← Κύπρος

Α. Δ. ν. Σ. Μ. Σ. κ.α., Εναρκτήρια Αίτηση αρ. 308/19, 22/7/2022

Α. Δ. ν. Σ. Μ. Σ. κ.α., Εναρκτήρια Αίτηση αρ. 308/19, 22/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A308 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Εναρκτήρια Αίτηση αρ. 308/19 Επί τοις αφορώσι τον Α. Δ. Γ. (Βρετανικό Διαβατήριο αρ. [ ]) τέως από την Κοκκινοτριμιθιά και μόνιμα διαμένοντος στο Ηνωμένο Βασίλειο (Enfield Middlesex) Επί τοις αφορώσι τον ΠΕΡΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 189 Μεταξύ: Α. Δ., από το Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο Αιτήτριας και

  1. Σ. Μ. Σ., από την Λευκωσία
  2. Κ. Δ. Γ., από την Κοκκινοτριμιθιά Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερ. 6/8/21 Ημερομηνία: 22/7/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Ταλιαδώρος για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η Αίτηση 1: Παρουσιάζεται αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια, Αναστασία Δημητρίου, ζητεί την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή ή/και ο παραμερισμός των «Ειδοποιήσεων Ένστασης» που καταχώρισαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, καθότι είναι παράτυπες, δεν συμμορφώνονται με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό και τον σχετικό τύπο, στερούνται νομικού και πραγματικού ερείσματος και είναι επιπόλαιες (frivolous) και ενοχλητικές (vexatious) και καταχρηστικές της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Β. Διαζευκτικά προς τη θεραπεία Α, ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή των παραγράφων 1-9, 11-13, 17-18, 22-23 της Ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση 1 ημερομηνίας 15/11/2019 και των παραγράφων 4-8, 10, 12, 15-16 και Α, Β, Γ, Δ της Ένορκης Δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση 1, ίδιας ημερομηνίας, που υποστηρίζει την «Ειδοποίηση Ένστασης» που καταχώρισε, για το λόγο ότι είναι παντελώς άσχετες με τα επίδικα θέματα της Κυρίως Αίτησης, είναι σκανδαλώδεις, επιπόλαιες, ενοχλητικές, καταπιεστικές, αχρείαστες ή/και προκαλούν αμηχανία, δυσμενείς και παραπλανητικές εντυπώσεις ή/και αποδίδουν ανεντιμότητα ή/και προσβλητική συμπεριφορά ή/και εγκληματική δράση σε μη διαδίκους ή/και επειδή περιλαμβάνουν ανάρμοστους χαρακτηρισμούς και ύβρεις, επειδή μέρος αυτών αφορά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι ή περιλαμβάνουν προσωπική επίθεση εναντίον των δικηγόρων της Αιτήτριας και επειδή τείνουν να περιπλέξουν αχρείαστα τη διαδικασία, να καθυστερήσουν τη διεξαγωγή της δίκης, να προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η νομική βάση της αίτησης είναι οι διαταγές 19, 27, 39, 48, 55 και 64 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και στην ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο Π. Θ., δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει την αιτήτρια. Ο λόγος που αυτό το πρόσωπο έχει ετοιμάσει την ένορκη δήλωση είναι επειδή η αιτήτρια είναι ηλικιωμένο άτομο, βρίσκεται στο εξωτερικό και δυσκολεύεται να ταξιδεύσει στην Κύπρο. Αναφέρει ότι τα έγγραφα στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν οι καθ' ων η αίτηση στην ένσταση ημερομηνίας 15.11.2019 και 20.5.2020 δεν συμμορφώνονται με τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς και τον ορθό τύπο και ανεπίτρεπτα η ειδοποίηση ένστασης του καθ' ου η αίτηση 2 δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Τα έγγραφα που έχουν καταχωρηθεί αποτελούν κλασικό παράδειγμα σκανδαλωδών και ενοχλητικών εγγράφων και υπόκεινται σε διαγραφή. Δεν περιέχουν οποιοδήποτε λόγο που να συνιστούν ένσταση στην κατάθεση της ζητούμενης διαθήκης ή που εξηγεί γιατί οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται να συμμορφωθούν με τη νομοθετική τους υποχρέωση να καταθέσουν τη διαθήκη που διατείνονται ότι κατέχουν. Περιέχουν εικασίες που είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και αφορούν ευφάνταστες κατηγορίες εναντίον προσώπων που δεν είναι μέρος της διαδικασίας περιλαμβανομένου και των δικηγόρων της αίτητριας και κάποια Στέλλα Ναζίρη που δεν είναι διάδικος ή κληρονόμος. Από όλα όσα αναφέρονται στο έγγραφο που καταχώρισε ο Καθ' ου η Αίτηση 1, τα στοιχεία που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κάπως σχετικά με την Κυρίως Αίτηση, αλλά και πάλι δεν αποκαλύπτουν λόγους ένστασης, είναι τα ακόλουθα: (α) ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι ο αποβιώσας υπέγραψε διαθήκη προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση 2 (σελίδα 6 της Ένστασής του (Παράγραφοι 14, 15, 16 και επόμενες μη αριθμημένες παράγραφοι με κεφαλαία γράμματα), (β) ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι έχει στην κατοχή και στον έλεγχό του φερόμενη Διαθήκη του αποβιώσαντος, η οποία, όπως ισχυρίζεται, βρίσκεται στο εξωτερικό και θα την φέρει στη Κύπρο τον Ιανουάριο (προφανώς του 2020) για να την καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο Διαθηκών (σελίδα 8 της Ένστασης (παράγραφοι 20 και 21), χωρίς όμως να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί μετέφερε στο εξωτερικό διαθήκη που καταρτίστηκε στην Κύπρο, χωρίς προφανώς να την έχει καταθέσει προς εκτέλεση στο εξωτερικό και χωρίς μέχρι σήμερα (ενάμιση χρόνο μετά) να την έχει καταθέσει στο Δικαστήριο στην Κύπρο και (γ) ο ισχυρισμός του ότι αποκάλυψε τη Διαθήκη όταν του τη ζήτησαν οι Ιατροδικαστές στην Αγγλία (παράγραφος 10, σελίδα 6 της Ένορκης του Δήλωσης). Ακόμα και οι αναφορές του Καθ' ου η Αίτηση 1 που έχουν κάποια σχέση με τα επίδικα ζητήματα, συνίστανται σε παραδοχή του ότι κατέχει έγγραφο φερόμενο ως Διαθήκη του αποβιώσαντος και στον ισχυρισμό ότι μετέφερε το έγγραφο αυτό στο εξωτερικό. Καμία εξήγηση δε δίδεται που να δικαιολογεί την μη κατάθεση της φερόμενης «Διαθήκης» στο Δικαστήριο ή που να δικαιολογεί τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πέραν των ανωτέρω, όλες οι υπόλοιπες παράγραφοι του εγγράφου που κατέθεσε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ως «Ειδοποίηση Ένστασης» (δηλαδή οι παράγραφοι 1-9, 11-13, 17-18, 22-23 της Ένστασης και οι παράγραφοι 4 - 8, 10, 12, 15-16 και Α, Β, Γ, Δ της Ένορκης Δήλωσης) είναι άσχετες με τα επίδικα ζητήματα, σκανδαλώδεις και υπόκεινται σε διαγραφή. Πιο συγκεκριμένα: (α) Στις παραγράφους 1-4, 6-9, 18, της Ένστασης και στις παραγράφους 5, 6, 7, 9, 10, 12 της Ένορκης του Δήλωσης, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 καταφέρεται με σκανδαλώδεις χαρακτηρισμούς, που αποδίδουν ανεντιμότητα και εγκληματικές ενέργειες εναντίον πάντων (γενικά και αόριστα) και ειδικά εναντίον προσώπου με το όνομα Σ. Ν., η οποία δεν είναι καν μέρος της παρούσας διαδικασίας. Απευθύνει επίσης ρητορικά ερωτήματα προς το Δικαστήριο και υποβάλλει μέσα από την Ένσταση διάφορα αιτήματα. Επομένως, υποβάλλεται ότι συνιστούν κλασική περίπτωση σκανδαλωδών και παρενοχλητικών σχολίων που δεν θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο και συνεπώς χρήζουν διαγραφής. (β) Στις παραγράφους 3, 7 της Ένστασης, εκφράζει παράπονά του για τους χειρισμούς της υπόθεσης από τις αρμόδιες αρχές της Αγγλίας, που είναι άσχετα και δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. (γ) Με τις παραγράφους 5, 11, 12, 13, 22, της Ένστασης και την παράγραφο 4 της Ένορκης του Δήλωσης επιχειρεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα ή/και νομιμότητα της διαθήκης που κατέχει η Αιτήτρια. Η παρούσα διαδικασία όμως δεν αποσκοπεί στην εξακρίβωση της αυθεντικότητας