επειδή αποσύρθηκαν οι ποινικές υποθέσεις που καταχώρησε εναντίον του. Στην ουσία ζητούσε απλά χρόνο, να πληρώσει τμηματικά το ποσό αυτό. Χαρακτήρισε δε τα πιο πάνω ως ψέματα και δικαιολογίες του εναγομένου για να αποφύγει την πληρωμή της οφειλής του. Η μάρτυρας αρνήθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος παρέδωσε σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις έναντι της οφειλής, παράνομα φορτία τσιγάρων σε 2 πρόσωπα που του υπέδειξε, η ίδια και ο σύζυγος της. Δέχθηκε ότι μετά το 2007 σταμάτησε να ενοχλεί τον εναγόμενο για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού και επανήλθε το
  7. Δικαιολόγησε το γεγονός αυτό αναφέροντας ότι είχε χάσει την επίδικη συμφωνία στις διάφορες μετακομίσεις που έκανε και την βρήκε πολύ αργότερα. Για να αναφέρει στην συνέχεια ότι δεν θυμάται αν ζήτησε ή όχι χρήματα από τον εναγόμενο μεταξύ 2007 και
  8. Αρνήθηκε όμως υποβολή ότι θεωρούσε το ποσό ξοφλημένο και για αυτό δεν επικοινωνούσε με τον εναγόμενο την πιο πάνω περίοδο. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι όταν επανήλθε το 2011, η ίδια και ένα άλλο πρόσωπο πήρε τηλέφωνο τον εναγόμενο απειλώντας τον εκ νέου. Η μάρτυρας αρνήθηκε επίσης ότι μετά από καταγγελία του εναγομένου για το γεγονός αυτό, κλήθηκε για ανάκριση από την αστυνομία. Επανέλαβε ότι την κάλεσε η αστυνομία αλλά αρνήθηκε ότι της έγινε οποιαδήποτε επίστηση στον Νόμο ή ότι της έδειξαν οιανδήποτε καταγγελία. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι κανείς δεν εξουσιοδοτήθηκε εκ μέρους της να εισπράξει τα εν λόγω ποσά. Δεν αποδέχθηκε ως εκ τούτου, σχετική υποβολή ότι έστελνε διάφορα πρόσωπα στο γραφείο του εναγομένου για να εισπράξουν μετά από απειλές. Αρνήθηκε τέλος ότι εισέπραξε οιαδήποτε άλλα ποσά από τον εναγόμενο για άλλες συναλλαγές πέραν της επίδικης συμφωνίας και δεν απεδέχθη πίνακα επιταγών που της υποδείχθηκε, σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος την πλήρωσε σε επιταγές, 700 χιλιάδες ευρώ, πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. ΜΕ 2, Σ. Τ., Ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και τους δύο διάδικους, οι οποίοι αμφότεροι του ζήτησαν να καταθέσει για την υπόθεση. Αρχικά δεν ήθελε να καταθέσει αλλά στην συνέχεια άλλαξε γνώμη και δέχθηκε την πρόταση της ενάγουσας να καταθέσει υπέρ της. Αναγνώρισε την επίδικη συμφωνία (τεκμ.3), την οποία ετοίμασε ο δικηγόρος του. Οι διάδικοι είχαν οικονομικές διαφορές, και σαν τρίτος, κοινός φίλος και συνεργάτης και με τους δύο, μεσολάβησε να γίνει η συμφωνία και ήταν παρών όταν υπογράφτηκε. Και γι' αυτό υπόγραψε και ως μάρτυρας Κατά τους επίδικους χρόνους, ήταν αντιπρόσωπος του εναγομένου στην κατασκευή και πώληση τσιγάρων μέσω μιας εταιρείας, στην οποία ο ίδιος ήταν κατά 50% μέτοχος. Χαρακτήρισε την συνεργασία του με τον εναγόμενο ως καταστροφική που του στοίχησε μερικά εκατομμύρια όπως είπε. Αναφορικά με την σχέση των διαδίκων, ανέφερε ότι ήταν φίλοι και συνεργάτες. Νομίζει ότι η ενάγουσα επένδυσε λεφτά στο εργοστάσιό του εναγομένου, αλλά πολλές λεπτομέρειες δεν ξέρει. Ανέφερε στην συνέχεια ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας επειδή ο εναγόμενος δεν είχε χρήματα να πληρώσει, συμφώνησε στα πολλά κοντέινερ τσιγάρα που αγόραζε ο ίδιος, να πάρει και ένα κοντέινερ χωρίς χρήματα με τσιγάρα αξίας £75.000 και αφού το πωλήσει να δώσει το ποσόν στην ενάγουσα έναντι του χρέους του εναγομένου. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε τέλος ότι ίδιος δάνεισε πολλές φορές χρήματα στον εναγόμενο. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι αρχικά γνώρισε τον εναγόμενο, με τον οποίο συμφώνησε να επενδύσει στο εργοστάσιό του με την προοπτική εισόδου του στο χρηματιστήριο. Μετά ο μάρτυρας κατέληξε να είναι αντιπρόσωπός του εναγομένου και συναντιόντουσαν πολύ συχνά στο γραφείο του. Εκεί γνώρισε την ενάγουσα και τον σύζυγο της που είχαν όπως είπε οικονομική συνεργασία με τον εναγόμενο. Γνώριζε ότι η οικογένεια της ενάγουσας ασχολείτο με χρυσαφικά ενώ ο σύζυγος της είχε γυμναστήριο. Μετά διαπίστωσε ότι είχαν οικονομικές διαφορές και ο ίδιος μεσολάβησε μέσω του δικηγόρου του που ετοίμασε την επίδικη συμφωνία (τεκμ.3), ή οποία υπογράφτηκε στο γραφείο του εναγομένου. Αντιλήφθηκε ότι ο εναγόμενος χρωστούσε λεφτά στην ενάγουσα και τον σύζυγο της και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να ξοφληθεί το ποσόν. Η ενάγουσα ισχυριζόταν ότι επρόκειτο για χρήματα που έδωσε στον εναγόμενο για το εργοστάσιο του. Ο εναγόμενος λόγω του ότι είχε οικονομικές δυσκολίες, ζητούσε πίστωση χρόνου για να ξοφλήσει και κάποια στιγμή με την μεσολάβηση του μάρτυρα, υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία Την ενάγουσα μετά τον θάνατο του συζύγου της το 2005 δεν την είδε ξανά. Αρνήθηκε ότι είχε οικονομικές συναλλαγές με την ενάγουσα. Μόνο με τον εναγόμενο είχε, από τις οποίες μάλιστα ζήμιωσε. Ανέφερε δε πολύ χαρακτηριστικά ότι η εταιρεία στην οποία είναι 50% μέτοχος και αντιπροσώπευε τον εναγόμενο, χρωστά σήμερα 4 εκατομμύρια λόγω της εμπιστοσύνης που ο ίδιος έδειξε στον εναγόμενο. Κινδυνεύει μάλιστα να πωληθεί το σπίτι του που είναι υποθηκευμένο για αυτά τα χρέη. Του υποβλήθηκε ότι όχι μόνο δεν ζήμιωσε αλλά οφείλει στον εναγόμενο €42.000 μέσω της εταιρείας [ ] Ltd, δυνάμει απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή [ ]/
  9. Αρνήθηκε αναφέροντας ότι έχει να δει τον εναγόμενο πέραν των 10 ετών ενώ όσον αφορά την εν λόγω εταιρία, παρέπεμψε σε τακτική του εναγομένου να χρησιμοποιεί πολλές εταιρείες για τις δουλειές του. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν είχε γίνει βομβιστική ενέργεια εναντίον του εναγομένου πριν την συμφωνία. Για να δεχθεί στην συνέχεια ότι σε κάποια στιγμή νομίζει ότι τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός στο αυτοκίνητό του. Αναφορικά με το κοντέινερ με τσιγάρα που του έδωσε ο εναγόμενος για να πωλήσει και να δώσει το ποσόν στην ενάγουσα, ανέφερε ότι το παρέδωσε σε πρόσωπο στην Ελλάδα που του υπέδειξε ο εναγόμενος αλλά δεν εισέπραξε τίποτε. Δέχθηκε όμως στην συνέχεια ότι υπέγραψε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο εισέπραξε αυτό το ποσόν (τεκμ. 23). Δεν συμφωνεί όμως με την ημερομηνία. Στην συνέχεια δε, αμφισβήτησε και την υπογραφή του στο τεκμήριο 23, το οποίο συνέταξε ο εναγόμενος. Αρνήθηκε επίσης ότι η πληρωμή στον ίδιο από τον εναγόμενο των £75.000 που αναφέρει το τεκμήριο 23 εκ μέρους της ενάγουσας, δεν αφορούσε το πιο πάνω κοντέινερ αλλά άλλη συναλλαγή. Μ.Υ.1 εναγόμενος Στην γραπτή του δήλωση ο εναγόμενος αναφέρει ότι γνώρισε την ενάγουσα μέσω του συζύγου της Χ. Α. γνωστού ως Π. Ψ., τον οποίο του σύστησε ένας υπάλληλος του. Αρχικά τον βοήθησε οικονομικά αφού για κάποιο χρονικό διάστημα τον εργοδοτούσε σαν προσωπικό φρουρό ασφαλείας στα ποδοσφαιρικά παιχνίδια του [ ], του οποίου ο εναγόμενος ήταν Πρόεδρος. Κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, ο Π. Ψ. αντιλήφθηκε το πάθος και την εξάρτηση του εναγομένου για το στοίχημα και τον τζόγο και ανάλαβε να αποδέχεται ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα με υποσχόμενες υψηλές αποδόσεις χωρίς όμως ο ίδιος να διατηρεί άδεια για να παρέχει υπηρεσίες αποδοχής είτε ποδοσφαιρικών είτε ιπποδρομιακών στοιχημάτων, γεγονός το οποίο ο εναγόμενος αντιλήφθηκε εκ των υστέρων. Την περίοδο 1999 - 2001, η ενάγουσα και ο σύζυγος της, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του λόγω του εθισμού που είχε τότε με το στοίχημα, αποδέχονταν στοιχήματα επί πιστώσει ή και με στόχο να αποπληρώσει ή να αποσβέσει ζημιά σε προηγούμενες οφειλές στοιχημάτων, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι οφειλές του. Ακόμα η ενάγουσα και ο σύζυγος της, ελάμβαναν κινητή περιουσία και μετοχές της εταιρείας του ως εξασφάλιση πληρωμής ή έναντι πληρωμής, όπως π.