← Κύπρος

Α. Π. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 39/22, 28/6/2022

Α. Π. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 39/22, 28/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A302 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 39/22 (i-justice) Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και αναφορικά με τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο, Κεφ. 224 όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα Μεταξύ: Α. Π. Αιτητής/Εφεσείοντας και THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή-Εφεσείοντα: κ. Γ. Αδαμίδης για κ.κ. Γεώργιος Αδαμίδης ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Α. Λαζαρή για κ.κ. Δημήτρης Ι. Ηλιάδης & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής - εφεσείοντας ζητεί την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 14/1/2022, η οποία αφορά την πώληση με τη διαδικασία πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμούς εγγραφής [ ] & [ ], Φύλλο/Σχέδιο [ ], Τμήμα 0, Τεμάχια [ ] & [ ], στον [ ], της επαρχίας Λευκωσίας σύμφωνα με την υποθήκη με αριθμό [ ]/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας.
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται και/ή να ακυρώνεται ο σκοπούμενος πλειστηριασμός ημερομηνίας 30/6/2022 και/ή πώληση σε δημοπρασία των ενυπόθηκων ακινήτων με αριθμούς εγγραφής [ ] & [ ], Φύλλο/Σχέδιο [ ], Τμήμα 0, Τεμάχια [ ] & [ ], στον [ ], της επαρχίας Λευκωσίας σύμφωνα με την υποθήκη με αριθμό [ ]/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γ ραφείου Λευκωσίας ως περιγράφεται στην Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 14/1/
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία που προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας και/ή παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 14/1/
  4. Οι λόγοι έφεσης που προβάλλονται είναι ως ακολούθως:
  5. Η προσβληθείσα Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις.
  6. Η προσβληθείσα Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» δεν έχει δεόντως επιδοθεί.
  7. Η προσβληθείσα Ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 27, 36, 44, 44Α-441ΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, οι θεσμοί της πολιτικής δικονομίας και το Σύνταγμα. Οι Θέσεις των Μερών Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση-έφεση περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο αιτητής-εφεσείοντας. Αναφέρει ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων με αριθμούς εγγραφής [ ] και [ ] φ/σχ [ ] τμήμα 0 Τεμάχια [ ] και [ ] στον [ ] της επαρχίας Λευκωσίας. Την 21.4.2008 υποθήκευσε τα πιο πάνω ακίνητα σύμφωνα με την σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αριθμό [ ]/
  8. Υποθήκευσε τα ακίνητα προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του και της Έ. Π. που απορρέουν από την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 15.4.
  9. Την 21.1.2022 η καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη του απέστειλε ειδοποίηση 'τύπου ΙΑ'. Η ειδοποίηση αυτή δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις επειδή η εφεσίβλητη δεν είναι ενυπόθηκος δανειστής. Η προσβληθείσα Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 14/1/2022 δεν έχει δεόντως επιδοθεί στον αιτητή - εφεσείοντα και στην Έλενα Παναγιώτου, ως προνοεί το άρθρο 41 Ε Ερμηνευτικές Διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) όπως τροποποιήθηκε, καθότι:

(1)Δεν παραδόθηκε η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 14/1/2022 στον αιτητή - εφεσείοντα και στην Έ. Π. με συστημένη επιστολή, η οποία να απευθύνεται στην οδό [ ] 5, [ ] [ ], Λευκωσία.
(2)Δεν έχει δεόντως επιδοθεί στον αιτητή - εφεσείοντα και στην Έ. Π. με ιδιωτική επίδοση, η οποία να απευθύνεται στην οδό [ ] 5, [ ] [ ], Λευκωσία αφού δεν ήταν εφικτό να επιδοθεί με συστημένη επιστολή. Η προσβληθείσα Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 14/1/2022 έχει αποσταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή καθότι: (A) Η Ειδοποίηση Τύπος «I» δεν έχει δεόντως επιδοθεί στον Αιτητή - Εφεσείοντα και στην Έ. Π. ως προνοεί το άρθρο 41Ε Ερμηνευτικές Διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, (9/1965) όπως τροποποιήθηκε, καθότι δεν παραδόθηκε η Ειδοποίηση Τύπου «I» στον Αιτητή - Εφεσείοντα και στην Έ. Π. με συστημένη επιστολή, η οποία να απευθύνεται στην οδό [ ] 5, [ ] [ ], Λευκωσία. (Β) Η Ειδοποίηση Τύπος «1» δεν έχει δεόντως επιδοθεί στον Αιτητή - Εφεσείοντα και στην Έ. Π. με ιδιωτική επίδοση, η οποία να απευθύνεται στην οδό [ ] 5, [ ] [ ], Λευκωσία αφού δεν ήταν εφικτό να επιδοθεί με συστημένη επιστολή. Η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Δεν πληρούνται και/ή δεν αποσείεται το βάρος αποδείξεως των λόγων ακύρωσης που αναφέρονται εξαντλητικά στο άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965, ήτοι: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις, (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί, (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικό Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικά σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοούμενου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.
  1. Η επιδοθείσα Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» συμμορφώνεται πλήρως προς όλες τις ενδείξεις του Νόμου και έχει συνταχθεί σύμφωνα με τον προκαθορισμένο τύπο.
  2. Η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» έχει δεόντως επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη και έχει επιδοθεί εντός της ταχθείσας από το νόμο προθεσμίας.
  3. Η αίτηση δεν περιλαμβάνει και/ή δεν έχει επιδοθεί σε όλο τα ενδιαφερόμενο μέρη.
  4. Η Αίτηση - Έφεση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι γενικές και αόριστες και δεν στοιχειοθετούν ούτε αποσείουν το βάρος απόδειξης των λόγων έφεσης.
  5. Το ισοζύγιο της των πιθανοτήτων για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες διότι η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί των εκ του Νόμου και του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων της να ανακτήσει τα οφειλόμενα ποσά, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και στη βάση της διαδικασίας η οποία διεξήχθη απρόσκοπτα και ορθά.
  6. Η Ειδοποίηση Τύπου «I» έχει δεόντως επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενο μέρη ως προνοεί ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965(9/1965). Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης, υπάλληλος της εφεσίβλητης που γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από τον εργοδότη του να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED (με αρ. εγγραφής ΗΕ378131), αποτελεί αδειοδοτημένη εταιρεία εξαγοράς και διαχείρισης χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων και έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ στα δικαιώματα της που αφορούν μεταξύ άλλων τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 04/06/
  7. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος. Δυνάμει των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες συνομολογήθηκαν μεταξύ του αιτητή και της καθ' ης η αίτηση, παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της καθ' ης η αίτηση η υποθήκη υπ' αριθμό [ ]/2008 ημερομηνίας 18.4.2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας από τον ενυπόθηκο οφειλέτη Α. Π. Εξαιτίας της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπόλοιπων των συμβάσεων δανείου η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας 2842/19 εναντίον των πρωτοφειλετών Α. Π. και Έ. Π., η οποία δεν είναι διάδικο μέρος της παρούσας διαδικασίας. Η καθ' ης η αίτηση προχώρησε με την διαδικασία της ιδιωτικής πώλησης του ακινήτου ως προνοεί η νομοθεσία. Απέστειλε στους ενδιαφερόμενους ειδοποιήσεις «τύπου Θ και Ι». Επειδή οι Α. Π. και Έ. Π. δεν προσήλθαν να παραλάβουν τις ειδοποιήσεις. Οι ειδοποιήσεις επιδόθηκαν με ιδιώτη επιδότη στις 13.11.
  8. Αφού παρήλθε η προθεσμία των 45 ημερών οι εφεσίβλητοι απέστειλαν στις 14.1.2022 τις ειδοποιήσεις «τύπου ΙΑ και ΙΒ» που αποστάλθηκαν με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκαν από όλους τους ενδιαφερόμενους στις 25.1.
  9. Οι ειδοποιήσεις αποστάλθηκαν στην διεύθυνση [ ] 5, [ ] [ ]. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.2.