οποιασδήποτε διαθήκης και δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση να καταθέσει στο Δικαστήριο τη Διαθήκη που διατείνεται ότι κατέχει. Εάν επιθυμεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της διαθήκης που κατέχει η Αιτήτρια, θα έχει την ευχέρεια να το πράξει στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας που θα ακολουθήσει, αφού πρώτα κατατεθεί η φερόμενη ως Διαθήκη που κατέχουν οι Καθ' ων η Αίτηση. (δ) Στις παραγράφους 8, 14, 15, 16 και επόμενες (χωρίς αρίθμηση) της Ένορκης του Δήλωσης, καταφέρεται εναντίον του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, του ιδρυτή του γραφείου και των δικηγόρων του, με σκανδαλώδεις ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα ζητήματα και τα αιτούμενα διατάγματα και εν πάση περιπτώσει είναι και ψευδείς. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Αγωγή στην οποία αναφέρεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην παράγραφο 16, όχι μόνο δεν αποσύρθηκε, όπως ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην σελίδα 9 της Ένορκης του Δήλωσης, αλλά εκδόθηκε απόφαση υπέρ των πελατών του γραφείου τους, κατόπιν, μάλιστα, παραδοχής του εδώ Καθ' ου η Αίτηση 1 (δήθεν εκτελεστή και κληροδόχου της εκεί «διαθήκης») ότι η σχετική διαθήκη ήταν άκυρη. Επισυνάπτεται πιστό αντίγραφο της σχετικής απόφασης και του πρακτικού του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο
  3. (ε) Στις παραγράφους 5, 6, 8, 9, 13, 22, 23 της Ένστασης και Α, Β, Γ, Δ της Ένορκης του Δήλωσης ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απευθύνει ερωτήματα και «αιτήματα» προς το Δικαστήριο, που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του παρόντος Δικαστηρίου είτε για να τα διερευνήσει είτε για να τα απαντήσει, πόσο μάλλον για να τα ικανοποιήσει στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει κάθε δικαίωμα να υποβάλει στον κατάλληλο χρόνο και με το κατάλληλο ένδικο μέσο οποιαδήποτε αιτήματα τυχόν επιθυμεί να εξεταστούν. Το έγγραφο που τιτλοφορείται 'ειδοποίηση ένστασης' δεν περιέχει ισχυρισμό που να αφορά την επίδικη διαθήκη και μόνο ενδεχομένως σχετικό στοιχείο είναι ο ισχυρισμός ότι ο αδελφός του καθ' ου η αίτηση 2 'ουδέποτε συνέταξε ή υπέγραψε άλλη διαθήκη πέραν της μίας και μοναδικής και μόνης γνήσιας με την οποία καθιστούσε ως κληρονόμο και δικαιούχο εμέ τον αδελφό του Κ. Δ. Γ.'. Ακόμη και αυτή η αναφορά δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο λόγος που επέλεξε να μην προχωρήσει αρχικά να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση είναι επειδή δεν επιθυμούσε την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης. Αποφάσισε να προχωρήσει με το διάβημα όταν μετά την αναβολή της ακρόασης της κυρίως αίτηση ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε αίτηση για να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και για να συνεχίζει την παρελκυστική τακτική και την προβολή άσχετων και ενοχλητικών ισχυρισμών. Έχει καταχωρηθεί ένσταση και έχουν προβληθεί οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
  4. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  5. Η αιτήτρια δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
  6. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Η αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης.
  9. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  10. Η αίτηση είναι αχρείαστη.
  11. Η αιτήτρια κωλύεται λόγω της μεγάλης καθυστέρησης να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες.
  12. Η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει την αίτηση της.
  13. Η Ενάγουσα δεν παραθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει και/ή τα στοιχεία που παραθέτει είναι ελλιπή.