χ. οι 335.000 μετοχές της εταιρείας [ ] Ltd, τις οποίες ουδέποτε επέστρεψαν. Από το 1999 - 2001 πριν δηλαδή την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ημερ. 26/5/2003, κατέβαλε και εξέδωσε επιταγές πέραν των £704.000 αποκλειστικά για τις υπηρεσίες παράνομου στοιχήματος που παρείχε ο Π. Ψ. και η ενάγουσα σύζυγος του. Η πληρωμή των ποσών αυτών, γινόταν πάντα επ' ονόματι της ενάγουσας, συζύγου του Π. Ψ., η οποία γνώριζε τις συναλλαγές του παράνομου στοιχήματος που είχε με τον σύζυγο της. Μερικές φορές οι πληρωμές γίνονταν και σε συγγενικά και φιλικά προς την ενάγουσα πρόσωπα. Ο εναγόμενος σημειώνει ότι με εξαίρεση τις πληρωμές χρημάτων και την έκδοση επιταγών επ' ονόματι της ενάγουσας για το στοίχημα, με την ενάγουσα και τον σύζυγο της δεν είχε οποιαδήποτε άλλη δοσοληψία ή συναλλαγή. Ο εναγόμενος κατέθεσε σχετικό πίνακα όπου εμφαίνονται οι πληρωμές που έγιναν προς την ενάγουσα την περίοδο 1999-
  10. Παρουσίασε επίσης αντίγραφα επιταγών που παρέδωσε προς την ενάγουσα αλλά και σχετικές καταστάσεις λογαριασμού από την τράπεζα Alpha Bank Ltd. Περί το 2003, ο Ψ. και η ενάγουσα αντιλήφθηκαν ότι είχε πραγματική δυσκολία να συνεχίσει τις πληρωμές και με αφορμή κάποιες ακάλυπτες επιταγές που εξέδωσε προς πληρωμή τους περί τα €295.000, προχώρησαν σε δικαστική αξίωση πληρωμής. Τότε τους ανέφερε για πρώτη φορά ότι θα αποκαλύψει ότι τα χρήματα αυτά ήταν αντικείμενο παράνομου στοιχήματος και θα προέβαινε σε καταγγελία στις αρχές. Αμέσως μόλις έφερε σε γνώση τους αυτή την πρόθεση του, ο Ψ. και η ενάγουσα εξαπέλυσαν απειλές ότι θα προξενούσαν σωματική βλάβη τόσο στον ίδιο όσο και στην σύζυγό του και ότι όχι μόνο θα πληρώσει τα οφειλόμενα αλλά θα υπογράψει την επίδικη συμφωνία για πολύ μεγαλύτερο ποσό. Γνώριζε ότι ήταν ικανοί να εκτελέσουν τις απειλές τους, δεδομένου ότι έμαθε για την παράνομη συμπεριφορά και δράση του Ψ. από μαρτυρίες του ιδίου και της συζύγου του και εξιστόρηση γεγονότων σύνδεσής του, με ανθρώπους του υποκόσμου. Οι απειλές τους ήταν τόσο έντονες και προσωπικά τελούσε σε φόβο για την ζωή και την ακεραιότητα την δική του και της γυναίκας του. Μετά την πρώτη διατύπωση των πιο πάνω απειλών και πριν την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 26.5.2003, στις 2.5.2003 κακόβουλα και με μοναδικό σκοπό και αποτέλεσμα τον εκφοβισμό του, τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός στο αυτοκίνητο του έξω από την οικία του, ο οποίος εξερράγη και κατέστρεψε ολοσχερώς το αυτοκίνητο του. Αμέσως μετά την επίθεση και επί καθημερινής βάσεως λάμβανε συνεχώς τηλεφωνήματα από τον Π. Ψ. και την ενάγουσα ότι σε περίπτωση που δεν υπογράψει την συμφωνία θα προκαλούσαν σωματική βλάβη τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγο μου. Την δεδομένη χρονική στιγμή δεν είχε διαφορές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, παρά μόνο με την ενάγουσα και τον σύζυγο της. Μετά την εναντίον του βομβιστική επίθεση, τελούσε υπό καθεστώς έντονου φόβου και ανησυχίας για την ζωή και σωματική ακεραιότητα του και της συζύγου του. Είναι ενδεικτικό ότι ζήτησε όπως του παραχωρηθεί άδεια οπλοφορίας από τον αρχηγό της αστυνομίας με μόνο στόχο την αυτοπροστασία του κάτι το οποίο απορρίφθηκε. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται στην συνέχεια στην γραπτή του δήλωση ότι ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, εξαναγκάστηκε υπό καθεστώς εκβιασμού, εκφοβισμού και αθέμιτης επιρροής από τον Χ. Ψ. και την ενάγουσα να υπογράψει την συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003, χωρίς την θέληση του και υπό το καθεστώς ψυχολογικής πίεσης, εκβιασμού και εκφοβισμού για την ζωή του αλλά και τη σωματική ακεραιότητα, τόσο τη δική του όσο και των μελών της οικογένειας του. Επαναλαμβάνει δε ότι η ισχυριζόμενη οφειλή των £850.000 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και η υπογραφή του, ήταν προϊόν των πιο πάνω γεγονότων. Μετά τον εξαναγκασμό του σε υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, η ενάγουσα και ο σύζυγός της, συνέχισαν τον εκφοβισμό και την αθέμιτη πίεση αφού καθημερινά τον επισκέπτονταν και επαναλαμβάνοντας τις απειλές κατά της ζωής του αλλά και τις οικογένειας του, του ζητούσαν να τους καταβάλει χρηματικά ποσά άσχετα από τις προθεσμίες της συμφωνίας, καθώς επίσης ζητούσαν και από εγκληματικά πρόσωπα να τον επισκέπτονται και να εισπράττουν χρηματικά ποσά δια λογαριασμό τους. Δυνάμει των ανωτέρω και κυρίως ένεκα των συνεχών απειλών, του εκφοβισμού και της αθέμιτης επιρροής που δεχόταν από την ενάγουσα και τον σύζυγο της, εξαναγκάστηκε να πληρώσει προς αυτούς όλο το ποσό που διεκδικούσαν, παρά το γεγονός ότι δεν το όφειλε. Ο εναγόμενος παραθέτει επί του προκειμένου στην γραπτή του δήλωση, αναλυτικό κατάλογο στον οποίο εμφαίνονται ημερομηνίες και ποσά πληρωμών με παραπομπή και σε σχετικά έγγραφα, τα οποία κατά την άποψη του αποδεικνύουν τις πιο πάνω πληρωμές. Περί τον Ιούνιο του 2004 σε επικοινωνία που είχε με τον Χ. Ψ., του ζήτησε όπως γίνει εξόφληση ορισμένων από τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα, με παράδοση τσιγάρων σε τρίτο πρόσωπο. Ο εναγόμενος εξαναγκάστηκε όπως μέσω της εταιρείας [ ] Ltd δικών του συμφερόντων, η οποία ασχολείτο με την παραγωγή και πώληση τσιγάρων, να παραδώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας £281.373,50 στην εταιρεία [ ] Ltd, συμφερόντων κάποιου Γ. Π., συγγενή του Π. Ψ. Έναντι των εμπορευμάτων θα λάμβανε μόνο το ποσό των £104.
  11. Έτσι από το ποσό των £281.373,50 οι £175.000 εισπράχθηκαν από τον Ψ. και χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά αλεξίσφαιρου αυτοκινήτου. Το ίδιο συνέβη και στις 29.5.2005 όπου με απαίτηση της ενάγουσας και του συζύγου της, παραδόθηκαν 1769 κιβώτια τσιγάρων αξίας £82.823 από την εταιρεία [ ] Ltd, συμφερόντων του εναγομένου, προς την εταιρεία [ ] Ltd, συμφερόντων του κ. Σ. Τ., ενός εκ των ατόμων που ενεργούσαν για λογαριασμό της ενάγουσας και του συζύγου της. Περί τον Ιούλιο του 2005, ο σύζυγος της ενάγουσας Χ. Ψ. δολοφονήθηκε. Έκτοτε και μέχρι το 2007, η ενάγουσα τον έπαιρνε τηλέφωνα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όπου επαναλάμβανε τις απειλές, εκφοβισμό και αθέμιτη επιρροή και κατ' εντολή της, πρόσωπα του υποκόσμου τον επισκέπτονταν και ελάμβαναν για λογαριασμό της, χρηματικά ποσά. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα τον έπαιρνε τηλέφωνο και του ανέφερε πως αν δεν της κατέβαλλε καθορισμένο ποσό χρημάτων την επόμενη ημέρα, τότε θα έστελνε συγκεκριμένο άτομο του υποκόσμου για να του προκαλέσει βλάβη. Ως τα λεγόμενα της ενάγουσας, την επόμενη ημέρα εμφανιζόταν το άτομο του υποκόσμου και τον εξανάγκαζε να δώσει περισσότερα χρήματα. Ο εναγόμενος παραθέτει στην γραπτή του δήλωση, λεπτομέρειες αυτών των πληρωμών που ανέρχονται σε £167.
