← Κύπρος

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην Astrobank Ltd) ν. ANTANO TRADING LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 4387/15, 24/6/2022

ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην Astrobank Ltd) ν. ANTANO TRADING LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 4387/15, 24/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4387/15 Μεταξύ: ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED (πρώην Astrobank Ltd) Εναγόντων - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων και

  1. ANTANO TRADING LIMITED
  2. Α. Α. Εναγομένων - Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων Αίτηση ημερ. 31/5/22 Ημερομηνία: 24/6/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγόμενους: κ. Α. Κυριάκου Για Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κα Κ. Κύζη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι - αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Παρεμπίπτον Διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα ή/και υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους ή/και εκδοχείς αυτής όπως προχωρήσουν στην πώληση στις 27/6/2022 με τη διαδικασία του Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65 του Ακινήτου με Αρ. Εγγραφής: [ ], Φύλλο-Σχέδιο, Τμήμα: [ ], Τεμάχιο: [ ] (μέρος), Δήμος-Ενορία: [ ], Λάρνακα μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Β. Οιονδήποτε άλλο Παρεμπίπτον Διάταγμα το οποίον το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθόν και δίκαιον να διατάξει. Η νομική βάση της αίτησης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ο περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμος 9/1965, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 και οι διαταγές 39,48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο εναγόμενος 2 στην αγωγή και ενάγοντας 2 στην ανταπαίτηση και διευθυντής της εναγόμενης
  3. Την 24.1.2012 η εναγόμενη 1 έλαβε δάνειο από την ενάγουσα ύψους CHF 231,000 (Ελβετικών φράγκων) με σκοπό την αποπληρωμή επιχειρηματικού δανείου που είχαν με την Λαική Τράπεζα. Η ενάγουσα τους προσέγγισε και τους έπεισε να μεταφέρουν το δάνειο τους σε κατάστημα τους υποσχόμενη ευνοικότερους όρους. Περαιτέρω τους συμβούλεψε να συνάψουν δάνειο με ελβετικό φράγκο διότι ήταν ασφαλές νόμισμα και αναμενόταν να διατηρήσει σταθερή νομισματική ισοτιμία. Εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που παρατηρήθηκε εντός της ευρωζώνης θεσμικοί επενδυτές επένδυσαν στο Ελβετικό φράγκο με σκοπό αυτό να υπερτιμηθεί έναντι του ευρώ. Ως αποτέλεσμα υποτίμησης του ευρώ τόσο οι τόκοι και το κεφάλαιο αυξήθηκαν δραματικά και κατά συνέπεια οι ενάγοντες κέρδισαν μεγαλύτερα ποσά από όσα πραγματικά οφείλονταν εάν οι ενάγοντες δεν είχαν προβεί στις προαναφερόμενες παραστάσεις. Ως αναφέρεται και στην ανταπαίτηση μέχρι τον Μάρτιο 2013 η επιχείρηση τους ήταν συνεπής με τις πληρωμές του δανείου αλλά μετά το 2013 και της κατάρρευσης της οικονομίας η επιχειρηση αδυνατούσε να πληρώνει το δάνειο. Εξαιτίας αυτού ως διευθυντής της εναγόμενης 1 αναζητούσε λύση στο πρόβλημα για μείωση των δόσεων με σκοπό την βιωσιμότητα του δανείου και της επιχείρησης. Απέστειλε 3 επιστολές στην ενάγουσα προς αυτό τον σκοπό ημερομηνίας 13.11.2015, 20.11.2020 και 23.11.
  4. Οι προσπάθειες αυτές προέβησαν άκαρπες διότι οι λειτουργοί της ενάγουσας δεν ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις τους. Το 2015 η ενάγουσα για δικούς της λόγους τερμάτισε τους λογαριασμούς της εναγόμενης προκαλώντας ανεπανόρθωτη βλάβη στον ίδιο και την οικογένεια του. Στις 26.1.2022 τους επιδόθηκαν ειδοποιήσεις τύπου 'Θ και Ι' που αφορούν το ακίνητο που ζητείται η απαγόρευση της πώλησης του. Στις 12.5.2022 έλαβαν ειδοποίηση τύπου 'ΙΑ' για την πώληση του ακινήτου μέσω ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Η σύναψη του δανείου με Ελβετικό φράγκο είχε σκοπό την εξαπάτηση του. Η Ενάγουσα μέσω των παραστάσεων στις οποίες προέβη προκειμένου να προβώ σε σύναψη δανείου σε Ελβετικό Φράγκο είχε ως μοναδικό σκοπό την εξαπάτησή του, αφού μέσω της υπερτίμησης του υπό αναφορά νομίσματος και της διαφοράς που θα προέκυπτε στη συναλλαγματική ισοτιμία με το Ευρώ, θα μπορούσε να αυξηθεί το οφειλόμενο κεφάλαιο δανείου και οι τόκοι, γεγονός το οποίο πράγματι επεσυνέβη στη συνέχεια. Συνεπώς, είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα επιχειρεί να προχωρήσει με την πώληση της περιουσίας τους βάσει λανθασμένων και/ή καταχρηστικών χρεώσεων και αδιαφανών διαδικασιών καθότι ουδέποτε τον ενημέρωσε ως όφειλε για τους κινδύνους που υπήρχαν κατά τη σύναψη του δανείου σε Ελβετικό Φράγκο. Έχουν εκδοθεί αποφάσεις τόσο σε Ευρωπαϊκό αλλά και εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις οποίες απορρίπτονται αξιώσεις Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων που αφορούν σε δάνεια που συνάφθηκαν σε Ελβετικό Φράγκο, ακριβώς επειδή οι χρεώστες εξαπατήθηκαν και/ή δεν τους επεξηγήθηκαν οι συνέπειες μετατροπής της ισοτιμίας του Ελβετικού Φράγκου σε Ευρώ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την οδηγία 93/3/ΕΟΚ του συμβουλίου θα έπρεπε να εκθέτεται στη σύμβαση δανείου με τρόπο διαφανή η ακριβής λειτουργία του ξένου νομίσματος ώστε ο καταναλωτής να εκτιμήσει τις οικονομικές συνέπειες μια συμφωνίας δανείου σε ξένο νόμισμα, πράγμα που στην περίπτωση του η Ενάγουσα δεν έπραξε. Η σύναψη του δανείου σε Ελβετικό φράγκο είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του συνολικού ποσού του δανείου και την εξασφάλιση μεφαλύτερου κέρδους από την ενάγουσα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ του καθότι η Ενάγουσα έχει με δόλιες πρακτικές καταφέρει να αυξήσει κατακόρυφα το οφειλόμενο ποσό με προφανή σκοπό να εισπράξει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα από την πώληση και/ή οικειοποίηση της επιχείρησής τους. Είναι φανερό ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν το αιτούμενο διάταγμα δεν δοθεί. Και αυτό διότι εάν η Ενάγουσα τελικά προχωρήσει στην πώληση της επιχείρησης για την οποία το ως άνω απαγορευτικό διάταγμα επιζητείται, θα μείνουν χωρίς εργασία και συνεπώς χωρίς μισθό 10 πρόσωπα που απασχολούνται στην υπό αναφορά επιχείρηση ως επίσης και τα εξαρτώμενα από αυτά πρόσωπα. Αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ουδεμία βλάβη θα προκληθεί στην Ενάγουσα εφόσον τα ακίνητο θα συνεχίσει να βρίσκεται υποθηκευμένο προς όφελος της. Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα της αγωγής αναμένεται να κριθεί τελεσίδικα πολύ σύντομα καθότι είναι πολύ παλαιό και αναμένεται να αρχίσει η εκδίκασή της. Είναι επείγον όπως δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι είναι ο μόνος τρόπος να προχωρήσουν με Αίτηση-Έφεση για να ανασταλεί ο ήδη ορισμένος πλειστηριασμός. Η Αίτηση- Έφεση θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 45 ημερών από την ημέρα που τους επιδόθηκε η ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ». Η τελευταία μέρα δηλαδή είναι η 26η Ιουνίου
  5. Εάν το Δικαστήριο δεν εκδόσει τα αιτούμενα Διατάγματα τότε δεν θα επιτύχουν στην Αίτηση-Έφεση που θα καταχωρήσουν με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να χάσουν την επιχείρησή τους η οποία αποτελεί και το μοναδικό εισόδημά του το οποίο καλύπτει τις ανάγκες της πενταμελούς οικογένειας του με τρία ανήλικα τέκνα ηλικίας 14, 14 και 13 χρόνων με πάρα πολύ αυξημένα έξοδα. Νοείται ότι η Ενάγουσα δεν θα απωλέσει οποιοδήποτε δικαίωμα της καθότι η υποθήκη θα παραμείνει προς όφελος της και η εκδίκαση της Αγωγής είναι πολύ σύντομα. Το ζήτημα του επείγοντος ενισχύεται ακριβώς από το ίδιο το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν ενήργησε καλόπιστα αλλά αντίθετα παρ' όλες τις προσπάθειες τους και παρόλη την υπόσχεση της για συζήτηση και αξιολόγηση των προτάσεων που συζητήθηκαν επανειλημμένα αποφεύγουν επιμελώς να απαντήσουν στις κλήσεις τους. Η ενάγουσα καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους 14 λόγους ένστασης:
  6. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν σε καμία περίπτωση οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, ως ετροποποιήθηκε και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) δεν υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της Ανταπαίτησης τους και (γ) δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  7. Οι Αιτητές κωλύονται να επιζητούν το αιτούμενο διάταγμα για απαγόρευση της διενέργειας του πλειστηριασμού και/ή πώλησης της επίδικης Υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής καθότι στην Ανταπαίτηση τους δεν επιζητούν ως τελική θεραπεία διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη η επίδικη Υποθήκη αλλά ούτε και στην Υπεράσπιση τους αμφισβητούν την εγκυρότητα της επίδικης Υποθήκης καθ' οιονδήποτε τρόπο.