  10. Ο εφεσείοντας παρέλαβε τις ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ και ΙΒ». Η επιδοθείσα ειδοποίηση συμμορφώνεται πλήρως προς τις ενδείξεις του Νόμου και δη του Παραρτήματος 2 αυτού και έχει συνταχθεί σύμφωνα με τον προκαθορισμένο τύπο, αναφέρεται στην πρόνοια του Νόμου στην οποία στηρίζεται καθώς και το λεκτικό το οποίο ανταποκρίνεται στον ενδεδειγμένο τύπο. Περαιτέρω, αυτή στάλθηκε πέραν των 45 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης «Τύπου I». Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό ακολουθήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση σε πλήρη συμμόρφωση με την διαδικασία και με βάση τα νόμιμα δικαιώματα της Καθ' ης η αίτηση που πηγάζουν από την ισχύουσα νομοθεσία του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/65). Η ΑΚΡΟΑΣΗ Κατά την ακρόαση της αίτησης-έφεσης ο κ. Αδαμίδης εκ μέρους του αιτητή-εφεσείοντα εγκατέλειψε τους λόφους έφεσης 1 και 3 και προώθησε μόνο τον δεύτερο λόγο έφεσης. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εφόσον και οι δύο πλευρές επικαλούνται τους σκοπούς και την φιλοσοφία του νόμου για να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στις κύριες πρόνοιες του νόμου που διέπουν το ζήτημα της πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου. Το άρθρο 27 του νόμου περιέχει πρόνοια ότι στην περίπτωση υπερημερίας πληρωμής μίας δόσης του δανείου καθίσταται ολόκληρο το δάνειο απαιτητό και πληρωτέο. Το ίδιο ισχύει εάν δεν γίνει έγκαιρη πληρωμή του τόκου που λογίζεται με βάση την δανειακή σύμβαση που εξασφαλίζεται από το υποθηκευμένο ακίνητο. Το άρθρο 37 Μέρος VI του νόμου προνοεί ότι όταν το οφειλόμενο χρέος βρίσκεται σε υπερημερία τουλάχιστον 120 ημέρες, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη κατάσταση λογαριασμού και έγγραφη ειδοποίηση με την οποία τον πληροφορεί ότι εάν θα συνεχίσει για περίοδο ενός μηνός από την επίδοση της ειδοποίηση να βρίσκεται σε υπερημερία θα υποβληθεί στον Διευθυντή του Κτηματολογίου αίτηση πώλησης του ακινήτου που επιβαρύνεται με το ενυπόθηκο χρέος προς εξόφληση του χρέους. Η ειδοποίηση που θα αποσταλεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη θα γίνεται στον «τύπο Ζ» και η αίτηση που θα υποβληθεί στον Διευθυντή θα είναι στον «τύπο Η» και ο Διευθυντής έχει την διακριτική εξουσία νοουμένου ότι έχουν ικανοποιηθεί οι πρόνοιες των άρθρων 37 και 38 να διατάξει την πώληση του ακινήτου και να διατάξει το ποσό που θα πληρωθεί από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Εκείνο που προκύπτει από την πρόνοια του άρθρου 40 εδάφιο (γ) είναι ότι το ποσό που υπολογίζεται αφορά το κεφάλαιο καθώς και τους τόκους μέχρι την ημερομηνία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου καθώς και έξοδα που θα προκύψουν εξαιτίας της διενέργειας της πώλησης. Ο τρόπος πλειστηριασμού του ακινήτου καθώς και η διάθεση του ποσού που προκύπτει από τον πλειστηριασμό διέπεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42 πιο κάτω: «Τρόπος πωλήσεως και διάθεσις εκπλειστηριάσματος 42.-
(1)Η δυνάμει του παρόντος Μέρους πώλησις ακινήτου διενεργείται διά δημοσίου πλειστηριασμού συμφώνως ταις διατάξεις των Κανονισμών Πωλήσεως: Νοείται ότι οσάκις το τοιούτο ακίνητον βαρύνεται διά της πληρωμής οιουδήποτε τέλους, φόρου ή δικαιώματος, όπερ δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνει κατά πρώτον λόγον το τοιούτο ακίνητον ικανοποιούμενον κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου, ο Διευθυντής διατάσσει, τηρουμένων των διατάξεων του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, όπως μη διενεργηθή η πώλησις του ως είρηται ακινήτου εκτός εάν το προσφερόμενον διά τούτο ποσόν μετά την αφαίρεσιν των δικαιωμάτων του δημοπράτου και των δαπανών της πωλήσεως είναι ουχί έλασσον ελαχίστης τιμής ίσης προς το ποσόν του τέλους, φόρου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, δικαιώματος, διά της πληρωμής ούτινος βαρύνεται το τοιούτο ακίνητον.
(2)Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός της επαρχίας εν ή κείται το δυνάμει του παρόντος Μέρους πωληθέν ή υπό πώλησιν ακίνητον δύναται δι' αιτήσεως να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου οδηγίας περί την επίλυσιν οιουδήποτε ερωτήματος ανακύπτοντος ή δυναμένου να ανακύψη κατά την διενέργειαν της πωλήσεως, περιλαμβανομένου και οιουδήποτε ερωτήματος αφορώντος εις την διάθεσιν του εκπλειστηριάσματος εις τας εκτιθεμένας εν ταις επιφυλάξεσι της παραγράφου (στ) του εδαφίου
(3)περιστάσεις· επί τούτω τυγχάνουσιν εφαρμογής αι διατάξεις του άρθρου 31 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ως εάν ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός εξετέλει ένταλμα πωλήσεως ακινήτου εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του άνω μνησθέντος Νόμου.
(3)Το εκπλειστηρίασμα όπερ ήθελεν αποφέρει πώλησις διενεργηθείσα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους διατίθεται ως ακολούθως και κατά την εν τοις εφεξής καθοριζομένην τάξιν:- (α) διά την πληρωμήν παντός τέλους, φόρου ή δικαιώματος όπερ δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνει κατά πρώτον λόγον το πωληθέν ακίνητον, ικανοποιούμενον κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου· (β) προς εξόφλησιν παντός ποσού καθοριζομένου εν διατάγματι του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκδοθέντι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 και αφορώντι εις οιανδήποτε υποθήκην προγενεστέραν της υποθήκης της συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσαντο την πώλησιν: Νοείται ότι το διατιθέμενον προς εξόφλησιν του τοιούτου ποσού εκπλειστηρίασμα καταβάλλεται εις το πρόσωπον όπερ κατέβαλε τω Δικαστηρίω ή άλλως εξησφάλισε την πληρωμήν του ως είρηται ποσού (γ) προς εξόφλησιν παντός ποσού εξασφαλιζομένου δι' υποθήκης συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την πώλησιν· (δ) προς εξόφλησιν παντός ποσού εξασφαλιζομένου δι' υποθήκης μεταγενεστέρας της υποθήκης της συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την πώλησιν (εν τοις εφεξής εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένης ως "μεταγενεστέρα υποθήκη") ως ήθελε καθορισθή συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(4): Νοείται ότι οσάκις υφίστανται δύο ή πλείονες τοιαύται μεταγενέστεραι υποθήκαι και το υπόλοιπον του εκπλειστηριάσματος το διατιθέμενον διά ταύτας δυνάμει της παρούσης παραγράφου δεν επαρκεί προς εξόφλησιν των διά τούτων εξασφαλιζομένων ποσών, το υπόλοιπον τούτο θα διατίθεται προς εξόφλησιν των ειρημένων ποσών κατά την αντίστοιχον τάξιν προτεραιότητος των τοιούτων υποθηκών (ε) προς εξόφλησιν απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων εγγεγραμμένων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, κατά την αντίστοιχον τάξιν προτεραιότητος της εγγραφής αυτών: Νοείται ότι εάν το τοιούτο εκπλειστηρίασμα προέκυψε καθ' ολοκληρίαν ή μερικώς εκ της πωλήσεως οιασδήποτε οικίας, τούτο δεν διατίθεται προς εξόφλησιν τοιούτων απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων μέχρις ου γενώσιν επαρκείς κατά την κρίσιν του Επαρχιακού Δικαστηρίου διευθετήσεις προς στέγασιν του ενυποθήκου οφειλέτου και της οικογενείας αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι γεωργός και το τοιούτο ποσόν προέκυψε καθ' ολοκληρίαν ή μερικώς εκ της πωλήσεως οιασδήποτε γαίας, τούτο δεν διατίθεται προς εξόφλησιν τοιούτων απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων αναφορικώς προς χρέη συναφθέντα μετά την 2αν Μαϊου 1919, εκτός εάν επαρκής κατά την κρίσιν του Επαρχιακού Δικαστηρίου έκτασις γης παρασχεθή εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και την οικογένειαν αυτού, ή εκτός εάν τα χρέη ταύτα οφείλωνται εις τινα Συνεργατικήν Εταιρείαν προσηκόντως εγγεγραμμένην ως τοιαύτην δυνάμει των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, εάν δε μετά την εξόφλησιν των ως εν τοις ανωτέρω οφειλών υφίσταται εισέτι περίσσευμα τι του εκπλειστηριάσματος τούτο καταβάλλεται τω ενυποθήκω οφειλέτη: Νοείται ότι, οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα κει έξοδα πώλησης καταβάλλονται από τον ενυπόθηκο δανειστή.