  12. Ο εναγόμενος σημειώνει στην συνέχεια ότι περί το 2001, μεταβίβασε 355.000 μετοχές της εταιρείας [ ] Ltd σήμερα ονομαστικής αξίας €0,17 (τότε αντιστοιχούσε στην ονομαστική αξία των 0,10 Λ.Κ.) επ' ονόματι της ενάγουσας ως εξασφάλιση πληρωμής χρέους £219.000, όση δηλαδή ήταν η αξία των μετοχών χωρίς όμως να πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό. Με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003, η ενάγουσα όφειλε να μεταβιβάσει και εγγράφει επ' ονόματι του τις 355.000 μετοχές, ωστόσο δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να επωφελείται μέχρι σήμερα από τις μετοχές. Η τελευταία ενόχληση για καταβολή ποσού έναντι της επίδικης συμφωνίας ήταν περί το
  13. Κατά την περίοδο από το 2007 μέχρι και το 2011 δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση αναφορικά με την συμφωνία ημερ, 26.5.2003 και θεώρησε ότι το θέμα έληξε. Εντούτοις, η ενάγουσα επανήλθε με απειλές και εκβιασμούς το 2011, χρησιμοποιώντας εκ νέου πρόσωπα του υποκόσμου. Τότε, κατόπιν ψυχολογικής στήριξης και συμβουλής φίλων αλλά και του δικηγόρου του, περί την 27.11.2011 προχώρησε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον της ενάγουσας. Ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι κλήθηκε η ενάγουσα και της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο. Με την πάροδο ενός ακόμα έτους, στις 25 Οκτωβρίου 2012 έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους της ενάγουσας με την οποία συνέχιζαν να ισχυρίζονται ότι οφείλει το ποσό των €1.059.332,89 (£.620.000,00). Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 5.11.2012, αρνήθηκε την εν λόγω οφειλή και παράλληλα ενημέρωσε για την καταγγελία στην αστυνομία. Είναι η τελική θέση του εναγομένου ότι το αιτούμενο ποσόν αποτελεί προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων. Κανένα ποσό δεν όφειλε προς την ενάγουσα, εξαναγκάστηκε με απειλές, εκφοβισμό και αθέμιτη επιρροή στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και περαιτέρω εξαναγκάστηκε με απειλές και εκφοβισμό και αθέμιτη επιρροή, στην αποπληρωμή ολόκληρου του διεκδικούμενου ποσού. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Αναφέρει επίσης ότι ακόμα και αν αποφασιστεί ότι νόμιμα οφείλει οιοδήποτε ποσό, αυτό έχει πληρωθεί από τον ίδιο και ουδέν ποσό οφείλει προς την ενάγουσα. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι ο Ψ. του έλεγε ψέματα στις αρχές ότι τα στοιχήματα τα έπαιρνε σε πρακτορεία. Αλλά τελικά τα πρακτορεία ήταν ο Τ. (Μ.Ε.2) μαζί με ένα ακόμη άτομο από το Δάλι και ήταν και οι συνεργοί του. Τον Μ.Ε.2 δεν τον γνώριζε προηγουμένως. Εμφανίστηκε στην ζωή του μετά την βόμβα και κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Επέμενε δε ότι ο Μ.Ε.2, είχε συμφέρον στα στοιχήματα που έπαιζε στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος επέμενε ότι δεν έχει καμία σχέση το εργοστάσιο με τις μετοχές που πήρε η ενάγουσα. Επανέλαβε ότι ουδέποτε του έδωσε λεφτά για τις μετοχές και ότι οι μετοχές δόθηκαν ως κάλυψη του χρέους για τα στοιχήματα. Η ενάγουσα του έστελνε εγκληματίες να εισπράξουν και να τον απειλήσουν. Δεν είχε διαφορές με άλλα πρόσωπα που θα μπορούσαν να του κάνουν κακό. Η βομβιστική ενέργεια που δέχθηκε, έγινε από μια συγκεκριμένη κατεύθυνση και ήταν συνέχεια των απειλών της ενάγουσας και του συζύγου της. Κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία και ανέφερε τις απειλές που δέχθηκε. Μ.Υ.2 Γ. Π. Γνωρίζεται πολλά χρόνια με τον εναγόμενο με τον οποίο διατηρεί φιλικές σχέσεις. Επίσης συνεργάστηκε και επαγγελματικά μαζί του όταν ο εναγόμενος αποτάθηκε για την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων, στην τράπεζα στην οποία ο μάρτυρας εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος. Όταν ο εναγόμενος τον πληροφόρησε για την παρούσα διαδικασία, ο μάρτυρας προθυμοποιήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο αφού γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το 1999 με 2003, ο εναγόμενος ήταν εθισμένος στο στοίχημα. Σε πάμπολλες επισκέψεις του στο γραφείο του εναγομένου, είτε έβρισκε καθήμενους, είτε προσέρχονταν η ενάγουσα με τον σύζυγό της Π. Ψ. Δεν ξέρει πως γνωρίστηκαν, αλλά θυμάται χαρακτηριστικά ότι ο Ψ. και η σύζυγός του, αποδέχονταν στοίχημα από τον εναγόμενο. Είναι έντονες οι εικόνες του εναγομένου να μετροφυλλά κόλλες με αποδόσεις στοιχήματος ποδοσφαιρικού και ιπποδρομιακού που του απέστελλε ο Ψ. και να προσέρχεται ο Ψ. με την σύζυγό του για να δεχτούν το στοίχημα, ή να εισπράξουν χρήματα για στοιχήματα του εναγομένου που χάθηκαν. Τόσο η δική του αντίληψη όσο και όλων στο γραφείο του εναγομένου ήταν ότι ο Π. Ψ. και η σύζυγός του ήταν οι bookies - οι αποδέκτες- του στοιχήματος ή οι βοηθοί των αποδεκτών του στοιχήματος που ο εναγόμενος έπαιζε. Ο μάρτυρας θυμάται ότι κατά την εν λόγω περίοδο, ο εναγόμενος έπαθε τεράστιες ζημιές και βρέθηκε να χρωστά μεγάλα ποσά, να δανείζεται από την τράπεζα, να ενεχυριάζει μετοχές και αυτά για να ικανοποιήσει την ανάγκη του στον τζόγο. Τόσο ο μάρτυρας, όσο και άλλοι φίλοι του και η οικογένεια του, είχαν πολλές και έντονες συζητήσεις μαζί του για την ανάγκη να αναζητήσει βοήθεια επαγγελματία και να απεξαρτηθεί από τον εθισμό αυτό, χωρίς όμως ο εναγόμενος να ακούει κανένα. Περί τον Μάιο του 2003, ο μάρτυρας ενημερώθηκε ότι τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός στο αυτοκίνητο του εναγομένου και τον αναζήτησε άμεσα. Όταν τον συνάντησε την ίδια μέρα, τον ενημέρωσε ότι το αυτοκίνητο του είχε καταστραφεί ολοσχερώς και ότι ο ίδιος και η σύζυγός του ήταν καλά. Του ανέφερε ότι με τον μόνο που είχε διαφορές ήταν με τον Π. Ψ., ο οποίος τον εκβίαζε για να υπογράψει συμφωνία διευθέτησης ενός υπέρογκου ποσού το οποίο και δεν χρωστούσε. Ο μάρτυρας τον συμβούλευσε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να μην ενδώσει στον εκβιασμό και να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία. Ακόμα και ενόσω του μιλούσε, ο μάρτυρας έβλεπε και καταλάβαινε ότι ο εναγόμενος θα ενέδιδε στον εκβιασμό. Τελούσε σε φόβο και ανησυχία και επαναλάμβανε ότι αν ήταν στο αυτοκίνητο με την σύζυγο του θα τους σκότωναν. Πράγματι ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι τις επόμενες μέρες, εξαναγκάστηκε να υπογράψει μια συμφωνία ότι χρωστούσε ένα υπέρογκο ποσό, το οποίο όμως δεν όφειλε. Παρά την διαφωνία του μάρτυρα με την ενέργεια αυτή, προσπάθησε να στηρίξει ψυχολογικά τον εναγόμενο και να του συμπαρασταθεί. Ξέροντας το τραπεζικό του προφίλ, το ποσό των £850.000 μπορούσε να το αποπληρώσει εντός μερικών ετών από τις εργασίες των εταιρειών του. Θυμάται όμως να του είπε ότι αν συνεχίσουν να ζητούν χρήματα και να εκβιάζουν μετά την πληρωμή θα πρέπει να βάλει ένα τέλος και να τους καταγγείλει στην αστυνομία. Ο μάρτυρας γνωρίζει ότι όντως ο εναγόμενος προέβαινε σε αποπληρωμές του χρέους του γιατί πέραν των αναλήψεων στις οποίες έκανε από την τράπεζα έτυχε να βρίσκεται και ο ίδιος σε πληρωμές που έκανε στον Ψαρά, στην σύζυγό του αλλά και σε τρίτους έναντι του χρέους του Ψαρά και της συζύγου του, όπως π.