  8. Η Ένορκη Δήλωση του κύριου Αντώνη Αντωνίου (η «Ε.Δ. Αντωνίου ή Ε.Δ Αιτητών») που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση, είναι ανεπαρκής και/ή ατεκμηρίωτη και/ ή οι ισχυρισμοί που αναφέρονται σε αυτήν δεν υποστηρίζονται από γεγονότα με αποτέλεσμα να μην αποτελούν ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο, ούτως ώστε το Σεβαστό Δικαστήριο να μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια σε αυτά, για την έκδοση των επιζητούμενων με την επίδικη Αίτηση ημερομηνίας 31/05/2022 παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.
  9. Οι Αιτητές δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ανταπαίτησης τους καθότι μεταξύ άλλων δεν στοιχειοθετούνται επαρκώς με οποιοδήποτε τρόπο οι ισχυρισμοί και/ ή οι αξιώσεις τους: (α) Οι Εναγόμενοι/Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται (estoppel by deed) με βάση ρητές δηλώσεις τους σε έγγραφα και/ή ένεκα της συμπεριφοράς (estoppel by presentations) τους να ισχυρίζονται ότι δεν ενημερώθηκαν για τους κινδύνους και/ή τα χαρακτηριστικά της σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα (ελβετικό φράγκο) εφόσον η Εναγόμενη 1 /Αιτήτρια 1 η οποία ήταν η πρωτοφειλέτιδα κατά ή περί την 24/1/2012 και/ή κατά ή περί την 8/10/2013 εγγράφως δήλωσε ότι έχει ενημερωθεί για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους που τυχόν θα αντιμετωπίσουν σε περίπτωση πιθανής διακύμανσης της ισοτιμίας του νομίσματος αυτού έναντι του ευρώ και της αύξησης του επιτοκίου του ελβετικού φράγκου. (β) Στην επίδικη συμφωνία Δανείου και/ή στην τροποποιητική της καταγράφονται με σαφήνεια, διαφάνεια και με ξεκάθαρο τρόπο οι όροι αποπληρωμής του επίδικου Δανείου σε ελβετικό φράγκο. Επί της ουσίας, η επίδικη συμφωνία Δανείου συνιστά μία απλή συμφωνία δανείου, η οποία αντί να συναφθεί σε Ευρώ, έχει συναφθεί κατόπιν πρωτοβουλίας της Αιτήτριας 1 σε ελβετικό φράγκο, στην οποία δεν υπάρχουν δυσνόητοι και/ή συγκεχυμένοι και/ή αλληλοσυγκρουόμενοι όροι αλλά είναι όροι σαφείς και/ή ξεκάθαροι. (γ) Η επίδικη συμφωνία Δανείου και/ή επίδικη Υποθήκη είναι καθόλα νόμιμες και/ή έγκυρες και/ή δεσμευτικές και/ή έχουν υπογραφεί κατόπιν αιτήματος της Αιτήτριας
  10. (δ) Εάν οι Αιτητές γνήσια αμφισβητούσαν την εγκυρότητα της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και/ή της επίδικης Υποθήκης, τότε θα καταχωρούσαν την επίδικη Αίτηση από το 2015 όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και όχι μετά το πέρας 7 και πλέον ετών από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. (ε) Περαιτέρω, τα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι δήθεν εξαπατήθηκαν από την Ενάγουσα και ότι η Ενάγουσα παρείχε συμβουλές ως προς την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου σε ελβετικό φράγκο, εκτός του ότι είναι αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί, δεν υποστηρίζονται ούτε από γεγονότα, ούτε εξειδικεύονται καθ' οιονδήποτε τρόπο αλλά ούτε και υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία. Παρομοίως, οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι η Ενάγουσα έχει κερδίσει πολύ μεγαλύτερα ποσά από όσα πραγματικά θα οφείλονταν εάν το δάνειο συναπτόταν σε ευρώ είναι αόριστοι και γενικόλογοι ισχυρισμοί και δεν θα μπορούσαν να αποτελούν καθ' οιονδήποτε τρόπο την βάση για έκδοση του επίδικου διατάγματος. (στ) Η επίδικη συμφωνία δανείου παραχωρήθηκε σύμφωνα πάντα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, τους σχετικούς Κανονισμούς και Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. (ζ) Ουδέποτε η Ενάγουσα και/ή οι υπαλλήλοι της συμβούλεψαν καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή εξανάγκασαν και/ή εξαπάτησαν τους Αιτητές με οποιοδήποτε τρόπο προς υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου. Τουναντίον, η Ενάγουσα επεξήγησε στους Αιτητές όλους τους κινδύνους υπογραφής της επίδικης συμφωνίας Δανείου, στο μέτρο και στο βαθμό που απαιτείται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και/ή τις Ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. (η) Η Ενάγουσα ρητά αναφέρει ότι δεν αποτελεί επενδυτικό αλλά ούτε και συμβουλευτικό οργανισμό και/ή ουδέποτε παρότρυνε τους Αιτητές να αιτηθούν και/ή να υπογράψουν το οποιοδήποτε έγγραφο. (θ) Οι Αιτητές εμμέσως πλην σαφώς παραδέχονται την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού το οποίο προκύπτει από την επίδικη Συμφωνία Δανείου, αλλά επί της ουσίας οι γενικόλογοι ισχυρισμοί τους εστιάζονται στο γεγονός ότι εάν το δάνειο συναπτόταν σε Ευρώ θα ήταν λιγότερο το οφειλόμενο ποσό, χωρίς ωστόσο να συγκεκριμενοποιούν πόσο λιγότερο θα ήταν το οφειλόμενο ποσό. (ι) Η Ενάγουσα ενήργησε καθόλα ορθά και νόμιμα ασκώντας τα νόμιμα δικαιώματα που παρέχονται από το Μέρος VIA του Ν.91/965 εφόσον το ενυπόθηκο χρέος το οποίο εξασφαλίζεται με την Υ 242/2012 «επίδικη Υποθήκη» έχει καταστεί υπερήμερο και συνεπώς δεν καταδεικνύεται ούτε καν εκ πρώτης όψεως υπόθεση αλλά ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής.
  11. Η επίδικη Αίτηση ημερομηνίας 31/05/2022 θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι οι Αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη («full and frank disclosure») των ουσιωδών γεγονότων που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι των εν αιτούμενων Διαταγμάτων, αλλά αντιθέτως απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και παρέθεσαν άλλα, με τρόπο παραπλανητικό, ούτως ώστε να παραβιάζουν το σχετικό καθήκον τους, όπως αυτό καθορίζεται από την σχετική επί του θέματος Νομολογία, παραλείποντας έτσι να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο, ως ήταν βασική τους υποχρέωση, με «καθαρά χέρια». Συγκεκριμένα αλλά όχι περιοριστικά, οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει ότι έχουν πληροφορηθεί από την Ενάγουσα για τον συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο και ότι παρόλα αυτά προχώρησαν στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας.
  12. Δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση η οποία τίθεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 και/ή οι Αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει και/ή ικανοποιήσει μέσω της προσκόμισης οποιασδήποτε θετικής μαρτυρίας την τρίτη προϋπόθεση για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η Ενάγουσα/Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη είναι φερέγγυα εταιρεία και σε κάθε περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από τους Αιτητές περί της ισχυριζόμενης αφερεγγυότητας της Ενάγουσας/Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης. Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και κατόπιν της απόρριψης της επίδικης Αίτησης και οι Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ούτε έχουν καταδείξει ότι η Ενάγουσα είναι αφερέγγυα. Η Ενάγουσα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα και καθόλα φερέγγυοι, δεν έχουν κανένα πρόβλημα πληρωμής οποιωνδήποτε αποζημιώσεων ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο σε περίπτωση που αποφανθεί ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε αποζημιώσεις και δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο. (β) Οι Αιτητές καμία ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημιά θα υποστούν από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και τυχόν επιτυχίας της Ανταπαίτησης τους, αυτή η ζημιά θα είναι αποκλειστικά οικονομική και μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Οι ίδιοι οι Αιτητές δεν αρνήθηκαν ότι οφείλουν προς την Ενάγουσα αλλά οι αβάσιμοι ισχυρισμοί τους εστιάζονται στο γεγονός ότι εάν το δάνειο συναπτόταν σε Ευρώ θα ήταν λιγότερο το οφειλόμενο ποσό (χωρίς ωστόσο να αναφέρουν ποιο ποσό θα όφειλαν εάν συναπτόταν το δάνειο σε Ευρώ). (γ) Οι Αιτητές κωλύονται από το να αιτούνται την ακύρωση και/ή απαγόρευση της διαδικασίας πλειστηριασμού καθότι οι Αιτητές με βάση τον όρο 5 της επίδικης Υποθήκης συμφώνησαν ότι η Ενάγουσα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε μέσω αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται στην συμφωνία δανείου, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς την Εναγόμενη. (δ) Εάν εκδοθούν τα επιζητούμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα, η Ενάγουσα θα απωλέσει τα συνταγματικός κατοχυρωμένα δικαιώματά της και συγκεκριμένα τα δικαιώματά της τα οποία απορρέουν από τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος καθότι δεν θα μπορεί μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής να προχωρήσει σε εκποίηση της εξασφάλισης της.