(4)Το διά μεταγενεστέρας υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν όπερ αναφέρεται εν παραγράφω (ε) του εδαφίου
(3)καθορίζεται ως ακολούθως: (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής συμμορφούμενος προς την γνωστοποίησιν την δοθείσαν αυτώ υπό του Διευθυντού δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 37 παράσχη τω Διευθυντή στοιχεία αποδεικνύοντα το δυνάμει της υποθήκης οφειλόμενον ποσόν, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση τούτο απαιτητόν ως και άπαντα τα έξοδα άτινα κατά την κρίσιν αυτού προσηκόντως εγένοντο υπό του ενυποθήκου δανειστού σχετικώς προς νόμιμα μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του υπό του υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει έγγραφον γνωστοποίησιν εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τον ενυπόθηκον δανειστήν περί το ποσόν το ούτω θεωρηθέν ως απαιτητόν δυνάμει της τοιαύτης υποθήκης· (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής παραλείψη να παράσχη τα εν παραγράφω (α) του παρόντος εδαφίου αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση απαιτητόν ολόκληρον το υπό της ειρημένης υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν, κατά την έκτασιν του μεγίστου δυνατού ποσού υπό αίρεσιν οφειλής ή υπολοίπου τρέχοντος λογαριασμού εξασφαλιζομένου διά της τοιαύτης υποθήκης, ως και πάντα τόκον πληρωτέον δυνάμει των όρων της τοιαύτης υποθήκης, και ότι ουδεμία δαπάνη εγένετο υπό του ενυποθήκου δανειστού σχετικώς προς νόμιμα μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του υπό της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει έγγραφον γνωστοποίησιν εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τον ενυπόθηκον δανειστήν περί το ποσόν το ούτω θεωρηθέν απαιτητόν δυνάμει της τοιαύτης υποθήκης, ουδέν δε μέρος του εκπλειστηριάσματος διατίθεται προς απόσβεσιν της τοιαύτης υποθήκης προ της παρόδου τριάκοντα ημερών από της εκδόσεως της αναφερομένης εν παραγράφω (α) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν παραγράφω (β) του παρόντος εδαφίου γνωστοποιήσεως.
(5)Το περί ου η παράγραφος (στ) του εδαφίου
(3)οφειλόμενον δυνάμει οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως ποσόν καθορίζεται ως ακολούθως: (α) ο Διευθυντής δι' εγγράφου αυτού γνωστοποιήσεως καλεί τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτήν, όστις προέβη εις εγγραφήν της τοιαύτης αποφάσεως, όπως εντός μηνός παράσχη αυτώ ένορκον δήλωσιν περί το οφειλόμενον δυνάμει της δικαστικής αποφάσεως ποσόν και τας υπ' αυτού διενεργηθείσας δαπάνας εν σχέσει προς οιαδήποτε μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους· (β) εάν ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής συμμορφωθή προς την δοθείσαν αυτώ υπό του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι της παραγράφου (α) γνωστοποίησιν, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση ως απαιτητόν το ποσόν όπερ ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής ήθελε καθορίσει ως οφειλόμενον δυνάμει της δικαστικής αποφάσεως ως και πάσας τας δαπάνας αίτινες κατά την κρίσιν του Διευθυντού ευλόγως εγένοντο υπό του πιστωτού εν σχέσει προς την λήψιν μέτρων προς είσπραξιν του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει εις τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτήν και τον ενυπόθητον οφειλέτην έγγραφον γνωστοποίησιν περί του ούτω θεωρηθέντος απαιτητού ποσού· (γ) εάν ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής παραλείψη να συμμορφωθή προς την δοθείσαν αυτώ υπό του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι της παραγράφου (α) γνωστοποίησιν, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση απαιτητόν ολόκληρον το εν τη δικαστική αποφάσει εκτιθέμενον ποσόν, περιλαμβανομένου παντός δυνάμει ταύτης πληρωτέου τόκου ως και πάσης δαπάνης διενεργηθείσης υπό του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτού υπό μορφήν τελών και δικαιωμάτων καταβληθέντων υπ' αυτού τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω εν σχέσει προς την εγγραφήν της δικαστικής αποφάσεως( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει έγγραφον γνωστοποίησιν εις τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτήν και τον ενυπόθηκον οφειλέτην περί του ούτω θεωρηθέντος ως απαιτητού ποσού, ουδέν δε μέρος του εκπλειστηριάσματος διατίθεται προς εξόφλησιν του δυνάμει της τοιαύτης δικαστικής αποφάσεως οφειλομένου ποσού προ της παρόδου τριάκοντα ημερών από της επιδόσεως της εν παραγράφω (β) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν παραγράφω (γ) του παρόντος εδαφίου αναφερομένης γνωστοποιήσεως.» Το άρθρο 44 προνοεί ότι καμία πρόνοια του νόμου δεν αποκλείει ενυπόθηκο δανειστή να εγείρει πολιτική αγωγή για να διαταχθεί από το Δικαστήριο η πώληση του ακινήτου και διά να εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό που καλύπτεται από την υποθήκη. Όμως εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ήταν αναγκαία η έγερση αγωγής για να πωληθεί το ενυπόθηκο ακίνητο τότε δεν αποδίδει στον ενυπόθηκο δανειστή τα έξοδα της αγωγής. Ο νόμος είναι σιωπηλός σε σχέση με το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εγείρει αγωγή εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που διέπει την συμβατική σχέση δυνάμει της οποίας έχει συμβληθεί η σύμβαση υποθήκης με την οποία έχει συμφωνηθεί το υποθηκευμένο ακίνητο να εξασφαλίζει το χρέος. Η σιωπή επί αυτού του σημείου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι απαγορεύει την έγερση τέτοιας αγωγής. Η ρητή αναφορά στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να εγείρει αγωγή για να προβεί στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου γίνεται ενόψει της επιλογής του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει στην πώληση χωρίς να καταχωρήσει αγωγή. To άρθρο 44Β δεν προνοεί ρητώς για το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να εγείρει αγωγή σε σχέση με την συμβατική σχέση αλλά το εδάφιο
(3)διαφυλάττει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα που του δίδεται με βάση το νόμο προκειμένου να αμφισβητήσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει σε πώληση του ακινήτου που εξασφαλίζει το χρέος. Ανεξάρτητα από την, πιο πάνω, νομοθετική διάταξη που προβλέπει για διαδικασία εκποίησης μέσω του Διευθυντή σε κάθε περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα, ανεξάρτητα από το γεγονός της έγερσης των αγωγών, να ανακτήσει το χρέος ασκώντας τα συμβατικά του δικαιώματα, σε οποιοδήποτε στάδιο και να βρίσκεται η διαδικασία και ζητήσει την πώληση του ακινήτου με την διαδικασία που προδιαγράφεται από το άρθρο 44Β πιο κάτω. Αποστέλλεται σε τέτοια περίπτωση ειδοποίηση με βάση τον «τύπο Θ» εκτός και εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση σε σχέση με το ύψος του οφειλόμενου χρέους δεν υποχρεούται να αποστείλει στον ενυπόθηκο οφειλέτη ειδοποίηση «τύπου Θ». Υπερημερία «44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος: Νοείται ότι η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά: Νοείται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI.