χ. τον Σ. Τ. Περί το 2007, ο εναγόμενος του ανέφερε ότι πλήρωσε μεγαλύτερο ποσό από την συμφωνία και δεν θα ασχοληθούν ξανά μαζί του. Ο μάρτυρας αναφέρει στην συνέχεια ότι περί το 2008 - 2009 με προτροπές δικές του και άλλων φίλων και της οικογένειας του, ο εναγόμενος ακολούθησε συμβουλή επαγγελματία προς αποθεραπεία του από τον εθισμό στον τζόγο. Στην συνέχεια και περί το τέλος του 2011, ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι η ενάγουσα επανήλθε, χρησιμοποιώντας πρόσωπα του υποκόσμου και ζητούσε όπως συνεχίσει να καταβάλλει και επιπρόσθετες πληρωμές. Θυμάται την αηδία που ένιωσε, από το γεγονός μετά από τόσα χρόνια, ακόμα να διεκδικούν είσπραξη από στοιχήματα ενός εθισμένου. Ο μάρτυρας πίεσε τον εναγόμενο ότι θα έπρεπε να βάλει ένα τέρμα σε όλα αυτά. Έπρεπε κατά τον μάρτυρα να προβεί σε καταγγελία του γεγονότος, όπως και έπραξε στο τέλος ο εναγόμενος. Στην αντεξέταση, ο μάρτυρας επανέλαβε ότι είχε εκτός της φιλικής και επαγγελματική σχέση με τον εναγόμενο, αφού ήταν διευθυντής υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στην οποία διατηρούσε λογαριασμούς. Παρόλα αυτά δεν γνωρίζει πόσα στοίχησε το εργοστάσιο του εναγομένου, το οποίο έκτισε με τραπεζικά δάνεια. Δεν γνωρίζει όμως να δανειζόταν και από ιδιώτες. Επανέλαβε ότι είδε πολλές φορές την ενάγουσα με τον σύζυγο της στο γραφείο του εναγομένου να κουβαλούν τα δελτία στοιχήματος. Όλοι ήξεραν για ποιο σκοπό βρίσκονταν στο γραφείο του εναγομένου η ενάγουσα και ο σύζυγος της. Πολλοί έκαναν τους πράκτορες στοιχημάτων τότε όπως είπε. Αναφορικά με την ενεχυρίαση μετοχών ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν είδε έγγραφα ενεχυρίασης αλλά άκουσε να μιλούν για αυτό το θέμα στο γραφείο του εναγομένου. Επανέλαβε επίσης ότι ο ίδιος ο εναγόμενος, του ανέφερε ότι αναγκάστηκε μετά από απειλές να υπογράψει την επίδικη συμφωνία. Μετά την έκρηξη στο αυτοκίνητο του, ο μάρτυρας τον συμβούλευσε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία αλλά ο εναγόμενος φοβόταν για τον ίδιο και την οικογένεια του. Τον συμβούλευσε επίσης πολλές φορές να ζητήσει βοήθεια για να σταματήσει τον τζόγο. Ο μάρτυρας ανέφερε τέλος ότι ο εναγόμενος δεν είχε διαφορές με άλλα πρόσωπα παρότι ήταν πρόεδρος του [ ]. Κυκλοφορούσαν βράδυ όπως είπε χωρίς φόβο. Μόνο με την ενάγουσα και τον σύζυγο της, είχαν διαφορές. Μ.Υ.3 Μ. Χ. Γνωρίζει τον εναγόμενο, εδώ και πάρα πολλά χρόνια αφού είναι γραμματέας του από το 1997 μέχρι σήμερα. Μάλιστα τον γνωρίζει από μικρό παιδί αφού εργαζόταν προηγουμένως για τον πατέρα του. Στα πλαίσια της εργοδότησης του, ο μάρτυρας εκτελεί χρέη γραμματέα, λογιστή και διευθυντή διαφόρων εταιρειών του εναγομένου. Μεταξύ άλλων, ήταν και είναι διευθυντής της εταιρείας [ ] Ltd, συμφερόντων του εναγομένου. Πέραν της εργοδότησης του, διατηρεί με τον εναγόμενο μέχρι σήμερα φιλικές σχέσεις. Ο μάρτυρας αναφέρει στην συνέχεια ότι για αρκετά χρόνια και ειδικότερα κατά την περίοδο 1999-2003, ο εναγόμενος ήταν εξαρτημένος από το στοίχημα, γεγονός το οποίο γνωρίζει από πρώτο χέρι αφού ήταν καθημερινά μαζί του και έβλεπε πόσο αυτοκαταστροφικός ήταν. Την περίοδο αυτή ο εναγόμενος έπαιζε μεγάλα χρηματικά ποσά σε ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα, τα οποία είχαν παραλήπτη τον Π. Ψ. και την σύζυγο του Γ. Χ. Τα εν λόγω πρόσωπα, ο μάρτυρας τα έβλεπε να πηγαινοέρχονται στο γραφείο του εναγομένου πολύ συχνά για να παραλάβουν το στοίχημα ή να εισπράξουν τα οφειλόμενα των χαμένων στοιχημάτων. Τις αποδόσεις του στοιχήματος, συνήθως τις απέστελλε ο Π. Ψ. με το τηλεομοιότυπο, νωρίτερα την ίδια ημέρα του στοιχήματος. Παρά τις προσπάθειες του μάρτυρα να αποτρέψει τον εναγόμενο από τον τζόγο, αυτός συνέχιζε και είχε φτάσει στο σημείο να χάσει τεράστια χρηματικά ποσά. Επίσης έδινε επιταγές και παραχωρούσε μετοχές ως εξασφαλίσεις για τα χρέη που απαιτούσαν ο Ψ. και η ενάγουσα. Ο μάρτυρας αναφέρει στην συνέχεια ότι περί την 2.5.2003, ο εναγόμενος δέχθηκε βομβιστική επίθεση στο αυτοκίνητο του. Γνωρίζει ότι την περίοδο αυτή δεν διατηρούσε ανοιχτή διαφορά με οποιονδήποτε παρά μόνο τον Π. Ψ. και την σύζυγο του. Τότε ήταν η περίοδος που ο εναγόμενος αναγκάστηκε να υπογράψει την επίδικη συμφωνία με ημερομηνία 26.5.2003 με την ενάγουσα. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του, μεταξύ της περιόδου 1999-2004, να παρέδωσε η ενάγουσα στον εναγόμενο ως δάνειο ή επένδυση, το ποσό το οποίο καταγράφεται στη επίδικη συμφωνία κάτι το οποίο αν γινόταν θα το γνώριζε. Έκτοτε, πότε η ενάγουσα με το σύζυγό της και πότε τρίτα πρόσωπα, έρχονταν στο γραφείο του εναγομένου και παραλάμβαναν διάφορα ποσά ως αποπληρωμή του χρέους του τεκμηρίου
  14. Αυτό γινόταν σύμφωνα με τον μάρτυρα, μπροστά στα μάτια του. Ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι η ενάγουσα συνεχίζει να απαιτεί δικαστικά ποσά που κατ' ισχυρισμόν οφείλονται δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Ο μάρτυρας του είπε ότι από όσο θυμόταν, το 2007 είχε γίνει εξόφληση. Με βεβαιότητα δε, του ανέφερε ότι υπήρχαν στοιχεία με τις πληρωμές που έγιναν αναφορικά με την εν λόγω συμφωνία, στα αρχεία της εταιρείας [ ] Ltd. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις συναλλαγές που έγιναν από την εταιρεία του εναγομένου [ ] Ltd με τις εταιρείες [ ] Ltd συμφερόντων κάποιου Γ. Π. και την [ ] Ltd, συμφερόντων κάποιου Σ. Τ. Σύμφωνα με τις συναλλαγές αυτές, ο εναγόμενος παρέδιδε εμπόρευμα στις εν λόγω εταιρείες χωρίς να πληρώνεται αφού τα ποσά τα εισέπραττε ο Ψ. και η σύζυγος του, έναντι της οφειλής για την επίδικη συμφωνία. Τέλος, ο μάρτυρας κατέθεσε αναλυτικά στοιχεία για τις πληρωμές και επιταγές προς την ενάγουσα και τον σύζυγο της τόσον πριν όσο και μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Τα εν λόγω στοιχεία τα συνέλεξε με την βοήθεια του ελεγκτή των εταιρειών του εναγομένου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, επεξήγησε ότι με την έννοια αυτοκαταστροφικός, εννοεί ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να ελέγξει το πάθος του για το στοίχημα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα του. Του υποβλήθηκε ότι στα στοιχεία επιταγών που παρουσίασε στο Δικαστήριο, αφορούν μόνο τα αποκόμματα και δεν φαίνεται καθαρά ότι η επιταγή αντιστοιχεί στο όνομα του προσώπου που αναγράφεται στο απόκομμα. Ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι αμέσως με την έκδοση της επιταγής, αναγραφόταν στο απόκομμα του βιβλιαρίου, ο δικαιούχος. Επιπλέον, όταν έπαιρναν από την τράπεζα κατάσταση λογαριασμού, αντιστοιχούσαν τα αποκόμματα με τις επιταγές της κατάστασης λογαριασμού. Έγινε προσπάθεια με την τράπεζα αν μπορούσε τους δώσει αντίγραφα των επιταγών αλλά δυστυχώς λόγω του ότι πέρασαν πολλά χρόνια, αυτό δεν κατέστη δυνατόν. Ο μάρτυρας δεν είδε την συμφωνία που υπέγραψε ο εναγόμενος. Ισχυρίστηκε όμως ότι αναγκάστηκε να την υπογράψει γιατί βρισκόταν τότε σε μεγάλη πίεση. Επέμενε ότι όλες οι λεπτομέρειες που παρουσίασε στο Δικαστήριο, προέκυψαν από μελέτη των βιβλίων της εταιρείας του εναγομένου στην οποία προέβηκε με τον λογιστή της εταιρείας. Μ.Υ.4, Ι. Γ. Είναι λοχίας στο Τ.Α.Ε. Λευκωσίας. Αναφέρθηκε στην καταγγελία που κατέγραψε ημ. 27.11.11, την οποία υπέβαλε ο εναγόμενος. Σε αυτήν αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα μέσω δύο άλλων προσώπων, του ζητά να την πληρώσει λεφτά που της χρωστούσε αλλά ήδη την έχει πληρώσει. Ο εναγόμενος ανέφερε επίσης στους Αστυνόμο Α.Γ. Χ. και Α/Λοχ Ι. Γ. ότι φοβόταν για τη ζωή του. Κατόπιν τούτο ο Α/Λοχ. κάλεσε την ενάγουσα στο Τ.Α.Ε. με σκοπό να της επιστήσει την προσοχή της και να προληφθεί οποιαδήποτε πιθανή παράνομη ενέργεια εναντίον οποιουδήποτε. Η ενάγουσα προσήλθε στο Τ.Α.Ε. την 27.11.11 μαζί με κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο σύστησε ως φίλο της. Ανακρινόμενη, η ενάγουσα ανέφερε είναι ιδιοκτήτρια χρυσοχοείου και δεν έχει σχέση με άτομα της νύχτας. Αρκετά άτομα της χρωστούν από διάφορες εργασίες αλλά όλοι την πληρώνουν με δόσεις εκτός από τον εναγόμενο. Ο τελευταίος της χρωστά από το 2003, £850.000 σε σχέση με συμφωνίες που είχαν για το χρηματιστήριο. Μάλιστα έτυχε να του τηλεφωνήσει για να την πληρώσει αλλά αυτός την παρέπεμπε σε μετέπειτα χρόνο και τώρα αρνείται ότι χρωστά. Τη συμφωνία στην οποία αναφέρθηκε, την ετοίμασε το γραφείο του Υπουργού Δικαιοσύνης [ ] το