  13. (α) Οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται (estoppel) να ισχυρίζονται ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο υποθηκεύτηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της ίδιας της Αιτήτριας 1 και κατόπιν της ελεύθερης της συναίνεσης προς όφελος της Ενάγουσας δίδοντας το δικαίωμα στην Ενάγουσα δυνάμει της επίδικης υποθήκης να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους σε περίπτωση παραβίασης των όρων της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης που εξασφαλίζει. (β) Εν προκειμένω, με την επίδικη Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, η Αιτήτρια 1 (εταιρεία) ανέκκλητα κατέστησε την Ενάγουσα, πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους δίδοντας σε αυτήν πληρεξουσιότητα, ανάμεσα σε άλλα να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. (γ) Οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται 10 χρόνια μετά την σύναψη της επίδικης Υποθήκης να προβάλλουν ισχυρισμούς και/ή να αμφισβητούν την εγκυρότητα της εν λόγω υποθήκης.
  14. Δεν υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να μην μπορέσουν να αποζημιωθούν, σε περίπτωση που εκδοθεί υπέρ τους Απόφαση στην Ανταπαίτησή τους και/ή δεν υπάρχει περίπτωση να μην μπορεί να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ τους στην ανταπαίτησή τους, αφ' ης στιγμής με την ανταπαίτησή τους στην Αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, αυτοί αιτούνται Δηλωτικές/Αναγνωριστικές Αποφάσεις του Δικαστηρίου οι οποίες αφορούν αποκλειστικά και μόνο την Συμφωνία Δανείου και τα αιτούμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν αποσκοπούν στο να διαφυλάξουν την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo ante bellum) μέχρι την εκδίκαση και/ή την αποπεράτωση της Ανταπαίτησής τους.
  15. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της επίδικης Αίτησης ημερομηνίας 31/05/2022 καθότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και η Ενάγουσα να αποστερηθεί των εκ του Νόμου και/ή του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων της για ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών και/ή ειδικότερα στη βάση των δυνατοτήτων που τους παρέχει το ίδιο το νομοθετικό πλαίσιο.
  16. (α) Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή γενικότερα στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου νομικού υποβάθρου και/ ή πραγματικού υποβάθρου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων. (β) Οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος αποδείξεως των ισχυρισμών τους και/ή τα αναφερόμενα στην Ένορκη δήλωση των Αιτητών που υποστηρίζουν την επίδικη Αίτηση γεγονότα και/ή η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν μπορούν να στηρίξουν και/ή δεν δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση και/ή των αιτούμενων απαγορευτικών διαταγμάτων. (γ) Δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος επί του οποίου το Δικαστήριο να μπορούσε να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια που τυχόν έχει υπέρ των Αιτητών και να εκδώσει τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα.
  17. Οι Αιτητές καταχώρισαν την επίδική Αίτηση στις 31/05/2022 σε μια προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 44Γ

(3)(δ) του Νόμου 9/1965 όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Νόμο 87(Ι)/2018, χωρίς όμως να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  1. Η καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι επιπόλαια (frivolous), ενοχλητική (vexatious), εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφ' ης στιγμής είναι ξεκάθαρο ότι ο σκοπός των Αιτητών είναι να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
  2. Η επίδικη αίτηση ερείδεται επί ανεπαρκούς και/ ή σαθρού νομικού και πραγματικού υποβάθρου και/ή η νομική βάση της επίδικης αίτησης είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή λανθασμένη.
  3. Η επίδικη Αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού η Ε.Δ. Αντωνίου, οι οποία υποστηρίζει την επίδικη Αίτηση, είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και δεν συνάδει με τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη Διαταγή 39 και τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Προς υποστήριξη της ένστασης επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του Μ. Κ. που κατέχει την θέση λειτουργού στην υπηρεσία διαχείρισης οριστικών καθυστερήσεων εταιρειών και είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα. Τα στοιχεία που παραθέτει είναι στην προσωπική του γνώση και στους φάκελους που κατέχει της υπόθεσης. Αρνείται κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς που έχουν προβάλει οι αιτητές. Την 13.9.2011 η εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτημα προς την ενάγουσα ζητώντας όπως της παραχωρηθεί δάνειο συνολικού ύψους CHF 231,000.
  4. Το εν λόγω δάνειο θα εξασφαλιζόταν από τα ακόλουθα: I. πρώτη υποθήκη για το ποσό ύψους CHF 254.100,00 πλέον τόκοι σε ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] στην ενορία [ ], Λάρνακα, Φύλλο/Σχέδιο: [ ], [ ], Τεμ.[ ], Εγγεγραμμένο Μερίδιο Όλο, στο όνομα της Εταιρείας, Υποθηκευμένο Μερίδιο Όλο . II. προσωπική εγγύηση του Εναγόμενου 2 για το ποσό των CHF 254.100,00 πλέον τόκοι III. πρώτη κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω στα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, παρόντα και μελλοντικά για ποσό ύψους €190.000,00 πλέον τόκοι IV. εκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το συμβόλαιο ασφάλειας πυράς/σεισμού που προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη στο υποθηκευμένο ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] στην ενορία [ ], Λάρνακα, Φύλλο/Σχέδιο: [ ], [ ], Τεμ. [ ] για €280.000 πλέον τόκοι. Κατά ή περί την 11/11/2011, η Ενάγουσα με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας ενημέρωσε την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια ότι το αίτημα της για παραχώρηση Δανείου τακτής προθεσμίας ύψους CHF 231.000,00 έγινε αποδεκτό με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή και με σκοπό παραχώρησης του Δανείου την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd με αριθμούς [ ] και [ ] και κάλυψη εξόδων δανείου. Η εν λόγω Επιστολή έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια δια της υπογραφής της. Κατ' ακολουθία της ως άνω αναφερόμενης Επιστολής Ανειλημμένης Υποχρέωσης της Ενάγουσας ημερ. 11/11/2011 τους όρους της οποίας υπέγραψε η Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα κατά ή περί την 24/1/2012 προσήλθε σε έγγραφη Συμφωνία Δανείου με την Εναγόμενη 1 με σκοπό την παραχώρηση σε αυτήν Δανείου για ποσό CHF 231.000,00, με σκοπό την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd και κάλυψη εξόδων δανείου, (εφεξής αναφερόμενη ως η «επίδικη Συμφωνία Δανείου»). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ήταν ανάμεσα στους ουσιώδεις όρους της επίδικης Συμφωνίας Δανείου οι ακόλουθοι: I. η πιστωτική διευκόλυνση θα χρεώνεται με επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο επιτόκιο Libor 3 μηνών, που κατά το χρόνο σύναψης του δανείου ανερχόταν σε 0,0433%, προσαυξημένο κατά 4,35%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 4,8028% ετησίως. II. ο τόκος λογίζεται στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και θα κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. III. Συμφωνήθηκε ρητά ότι εκτός εάν π Ενάγουσα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρώνετο κανονικά με 120 μηνιαίες δόσεις ύψους CHF 2384.75 η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα πληρωθεί ένα μήνα μετά την εκταμίευση του Δανείου. Η πρώτη δόση θα είναι πληρωτέα την τελευταία μέρα του μήνα και οι υπόλοιπες στην αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα ωσότου εξοφληθεί εντελώς. IV. Η Ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα ανά πάσα στιγμή να τερματίσει την λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο που παραχωρήθηκε ή θα παραχωρηθεί στον πελάτη αφού δώσει σχετική προς τούτο γραπτή ειδοποίηση και να ζητήσει από την Εναγόμενη 1 να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία οφείλει στην Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Παράλειψη του πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιοσδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. V. Η Ενάγουσα δικαιούται κατά την απόλυτη κρίση της να μεταβάλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της καθημερινώς και/ή οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς, της αξίας του χρήματος και οποιονδήποτε μεταβολών στην οικονομική κατάσταση του πελάτη το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις/το περιθώριο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τα τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει τον λογαριασμό με ποσοστά προμήθειας και/ή τραπεζικά και/ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της και αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και/ή τον χρόνο καταβολής τους και/ή γενικά να κάνει οποιαδήποτε άλλη συναφή αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, στον οποίο θα γνωστοποιείται τα πιο πάνω με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση ως προνοείται στην παράγραφο 9 της παρούσας ή με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Ενάγουσας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Έχει στην κατοχή του αντίγραφο της αίτησης της Εναγόμενης 1/ Αιτήτριας για την παραχώρηση του Δανείου, αντίγραφο της γραπτής δήλωσης του Εναγομένου 2 σχετικά με την λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, της Επιστολής Προσφοράς της Ενάγουσας ημερομηνίας 11/11/2011 καθώς και της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 24/1/2012 και τις επισυνάπτει μαζί ως Δέσμη ως Τεκμήριο
  5. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια 1 την ίδια ημέρα υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ήτοι την 24/1/2012 εγγράφως δήλωσε προς την Ενάγουσα ότι έχει ενημερωθεί για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε περίπτωση πιθανής διακύμανσης της ισοτιμίας του νομίσματος του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ και αύξησης του επιτοκίου του ελβετικού φράγκου CHF. Επίσης, είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια 1 ειδικά έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση αλλαγής της ισοτιμίας του συναλλάγματος κατά τρόπο που η αξία του ξένου νομίσματος στο οποίο δανείζεται αυξάνεται αυτόματα για παράδειγμα κατά 5%, τότε και η δόση του δανείου της Εναγομένης 1/Αιτήτριας θα αυξανόταν. Επί τούτου, η Ενάγουσα έδωσε και αριθμητικά παραδείγματα. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 1/Αιτήτρια 1 είχε ενημερωθεί ότι σε περίπτωση αύξησης του ποσοστού επιτοκίου του ξένου συναλλάγματος στο οποίο έχει δανειστεί, για παράδειγμα κατά 1% η δόση του δανείου θα αυξηθεί αντίστοιχα. Η Εναγόμενη 1 εγγράφως δήλωσε ότι κατανοεί ότι οποιαδήποτε υπερτίμηση του δανειζόμενου ξένου νομίσματος και/ή του επιτοκίου θα οδηγήσει σε αύξηση των πιστωτικών υποχρεώσεων της προς την Ενάγουσα. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 εγγράφως δήλωσε ότι έχει αποφασίσει ανεπηρέαστη να προχωρήσει με την σύναψη του επίδικου Δανείου σε Ελβετικά Φράγκα και ότι η Ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την απόφαση της Εναγόμενης
  6. Έχει στην κατοχή του αντίγραφο της ως άνω αναφερόμενης έγγραφης δήλωσης της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας
  7. Η Ενάγουσα έπραξε ό,τι απαιτείτο από την εκάστοτε εν ισχύουσα νομοθεσία, τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες και ενημέρωσε τους Αιτητές για τους κινδύνους σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα στο μέτρο και στο βαθμό που απαιτείτο από τους εκάστοτε εν ισχύι νόμους. Οι αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 31.5.2022 σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(3)(δ) χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Η εναγόμενη 1 σε αντάλλαγμα της παροχής της επίδικης συμφωνίας δανείου υποθήκευσε το ακίνητο της με αριθμό εγγραφής [ ], [ ] Τμήματα [ ] για το ποσό των CHF 254,100 πλέον επιτόκιο το οποίο αποτελείται από το Libor 3 μηνών κυμαινόμενο πλέον 4.35% περιθώριο κυμαινόμενο ως μπορεί να τροποποιηθούν συν έξοδα και τέλη με αριθμό υποθήκης 242/
  1. Στις 6.9.2013 η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη 1 ότι το αίτημα για αναδιάρθρωση και τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας δανείου είχε εγκριθεί υπό προυποθέσεις. Οι εναγόμενοι στις 8.10.2013 αποδέχθηκαν τους όρους και προυποθεσεις οι οποίες περιγράφονται στην επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης ημερομηνίας 6.9.
  2. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω Επιστολής Ανειλημμένης Υποχρέωσης, υπογράφτηκε κατά ή περί την 8/10/2013, μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1/Αιτήτριας 1, τροποποιητική συμφωνία της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ημερ. 24/1/2012 η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 24/1/2012, (εφεξής αναφερόμενη ως η «τροποποιητική Συμφωνία»). Η τροποποιητική Συμφωνία τροποποίησε την Συμφωνία Δανείου ημερ. 24/1/2012 ως εξής: Με την αντικατάσταση της παραγράφου 9
(2)ως ακολούθως: «Με την καταβολή 12 μειωμένων μηνιαίων δόσεων ύψους CHF1.000,00 η καθεμιά. Η πρώτη μειωμένη δόση θα είναι στις 30/9/2013 και οι υπόλοιπες την τελευταία μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τις 31/8/2014 και ακολούθως με την καταβολή 89 αυξημένων μηνιαίων δόσεων ύψους CHF2.709,30 η καθεμιά. Η πρώτη αυξημένη δόση θα είναι καταβλητέα στις 30/9/2014 και οι υπόλοιπες την τελευταία μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι να εξοφληθεί εντελώς, ήτοι στις 31/1/2022.» (ii) Με την προσθήκη της πιο κάτω παραγράφου ως νέο όρο 10 της συμφωνίας δανείου: «Συμφωνείται ρητά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιαδήποτε δόσης ή/και μέρους αυτής ή/και των τόκων ή/και οποιασδήποτε άλλης οφειλής εκ μέρους του Πελάτη προς την Τράπεζα που πηγάζει από την παρούσα Συμφωνία, πέραν των 90 ημερών, η Ενάγουσα θα δικαιούται κατά την απόλυτη διακριτική της ευχέρεια, να μετατρέπει το νόμισμα του δανείου στο νόμισμα ΕΥΡΩ αφού δώσει προς τούτο τουλάχιστον ένα μήνα προειδοποίηση προς τον πελάτη. τηρουμένων των προνοιών της πιο κάτω επιφύλαξης, το δάνειο θα μετατρέπεται στο νόμισμα του ΕΥΡΩ κατά την ημερομηνία που θα αναφέρεται στην επιστολή προειδοποίησης με βάση την συναλλαγματική ισοτιμία που θα ισχύει την ημερομηνία αυτή. Επίσης, το επιτόκιο του δανείου θα διαφοροποιείται από Libor σε Euribor ίδιας περιόδου πλέον το εκάστοτε εν ισχύ περιθώριο. Το ποσό δε των δόσεων αποπληρωμής του δανείου θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το νέο υπόλοιπο δανείου στο νόμισμα του ΕΥΡΩ. Νοείται ότι ο Πελάτης θα έχει το δικαίωμα, σε περίπτωση που δεν συμφωνεί με την μετατροπή του δανείου ως πιο πάνω αναφέρεται, να καταγγείλει, εντός της προθεσμίας προειδοποίησης ή/και πριν την ημερομηνία που αναφέρεται στην προειδοποίηση ότι πρόκειται να γίνει μετατροπή του δανείου, την παρούσα Συμφωνία και να καταβάλει στην Τράπεζα όλα τα οφειλόμενα σε αυτήν ποσά πλέον τόκους ή/και έξοδα ή/και