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Μετά την αποστολή της ειδοποίησης «τύπου Θ», όταν δεν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση και μόνο στην περίπτωση ενυπόθηκου δανειστή που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δικαιούται στην συνέχεια να αποστείλει ειδοποίηση στον «τύπο Ι» που συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξη του ποσού με την οποία καλεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού σε προθεσμία 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης. Ο «τύπος Ι» είναι η ειδοποίηση που πληροφορεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το ποσό που πρέπει να πληρώσει προκειμένου να αποφύγει τον πλειστηριασμό. Στην περίπτωση που δεν συμμορφωθεί με την ειδοποίηση «τύπου Ι» τότε αποστέλλεται η παρούσα ειδοποίηση «τύπου ΙΑ» που απλά τον πληροφορεί ότι έχει προγραμματιστεί να γίνει ο πλειστηριασμός σε συγκεκριμένο τόπο, ημερομηνία και ώρα. Εντός 45 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης «τύπου ΙΑ» ενυπόθηκος οφειλέτης δικαιούται να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να ζητήσει παραμερισμό της σκοπούμενης πώλησης μόνο για τους λόγους που προδιαγράφονται στο εδάφιο
(3)πιο κάτω. Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση «44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Υποθήκη είναι σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του νόμου εμπράγματο βάρος που προκύπτει επί του ακινήτου με την θέληση του ιδιοκτήτη της γης δυνάμει συμφωνίας. (άρθρο 2) "υποθήκη", μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων, σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινος χρέους ή υποχρεώσεως και περιλαμβάνει, χωρίς περιορισμό, τις μετά τη διάσπαση υποθήκες, όπως ο όρος αυτός αναφέρεται στο άρθρο 32Α.» Ο 'ενυπόθηκος δανειστής' είναι το πρόσωπο που δικαιούται να λάβει το ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Γίνεται εγγραφή της υποθήκης ως εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας με δήλωση ενυπόθηκου οφειλέτη. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ν.9
(1)/1965 η δήλωση υποθήκης περιέχει, μεταξύ άλλων, και το ακόλουθο στοιχείο: «(γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη.» Συνεπώς, μοναδική υποχρέωση του ενυπόθηκου δανειστή με την καταχώρηση της σύμβασης υποθήκης είναι το οφειλόμενο χρέος να καθορίζεται ως προς το ύψος του ή εναλλακτικά να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ώστε να είναι γνωστό στον ενυπόθηκο οφειλέτη το ποσό της οφειλής που εξασφαλίζεται με την υποθηκευμένη περιουσία. Η συνέπεια της εγγραφής της υποθήκης είναι σύμφωνα με το άρθρο 23 του νόμου το ακίνητο να επιβαρύνεται με την πληρωμή του εξασφαλισμένου ποσού που καθορίζεται ή δύναται να προσδιορισθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η σύμβαση υποθήκης που είχε συνάψει ο ενυπόθηκος οφειλέτης προσδιόριζε ότι η ακίνητη περιουσία θα εξασφάλιζε το ποσό των €191.400,00 πλέον σταθερό επιτόκιο ύψους 5.940% από τις 18.4.2008 και σε περίπτωση που ληφθούν μέτρα για την ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου τα σχετικά έξοδα για ανάκτηση της οφειλής. Σχετική είναι η παράγραφος 12 της συμφωνίας υποθήκης: «
(12). Το ανώτατο ποσό με το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα παραμένει απλήρωτο κατά την ημέρα εκποίησης αυτής της υποθήκης σχετικά με τις υποχρεώσεις που για την εξασφάλισή τους γίνεται αυτή η υποθήκη με συνολικό ποσό κεφαλαίου που δεν ξεπερνά τις €191.400.000,00 (ΕΚΑΤΟΝ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΜΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που, σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής τους, θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την παρούσα υποθήκη προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρό μεταξύ του πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα. Νοείται ότι οι πρόνοιες της παραγράφου αυτής ουδόλως επηρεάζουν το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει την πληρωμή των τόκων. Εννοείται επίσης ότι σε περίπτωση εκποίησης των ενυπόθηκων κτημάτων για ποσό μικρότερο του πιο πάνω ποσού θα είμαι υπόχρεος/η να πληρώσω προς την Τράπεζα οποιοδήποτε τυχόν έλλειμμα.» Στην προκειμένη περίπτωση ο ενυπόθηκος οφειλέτης συμφώνησε στον όρο 4 της συμφωνίας υποθήκης ότι στην περίπτωση που το ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη καταστεί πληρωτέο η τράπεζα «δικαιούται . να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση, η τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν αυτής της πώλησης για μερική ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη. Με βάση τον όρο 12 της συμφωνίας, πιο πάνω, το πιο μεγάλο ποσό για το οποίο δεσμεύεται το υποθηκευμένο κτήμα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο τη μέρα της εκποίησης θα παραμένει απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις για εξασφάλιση μέχρι το ποσό των €191.400,00 πλέον τόκους και νόμιμα έξοδα σε σχέση με την ανάκτηση της οφειλής από την στιγμή της εγγραφής της υποθήκης. Συνεπώς, ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε συμφωνήσει ότι η τράπεζα είχε το συμβατικό δικαίωμα να προβεί σε πώληση του ακινήτου στην περίπτωση υπερημερίας χωρίς να πάρει άλλη ειδοποίηση ο ενυπόθηκος οφειλέτης. Το άρθρο 44Α
(1)του περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Νόμου του 9/1965 με την τροποποίηση του Νόμου το 2015 δίδει δικαίωμα και επιλογή σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει μόνος σε εκποίηση της υποθήκης σε σχέση σύμβαση υποθήκης που καταχωρήθηκε στο μητρώο του κτηματολογίου πριν την έναρξη του νόμου. Αυτή η διαδικασία μπορεί να επιλεγεί από τον ενυπόθηκο δανειστή στην περίπτωση υπερημερίας του ενυπόθηκου οφειλέτη ως ορίζει το άρθρο 27 πιο πάνω. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καταβάλει τις καθορισμένες δόσεις των πιστωτικών διευκολύνσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα οι πιστωτικές διευκολύνσεις που τους είχαν παραχωρηθεί να είχαν τερματισθεί και να καταχωρηθεί η αγωγή 2842/19 εναντίον του εφεσείοντα και της Έ. Π. για ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού. Δεν έχει προβληθεί καμία υπεράσπιση του εφεσείοντα για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι το δάνειο του είναι σε υπερημερία, οφείλεται και παραλείπει να πληρώσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Ούτε και αμφισβητείται ότι ο εφεσείοντας υπέγραψε την δήλωση και την συμφωνία υποθήκης με την οποία συμφώνησε εις αντάλλαγμα του ποσού που του δόθηκε στην βάση της συμφωνίας δανείου να παραχωρήσει εξασφάλιση για το δάνειο υποθηκεύοντας προς όφελος της τράπεζας το πιο πάνω ακίνητο στον [ ]. Πληροφορήθηκε ότι η συνέπεια της εκ μέρους του παράβασης των όρων των μεταξύ τους συμφωνηθέντων ήταν να καταστεί απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου. Η θέση της εφεσίβλητης είναι ότι ο εφεσείοντας δεν κατέβαλε τις συμφωνημένες πληρωμές του δανείου με αποτέλεσμα να τερματισθεί η λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων και να έχει καταστεί οφειλόμενο ολόκληρο το ποσό. Παραμένει αναντίλεκτη η θέση της εφεσίβλητης ως θέση που δεν έχει καταρριφθεί με άλλη μαρτυρία ότι το ποσό οφείλεται και έχει απαιτηθεί. Αυτός ήταν και ο λόγος που καταχωρήθηκε η αγωγή. Ο εφεσείοντας γνώριζε ότι είχε υπόλοιπο και ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που του παραχωρήθηκαν δυνάμει συμφωνιών δανείου ήταν σε υπερημερία. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Fashion Box SRL v Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις μεταξύ του αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην αίτηση αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να αποδείξει τα γεγονότα. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στον εφεσείοντα μαζί με την Έ. Μ. Π. ήταν σε υπερημερία και ότι η τράπεζα είχε το δικαίωμα να ξεκινήσει την διαδικασία που προβλέπεται διά νόμου για εκποίηση του υποθηκευμένου ακινήτου και ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού. Κατά συνέπεια η παρούσα διαδικασία δεν είναι πρόωρη και είναι καθόλα νόμιμη διαδικασία. Είναι αναντίλεκτο γεγονός με βάση τις γραπτές παραστάσεις των μερών, ότι το χρέος είχε καταστεί απαιτητό με αποτέλεσμα η καθ' ης η αίτηση να ασκήσει τα συμβατικά της δικαιώματα με βάση την σύμβαση υποθήκης που προνοούσε ότι στην περίπτωση που το ποσό ήταν απαιτητό σε πρώτη ζήτηση θα δικαιούται να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο χωρίς άλλη ειδοποίηση στον ενυπόθηκο δανειστή. Όταν το χρέος βρίσκεται σε υπερημερία, με βάση τα συμφωνηθέντα, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν είναι υπόχρεος να αποστείλει άλλη ειδοποίηση στον οφειλέτη προτού ασκήσει την επιλογή του για πώληση του υποθηκευμένου ακινήτου. Ο νόμος 9/1965 θέτει επιπρόσθετες υποχρεώσεις στον ενυπόθηκο δανειστή πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί με τον ενυπόθηκο οφειλέτη δυνάμει της συμφωνίας υποθήκης στην περίπτωση που επιλέξει να πωλήσει το ακίνητο δυνάμει τις πρόνοιες του άρθρου 44Β πιο πάνω. Δηλαδή, υποχρεούται να αποστείλει στον ενυπόθηκο οφειλέτη την ειδοποίηση «τύπου Ι» που προβλέπεται από το άρθρο 44Γ. Η ειδοποίηση «τύπου Ι» είναι αυτή που πληροφορεί τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το οφειλόμενο ποσό και του δίδει ακόμη 45 ημέρες να συμμορφωθεί προκειμένου να αποφύγει την πώληση του ακινήτου προς πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Τέτοια ειδοποίηση επιδόθηκε στον εφεσείοντα με ιδιωτική επίδοση και στην Έ. Μ. Π. έναντι της υπογραφής της ως σύζυγος και συγκάτοικος του. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου οι ειδοποιήσεις Ι, ΙΑ και ΙΒ είχαν επιδοθεί στον αιτητή. Με την ειδοποίηση «τύπου Ι» η καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη δεν έχει αρκεστεί σε μία απλή περιγραφή καθορισμού του οφειλόμενου ποσού που να δημιουργεί ασάφεια ως προς το οφειλόμενο ποσό. Προσδιορίζεται στην ειδοποίηση «τύπου Ι» ότι το ποσό το οφειλόμενο που εξασφαλίζεται με την υποθήκη είναι το ποσό των €247.436,73 που απαρτίζεται από το χρέος που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Το αρχικό ποσό της υποθήκης ήταν το ποσό των €191.400 πλέον οι τόκοι με το σταθερό επιτόκιο των 5.018% με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο επί του ποσού των €166.131,13 από την 1.7.2021 σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης υποθήκης. Το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος κατά την 30.6.2021 ημερομηνία έκδοσης της κατάστασης λογαριασμού που υποστηρίζει την ειδοποίησης 'τύπου Ι' ήταν €171.927,50. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση το ποσό των €171.927,50 αφορά το μέρος του χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Συνεπώς, το οφειλόμενο ποσό προσδιορίζεται με τις λεπτομέρειες στην επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού που έχουν δοθεί επί της ειδοποίησης ώστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης να γνωρίζει επακριβώς το ποσό που πρέπει να πληρώσει για να αποφύγει την πώληση του ακινήτου, ήτοι το ποσό των €171.927,24. Σε τούτο το στάδιο που είχε αποσταλεί η ειδοποίηση ο αιτητής δεν είχε εγείρει οιονδήποτε ζήτημα που αφορούσε το ύψος το οφειλής πχ. ότι δεν οφείλεται ή ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις αλλά και ούτε είχε εγείρει αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου σε σχέση με την οφειλή ως προνοείται από το άρθρο 44(Γ)(δ). Το ποσό το οφειλόμενο δύναται να προσδιορισθεί ως προνοείται με την δήλωση της υποθήκης με την προσθήκη και υπολογισμό του τόκου καθώς και με τα έξοδα για την ανάκτηση του ποσού που έχουν καθορισθεί επακριβώς. Σημειώνεται ότι το ποσό που οφείλεται υπόκειται κάθε μέρα σε αλλαγή εξαιτίας του υπολογιζόμενου τόκου συνεπώς οι λέξεις το 'οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος' πρέπει να ερμηνευθεί λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 21 σε σχέση με την δήλωση υποθήκης που βαρύνει την ακίνητη περιουσία με το χρέος του ενυπόθηκου δανειστή που παραπέμπει σε χρέος καθορισμένο ή που δύναται να προσδιορισθεί. Ακολούθησε η αποστολή της ειδοποίησης «τύπου ΙΑ» Αίτησης/Έφεσης και ο αιτητής δυνάμει του άρθρου 44Γ του Ν.9/1965 δύναται να καταχωρήσει αίτηση/έφεση προς παραμερισμό της ειδοποίησης «τύπου ΙΑ» και ματαίωση του πλειστηριασμού μόνο για τον περιορισμένο σκοπό που προνοεί το εδάφιο
(3)του συγκεκριμένου άρθρου. Στην παρούσα περίπτωση ο εφεσείοντας είχε συμβληθεί όπως υποθηκεύσει το ακίνητο προς εξασφάλιση του χρέους και είχε συμβληθεί με ρητή πρόνοια στην συμφωνία ότι στην περίπτωση που καθυστερούσε να πληρώσει το δάνειο σε πρώτη ζήτηση τότε ο ενυπόθηκος δανειστής θα είχε το δικαίωμα να πωλήσει την εξασφάλιση για να εισπράξει το χρέος. Στην παρούσα περίπτωση ο ενυπόθηκος δανειστής έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του νόμου και δεν αμφισβητείται ότι το δάνειο είναι σε καθεστώς υπερημερίας γεγονός που ενεργοποιεί την εκκίνηση του συμβατικού δικαιώματος της εκποίησης της εξασφάλισης. Α. Επίδοση σε Ενδιαφερόμενα Πρόσωπα Αναφορικά με την θέση του εφεσείοντα αιτητή ότι οι ειδοποιήσεις δεν έχουν δεόντως επιδοθεί ούτε και αυτό ευσταθεί. Ο ορισμός του όρου επίδοση που αποδίδεται στον νόμο είναι ως ακολούθως: «'επίδοση' σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:, Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελός του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο.» Στην προκειμένη περίπτωση οι ειδοποιήσεις «τύπου Ι» παραλήφθηκαν από τον αιτητή-εφεσείοντα και την σύζυγο και συγκάτοικο του Μ. Π. με ιδιωτική επίδοση στις 13.11.2021 που διενεργήθηκε έναντι της υπογραφής της Μ. Π. ως σύζυγος και συγκάτοικος του εφεσείοντα μετά από αποτυχημένη προσπάθεια αποστολής των εν λόγω ειδοποιήσεων με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Στην συνέχεια είχαν αποσταλεί οι ειδοποιήσεις «τύπου ΙΑ και ΙΒ» στον εφεσείοντα ως ενυπόθηκο οφειλέτη και ειδοποίηση «τύπου ΙΑ», στην σύζυγο του ως πρωτοφειλέτη με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο που παραλήφθηκαν έναντι υπογραφής της στις 25.1.2022. Οι ειδοποιήσεις αποστάλθηκαν στους παραλήπτες στην διεύθυνση [ ] 5, [ ] [ ]. Ο αιτητής-εφεσείοντας παραδέχεται ότι έλαβε γνώση των σχετικών ειδοποιήσεων και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι ειδοποιήσεις δεν παραλήφθηκαν από τους πιο πάνω παραλήπτες ως η θετική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου στην βάση της ένστασης. Με μία προσεκτική ανάγνωση του λεκτικού του πιο πάνω ορισμού προκύπτει ότι ιδιωτική επίδοση που διενεργήθηκε που έγινε με βάση τους θεσμούς καθώς και αποστολή των ειδοποιήσεων με παράδοση των εν λόγω ειδοποιήσεων ή επικοινωνία με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας θεωρείται έγκυρη επίδοση για σκοπούς του νόμου. Προς τούτο η εφεσίβλητη έχει προσκομίσει θετική μαρτυρία ότι η αποστολή και παράδοση των ειδοποιήσεων «τύπου ΙΑ» έχει διενεργηθεί με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του εφεσείοντα αιτητή και στην σύζυγο συγκάτοικο του ως πρωτοφειλέτης του δανείου. Κατά συνέπεια παραμένει ως αναντίλεκτο γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε επίδοση για την ειδοποίηση «τύπου Ι, ΙΑ και ΙΒ» ως ορίζει ο νόμος. O εφεσείοντας-αιτητής ως πρωτοφειλέτης του δανείου και ενυπόθηκος οφειλέτης είναι ενήμερος για το γεγονός ότι το ποσό οφείλεται και ότι έχει παραλείψει να συμμορφωθεί. Δεν τίθεται ζήτημα ο εφεσείοντας-αιτητής να μην έχει λάβει γνώση ότι το ποσό οφείλεται. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση να αποστείλουν ειδοποίηση «τύπου Ι» που καθορίζει το ποσό που οφείλεται και τον τρόπο που λογίζεται ο τόκος επί του οφειλόμενου ποσού καθώς και έξοδα που έχουν γίνει για ανάκτηση της οφειλής. Σκοπός της ειδοποίησης «τύπου ΙΑ» δεν είναι για να πληροφορήσει τον ενυπόθηκο οφειλέτη για το ύψους του χρέους, αλλά για να επιβεβαιωθεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν έχει συμμορφωθεί με την ειδοποίηση «τύπου Ι» και να πληροφορηθεί για τον τόπο και χρόνο του πλειστηριασμού που έχει προγραμματιστεί. Αναφορικά με το επιχείρημα του εφεσείοντα-ενάγοντα ότι η ειδοποίηση «τύπου ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί νομότυπα, ο εφεσείοντας-ενάγοντας δεν έχει θέσει ενώπιον μου το αποδεικτικό υλικό αναγκαίο για να αποσείσει το βάρος απόδειξης σε σχέση με τον εν λόγω ισχυρισμό. Η καθ' ης η αίτηση στην δική της ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης αμφισβητεί όλους τους ισχυρισμούς των αιτητών και αυτός που έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο αιτητής-εφεσείοντας και η σύζυγος του ως πρωτοφειλέτης των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων δεν έχουν λάβει γνώση των ειδοποιήσεων «τύπου Ι και ΙΑ» είναι ο αιτητής. Ενόψει του γεγονότος ότι η καθ' ης η αίτηση έχει προσκομίσει θετική μαρτυρία ότι οι ειδοποιήσεις «τύπου ΙΑ» που απευθύνονται στην τελευταία διεύθυνση του αιτητή-εφεσείοντα και στην πρωτοφειλέτη σύζυγος του έχουν παραληφθεί έναντι υπογραφής διά μέσω του ταχυδρομείου καταρρίπτονται αιτιάσεις του εφεσείοντα σε σχέση με το νομότυπο της επίδοσης και σε κάθε περίπτωση δεν έχει προβληθεί ως θετικό γεγονός ότι ο ίδιος ή η σύζυγος του δεν έχουν λάβει έγκαιρα ενημέρωση ως προς τον χρόνο και τον τόπο του σκοπούμενου πλειστηριασμού. Απτή απόδειξη ότι η ενημέρωση υπήρξε έγκαιρη είναι η καταχώρηση της αίτησης-έφεσης εντός της προθεσμίας που προνοεί ο νόμος των 45 ημερών. Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ήτοι στους ενυπόθηκους οφειλέτες. Ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ως ορίζει ο νόμος 9/1965, σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εισπραχθέντος ποσού εκ του πλειστηριασμού, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος. Συνεπώς, επειδή οι δύο ειδοποιήσεις ήτοι του «τύπου Ι» και «τύπου ΙΑ» έχουν αποσταλεί στον κύριο του ακινήτου που είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης και σε όλους τους οφειλέτες του δανείου, που θα ήταν τα πρόσωπα που ενδεχομένως να είχαν το δικαίωμα να εισπράξουν μέρος της πώλησης στην περίπτωση πλειστηριασμού, θεωρώ ότι έχουν ικανοποιηθεί οι πρόνοιες της νομοθεσίας που αφορούν την κοινοποίηση των ειδοποιήσεων στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Επιπρόσθετα, πουθενά δεν είναι προϋπόθεση αποστολής της ειδοποίησης ότι έχει προηγηθεί και αποστολή παρόμοιας ειδοποίησης σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Σημασία έχει ότι ο αιτητής ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο και ενυπόθηκος οφειλέτης δυνάμει τις διατάξεις του νόμου έχει λάβει γνώση της διαδικασίας. Ακόμη και να διαβασθεί αυτή η πρόνοια του Νόμου σε συνδυασμό με το άρθρο 44ΙΓ δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του εφεσείοντα ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Έλαβε γνώση της ειδοποίησης και ενημερώθηκε ότι ήταν σε υπερημερία τουλάχιστον 120 ημέρες και ότι υπήρχε πρόθεση να προχωρήσει η εφεσίβλητη σε πώληση του ακινήτου. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο. Β. Κατά πόσο το συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας Κύπρου να προχωρήσει με εκποίηση του ακινήτου απευθείας έχει νόμιμα μεταβιβασθεί στην εφεσίβλητη. Οι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις μαζί με τις εξασφαλίσεις τους έχουν νόμιμα μεταβιβασθεί στην εφεσίβλητη με διάταγμα Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης 320/21 στις 4.6.2021 ( βλ. τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης). Διενεργήθηκε η μεταφορά των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων εξαιτίας των προνοιών του άρθρου 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων για συναφή θέματα Νόμου 169
(1)/15. Το σχετικό άρθρο παρατίθεται πιο κάτω: «3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται - (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.» Στην παρούσα περίπτωση η Τράπεζα Κύπρου έχει μεταβιβάσει πιστωτικές διευκολύνσεις σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και έχει καταρτιστεί σχέδιο διακανονισμού. Το σχέδιο αυτό έχει επικυρωθεί από το Δικαστήριο και περιλαμβάνει την εξαγορά των συγκεκριμένων πιστώσεων. Η Τράπεζα Κύπρου και η εφεσίβλητη ως τα συμβαλλόμενα μέρη σχεδίου έχουν ακολουθήσει διαβήματα ώστε η εξαγορά των συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων που είναι μέρος σχεδίου συγχώνευσης να έχει γίνει σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19 του Ν. 169
(1)/15. Πιο κάτω παρατίθενται τα άρθρα 18 και 19: «18.-
(1)Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων - (α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του: Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου: Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙ (β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να υποβάλει πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης, υποβάλλεται μόνο μία φορά από το δανειολήπτη και σε περίπτωση που εντός της χρονικής περιόδου των σαράντα πέντε
(45)ημερών δεν υποβληθεί τέτοια πρόταση, τότε τεκμαίρεται ότι ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί την υποβολή πρότασης.
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών. (β) Ο εκχωρητής υποχρεούται ανά εξαμηνία, να υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα έκθεση την οποία δημοσιοποιεί και στην οποία περιλαμβάνονται - (i) Στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν πωληθεί σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, και (ii) στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν εξαγοραστεί από δανειολήπτη. (γ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει οποιαδήποτε υπό εξέλιξη διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε αποτελέσματα επέρχονται λόγω εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω Νόμου. (δ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλλει αίτηση για Διακανονισμό Αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, ούτε το δικαίωμα του δανειολήπτη ή άλλου προσώπου για διορισμό εξεταστή δυνάμει του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου. (ε) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το προβλεπόμενο στο Παράρτημα 2, Μέρος Ι του επισυνημμένου στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 της Κεντρικής Τράπεζας, Κώδικα Συμπεριφοράς, δικαίωμα του δανειολήπτη.
(3)(α) Από το χρόνο μεταφοράς ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή οποιωνδήποτε οδηγιών εκδίδονται δυνάμει οποιοδήποτε άλλου νόμου, η μεταβίβαση των εξασφαλίσεων από τον εκχωρητή στον αγοραστή διενεργείται χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τέλους. (β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής. (γ) Η κατοχή οποιωνδήποτε εγγράφων, βιβλίων, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταφοράς μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία, αγαθά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, εν αναμονή οποιασδήποτε τέτοιας μεταβίβασης στην πράξη, ο εκχωρητής θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, βιβλίο, αγαθό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο σε καταπίστευμα ή ως θεματοφύλακας (bailee), ανάλογα με την περίπτωση, αποκλειστικά προς όφελος του αγοραστή. (δ) Όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς.
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομική διαδικασία ή σε οποιοδήποτε δικαίωμα έναρξης ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομικής διαδικασίας ή ποινικής ή διοικητικής φύσεως διάταγμα ή απόφαση που τυχόν εκκρεμεί ή υφίσταται εναντίον του εκχωρητή κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και τέτοια νομική διαδικασία ή δικαίωμα έναρξης τέτοιας νομικής διαδικασίας ή διάταγμα ή απόφαση εναντίον του εκχωρητή δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται εναντίον του εκχωρητή.