  15. Αυτή ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση απείλησε τον εναγόμενο ούτε έβαλε άλλους να τον απειλήσουν. Τέλος ανέφερε ότι θα πάρει την υπόθεση σε αγωγές ενώπιον του Δικαστηρίου και της αναφέρθηκε ότι είναι δικαίωμα της. Παρόλο τούτο, της επιστήθηκε η προσοχή της όσον αφορά σε παράνομους τρόπους είσπραξης χρημάτων με απειλές ή και σε άλλες παράνομες πράξεις. Αυτή ανέφερε ότι σε καμία περίπτωση προέβηκε ή θα προβεί σε τέτοια ενέργεια. Ο εναγόμενος ενημερώθηκε σχετικά και έμεινε ικανοποιημένος. Τέλος, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε προηγούμενες καταδίκες συγκεκριμένων ατόμων. Παρέπεμψε επί του προκειμένου σε άλλη υπηρεσία της αστυνομίας. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η καταγγελία ήταν προφορική για αυτό και δεν λήφθηκε ανακριτική κατάθεση αλλά η ενάγουσα ανακρίθηκε προφορικά με ερωταπαντήσεις χωρίς caution όπως είπε. Δεν έγινε άλλη διερεύνηση της καταγγελίας του εναγομένου. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι συμβαίνει πολλές φορές κάποιος να καταγγείλει προφορικά και όχι γραπτώς ότι απειλείται η ζωή του. Σήμερα όμως έχουν δοθεί κάποιες οδηγίες και η αστυνομία εκτελεί συγκεκριμένο πρωτόκολλο σε αυτές τις περιπτώσεις. Μ.Υ.5, Σ. Μ. Είναι αστυφύλακας του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας και εργάζεται στο Αρχείο Προηγούμενων Καταδικών. Ο μάρτυρας αναφέρει ότι του ζητήθηκε από την υπεράσπιση μέσω μαρτυρικής κλήσης να αναφερθεί σε προηγούμενες καταδίκες και κατά πόσον είναι πρόσωπα γνωστά στην αστυνομία, δύο άτομα. Πρόκειται για τον αποβιώσαντα σύζυγο της ενάγουσας και για ακόμη ένα πρόσωπο. Η θέση του μάρτυρα είναι ότι δεν μπορεί να καταθέσει οποιοδήποτε στοιχείο για τα άτομα αυτά, λόγω προσωπικών δεδομένων, και επειδή δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε από την συνήγορο για την ενάγουσα. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν καταθέτοντας με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά, υποστηρίζοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τις πιο πάνω θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Δεν θεωρώ σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ αναλυτικά στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται, στα στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η αξιολόγηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο κατά το οποίο το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του για να αντεπεξέλθει, έχοντας όμως ως πολύτιμο βοήθημα και τις αρχές αξιολόγησης που καθορίζονται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως έχει νομολογηθεί, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει, στο ύφος και στον τρόπο που αρθρώνει αλλά και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης (βλ. Βούτουνος ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 71, Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371). Αναφορικά με τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία, έχει νομολογηθεί ότι για να καθιστούν αναξιόπιστο τον μάρτυρα, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην εκδοχή του. Πρέπει δηλαδή οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεση του να πει ψέματα στο Δικαστήριο (βλ. Κ.Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ 294). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προέβηκα σε αξιολόγηση της δοθείσας ενώπιον μου μαρτυρίας αφού είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Με τις ίδια προσοχή μελέτησα και το γραπτό μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο υπό μορφή τεκμηρίων αλλά και τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως έχουν αυτές έχουν εκτεθεί στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Η ενάγουσα (Μ.Ε.1) δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ισχυρίστηκε ότι έδωσε ένα μεγάλο ποσόν χρημάτων στον ενάγοντα, είτε με την μορφή δανείου είτε ως επένδυση για αγορά μετοχών στην εταιρεία του. Δεν καθόρισε όμως με ακρίβεια τι μέρος του ποσού δόθηκε για κάθε σκοπό. Επιπλέον οι αναφορές της ως προς τις πιο πάνω πληρωμές στον εναγόμενο, ήταν πολύ αόριστες και γενικές. Δεν έδωσε μια αναλυτική κατάσταση με συγκεκριμένα ποσά και ημερομηνίες πληρωμών ώστε να τεκμηριώσει την θέση της για παράδοση αυτού του μεγάλου ποσού στον εναγόμενο. Ούτε και καθόρισε τι μέρος του ποσού δόθηκε σε μετρητά και τι σε επιταγές όπως η ίδια ισχυρίστηκε. Λογικό θα ήταν βέβαια από την στιγμή που η ενάγουσα αποφάσισε να δανείσει ή να επενδύσει τόσα μεγάλα ποσά, να τηρούσε μια στοιχειώδη κατάσταση, προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει με επαρκή στοιχεία την παράδοση τους στον εναγόμενο. Υποχρέωση στην οποία η ενάγουσα απέτυχε αφού δεν ήταν καθόλου πειστική ως προς τα ποσά που ισχυρίζεται ότι δάνεισε στον εναγόμενο. Περαιτέρω, η ενάγουσα δεν εξήγησε γιατί ενώ αρχικά ήθελε να επενδύσει στο εργοστάσιο αφού το θεωρούσε καλή ευκαιρία, στην συνέχεια με την επίδικη συμφωνία ζήτησε το σύνολο του ποσού που έδωσε στον εναγόμενο και όχι μόνο αυτό που θεωρείτο δάνειο. Ούτε εξήγησε με λογικά επιχειρήματα γιατί δεν επέστρεψε τις μετοχές στον εναγόμενο με την υπογραφή της συμφωνίας αφού αυτό προβλεπόταν σε αυτήν. Η θέση ότι οι μετοχές ήταν στην διάθεση του εναγομένου δεν κρίνεται ως ικανοποιητική. Αντιθέτως, όλα τα πιο πάνω καθιστούν μη πειστική την θέση της ενάγουσας όχι μόνο ως προς την παράδοση οιουδήποτε ποσού στον εναγόμενο αλλά ακόμη ως προς τον σκοπό για τον οποίο αναφέρει ότι του δόθηκε το κατ' ισχυρισμό ποσό. Κενά στην μαρτυρία της ενάγουσας εντοπίζονται και στο χρόνο και τρόπο που απαίτησε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Δέχθηκε ότι μετά το 2007 σταμάτησε να ενοχλεί τον εναγόμενο για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού και επανήλθε το
  1. Δικαιολόγησε το γεγονός αυτό χωρίς να είναι ιδιαίτερα πειστική, αναφέροντας ότι είχε χάσει την επίδικη συμφωνία στις διάφορες μετακομίσεις που έκανε και την βρήκε πολύ αργότερα. Δεν εξήγησε όμως πως η κατοχή της επίδικης συμφωνίας, η υπογραφή της οποίας ούτως ή άλλως είναι παραδεκτή από τον εναγόμενο, εθεωρείτο τόσο αναγκαία προκειμένου να διεκδικήσει το λαβείν της. Η ενάγουσα δεν έδωσε επιπλέον καμία ικανοποιητική κατάσταση με ημερομηνίες και ποσά, των χρημάτων που εισέπραξε από τον εναγόμενο έναντι του κατ' ισχυρισμό δανείου. Επιπροσθέτως τούτου δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στο μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε ο εναγόμενος και της υποδείχθηκε στην αντεξέταση, σύμφωνα με το οποίο εισέπραξε από αυτόν, ποσά που υπερκαλύπτουν το απαιτούμενο από την ίδια χρέος. Το ίδιο ισχύει και για την μαρτυρία που προσκόμισε ο εναγόμενος για την πληρωμή διαφόρων ποσών σε τρίτα πρόσωπα που έστελνε η ενάγουσα στο γραφείο του. Αρκέστηκε να αρνηθεί το γεγονός αυτό, παρότι δέχθηκε ότι γνώριζε αυτά τα άτομα, χωρίς όμως να είναι ιδιαίτερα πειστική σε αυτή της την θέση. Η ενάγουσα αρνήθηκε επίσης την θέση της υπεράσπισης για πληρωμή μέρους της κατ' ισχυρισμό οφειλής, μέσω παράδοσης τσιγάρων σε τρίτα πρόσωπα που υπεδείκνυε η ίδια και ο σύζυγος του. Δεν έδωσε όμως πειστικές απαντήσεις όταν της υπεβλήθησαν οι ισχυρισμοί αυτοί και της υπεδείχθησαν σχετικά έγγραφα. Ισχυρισμό που εν πάση περιπτώσει επιβεβαίωσε και ο Μ.Ε.