επιβαρύνσεις. Σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρείται ότι ο Πελάτης συμφωνεί με την μετατροπή του δανείου στο νόμισμα ΕΥΡΩ». Η εναγόμενη 1 πληροφορήθηκε εκ νέου εγγράφως για κινδύνους και είχε πλήρη επίγνωση των κινδύνων που ενέχει η μεταβολή συναλλαγματικής ισοτιμίας του Ελεβετικού Φράγκου και του σχετικού επιτκοκίου που θα είχε συνέπεια της αύξησης των πιστωτικών υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Η εναγόμενη ενημερώθηκε ειδικά ότι σε περίπτωση αλλαγής της ισοτιμίας του συναλλάγματος κατά τρόπο που η αξια του ξένου νομίσματος στο οποίο δανείζεται η εναγόμενη 1 αυξάνεται αυτόματα για παράδειγμα κατά 5% τότε και η δόση του δανείου θα αυξανόταν. Η ενάγουσα έδωσε και αριθμητικά παραδείγματα. Επιπρόσθετα ενημερώθηκε ότι στην περίπτωση αύξησης του ποσοστού συναλλάγματος στο οποίο είχε δανειστεί για παράδειγμα κατά 1 % η δόση του δανείου θα αυξηθεί αντίστοιχα. Η εναγόμενη 1 δήλωσε εγγράφως ότι κατανόησε ότι οποιαδήποτε ανατίμηση του δανειζόμενου ποσού ξένου νομσίσματος και/ή του επιτοκίου θα είχε το αποτέλεσμα της αύξησης πιστωτικών υποχρεώσεων της για πληρωμή προς την ενάγουσα. Δήλωσε εγγράφως ότι είχε αποφασίσει ανεπηρέαστη να προχωρήσει στην σύναψη του επίδικου δανείου σε Ελβετικά φράγκα και ότι η ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε ευθύνη για την απόφαση της εναγόμενης
  1. Κατά παράβαση της συμφωνίας και συνέπεια καθυστέρησης της εναγόμενης στην πληρωμή των δόσεων η ενάγουσα με επιστολές ημερομηνίας 2.7.2014, 3.11.2014, 30.12.14 και 29.1.2015 προς τους εναγόμενους τους πληροφόρησε για την καθυστέρηση και καλέσαν αυτούς εντός 60 και 21 ημερών να ξοφλήσουν καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου. Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και η ενάγουσα με την επιστολή ημερομηνίας 27.8.2015 τους γνωστοποίησε ότι τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό δανείου και τους κάλεσε εντός 7 ημερών να ξοφλήσουν όλα τα οφειλόμενα ποσά που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί. Τους ενημέρωσε ότι ο λογαριασμός θα χρεωνόταν τόκο υπερημερίας 2% πέραν του επιτοκίου 3.6.110% συνολικό επιτόκιο 5.6110%. Ως εκ των ανωτέρω αναφερομένων, λόγω του ότι το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει της επίδικης Υποθήκης Υ242/2012 κατέστη υπερήμερο ως ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965, ως τροποποιήθηκε (εφεξής ο «Νόμος» και/ή ο «Ν.9/1965») ορίζει, η Ενάγουσα αποφάσισε να εξασκήσει το εκ του Νόμου δικαίωμά της και να προωθήσει την διαδικασία εκποίησης της επίδικης Υποθήκης [ ]/2012 ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Προς τον σκοπό αυτό αποστάλθηκαν δεόντως σε όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη μέσω συστημένης επιστολής ή ιδιώτη επιδότη η ειδοποίηση τύπου «I» με την οποία σηματοδοτήθηκε η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης της επίδικης υποθήκης. Συγκεκριμένα, η ειδοποίηση τύπου «I» συνοδευόταν από την ειδοποίηση τύπου «Θ», κατάσταση λογαριασμού καθώς και από σχετική επιστολή των Καθ' ων η Αίτηση (εφεξής η «Ειδοποίηση Τύπου «I»). Συγκεκριμένα, κατά ή περί την 5/11/2021 η Ενάγουσα απέστειλε με ταχυδρομείο προς τους Εναγόμενους την Ειδοποίηση Τύπου «I», συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και των εξόδων προς την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτη, προς τον Εναγόμενο 2, εγγυητή και προς το Υπουργείο Ενέργειας Εμπορίου και Βιομηχανίας. Επισυνάπτει ως Δέσμη Τεκμηρίων 10 τις Ειδοποιήσεις Τύπου «I» προς τους Αιτητές και τα ενδιαφερόμενο μέρη (περιλαμβάνονται και τα αποδεικτικά παραλαβής του ταχυδρομείου). Επίσης, η Ενάγουσα επέδωσε την Ειδοποίηση Τύπου «I» και με ιδιώτη επιδότη προσωπικά στον Εναγόμενο 2/Αιτητή 2 την 26/1/
  2. Ακολούθως, η Ενάγουσα την 14/3/2022 απέστειλε μέσω ταχυδρομείου και με ιδιώτη επιδότη την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ». Έχει στην κατοχή του την απόδειξη αποστολής του ταχυδρομείου και την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη. Ενόψει του ότι οι Αιτητές αλλά και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» και σε καμία ενέργεια δεν προέβησαν για την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών, η Ενάγουσα απέστειλε δεόντως στους Αιτητές και στα ενδιαφερόμενο μέρη τις ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ» μαζί με την Ειδοποίηση Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού αναφορικά με την επίδικη Υποθήκη ορίζοντας ημερομηνία πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου κατά την ημέρα και ώρα και στο χώρο που αναφέρεται στις Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ. Ειδικότερα, η Ενάγουσα απέστειλε την 06/5/2022 με συστημένο ταχυδρομείο την Ειδοποίηση «ΙΑ» μαζί με το Δελτίο Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού προς τους Εναγόμενους 1 και 2/ Αιτητές και προς το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας ως ενδιαφερόμενο μέρος και κατά ή περί την 12/5/2022 η Ενάγουσα προχώρησε και σε ιδιωτική επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» στα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα. Έχει στην κατοχή του αντίγραφα των αποδείξεων των συστημένων επιστολών μαζί με τις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη για την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ». Η αιτήτρια γραπτώς αιτήθηκε από την ενάγουσα την παροχή σε αυτή της συγκεκριμένης συμφωνίας δανείου (τεκμήριο 1) και οι αιτητές σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους γραπτώς δήλωσαν ότι ενημερώθηκαν από την ενάγουσα για τους κινδύνους που περιέχει η απόφαση της για σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα. Ως προκύπτει από τα τεκμήρια 2 και 7 πληροφορήθηκε για τις πιθανές διακυμάνσεις της ισοτιμίας και για την πιθανότητα αύξησης της δόσης και αποφάσισε ανεπηρέαστη να προχωρήσει την σύναψη του δανείου σε ξένο νόμισμα. Το ότι συμβούλευσε η ενάγουσα την εναγόμενη να συνάψει δάνειο σε ξένο νόμισμα είναι αναληθής ισχυρισμός. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η ισοτιμία άλλαξε με αποτέλεσμα την αύξηση της δόσης και της κερδοφορίας της ενάογυσας πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Οι αιτητές δεν έχουν παραθέσει στοιχεία για το ποια ήταν η ισοτιμία που οδήγησε στην κατακόρυφη αύξηση της δόσης αλλά και ούτε αυξήθηκε το οφειλόμενο ποσό. Δεν έχουν προσκομίσει λογιστική μελέτη για να υποστηρίξει εύρημα ότι η ενάγουσα κέρδισε πολύ περισσότερα χρήματα λόγω σύναψης του δανείου σε Ελβετικό φράγκο. Περαιτέρω, έχει στην κατοχή της ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10.3.2017 η οποία αποστάλθηκε στους λειτουργούς της ενάγουσας και στην οποία αναγραφόταν ότι ο δικηγόρος των εναγόμενων θα υποβάλει πρόταση στην ενάγουσα για αναδιάρθρωση. Από τότε καμία πρόταση για αναδιάρθρωση υποβλήθηκε εκ μέρους των αιτητών μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες έχουν αποβεί άκαρπες διότι καμία πρόταση δεν υποβλήθηκε. Οι εναγόμενοι αδιαφόρησαν για τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και για την αποπληρωμή ή έστω την αναδιάρθρωση των οφειλόμενων ποσών. Η ενάγουσα προχώρησε καθόλα νόμιμα στον τερματισμό. Απορρίπτει ότι η Ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε ως όφειλε για τους κινδύνους που υπήρχαν κατά την σύναψη του επίδικου δανείου σε ελβετικό φράγκο. Οι Αιτητές κωλύονται να προβάλλουν (estoppel) τους εν λόγω ισχυρισμούς καθότι έρχονται σε αντίθεση με τα όσα ρητώς έχουν δηλώσει γραπτώς. Οι Αιτητές ενώ ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα προέβη σε παραστάσεις με σκοπό να πείσει τους Αιτητές να συνάψουν την επίδικη συμφωνία δανείου, ουδέποτε έδωσαν λεπτομέρειες για τις εν λόγω παραστάσεις. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι στην επίδικη συμφωνία δανείου δεν αναγράφονται με λεπτομέρεια και σαφήνεια και διαφάνεια οι όροι λειτουργίας του επίδικου δανείου σε ξένο νόμισμα. Όπως αποδεικνύεται από την ίδια την επίδικη Συμφωνία Δανείου (βλ Τεκμήριο 1), οι όροι αποπληρωμής του Δανείου είναι καθόλα σαφείς και ξεκάθαροι. Επί της ουσίας, επρόκειτο για μία απλή συμφωνία Δανείου η οποία αντί να συναφθεί σε Ευρώ συνάφθηκε σε ξένο νόμισμα και στην οποία δεν υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενοι όροι αλλά όλοι οι όροι είναι ευνόητοι, σαφείς και διαφανείς. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται και από τα Τεκμήρια 2 και 7, η Ενάγουσα εκτός του ότι επεξήγησε τους συναλλαγματικούς κινδύνους σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους στην Αιτήτρια 1, έδωσε και αριθμητικά παραδείγματα για την εφαρμογή της τυχόν αύξησης του επιτοκίου και των συναλλαγματικών κινδύνων. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι Αιτητές δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή τους καθότι ότι η Ενάγουσα ενεργούσε πάντοτε δυνάμει των συμφωνηθέντων όρων της επίδικης Συμφωνίας Δανείου σε ελβετικό φράγκο καθώς επίσης και της επίδικης Υποθήκης. Αντιθέτως, οι Αιτητές είναι αυτοί οι οποίοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους βάσει της πιστωτικής διευκόλυνσης που τους παραχωρήθηκε με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να καταστήσει ολόκληρο το χρέος απαιτητό και πληρωτέο και η Ενάγουσα ξεκίνησε νομίμως και κανονικώς την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου για πώληση του επίδικου ακινήτου. β) Επιπρόσθετα, τα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους αλλά και στην ένορκη δήλωση τους περί ακυρότητας της επίδικης Συμφωνίας Δανείου η οποία εξασφαλίζεται από την επίδικη Υποθήκη δεν υποστηρίζονται από επαρκή ή ικανοποιητική μαρτυρία, παρά μόνο είναι αόριστοι και γενικόλογοι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν υποστηρίζονται από γεγονότα ή μαρτυρία. γ) Περαιτέρω, τα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές περί του γεγονότος ότι δήθεν εξαπατήθηκαν από την Ενάγουσα και ότι η Ενάγουσα παρείχε συμβουλές ως προς την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου σε ελβετικό φράγκο, εκτός του ότι είναι αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί, δεν υποστηρίζονται ούτε από γεγονότα, ούτε εξειδικεύονται καθ' οιονδήποτε τρόπο αλλά ούτε και από μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών. Ομοίως, δεν εξειδικεύονται οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι στην επίδικη συμφωνία δανείου, δεν εκθέτεται η ακριβής λειτουργία του ξένου νομίσματος. Τουναντίον δε, στην επίδικη συμφωνία δανείου (βλ Τεκμήριο 1) αναγράφεται ξεκάθαρα και με σαφήνεια ο τρόπος λειτουργίας της επίδικης συμφωνίας Δανείου. δ) Επιπρόσθετα, ουδέποτε η Ενάγουσα ή οι υπάλληλοι της συμβούλεψαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους Αιτητές για να συνάψουν την επίδικη συμφωνία δανείου καθότι δεν είχαν τέτοια εξουσία ή οποιοδήποτε συμβουλευτικό ρόλο έναντι των Αιτητών και ουδέποτε εξαπάτησαν τους Εναγομένους. Αντίθετα, η Ενάγουσα επεξήγησε στους Αιτητές όλους τους κινδύνους υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας και οι ίδιοι την υπέγραψαν κατόπιν της ελεύθερης τους συναίνεσης. Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα δεν αποτελούσε ούτε και αποτελεί επενδυτικό αλλά ούτε και συμβουλευτικό οργανισμό και ουδέποτε παρότρυνε τους Αιτητές να αιτηθούν ή να υπογράψουν οποιοδήποτε έγγραφο. Δεν υπάρχει ανεπανόρθωτη ζημιά και οι ισχυρισμοί των αιτητών εστιάζονται στο γεγονός ότι εάν η σύμβαση δανείου συναπτόταν σε ευρώ θα ήταν λιγότερο το οφειλόμενο χρέος. Εμμέσως πλην σαφώς οι αιτητές παραδέχονται ότι οφείλουν στην ενάγουσα αλλά φαίνεται ότι είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού που αμφισβητούν. Συνεπώς, η εκποίηση θα μπορούσε να γίνει νόμιμα και η ανταπαίτηση στην περίπτωση που πετύχει να αποζημιωθούν. Με την υποθήκη η αιτήτρια 1 κατέστησε την ενάγουσα πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της δίνοντας σε αυτή πληρεξουσιότητα ανάμεσα σε άλλα να πωλεί τα ενυπόθηκα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη. Σε διαφορετική περίπτωση η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά διότι θα εμποδιστεί να εισπράξει το λαβείν της για περίπου 3 και πλέον χρόνια μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν.14/
  3. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd
(1975)AC 396 επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas
(1983)1 CLR 263, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν.14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996)το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για την διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. 'Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.' Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v Muskita Aluminium
(2002)1 ΑΑΔ 2015 καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ενόρκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. ................................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Η υπεράσπιση των εναγόμενων η οποία είχε προβληθεί στα πλαίσια της αγωγής και που καταχωρήθηκε στις 9.3.2016 καταγράφεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης ως ακολούθως: «
  1. Υπό τις περιστάσεις οι πιο πάνω αναφερόμενες παραστάσεις ήταν ψευδής και/ή δεν ήταν αληθείς: (α) Η εγκυρότητα του Ελβετικού Φράγκου δεν αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια της σύναψης του δανείου αφού το Ελβετικό Φράγκο, θεωρείτο ασφαλή νόμισμα και λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και/ή την οικονομική δυσχέρεια στις χώρες της Ευρωζώνης, οι θεσμικοί επενδυτές επένδυσαν σε Ελβετικό Φράγκο για σκοπούς ασφάλειας της νομισματικής τους επένδυσης με αποτέλεσμα το Ελβετικό Φράγκο να υπερτιμηθεί έναντι του Ευρώ. (β) Ως αποτέλεσμα της υποτίμησης του Ευρώ τόσο η τόκοι όσο και το κεφάλαιο του δανείου αυξήθηκαν δραματικά σε βάρος των Εναγομένων. (γ) Η σύναψη του δανείου σε Ελβετικό Φράγκο αποτελούσε πράξη κερδοσκοπίας της Ενάγουσας και/ή επισφαλής επένδυση και/ή πράξη που ισοδυναμούσε σε τυχερό παιχνίδι. (δ) Η τράπεζα κέρδισε μεγάλα ποσά από την εν λόγω αλλαγή της ισοτιμίας με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να οφείλουν χιλιάδες ευρώ περισσότερα από ότι θα όφειλαν εάν είχαν συνάψει το δάνειο σε ευρώ.» Η υπεράσπιση αυτή δεν αποτελείται από ουσιώδη γεγονότα που θα ήταν απαραίτητο να παρατίθενται ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων στη βάση ότι θα πρέπει να δηλωθεί άκυρη η συμφωνία της δανειοδότησης που υπέγραψαν στις 24.1.2012 και αργότερα η συμφωνία για την αναδιάρθρωση του δανείου που έγινε στις 8.10.