(5)Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε, στο βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά.» Το 'Σχέδιο' είχε το αποτέλεσμα της εξαγοράς κάποιων πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου στην εφεσίβλητη δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Προς επικύρωση της διαδικασίας της αναδιοργάνωσης καταχωρήθηκε η αίτηση 320/21 με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Παραθέτω πιο κάτω για εύκολη αναφορά τα άρθρα 198 και 200 που είναι σχετικά: «Διακανονισμοί και Αναδιοργανώσεις Εξουσία για συμβιβασμό με πιστωτές και μέλη 198.-
(1)Όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και των πιστωτών της ή οποιασδήποτε τάξης της ή μεταξύ της εταιρείας και των μελών της ή οποιασδήποτε τάξης τους, το Δικαστήριο δύναται, με συνοπτική αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε πιστωτή ή μέλους της εταιρείας, ή, σε περίπτωση εταιρείας που είναι υπό εκκαθάριση, του εκκαθαριστή, να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή των μελών της εταιρείας ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, με τέτοιο τρόπο όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.
(2)Αν πλειοψηφία σε αξία των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή σε αριθμό ψήφων μελών ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι παρόντες και ψηφίζουν είτε προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στη συνέλευση, αποδέχονται οποιοδήποτε διακανονισμό ή συμβιβασμό, ο συμβιβασμός ή διακανονισμός, αν επικυρωθεί από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή την τάξη των πιστωτών, ή τα μέλη ή την τάξη μελών, ανάλογα με την περίπτωση, όπως επίσης για την εταιρεία ή, σε περίπτωση υπό εκκαθάριση εταιρείας, για τον εκκαθαριστή και συνεισφορείς της εταιρείας.
(3)Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο
(2)δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου αντίγραφο του διατάγματος παραδοθεί στον έφορο εταιρειών για εγγραφή, και αντίγραφο κάθε τέτοιου διατάγματος θα επισυνάπτεται σε κάθε αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου που εκδίδεται μετά την έκδοση του διατάγματος, ή σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει ιδρυτικό έγγραφο, σε κάθε αντίγραφο που εκδίδεται με τον τρόπο αυτό του εγγράφου που ιδρύει ή ορίζει την ίδρυση της εταιρείας.
(4)Αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο
(3), η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για κάθε αντίγραφο αναφορικά με το οποίο γίνεται παράλειψη.
(5)Στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 199, η έκφραση "εταιρεία" σημαίνει οποιαδήποτε εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με το Νόμο αυτό και η έκφραση "διακανονισμός" περιλαμβάνει αναπροσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την ενοποίηση μετοχών διαφορετικής τάξης ή με τη διαίρεση μετοχών σε μετοχές διαφορετικών τάξεων ή και με τις δύο αυτές μεθόδους.» Το διάταγμα εκδόθηκε ως προνοεί το άρθρο 198 πιο πάνω. Αυτό ήταν δεσμευτικό για την υπό διακανονισμό εταιρεία σε σχέση με εκείνες τις εργασίες που καθορίζονται στο σχέδιο ως διευκολύνσεις ήτοι και για τους πιστωτές της εταιρείας. Το αποτέλεσμα του διατάγματος που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 4.6.21 προδιαγράφεται από τις πρόνοιες του άρθρου 200 του Κεφ. 113 πιο κάτω: «Διατάξεις για διευκόλυνση της αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης εταιρειών 200.-
(1)Όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 198 για την επικύρωση συμβιβασμού ή διακανονισμού μεταξύ εταιρείας και οποιωνδήποτε τέτοιων προσώπων όπως αναφέρονται στο άρθρο εκείνο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο συμβιβασμός ή διακανονισμός προτάθηκε για τους σκοπούς ή αναφορικά με σχέδιο για την αναδιοργάνωση οποιασδήποτε εταιρείας ή εταιρειών ή για τη συγχώνευση οποιωνδήποτε δύο ή περισσότερων εταιρειών, και ότι σύμφωνα με το σχέδιο ολόκληρο ή μέρος της επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας της εταιρείας που επηρεάζεται από το σχέδιο (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η μεταβιβάζουσα εταιρεία") πρόκειται να μεταβιβαστεί σε άλλη εταιρεία (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η εταιρεία προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση"), το Δικαστήριο δύναται, είτε με το διάταγμα που επικυρώνει το συμβιβασμό ή διακανονισμό ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα, να προνοεί για όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω θέματα- (α) τη μεταβίβαση στην εταιρεία προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, ολόκληρου ή μέρους της επιχείρησης και της ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (β) την παραχώρηση ή, καταμερισμό από την εταιρεία στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεωστικών ομολόγων, ασφαλιστηρίων ή άλλων παρόμοιων συμφερόντων στην εταιρεία εκείνη που θα παραχωρηθούν ή καταμεριστούν με βάση το συμβιβασμό ή διακανονισμό από την εταιρεία εκείνη σε ή για οποιοδήποτε πρόσωπο· (γ) τη συνέχιση από ή εναντίον της εταιρείας στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας που εκκρεμεί από ή εναντίον της εταιρείας που μεταβιβάζει· (δ) τη διάλυση, χωρίς εκκαθάριση, οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (ε) την πρόνοια που πρέπει να ληφθεί για οποιαδήποτε πρόσωπα, τα οποία μέσα σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που το Δικαστήριο διατάσσει, διαφωνούν με το συμβιβασμό ή διακανονισμό· (στ) τέτοια συναφή, επακόλουθα και συμπληρωματικά θέματα που είναι αναγκαία για εξασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής διεξαγωγής της αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης.
(2)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται σε, και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτό, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού.
(3)Όταν εκδίδεται διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, κάθε εταιρεία σχετικά με την οποία εκδίδεται το διάταγμα μεριμνά όπως αντίγραφο του παραδοθεί στον έφορο εταιρειών για εγγραφή μέσα σε επτά ημέρες από την έκδοση του διατάγματος, και αν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για την παράλειψη υπόκειται σε πρόστιμο παράλειψης.
(4)Στο άρθρο αυτό ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής, και η έκφραση "υποχρεώσεις" περιλαμβάνει καθήκοντα.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(5)του άρθρου 198, η έκφραση "εταιρεία" στο άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει άλλη εταιρεία εκτός από εταιρεία με την έννοια του Νόμου αυτού.» Βάσει των, πιο πάνω, άρθρων λοιπόν εγκρίθηκε το 'Σχέδιο' από το Δικαστήριο και η εφεσίβλητη απέκτησε την ιδιοκτησία και/ή τις υποχρεώσεις που καταγράφονται στο 'Σχέδιο'. Το εν λόγω διάταγμα έχει δημιουργήσει δεδικασμένο ώστε να παραχθούν έννομα αποτελέσματα ως συνέπεια της έκδοσης του διατάγματος. Το δεδικασμένο είναι εκείνο το δόγμα και/ή αρχή βάση του οποίου επιλύεται οριστικά ένα ζήτημα στα πλαίσια μίας δικαστικής διαφοράς. Στην υπόθεση Γαβριήλ ν Αγαπίου 1(Γ) ΑΑΔ 1868
(1998)το Εφετείο επεξήγησε ότι η απόρριψη αγωγής επιφέρει τη λύση διαφοράς της αγωγής και καθιστά το αγώγιμο δικαίωμα δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο προκύπτει όποτε υπάρχει ταυτότητα των συμφερόντων (δηλαδή τα επίδικα ζητήματα της μίας αγωγής που είναι τα ίδια με την δεύτερη αγωγή) και ταυτότητα των διαδίκων. Η δέσμευση που προκύπτει από το δεδικασμένο βαρύνει μόνο τους διαδίκους και τους διαδόχους των διαδίκων. Το δεδικασμένο δημιουργείται σε σχέση με τα ζητήματα που έχουν επιλυθεί ή θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί στα πλαίσια της διαφοράς. Η πιο πάνω διαδικασία επικύρωσης «Σχέδιο Διακανονισμού» από το Δικαστήριο δεν είχε ως σκοπό την επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος. Το αποτέλεσμα του σχεδίου δεν είχε παράξει έννομες συνέπειες που να προέκυπταν από την εκδίκαση και οριστική επίλυση συγκεκριμένων επίδικων ζητημάτων και της συγχώνευσης (merger) των επίδικων ζητημάτων που είχαν επιλυθεί οριστικά σε μία δικαστική απόφαση που να έχει το νομικό αποτέλεσμα να υπάρχει δικαστικό εμπόδιο για την έναρξη μελλοντικών δικαστικών διαδικασιών και που να αφορούσε την επίλυση των ίδιων ζητημάτων μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' δεν είχε το αποτέλεσμα επίλυσης κάποιου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων που να είχαν επικαλεστεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς επίλυση μίας διαφοράς. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' αφορούσε την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Καθόριζε τον σκοπό και το πλαίσιο της άσκησης αυτής της δικαιοδοσίας που είχε το αποτέλεσμα να δεσμεύσει την Εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με τις πρόνοιες του 'Σχεδίου Διακανονισμού'. Το 'Σχέδιο' αυτό είναι δεσμευτικό σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που έχουν μεταβιβασθεί στην εφεσίβλητη νοούμενου ότι έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 και