  2. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν ήταν πειστική και ως προς τον σκοπό που κλήθηκε στην αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι δεν της αναφέρθηκε ο λόγος κλήσης της και ότι οι αστυνομικοί απλά την ρώτησαν αν της χρωστούσαν χρήματα και την συμβούλευσαν να κινηθεί νομικά εναντίον του εναγομένου αφού έχει στα χέρια της ιδιωτική συμφωνία. Ισχυρισμός που δεν είναι ιδιαίτερα πειστικός αφού δεν είναι δυνατόν να κλήθηκε χωρίς λόγο για να την συμβουλεύσουν απλά πως να κινηθεί εναντίον του εναγομένου. Ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει αντικρούεται και με την μαρτυρία αστυνομικού που προσκόμισε ο εναγόμενος σύμφωνα με την οποία, η ενάγουσα κλήθηκε στην αστυνομία μετά από καταγγελία του εναγόμενου για απειλές και ανακρίθηκε προφορικά ως προς την πιο πάνω καταγγελία και για τυχόν σχέσεις της με άτομα του υποκόσμου. Πέραν των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε η ενάγουσα, είναι ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της από την όλη στάση της στο εδώλιο, έδειχνε ξεκάθαρα ότι αποσκοπούσε αποκλειστικά στο να ενισχύσει την δική της εκδοχή για τα γεγονότα και όχι να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια της δε αυτή, υπέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις και κενά, τα οποία παρατίθεται αναλυτικά ανωτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της ενάγουσας απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ο Μ.Ε.2 Σ. Τ. μου έκανε πολύ κακή εντύπωση. Ήταν αρκετά σαφές ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να ενισχύσει αποκλειστικά την εκδοχή της ενάγουσας. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι οι διάδικοι είχαν οικονομικές διαφορές χωρίς να γνωρίζει όμως λεπτομέρειες, στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι έγινε συγκεκριμένη επένδυση από την ενάγουσα στο εργοστάσιο του εναγομένου. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν αν είχε γίνει βομβιστική ενέργεια εναντίον του εναγομένου πριν την συμφωνία, στην συνέχεια ανέφερε ότι νομίζει ότι κάποια στιγμή είχε τοποθετηθεί εκρηκτικός μηχανισμός στο αυτοκίνητό του. Αρχικά αρνήθηκε ότι εισέπραξε οποιοιδήποτε ποσό από το κοντέινερ των τσιγάρων [που του παραδόθηκε. Δέχθηκε όμως στην συνέχεια ότι υπέγραψε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο εισέπραξε όλο το ποσόν (τεκμ. 23). Ο Μ.Ε.2 σε όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του δεν έχανε ευκαιρία να εκφράζει μια έντονη αντιπάθεια για το πρόσωπο του εναγομένου, τονίζοντας την τραυματική συνεργασία που είχε μαζί του, η οποία του κόστισε όπως ισχυρίζεται, πολλά εκατομμύρια. Του καταλογίζει μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η εταιρεία στην οποία είναι 50% μέτοχος, χρωστά σήμερα 4 εκατομμύρια λόγω της εμπιστοσύνης που ο ίδιος έδειξε στον εναγόμενο. Κινδυνεύει ακόμα και να πωληθεί το σπίτι του που είναι υποθηκευμένο για αυτά τα χρέη. Αυτός ήταν μάλιστα και ένας από τους λόγους που ο Μ.Ε.2 αποφάσισε όπως είπε να καταθέσει στην παρούσα υπόθεση, παρά την αρχική του άρνηση και ενώ του ζήτησαν και οι δύο διάδικοι να καταθέσει υπέρ τους. Όταν δε του υποδείχθηκε ότι είναι ο ίδιος που οφείλει στον εναγόμενο €42.000 μέσω της εταιρείας [ ] Ltd δυνάμει απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή [ ]/12, δήλωσε αρχικά άγνοια ενώ στην συνέχεια παρέπεμψε σε τακτική του εναγομένου να χρησιμοποιεί πολλές εταιρείες για τις δουλειές του. Είναι σαφές από τα πιο πάνω, ότι ο Μ.Ε.2 δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει την εκδοχή της ενάγουσας για τα γεγονότα. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Ο εναγόμενος (Μ.Υ.1) μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν ιδιαίτερα πειστικός στην εκδοχή του ως προς την αποδοχή παράνομων στοιχημάτων από την ενάγουσα και τον σύζυγο της αλλά και ως προς πολύ μεγάλο ποσόν που τους πλήρωσε για αυτά τα στοιχήματα. Το τεράστιο ποσόν που ο εναγόμενος πλήρωσε για το πιο πάνω παράνομο στοίχημα, επιβεβαιώνεται και από σωρεία έγγραφου μαρτυρικού υλικού που προσκόμισε στο Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς του ότι η ενάγουσα, του έστελνε στο γραφείο του, διάφορα πρόσωπα του υποκόσμου για να εισπράξουν χρήματα. Να σημειωθεί εδώ ότι η μαρτυρία και τα στοιχεία που προσκόμισε ο εναγόμενος που καταδεικνύουν ότι πλήρωσε στην ενάγουσα πριν την υπογραφή της συμφωνίας πέραν των £704.000,00, παρέμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου αφού ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε επί του προκειμένου. Ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς ενάγουσας που να αμφισβητεί αυτά τα στοιχεία. Η ενάγουσα περιορίστηκε στην θέση της ότι η μόνη συναλλαγή με τον εναγόμενο ήταν η επένδυση και ο δανεισμός σε αυτόν των ποσών που αναφέρονται στην συμφωνία. Το αναντίλεκτο των ισχυρισμών του εναγομένου επί του θέματος, επιβεβαιώνει κατά την κρίση μου και την εκδοχή του ως προς το ότι, το σύνολο των συναλλαγών του με την ενάγουσα ήδη από το 2000 - 2002, αφορούσαν αποκλειστικά παράνομο στοίχημα και όχι οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο πειστικός ήταν και ως προς την θέση του ότι η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους του, έγινε κατόπιν απειλών για την ζωή του και της οικογένειας του, παραπέμποντας στο αναντίλεκτο γεγονός της τοποθέτησης εκρηκτικού μηχανισμού που κατέστρεψε ολοσχερώς το αυτοκίνητο του, λίγες μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Πέραν των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έκανε ο εναγόμενος είναι ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του, ήταν άμεσες και αυθόρμητες χωρίς σε καμία περίπτωση να μου δώσει την εντύπωση προσχεδιασμού της εκδοχής του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του εναγομένου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Υ.2 Γ. Π. Ο μάρτυρας ήταν αρκετά κατατοπιστικός ως προς την θέση του ότι ο εναγόμενος ήταν εθισμένος στον τζόγο και ότι έπαιζε στοίχημα μέσω της ενάγουσας και του συζύγου της. Ο Μ.Υ.2 ως φίλος αλλά και τραπεζίτης του εναγομένου, ήταν σε θέση να γνωρίζει για τις συναλλαγές του με την ενάγουσα. Ήταν δε πολύ πειστικός, αναφέροντας στο Δικαστήριο ότι κατά την επίδικη περίοδο, ο εναγόμενος έπαθε τεράστιες ζημιές και βρέθηκε να χρωστά μεγάλα ποσά, να δανείζεται από την τράπεζα και να ενεχυριάζει μετοχές, προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του για το στοίχημα. Αξιόπιστη χωρίς ενδείξεις προσχεδιασμού, ήταν και η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ως προς το ότι ο εναγόμενος του εκμυστηρεύτηκε τις απειλές που δέχθηκε από την ενάγουσα και τον σύζυγο της και ότι στο τέλος αναγκάστηκε λόγω του φόβου για την ζωή του ιδίου και της οικογένειας του, να υπογράψει συμφωνία με την ενάγουσα για διευθέτηση ενός υπέρογκου ποσού το οποίο και δεν χρωστούσε. Η μαρτυρία του Μ.Ε 2 για όλους τους πιο πάνω λόγους, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.3 Μ. Χ. επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο μάρτυράς αυτός λόγω της φύσης της εργασίας του για πολλά χρόνια ως γραμματέας του εναγομένου, ήταν σε θέση γνωρίζει καλά την φύση των συναλλαγών του με την ενάγουσα. Στα πλαίσια αυτά, ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός αναφέροντας ότι την επίδικη περίοδο, ο εναγόμενος έπαιζε μεγάλα χρηματικά ποσά σε ποδοσφαιρικά και ιπποδρομιακά στοιχήματα, τα οποία είχαν παραλήπτη την ενάγουσα και τον σύζυγο της Π. Ψ. Ήταν δε αρκετά σαφής και σταθερός χωρίς να κλονιστεί στην αντεξέταση στο ότι τα εν λόγω πρόσωπα, τα έβλεπε να πηγαινοέρχονται στο γραφείο του εναγομένου πολύ συχνά για να παραλάβουν το στοίχημα ή να εισπράξουν τα οφειλόμενα των χαμένων στοιχημάτων. Περαιτέρω λόγω της εργασίας του στα γραφεία του εναγομένου, ήταν σε θέση να δει ότι τις αποδόσεις του στοιχήματος, τις απέστελλε ο Π. Ψ. με το τηλεομοιότυπο, νωρίτερα την ίδια ημέρα του στοιχήματος. Αρκετά σταθερός και πειστικός ήταν ο μάρτυρας και στην θέση του ότι ουδέποτε η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο, το ποσό το οποίο καταγράφεται στη επίδικη συμφωνία κάτι το οποίο αν γινόταν θα το γνώριζε. Ο μάρτυρας έδωσε επιπλέον, επαρκείς λεπτομέρειες των πληρωμών του εναγομένου προς την ενάγουσα, καταθέτοντας αναλυτικές καταστάσεις και άλλα έγγραφα όπως αποκόμματα επιταγών και σχετικό κατάλογο με τα ποσά και άλλες λεπτομέρειες των επιταγών. Ήταν δε αρκούντως πειστικός ότι στο απόκομμα της επιταγής αναγραφόταν πάντοτε ο δικαιούχος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Υ.3 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.4 Λοχίας του ΤΑΕ Ι. Γι., μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του, αφορούσε την καταγγελία του εναγομένου στο ΤΑΕ για απειλές που δεχόταν σύμφωνα με τον ίδιο από την ενάγουσα και τις απαντήσεις που του έδωσε η ενάγουσα σε προφορική ανάκριση που της πήρε. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας στην αντεξέταση και ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ο Μ.Υ.5, Σ. Μ. δεν βοήθησε στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων αφού για τους λόγους που εξήγησε, δεν μπορούσε να αναφερθεί σε προηγούμενες καταδίκες των δύο προσώπων που του ζητήθηκε από την υπεράσπιση και κατά πόσον αυτά, είναι πρόσωπα γνωστά στην αστυνομία. Η θέση του μάρτυρα ότι δεν μπορεί να καταθέσει οποιοδήποτε στοιχείο για τα δύο αυτά άτομα, λόγω προσωπικών δεδομένων, και επειδή επιπλέον δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, δεν αμφισβητήθηκε από κανένα διάδικο. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ιδιαίτερα αναφέρω τα πιο κάτω: Ο εναγόμενος είναι επιχειρηματίας και ασχολείται μεταξύ άλλων με την κατασκευή και εμπορία τσιγάρων μέσω διαφόρων εταιρειών μεταξύ των οποίων και η [ ] Ltd. Κατά τους επίδικους χρόνους είχε εθισμό στο στοίχημα στο οποίο συνήθιζε να παίζει και να χάνει πολύ μεγάλα ποσά. Η ενάγουσα και ο σύζυγος της δεν ήταν κατά τους επίδικους χρόνους, νόμιμοι πράκτορες - αποδέκτες στοιχημάτων. Εντούτοις, πωλούσαν στον εναγόμενο κουπόνια παράνομου ιπποδρομιακού και ποδοσφαιρικού στοιχήματος σε τακτική βάση κατά παράβαση των προνοιών του Περί Συλλογικών Στοιχημάτων Νόμου 75(Ι)/97, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους. Οι αποδόσεις στοιχήματος στέλνονταν στο γραφείο του εναγομένου, συνήθως με τηλεομοιότυπο, ενώ η ενάγουσα με τον σύζυγό της επισκέπτονταν το γραφείο του εναγομένου για να δεχτούν το παράνομο στοίχημα, ή να εισπράξουν χρήματα για παράνομα στοιχήματα του εναγομένου που χάθηκαν. Συγκεκριμένα, την περίοδο 1999 - 2001, η ενάγουσα και ο σύζυγος της, αποδέχονταν χωρίς να έχουν σχετική άδεια δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, στοιχήματα από τον εναγόμενο επί πιστώσει ή και με στόχο να αποπληρώσει ή να αποσβέσει ζημιά σε προηγούμενες οφειλές στοιχημάτων με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι οφειλές του. Η ενάγουσα έλαβε ως εξασφάλιση πληρωμής ή έναντι πληρωμής για τα πιο πάνω παράνομα στοιχήματα που πώλησε στον εναγόμενο, 335.000 μετοχές ιδιοκτησίας του εναγομένου στην εταιρεία [ ] Ltd, τις οποίες εξακολουθεί να κατέχει μέχρι σήμερα. Επιπλέον, από το 1999 - 2001, ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα πέραν των £704.000, αποκλειστικά για τις υπηρεσίες στοιχήματος που παρείχε η ενάγουσα και ο σύζυγος της. Η πληρωμή των ποσών αυτών, γινόταν πάντα επ' ονόματι της ενάγουσας. Μερικές φορές οι πληρωμές γίνονταν και σε συγγενικά και φιλικά προς την ενάγουσα πρόσωπα. Ο εναγόμενος με εξαίρεση τις πληρωμές χρημάτων και την έκδοση επιταγών επ' ονόματι της ενάγουσας για το πιο πάνω στοίχημα, με την ενάγουσα και τον σύζυγο της δεν είχε οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή. Περί το 2003, η ενάγουσα και ο σύζυγος της, αντιλήφθηκαν ότι ο εναγόμενος είχε πραγματική δυσκολία να συνεχίσει τις πληρωμές και με αφορμή κάποιες ακάλυπτες επιταγές που εξέδωσε γύρω στα €295.000, προχώρησαν στην καταχώρηση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης [ ]/2003 του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του εναγομένου με παραπονούμενη την ενάγουσα. Τότε ο εναγόμενος τους ανέφερε για πρώτη φορά ότι θα αποκαλύψει ότι τα χρήματα αυτά ήταν αντικείμενο παράνομου στοιχήματος και θα προέβαινε σε καταγγελία στις αρχές. Αμέσως μόλις έφερε σε γνώση τους αυτή την πρόθεση του, η ενάγουσα και η σύζυγος του, εξαπέλυσαν απειλές ότι θα προξενούσαν σωματική βλάβη τόσο στον ίδιο όσο και στην σύζυγό του και ότι όχι μόνο θα πληρώσει τα οφειλόμενα αλλά θα υπογράψει την επίδικη συμφωνία, με την οποία να αποδέχεται ότι οφείλει πολύ μεγαλύτερο ποσό. Ακολούθως, στις 2.5.2003, τοποθετήθηκε κακόβουλα εκρηκτικός μηχανισμός στο αυτοκίνητο του εναγομένου έξω από την οικία του, ο οποίος εξερράγη και κατέστρεψε ολοσχερώς το αυτοκίνητο του. Αμέσως μετά την επίθεση και επί καθημερινής βάσης, ο εναγόμενος λάμβανε τηλεφωνήματα από την ενάγουσα και τον σύζυγο της ότι σε περίπτωση που δεν υπογράψει την συμφωνία θα προκαλούσαν σωματική βλάβη τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγο μου. Την δεδομένη χρονική στιγμή, ο εναγόμενος δεν είχε διαφορές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, παρά μόνο με την ενάγουσα και τον σύζυγο της. Ακολούθησε στις 26.5.2003, η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας (τεκμ. 3) από τον εναγόμενο και την ενάγουσα. Με αυτήν, ο εναγόμενος δέχεται ότι οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των £850.000 το οποίο αναλαμβάνει να πληρώσει με καθορισμένες δόσεις. Από την πλευρά της, η ενάγουσα αναλαμβάνει με την υπογραφή της σύμβασης να επιστρέψει στον εναγόμενο πέντε ακάλυπτες επιταγές που έχει στην κατοχή της και με την εξόφληση ολόκληρου του ποσού να επιστρέψει στον εναγόμενο τις 335.000 μετοχές ιδιοκτησίας του στην εταιρεία [ ] Ltd. Η εν λόγω συμφωνία υπογράφτηκε από τον εναγόμενο χωρίς την θέληση του και υπό το καθεστώς ψυχολογικής πίεσης, εκβιασμού και εκφοβισμού για την ζωή του αλλά και τη σωματική ακεραιότητα, τόσο τη δική του όσο και των μελών της οικογένειας του. Οι απειλές και ο εκφοβισμός από την ενάγουσα και τον σύζυγο της προς τον εναγόμενο, εξακολούθησε και μετά την υπογραφή της συμφωνίας, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εξαναγκαστεί να πληρώσει ολόκληρο το ποσόν που αναφέρεται στην συμφωνία παρότι θεωρούσε ότι δεν το όφειλε. Μέρος του πληρωθέντος ποσού, έγινε με παράδοση τσιγάρων από τον εναγόμενο σε τρίτα πρόσωπα που του υπεδείκνυε η ενάγουσα και ο σύζυγος της. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος εξαναγκάστηκε όπως μέσω της εταιρείας [ ] Ltd δικών του συμφερόντων, η οποία ασχολείτο με την παραγωγή και πώληση τσιγάρων, να παραδώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας £281.373,50 στην εταιρεία [ ] Ltd συμφερόντων κάποιου Γ. Π., συγγενή του Π. Ψ. Έναντι των εμπορευμάτων ο εναγόμενος θα λάμβανε μόνο το ποσό των £104.
  3. Το ίδιο συνέβη και στις 29.5.2005 όπου με απαίτηση της ενάγουσας παραδόθηκαν 1769 κιβώτια τσιγάρων αξίας £82.823 από την εταιρεία Raquel Ltd, συμφερόντων του εναγομένου, προς την εταιρεία [ ] Ltd, συμφερόντων του κ. Σ. Τ., χωρίς ο εναγόμενος να εισπράξει οτιδήποτε. Περί τον Ιούλιο του 2005, ο σύζυγος της ενάγουσας δολοφονήθηκε. Έκτοτε και μέχρι το 2007 η ενάγουσα τηλεφωνούσε στον εναγόμενο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όπου επαναλάμβανε τις απειλές, εκφοβισμό και αθέμιτη επιρροή και κατ' εντολή της, πρόσωπα του υποκόσμου τον επισκέπτονταν και ελάμβαναν για λογαριασμό της, διάφορα χρηματικά ποσά. Η τελευταία ενόχληση από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο για καταβολή ποσών έναντι της επίδικης συμφωνίας ήταν περί το
  4. Κατά την περίοδο από το 2007 μέχρι και το 2011 δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση αναφορικά με την συμφωνία ημερ, 26.5.2003 και ο εναγόμενος θεώρησε ότι το θέμα έληξε. Εντούτοις, η ενάγουσα επανήλθε με απειλές και εκβιασμούς το 2011, χρησιμοποιώντας εκ νέου πρόσωπα του υποκόσμου. Τότε, κατόπιν ψυχολογική στήριξης και συμβουλής φίλων αλλά και του δικηγόρου του, ο εναγόμενος στις 27.11.2011 προχώρησε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον της ενάγουσας. Η ενάγουσα κλήθηκε στην αστυνομία όπου ανακρίθηκε προφορικά από τον Μ.Υ.4 αναφορικά με τις καταγγελίες του εναγομένου. Μετά από προφορική ανάκριση από τον Μ.Υ.
  5. της επιστήθηκε η προσοχή της όσον αφορά σε παράνομους τρόπους είσπραξης χρημάτων με απειλές ή και με άλλες παράνομες πράξεις. Η ενάγουσα ανέφερε στον Μ.Υ.4 ότι σε καμία περίπτωση προέβηκε ή θα προβεί σε τέτοια παράνομη ενέργεια. Ο εναγόμενος ενημερώθηκε σχετικά και έμεινε ικανοποιημένος. Στην συνέχεια, με την πάροδο ενός έτους, στις 25.10.2012 ο εναγόμενος έλαβε επιστολή (τεκμ. 5) από τους δικηγόρους της ενάγουσας με την οποία ισχυρίζονταν ότι οφείλει το ποσό των €1.059.332,89 (£.620.000,00). Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 5.11.2012 (τεκμ. 19), ο εναγόμενος αρνήθηκε την εν λόγω οφειλή και παράλληλα ενημέρωσε για την καταγγελία του στην αστυνομία. Συμπεράσματα Η υπογραφή της επίδικης σύμβασης (τεκμ. 3), είναι παραδεκτή από τον εναγόμενο. Προβάλει όμως διάφορες υπερασπίσεις μεταξύ των οποίων:
  6. Η αντιπαροχή της σύμβασης ήταν παράνομη γιατί αφορούσε παράνομο στοίχημα.
  7. Η σύμβαση είναι άκυρη γιατί ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοια οφειλή, εξαναγκάστηκε από την ενάγουσα και τον σύζυγο της να υπογράψει την επίδικη συμφωνία κατόπιν απειλών. Ειδικότερα υποστηρίζεται ότι υπέγραψε κατόπιν πίεσης (duress) και εκφοβισμού και η σύμβαση δεν συνομολογήθηκε με την ελεύθερη θέληση του και/ή ο εναγόμενος συμφώνησε να υπογράψει μετά από εκβιασμό και/ή κατόπιν φόβου, ψυχολογικής πίεσης (undue influence) και/ή απειλές κατά της ζωής του και/ή των μελών της οικογένειάς του.