  2. Οι θέσεις που προβάλαν οι εναγόμενοι, επί παραδείγματι, ότι η εγκυρότητα του Ελβετικού φράγκου δεν αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια της σύναψης του δανείου, ότι οι τόκοι και τα έξοδα του δανείου αυξήθηκαν δραματικά και ότι η σύναψη του δανείου σε Ελβετικό φράγκο αποτελούσε πράξη κερδοσκοπίας της ενάγουσας και επίσης επένδυση και/ή πράξη που ισοδυναμούσε σε τυχερό παιχνίδι δεν θεμελιώνονται σε στοιχεία και γεγονότα ώστε να δικαιολογείται το συμπέρασμα των αιτητών , πιο πάνω, και των γενικών θέσεων που είχαν δικογραφηθεί στα πλαίσια της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Οι ίδιοι γενικοί, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί/συμπεράσματα επαναλαμβάνονται στην αίτηση χωρίς να προβάλλονται στην αίτηση τα συγκεκριμένα στοιχεία που κατά την άποψη των αιτητών τεκμηριώνουν τα εν λόγω συμπεράσματα. Το ότι η ενάγουσα, επί παραδείγματι, κερδοσκοπούσε εις βάρος των αιτητών πρόκειται για συμπέρασμα που θα έπρεπε να δικαιολογείται στην βάση γεγονότων και στοιχείων που θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είναι αρκετό οι αιτητές να ισχυρίζονται γενικά και αόριστα ότι οι λειτουργοί της τράπεζας τους παραπλάνησαν ή τους εξαπάτησαν με αποτέλεσμα να συνάψουν τις επίδικες συμφωνίες δανείου χωρίς να τίθεται υπόψη του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο βάση του οποίου στηρίζεται η θέση αυτή. Η αίτηση δεν περιέχει τα αναγκαία γεγονότα και στοιχεία ώστε να διαφανεί ότι δημιουργείται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που να δικαιολογεί στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος που θα έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της προγραμματισμένης πώλησης του υποθηκευμένου ακινήτου βάση συμφωνία υποθήκης δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/
  3. Οι αιτητές - εναγόμενοι επικαλούνται το άκυρο ή το ακυρώσιμο των συμφωνιών 24.1.2012 και 8/10/2013 (αναδιάρθρωση της πρώτης συμφωνίας με μειωμένη δόση καταβολής για 12 μήνες). Πράγματι τους παραχωρήθηκε το αρχικό κεφάλαιο των 231,000.00 Ελβετικών Φράγκων με σκοπό την αποπληρωμή επιχειρηματικού δανείου που είχαν με την Λαική Τράπεζα. Οπότε αναντίλεκτα προκύπτει από τα γεγονότα ότι οι δύο συμφωνίες ήταν πραγματικές και οι εναγόμενοι προκειμένου να πετύχουν την έκδοση του διατάγματος προβάλουν την θέση ότι οι εν λόγω συμφωνίες δανείου που προνοούσαν δανεισμό σε Ελβετικό φράγκο ήταν ετεροβαρής ως προς το αποτέλεσμα τους και άδικες ως προς τους όρους τους ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση των συμφωνιών επειδή οι εναγόμενοι δεν είχαν αντιληφθεί τους κινδύνους σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα και οι ενάγοντες παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για τους σχετικούς κινδύνους. Παρόλο ότι αυτή φαίνεται να είναι η θέση των αιτητών δεν έχουν επισυνάψει ως τεκμήριο τις εν λόγω συμφωνίες για να επικαλεστούν τους επαχθής όρους και τους κινδύνους στους οποίους αναφέρονται και δεν έχουν εφοδιάσει το Δικαστήριο με τις στοιχειώδης πληροφορίες όπως ,επί παραδείγματι, το ύψος της δόσης αποπληρωμής του δανείου και το ποιο ήταν το τελικό υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό κατά τον επίδικο χρόνο ώστε να πείσουν ότι το συμπέρασμα ότι η δόση τους αυξήθηκε αδικαιολόγητα και η τράπεζα κερδοσκόπισε άδικα εις βάρος τους στοιχειοθετείται. Δεν έχουν αναφερθεί στο ύψους της δόσης ως αυτή διαμορφώθηκε το 2015, εξαιτίας της αυξομείωσης της ισοτιμίας ή του επιτοκίου ώστε να δικαιολογήσουν το συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατον να ανταποκριθούν στις πληρωμές ή ότι η τράπεζα αδικαιολόγητα και κερδοσκοπικά πλούτισε εις βάρος τους. Οι πραγματικές παραστάσεις των αιτητών δημιούργουν πλασματική εικόνα σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας, τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι λειτουργοί της τράπεζας ώστε να επιτευχθεί η σύναψη των εν λόγω συμφωνιών, και το όφελος της τράπεζας δυνάμει των συμφωνιών. Αυτή η πλασματική εικόνα εξαλείφεται ενόψει του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου στα πλαίσια της ένστασης. Η μαρτυρία αυτή είναι συντριπτική και ο κάθε ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση επ' αυτής είναι τεκμηριωμένος. Ο εναγόμενος 10.11.2011 υπέγραψε έντυπο προκειμένου να εγγυηθεί προσωπικά την εναγόμενη 1 σε σχέση με το δάνειο που της χορηγήθηκε. Δήλωσε ότι ήταν γνώστης της φύσης των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν και δεν ακολούθησε την συμβουλή της τράπεζας για την παροχή ανεξάρτητας νομικής συμβουλής. Ενώ οι αιτητές δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να εξηγήσουν πως προσεγγίστηκαν από τους ενάγοντες να συνάψουν το δάνειο προκειμένου να αναχρηματοδοτήσουν το επιχειρηματικό δάνειον που είχαν με την Λαική Τράπεζα οι ενάγοντες προσκόμισαν έγγραφη μαρτυρία ότι οι αιτητές είναι αυτοί που υπέβαλαν αίτηση στην τράπεζα για να τους χορηγηθεί το εν λόγω δάνειο. Στην συνέχεια εγκρίθηκε το δάνειο τους και με επιστολή πληροφορήθηκαν ότι θα λαμβάναν δάνειο σε Ελβετικά φράγκα. Τους ξεκαθαρίστηκε ότι η αποπλήρωμή του δανείου θα γινόταν σε 120 δόσεις κάλυψης του κεφαλαίου και του τόκου του δανείου ύψος 2384.75 Ελβετικών φράγκων. Επίσης ενημερώθηκαν ότι η υποθήκη που θα βάραινε το ακίνητο που παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση θα αφορούσε το ποσό των 254,100 Ελβετικών Φράγκων. Με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 14.1.2012 προκύπτει ότι το ποσό της χορήγησης θα ήταν σε Ελβετικό φράγκο και η αποπληρωμή του που θα γινόταν με 120 δόσεις θα γινόταν σε Ελβετικό φράγκο. Οπότε ορθή είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν υπήρχε σύγχυση σε σχέση με τους όρους αποπληρωμής του δανείου διότι ήταν καθαρό και κατανοητό ότι το δάνειο χορηγήθηκε σε Ελβετικό φράγκο και έτσι έπρεπε να πληρωθεί σε Ελβετικό φράγκο. Οι αιτητές ανέφεραν ότι είχαν παραπλανηθεί σε σχέση με τους όρους και κινδύνους του δανείου αλλά δεν απεκάλυψαν ότι είχαν υπογράψει δήλωση με την οποία αναγνώρισαν ότι υπέγραψαν δήλωση σε σχέση με τους κινδύνους σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα και ότι παρόλο τούτο επέλεξαν να προχωρήσουν στην σύναψη του δανείου. Επίσης στην περίπτωση αυξομείωσης της ισοτιμίας πέραν των 5% η αυξημένη δόση θα κλείδωνε και θα περιοριζόταν στο ποσό των €2.032,29 από €1.935,52 που ήταν η ισοτιμία με το ποσό των 2384.75 Ελβετικών φράγκων που ήταν η καθορισμένη μηνιαία δόση του δανείου που έπρεπε να αποπληρωθεί σε Ελβετικό φράγκο. Σην περίπτωση που το επιτόκιο στο ξένο νόμισμα είχε αύξηση πέραν του 1% και πάλι η μηνιαία δόση θα περιοριζόταν στο ποσό των €2.026,48 μειώνοντας την έκθεση των αιτητών σε κινδύνους εξαιτίας του γεγονότος ότι το δάνειο έγινε σε ξένο νόμισμα και έπρεπε να πληρωθεί σε ξένο νόμισμα με καθορισμένο ποσό που προνοούσε η συμφωνία. Επομένως οι αιτητές γνώριζαν επακριβώς το ποσό που θα πλήρωναν κατά την αυξομείωση της ισοτιμίας με αποτέλεσμα να εκιμήσουν την έκθεση τους σε συγκεκριμένους κινδύνους ήτοι το ύψος της δόσης και το ποσό που θα πλήρωναν για την αποπληρωμή του δανείου. Περαιτέρω, άλλο γεγονός που δεν το αποκάλυψαν στο Δικαστήριο κατά την καταχώρηση της αίτησης είναι το γεγονός ότι ζήτησαν να γίνει αναδιάρθρωση του δανείου ώστε να πληρώνουν δόση πολύ μικρότερη από την αρχική των 2384.75 σε Ελβετικό φράγκο για 12 μήνες σε ποσό δόσης 809.26 Ελβετικών φράγκων και για τις επόμενες 89 δόσεις το αυξημένο ποσό των 2709.30 από 30.9.2014 μέχρι να αποπληρωθεί το δάνειο. Επομένως, η δόση μειώθηκε κάτω από το αρχικό ποσό και παρόλο τούτο από τουλάχιστον τον Ιούνιο 2014 οι αιτητές παρέλειπαν να την πληρώνουν την χαμηλή δόση που υποδηλοί ότι η αδυναμία αυτή δεν είχε σχέση με το γεγονός ότι το δάνειο είχε γίνει σε ξένο νόμισμα σε Ελβετικά φράγκα. Με αναφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 ήτοι επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 3.11.2014 προκύπτει ότι οι αιτητές σταμάτησαν να καταβάλουν την καθορισμένη δόση με αποτέλεσμα να οφείλονται καθυστερημένες δόσεις ύψους 6361.55 Ελβετικά Φράγκα. Στις 3.12.2014 που αποστάλθηκε νέα επιστολή είχαν καθυστερήσεις ύψους 7892.85 Ελβετικά φράγκα. Μέχρι τις 29.1.2015 οι καθυστερημένες δόσεις ανήλθαν στο ποσό των 10,602.15 Ελβετικά φράγκα και μέχρι τις 27.8.2015 (τεκμήριο 9) οι καθυστερημένες δόσεις ανήλθαν στο ποσό των 29,588.