  1. Μαζί με τις Μεταβιβαζόμενες Πιστωτικές Διευκολύνσεις μεταβιβάστηκαν και Μεταβιβαζόμενες σχετικές εξασφαλίσεις που καθορίζονται στο σχέδιο (βλ. τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Το σχέδιο είναι δεσμευτικό έναντι τρίτων σε σχέση με οτιδήποτε έχει καταστεί αντικείμενο μεταβίβασης δυνάμει αυτού και στην απουσία μαρτυρίας ότι δεν έχουν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 και
  2. Νόμιμα έχει διενεργήσει η εφεσίβλητη συμβατικά δικαιώματα που πηγάζουν από πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν μεταβιβασθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού. Οι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις θεωρούνται για όλους τους σκοπούς του Ν 9/1965 ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης και αυτή θεωρείται πλέον για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η ενυπόθηκος δανειστής. Δ. ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην παρούσα περίπτωση είναι αναντίλεκτο το γεγονός ότι το δάνειο βρίσκεται σε υπερημερία και ότι υπάρχει έγκυρη συμφωνία υποθήκης που επιτρέπει την πώληση της εξασφάλισης προκειμένου να αποπληρωθεί το οφειλόμενο που βρίσκεται σε υπερημερία. Δεν υπάρχει κώλυμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να προχωρήσει με την διαδικασία ως αυτή προνοείται με το άρθρο 44Β τα δικαιώματα του. Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται κανένα ζήτημα που να θέτει σε αμφισβήτηση το συμβατικό δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο προς αποπληρωμή του χρέους που βρίσκεται σε υπερημερία. Η ειδοποίηση 'τύπου Ι' που έχει αποσταλεί στον ενυπόθηκο δανειστή έχει αποσταλεί με το υπόλοιπο που διαμορφώνεται βάσει κατάστασης λογαριασμού που έχουν ετοιμάσει οι καθ' ων η αίτηση. Αυτό το υπόλοιπο τεκμηριώνεται με κατάσταση λογαριασμού και προσδιορίζει ότι το οφειλόμενο ενσωματώνει το κεφάλαιο και τους τόκους των δανείων που συνιστούν το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος. Ο τόκος επί του εκάστοτε υπολοίπου ήταν πάντοτε σταθερός ύψους 5.994%. Ομοίως η ειδοποίηση 'τύπου ΙΑ' βασίζεται στο υπόλοιπο που αναγράφεται στον 'τύπο Ι' και έτσι δεν υπάρχει λόγος να παραμερισθεί η ειδοποίηση για τον λόγο ότι δεν προσδιορίζεται το υπόλοιπο του χρέος προς ματαίωση του πλειστηριασμού. Συνεπώς, θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση/έφεση εφόσον το άρθρο 44Γ
(3)δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Ο νόμος, στην ουσία, θέτει επιπρόσθετες υποχρεώσεις στον ενυπόθηκο δανειστή προκειμένου να ασκήσει το συμβατικό του δικαίωμα να πωλήσει το ακίνητο επειδή ο ενυπόθηκος οφειλέτης βρίσκεται σε υπερημερία και έχει αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Είναι αναντίλεκτο το γεγονός ότι το δάνειο βρίσκεται σε υπερημερία και ότι υπάρχει έγκυρη συμφωνία υποθήκης που επιτρέπει την πώληση της εξασφάλισης προκειμένου να αποπληρωθεί το οφειλόμενο που βρίσκεται σε υπερημερία. Δεν υπάρχει κώλυμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να προχωρήσει με την διαδικασία ως αυτή προνοείται με το άρθρο 44Β τα δικαιώματα του. Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται κανένα ζήτημα που να θέτει σε αμφισβήτηση το συμβατικό δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει το υποθηκευμένο ακίνητο προς αποπληρωμή του χρέους που βρίσκεται σε υπερημερία το μόνο που εγείρεται ως ζήτημα είναι η επάρκεια της ειδοποίησης. Έχω εξετάσει τις ειδοποιήσεις τύπου Ι, ΙΑ και ΙΒ που έχουν αποσταλεί στον αιτητή-εφεσείοντα καθώς και τις πραγματικές παραστάσεις των μερών και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αναμφίβολα θα πρέπει να γνωρίζει ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό. Οπότε, θεωρώ ότι ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με την πώληση του ακινήτου ως προνοεί το μέρος VIA και δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος ματαίωσης του πλειστηριασμού που έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στις 30.6.2022 και ώρα 10.00 π.μ.. Σε απόφαση που εκδόθηκε σε Εφετείο της Nova Scotia του Καναδά (Becker and Others v Nova Scotia Bank [1986] LRC (comm) 638 η οποία διέπεται από παρόμοια σχήμα καταναγκαστικής πώλησης υποθηκευμένων ακινήτων στο οποίο υποχρεούται ο ενυπόθηκος δανειστής να αποστείλει σειρά ειδοποιήσεων προκειμένου να ασκήσει το συμβατικό του δικαίωμα επεξηγήθηκε ότι παράλειψη του ενυπόθηκου δανειστή να αποστείλει ειδοποίηση με βάση τον νόμο δεν ήταν βάσιμος λόγος ματαίωσης του πλειστηριασμού εκεί όπου ο ενυπόθηκος οφειλέτης είχε ειδοποιηθεί ότι βρισκόταν σε υπερημερία, απαιτήθηκε η αποπληρωμή του χρέους και ενημερώθηκε για την υποχρέωση του να διευθετήσει το χρέος. Στην συνέχεια του δόθηκε χρονικό διάστημα πέραν από αυτό που προβλέπει ο νόμος να διευθετήσει το χρέος του ή να προβεί σε άλλο διακανονισμό με την τράπεζα. Σε εκείνη την υπόθεση είχε αποσταλεί απαίτηση στον οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό ως ακολούθως: «We hereby make formal demand for payment of the monies owing by way of non revolving demand US 15,532.806 and operating overdrawn accounts of respectively US 12737.81 and CI 90,469.72. Interest will continue to accrue on these accounts until payment is made in full.» Υπήρχε σύμβαση υποθήκης με πρόνοια, όπως και στην δική μας την περίπτωση, που έδιδε στον δανειστή, στην περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του κεφαλαίου ή του τόκου, το συμβατικό δικαίωμα πώλησης του ακινήτου ως ακολούθως: «The power of sale and appointing a receiver and any other remedies available to the Bank shall become immediately exercisable without further notice.» Η απαίτηση για το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους επιδόθηκε στον ενυπόθηκο οφειλέτη τον Ιούλιο 1982 ενώ η πώληση διευθετήθηκε τον Νοέμβριο 1984 επομένως δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο χρεώστης γνώριζε τι χρωστούσε και ότι επέλεξε να μην αποπληρώσει ή να προβεί σε διακανονισμό του χρέος. Επομένως, υπό τις δεδομένες περιστάσεις ο δικαστής ορθά επιβεβαίωσε την πώληση του ακινήτου με ιδιωτική σύμβαση πώλησης μεταξύ της τράπεζας και τρίτου αγοραστή κατά παρέκκλιση του δικαιώματος αποστολής ειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση το ποσό που ζητείται να εισπραχθεί με την πώληση προσδιορίζεται με σαφήνεια και δεν τίθεται ενώπιον μου κανένα ζήτημα σε σχέση με την υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η έναρξη της διαδικασίας εκποίησης, η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ως επιλογή του ενυπόθηκου δανειστή σε σχέση με την παραχωρηθείσα εξασφάλιση έναντι ανταλλάγματος, δεν μπορεί να στερήσει στην εφεσίβλητη άλλα νομικά της δικαιώματα που πηγάζουν από τα συμφωνηθέντα σε σχέση με οφειλόμενο ποσό και σε σχέση με άλλες θεραπείες και εξασφαλίσεις που κατέχει στη βάση των συμβάσεων που θεμελιώνουν το νομικό πλαίσιο των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο αιτητής δεν έχει θέσει ενώπιον μου κανένα βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την ματαίωση του πλειστηριασμού. Ως εκ τούτου, η αίτηση/έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-εφεσείοντα, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.