  8. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εν πάση περιπτώσει, έχει εξοφλήσει όλο το ποσόν της επίδικης σύμβασης στην ενάγουσα. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για την παράνομη αντιπαροχή, σχετικό είναι το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπου απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες η αντιπαροχή ή ο σκοπός μιας συμφωνίας είναι παράνομος. Συγκεκριμένα, προβλέπονται τα ακόλουθα: «
  9. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο. ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. ή (γ) συνιστά απάτη. ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου. ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη.» Το δε άρθρο 24 του ίδιου Νόμου προβλέπει: «
  10. Αν οποιοδήποτε μέρος μιας και μόνης αντιπαροχής για ένα ή περισσότερους σκοπούς ή μία οποιαδήποτε αντιπαροχή ή οποιοδήποτε μέρος μιας από περισσότερες αντιπαροχές για ένα και μόνο σκοπό, είναι παράνομος, η συμφωνία είναι άκυρη.» Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει ως πρότυπο τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ινδικού περί Συμβάσεων Νόμου. Η απαγόρευση είναι ευρύτερη από την απαγόρευση παράνομων συμφωνιών με βάση το αγγλικό δίκαιο. Αντίθετα προς το αγγλικό δίκαιο, η παρανομία δεν συσχετίζεται μόνο με το παράνομο αντάλλαγμα, αλλά και το σκοπό της συμφωνίας. Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη, έχει ερμηνευθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι κάθε σύμβαση της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομη, είναι εξ' υπαρχής άκυρη και το Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει σύμβαση, η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το νόμο, η δε πρόθεση των μερών είναι, σε τέτοια περίπτωση, στοιχείο αδιάφορο (βλ. μεταξύ άλλων Joseph El Alam v. Χριστοφόρου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ 968). Εάν μια σύμβαση είναι παράνομη, τότε θεωρείται άκυρη και δεν προκύπτει οιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα από αυτή. Η πιο πάνω αρχή δικαίου των συμβάσεων προκύπτει από το λατινικό αξίωμα ex tupri causa non oritur actio που όπως αναλύθηκε στην Αγγλική Νομολογία σημαίνει: "no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act" Η ουσία της πιο πάνω αρχής είναι ότι κυρίως σε συμβάσεις που δεν έχουν υλοποιηθεί (executory contracts), το Δικαστήριο δεν θα προσφέρει την αρωγή του, στην προσπάθεια του ενάγοντα να εφαρμόσει την σύμβαση (βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, υπό Πολύβιου Γ. Πολυβίου Τόμος Β σελ. 596). Η πιο πάνω αρχή σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, έχει ευρύτερη εμβέλεια και δεν περιορίζεται μόνο στο δίκαιο των συμβάσεων. Σχετική είναι η απόφαση Χριστοδούλου κ.α ν. Vraets
(2009)1 A.A.Δ 802 όπου η αγωγή στηριζόταν διαζευκτικά σε διάρρηξη συμφωνίας και στο αστικό αδίκημα της απάτης και της συνομωσίας για καταδολίευση. Θεωρήθηκε ότι η επίδικη συμφωνία ήταν παράνομη αφού ο σκοπός της, ήταν η αγορά και το λαθρεμπόριο ακατέργαστων διαμαντιών από την Αγκόλα. Αποφασίστηκε ως εκ τούτου πρωτόδικα με αναφορά στο άρθρο 17 του Περί Συμβάσεων Νόμου ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει τέτοια συμφωνία. Το Εφετείο επέκτεινε την πιο πάνω προσέγγιση και στις βάσεις αγωγής για αστικά αδικήματα, σημειώνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοζόταν το ανωτέρω λατινικό αξίωμα ex tupri causa non oritur actio. Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν με μεταγενέστερη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι πρόσφατες αποφάσεις Πολυδώρου v. Α. Μ. Πολυδώρου κ.α., Πολ. Έφεση 97/2014 ημ. 28.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A426 και Ανδρονίκου κ.α. v. Μαυροπούλου, Πολ. Εφέσεις 14/2014 & 89/2014 ημ. 30.9.2021. Το Εφετείο στην Ανδρονίκου (ανωτέρω) με παραπομπή στην Χριστοδούλου κ.α ν. Vraets (ανωτέρω) τόνισε την σοβαρότητα του ζητήματος της παρανομίας και του καθήκοντος του Δικαστηρίου να το εξετάσει εάν η παρανομία προκύπτει κατά τρόπο έκδηλο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης στην υπόθεση Πολυδώρου (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποστερήσει διάδικο που αναμιγνύεται σε παράνομη ενέργεια από οποιαδήποτε θεραπεία, έστω και εάν επιχειρεί τεχνηέντως να θεμελιώσει απαίτηση διατρέχοντας μέσα από διάφορες νομικές βάσεις αγωγής. Όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη, τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία. διαχωρίζοντας πλασματικά βάσεις αγωγής που προέρχονται όμως από τα ίδια γεγονότα που μιαίνονται από παρανομία. Στην κυπριακή νομολογία, παρουσιάζονται αρκετές περιπτώσεις, στις οποίες κρίθηκε ότι η αντιπαροχή σε συγκεκριμένες συμβάσεις ήταν παράνομη. Στην Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R 444, κρίθηκε ότι η συμφωνία για παροχή υπηρεσιών από δημόσιο υπάλληλο σε ιδιώτη κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 64 του Περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου, ήταν παράνομη και άκυρη. Ενόψει τούτου, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι δεν θα εφαρμόσει την σύμβαση. Στην Platritis & Co v. Computer Patent Annuities
(1988)1 C.L.R 135, κρίθηκε παράνομη η προσφορά υπηρεσιών από συνεταιρισμό δικηγόρων, στον οποίο ένας εκ των συνεταίρων δεν ήταν εγγεγραμμένος δικηγόρος. Η συγκεκριμένη σύμβαση, παραβίαζε τον Περί Δικηγόρων Νόμο, που προνοούσε ότι μόνο συνεταιρισμοί που αποτελούνταν από εγγεγραμμένους δικηγόρους θα μπορούσαν να παρέχουν δικηγορικές υπηρεσίες. Λέχθηκε επίσης ότι σε όλες τις περιπτώσεις όπου το αντάλλαγμα της συμφωνίας, ή οι σκοποί της αντίκεινται στον νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και ως εκ τούτου άκυρη. Την ίδια προσέγγιση ακολούθησαν τα Κυπριακά Δικαστήρια και σε υποθέσεις παροχής υπηρεσιών από Αρχιτέκτονες, Πολιτικούς Μηχανικούς, Εργολάβους, κτηματομεσίτες κλπ. Εάν ο παροχέας των υπηρεσιών δεν είναι εγγεγραμμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού νόμου, αυτό απολήγει σε παράνομη συμφωνία που δεν εφαρμόζεται από το Δικαστήριο. Έστω και αν υπήρχε παροχή υπηρεσιών, ο ενάγων δεν δικαιούται να διεκδικήσει αμοιβή για αυτές (βλ. μεταξύ άλλων Πισιάρας ν. Μιχαηλίδης
(2000)1Β Α.Α.Δ 817 και Γρηγορίου ν. Οικοσυνθέσεις Λτδ
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1932). Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση. Από την στιγμή που έγινε αποδεκτή η θέση του εναγομένου ότι τα διεκδικούμενα ποσά είναι προϊόν ποδοσφαιρικού και ιπποδρομιακού στοιχήματος, η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει ότι ήταν νόμιμος αποδέκτης συλλογικών στοιχημάτων δυνάμει του Περί Συλλογικών Στοιχημάτων Νόμου 75(Ι)/97, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους. Η ενάγουσα όχι μόνο δεν απέδειξε κάτι τέτοιο, αλλά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έγινε αποδεκτή η θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα και ο σύζυγος της, ασχολούνταν παράνομα με το στοίχημα και χωρίς να έχουν την σχετική άδεια που προβλέπει ο Νόμος. Ενόψει τούτου, κρίνω ότι η επίδικη σύμβαση (τεκμ. 3) επί της οποίας στηρίζει την απαίτηση της η ενάγουσα, εδράζεται σε παράνομη αντιπαροχή με αποτέλεσμα να στερείται η ενάγουσα του δικαιώματος να διεκδικεί οιονδήποτε ποσόν δυνάμει αυτής. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, ακόμα δηλαδή και αν η αντιπαροχή για την εν λόγω σύμβαση ήταν νόμιμη, προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η υπογραφή του εναγομένου σε αυτήν, ήταν προϊόν εξαναγκασμού, πίεσης και απειλών της ενάγουσας και του συζύγου της. Κατά το άρθρο 14 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, η συναίνεση στην κατάρτιση σύμβασης θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με: (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18 ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22. Η έννοια «εξαναγκασμός» αναλύεται ως εξής στο σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο», Τόμος Α σελ. 320: «Εξαναγκασμός (duress), είναι ένας από του λόγους που εξουδετερώνουν την ελεύθερη συναίνεση, υπό την έννοια ότι εάν αποδειχθεί «εξαναγκασμός» τότε η συμφωνία που έχει προκύψει δεν είναι νομικά έγκυρη. Τόσο στο παραδοσιακό κοινοδίκαιο όσο και στον Κυπριακό Νόμο (που ακολουθεί κατά γράμμα τον Ινδικό), ο εξαναγκασμός καθορίζεται και στενά και συναρτάται με την διάπραξη ή την απειλή διάπραξης βίας εναντίον του προσώπου ή την κατακράτηση ή την απειλή κατακράτησης περιουσιακών στοιχείων κάποιου προσώπου με πρόθεση να εξαναγκαστεί το πρόσωπο αυτό να συνάψει σύμβαση.» Με βάση την πιο πάνω προσέγγιση του κοινοδικαίου, το άρθρο 15 του του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), συνδέει τον εξαναγκασμό με την διάπραξη ή την απειλή διάπραξης, ενεργείας μεταξύ άλλων απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα. Το άρθρο 15 έχει συγκεκριμένα ως εξής: 15.-
(1)"Εξαναγκασμός" είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2)Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1102 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλόμενων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής) (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης» Στην παρούσα περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος αναγκάστηκε να υπογράψει την επίδικη σύμβαση αφού κατά τον αμέσως προηγούμενο χρόνο, έχει δεχθεί απειλές από την ενάγουσα και τον σύζυγο της για την ζωή του ιδίου και της οικογένειας του, με στόχο να εξαναγκαστεί να συναινέσει να υπογράψει το τεκμήριο
  1. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης (τεκμ.3), ήταν προϊόν εξαναγκασμού του εναγομένου με την απειλή διάπραξης βίας εναντίον του. Ως αποτέλεσμα, η επίδικη σύμβαση είναι δυνάμει του άρθρου 19 του Κεφ. 149, άκυρη ως συνομολογηθείσα κατόπιν εξαναγκασμού και χωρίς την συναίνεση του εναγομένου. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος έχει εξοφλήσει το ποσόν που αναφέρεται στο τεκμήριο
  2. Είτε με την έκδοση επιταγών, είτε με την πληρωμή σε πρόσωπα που του έστελνε η ενάγουσα στο γραφείο του, είτε με την παράδοση εμπορευμάτων σε τρίτα πρόσωπα που υπεδείκνυε η ενάγουσα. Αντιθέτως, η εκδοχή της ενάγουσας ως προς το αιτούμενο υπόλοιπο έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο για τους λόγους που αναλυτικά επεξηγούνται στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ του εναγομένου ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολητείο κει εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μια τελευταία σημείωση. Επειδή από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει η πιθανότητα διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, δίδονται οδηγίες όπως αντίγραφο της παρούσας απόφασης, αποσταλεί στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για διερεύνηση της πιθανότητας διάπραξης οιουδήποτε ποινικού αδικήματος από οποιοδήποτε πρόσωπο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.