  4. Εν τω μεταξύ το αρχικό κεφάλαιο που τους χορηγήθηκε ήταν το ποσό 231,000.00 σε Ελβετικά φράγκα. Κατά τον χρόνο της αναδιάρθρωσης 6.9.2013 το υπόλοιπο του δανείου ήταν 208,466.55 Ελβετικά Φράγκα πράγμα που υποδηλοί ότι το υπόλοιπο μειωνόταν κανονικά μέχρι που οι αιτητές σταμάτησαν να καταβάλουν τις δόσεις. Κατά συνέπεια, δεν φαίνεται να υπάρχει πραγματικό έρεισμα στην θέση των αιτητών ότι οι τόκοι και το κεφάλαιο αυξήθηκαν δραματικά ώστε να αληθεύει ότι η ενάγουσα κερδοσκοπούσε άδικα εναντίον τους. Ουδέποτε τέθηκε θέμα ότι το ποσό δεν ήταν οφειλόμενο ή ότι οι αιτητές δεν είχαν επωφεληθεί το κεφάλαιο που είχαν δανειστεί. Από το 2015 μέχρι το 2017 επιδίωκαν οι αιτητές να προγραμματίσουν συναντήσεις με λειτουργούς της τράπεζας για αναδιάρθρωση του δανείου. Τα γεγονότα που προβάλλονται στην αίτηση στερούνται πειστικότητας ώστε να υποτεθεί ότι εκφράζεται ολοκληρωμένα η υπεράσπιση τους και/ή αξίωση τους στην βάση των πιο πάνω, για να δικαιούνται την θεραπεία που επικαλούνται ήτοι δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία υποθήκης ήταν άκυρη εξ αρχής ως παράνομη. Τα γεγονότα στην υπόθεση Woodeson v Credit Suisse (Uk) Ltd [2018] EWCA Civ 1103 στην οποία με παρέπεμψε ο κ Κυριάκου διαφέρουν ουσιωδώς από την υπό εξέταση υπόθεση διότι σε εκείνη την περίπτωση οι ενάγοντες είχαν εκθέσει συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα και κατονόμασαν συγκεκριμένους τραπεζικούς υπαλλήλους που ισχυρίστηκαν ότι τους είχαν αποκρύψει, ή τους παρουσίασαν ψευδώς ή διαστρεβλωμένα τον επενδυτικό κίνδυνο σύναψης τέτοιων δανείων προκειμένου να κάνουν πιο ελκυστικό το δάνειο. 'Βreach of statutory duty which depended essentially on the allegation that Mr Uppal recommended an unsuitable mortgage, did not satisfactorily explain the risks of a Swiss Franc mortgage and said that the currency risk was roughly no more than 1% of the cost of a hedge, see paras 31-35 of the particulars of claim.' Εκείνο που προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα είναι ότι η απαίτηση των εναγόντων στηριζόταν σε συγκεκριμένες παραστάσεις επί συγκεκριμένων στοιχείων που αφορούσαν την καταλληλότητα του δανείου σε ξένο νόμισμα. Για τα στοιχεία αυτά είχε παρατεθεί συγκεκριμένη μαρτυρία που θα έπρεπε να αξιολογηθεί. Αυτό το στοιχείο απουσιάζει στην περίπτωση αυτή στην οποία γίνονται γενικές και μη στοχευμένες καταγγελίες εις βάρος του πιστωτικού ιδρύματος σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η συμφωνία χωρίς αυτή η καταγγελία να καταπιάνεται με λεπτομέρειες ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκτιμήσει την πειστικότητα των θέσεων που προβάλλονται. Τα μοναδικά στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον μου είναι αυτά της ένστασης και αυτά τα στοιχεία δεν αποκαλύπτουν την ύπαρξη αδικοπραξίας εις βάρος των αιτητών αλλά αντίθετα καταδεικνύουν ότι οι αιτητές επωφελήθηκαν ποσού χρημάτων εις βάρος του πιστωτικού ιδρύματος και ότι για επτά χρόνια μετά τον τερματισμό της δανειοδοτικής συμφωνίας δεν έχει αποπληρωθεί κανένα οφειλόμενο ποσό. Κρίνω ότι τα στοιχεία που έχουν θέσει υπόψη μου οι αιτητές στερούνται πειστικότητας και κλονίζουν το συμπέρασμα ότι το δάνειο όντως βρίσκεται σε καθεστώς υπερημερίας στην βάση έγκυρης συμφωνίας δανείου που συμπαρασύρει και τις συμφωνίες υποθήκης. Η ύπαρξη της υπερημερίας είναι προαπαιτούμενο για την έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού. Στην περίπτωση που δεν αμφισβητείται κατά πόσο ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι σε υπερημερία δικαιούται ο ενυπόθηκος δανειστής να προχωρήσει με την διαδικασία πλειστηριασμού ως προϋποθέτει ο νόμος 9/1965 και στην απουσία Δικαστικής απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν θεωρώ ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που έχει πιθανότητες επιτυχίας. Ενόψει αυτού, πιο πάνω, οι αιτητές δεν πείθουν ότι τίθεται ζήτημα προς εκδίκαση που είναι γνήσιο και κατεπείγον. Με βάση το τεκμήριο 14 προς υποστήριξη της ένστασης προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση ανέμεναν από τις 10 Μαρτίου 2017 πρόταση που θα την διαβίβαζε ο δικηγόρος των εναγόμενων για διακανονισμό του οφειλόμενου ποσού. Από έκτοτε δεν έχει υποβληθεί καμία πρόταση στους καθ' ων η αίτηση. Καταχωρήθηκε η ανταπαίτηση στις 19.11.2016 εις την οποία υπήρχε αξίωση όπως εκδοθεί αναγνωριστική απόφαση που να δηλώνει ότι το επίδικο δάνειο ήταν άκυρο. Μαζί με την ανταπαίτηση δεν καταχωρήθηκε συνάμα και αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας ενόψει του γεγονότος ότι με την αγωγή είχε ζητηθεί διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση του επίδικου ακινήτου. Στην συνέχεια οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι για το γεγονός ότι οι ενάγοντες θα ασκούσαν το συμβατικό τους δικαίωμα να προχωρήσουν με την πώληση του ακινήτου καθώς τους είχε αποσταλεί ειδοποίηση τύπου 'Ι' μαζί με ειδοποίηση τύπου «Θ» στις 26.1.
  5. Στην συνέχεια τους επιδόθηκε ειδοποίηση τύπου 'ΙΒ» στις 31.3.2022 ' με την οποία πληροφορήθηκαν ότι εάν δεν διόριζαν εκτιμητή για να καθορισθεί η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του ακινήτου θα προχωρούσε το πιστωτικό ίδρυμα με τον διορισμό νέου εκτιμητή. Τους επιδόθηκε η ειδοποίηση τύπου «ΙΑ' στις 12.5.2022 και ενημερώθηκαν για τον επικείμενο πλειστηριασμό εντός του χρονικού πλαισίου από την επίδοση της ειδοποίησης τύπου 'ΙΑ» που προνοεί ο νόμος. Μόνο τότε και 20 μέρες αργότερα μερίμνησαν και ένιωσαν την ανάγκη να ζητήσουν θεραπεία και μάλιστα κατά παρέκκλιση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης ώστε να αποτρέψουν τις συνέπειες που προέκυψαν από την μη πληρωμή του δανείου. Σταθμίζοντας τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών κρίνω ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η άσκηση διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα είχε ως αποτέλεσμα παρεμπόδισης της άσκησης δικαιώματος που πηγάζει από τις πρόνοιες της νομοθεσίας υπό τις παρούσες περιστάσεις και επτά χρόνια μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του δανείου επειδή οι εναγόμενοι σταμάτησαν να αποπληρώνουν τις καθορισμένες δόσεις. Περαιτέρω, δεν έχουν πείσει ότι οι χρηματικές αποζημιώσεις που δυνατόν να προκύψουν στην περίπτωση της λανθασμένης πώλησης του ακινήτου σε πλειστηριασμό στην επιφυλασσόμενη τιμή του ακινήτου δεν θα είναι ικανοποιητικές προς αποκατάσταση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι έχουν υποστεί ζημιά υπό την ιδιότητα τους ως ενυπόθηκοι οφειλέτες στην παρούσα αγωγή. Το ακίνητο περιγράφεται ως μίσθωση στις Κότσιηνες Λάρνακα Άγιος Νικόλαος και αφορά βιομηχανικό γήπεδο στην Βιομηχανική περιοχή Λάρνακας εντός του οποίου έχει ανεγερθεί περί το 1986 μία ισόγεια ημιανεξάρτητη οικοδομή που αποτελείται από εργοστασιακό χώρο με εμβαδό περί τα 55τ.μ.. πλέον πατάρι 115τ.μ. και από γραφειακό χώρο με εμβαδό περί τα 169τ.μ. και η οποία χρησιμοποιείται για παραγωγή κουρτινών και διέπεται από τους όρους της σύμβασης μίσθωσης διάρκειας 33 ετών από 1.2.1996 με δικαίωμα ανανέωσης για ακόμη δύο περιόδους και ετήσιο ενοίκιο €1.
  6. Οι αιτητές έχουν επίσης αναφέρει ότι ο χώρος χρησιμοποιείται ως επιχείρηση και εργοδοτεί περίπου 10 άτομα ως προσωπικό. Δεν αγνοώ ότι τα ακίνητο έχει ειδικό χαρακτήρα. Εκείνο που επεξήγησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της Κκίζη ν Κύζη ως διαχειριστής της περιουσίας της Κκίζη 1
(2001)1 ΑΑΔ 1248, είναι ότι 'η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει.' Πέραν του γενικού ισχυρισμού ότι η εν λόγω επιχείρηση εργοδοτεί 10 άτομα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία συγκεκριμένη που να υποστηρίζει την θέση ότι η πώληση της επιχείρησης θα προκαλέσει ζημιά που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ενόψει και του γεγονότος ότι το δάνειο έγινε για σκοπούς της επιχείρησης και τα έσοδα της επιχείρησης δεν ήταν τέτοια ώστε να αποπληρώνονται οι δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε η επιχείρηση. Αντίθετα η καθ' ης η αίτηση είναι πιστωτικό ίδρυμα δρώσα επιχείρηση που μπορεί να υπερκαλύψει χρηματικές αξιώσεις των αιτητών στην αγωγή. Τα πράγματα είναι αντίστροφα στην παρούσα περίπτωση και εκείνος που κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά είναι η καθ' ης η αίτηση και όχι οι αιτητές. Έρχονται οι αιτητές στο Δικαστήριο την ύστατη στιγμή και ζητούν να ανατρέψουν τα δεδομένα, ήτοι να στερήσουν από την καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα της να κάνει χρήση μίας νόμιμης εξασφάλισης για την αποπληρωμή χρέους που δημιούργησαν οι αιτητές προς αποκατάσταση του δικού τους ισολογισμού ως πιστωτές της εταιρείας. Δεν είμαι ικανοποιημένη ότι η χορήγηση των ενδιάμεσων θεραπειών που προωθούν οι αιτητές διορθώνει μία αδικία και αντίθετα, φαίνεται να διαταράσσει άδικα νόμιμα και αποκτηθέντα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.