  14. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικό αφηρημένο και αόριστο. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο καθ' ου η αίτηση
  15. Δεν παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου αρ. 4 της ενόρκου δηλώσεως, οι ισχυρισμοί της είναι γενικοί και αόριστοι, δεν καθορίζουν ποια είναι η νομική βάση, η οποία είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Ειδοποίηση Ενστάσεως του καθ' ου η αίτηση 2, δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, αναφέρει ότι στην ειδοποίηση ένστασης «τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η παρούσα Ένσταση φαίνονται στην συνημμένη Ένορκη Δήλωση του Σ. Μ. Σ.» δηλαδή την δική του Ένορκο Δήλωση καθότι εκείνος γνώριζε τα γεγονότα για τα οποία ενημέρωσε τον καθ' ου η αίτηση
  16. Επίσης αρνείται ότι η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 2 συντάχθηκε από εκείνον, αλλά όπως φαίνεται συντάχθηκε από τον δικηγόρο που την είχε καταχωρήσει. Επίσης η Ένσταση του όσο και η ένσταση του καθ' ου η αίτηση αρ. 2 καταχωρήθηκαν από τις 15/11/2020 και 20/5/2020 όπως φαίνεται από το κείμενο που είναι καταχωρημένο στον σχετικό φάκελο που διατηρείται στο Δικαστήριο. Έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα και η αιτήτρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε αίτηση για διαγραφή των ισχυρισμών. Εν πάση περιπτώσει εάν είναι αχρείαστα τότε δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Αναφορικά με τα έγγραφα πιστεύει ότι είναι σχετικά για να καταλάβει το Δικαστήριο τις προθέσεις της αιτήτριας και οι ισχυρισμοί είναι απαραίτητοι για να τεθούν τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει κατά πόσο η αιτήτρια νομιμοποιείται στην καταχώρηση της ενακτήριας αίτησης και εισηγείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία. Την υποχρέωση να καταθέσει την διαθήκη την έχει ο ίδιος και όχι ο καθ' ου η αίτηση
  17. Αρνείται τον ισχυρισμό που περιέχεται στο περιεχόμενο της παραγράφου 9 ότι τα μόνα στοιχεία που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως κάπως σχετικά με την Κυρίως Αίτηση είναι μόνο αυτά που αναφέρονται υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) αλλά όλα όσα αναφέρονται στις Ενστάσεις και την Ένορκο Δήλωση του, και ουδεμία παράγραφος θα πρέπει να διαγράφει ή παραμερισθεί και ως τέτοια θα πρέπει να παραμείνει μέχρι τέλους της διαδικασίας. Δεν παραδέχεται την παράγραφο 11 της Ενόρκου Δηλώσεως και τις υποπαραγράφους (α), (β), (γ), (δ) και (ε) και πιστεύει ότι όσα αναγράφονται στις παραγράφους της Ενόρκου Δηλώσεως του είναι τα πραγματικά γεγονότα και ότι απαντούσε σε όλους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Δεν είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα ούτε είναι σκανδαλώδεις, ούτε ενοχλητικοί και/ή αχρείαστοι. Αρνείται ότι θα πρέπει να διαγραφούν και/ή παραμεριστούν οποιεσδήποτε παράγραφοι από την ένορκο δήλωση του αφού δεν είναι σκανδαλώδεις και/ή δεν περιέχουν άσχετους ισχυρισμούς και/ή ενοχλητικούς και/ή αχρείαστους. Όλες οι παράγραφοι που περιέχονται στην Ένορκο του Δήλωση απαντούν σε όλα τα θέματα που περιέχονται στην Κυρίως Αίτηση. Δεν θα πρέπει να διαγράφει η Ένσταση τους και/ή να παραμερισθούν οι παράγραφοι που ζητούνται από την αιτήτρια. Μία απλή ανάγνωση των εν λόγω παραγράφων αποκαλύπτει του λόγου το αληθές και την αναγκαιότητα παραμονής τους στο σώμα Ένστασης. Εξάλλου αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να διακριβωθεί η αλήθεια των γεγονότων αλλά το στάδιο της Ακροαματικής Διαδικασίας. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΑΒΗΜΑ ΠΟΥ ΔΙΑΣΩΖΕΤΑΙ Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του ένα έγκυρο δικονομικό διάβημα το οποίο θα πρέπει να το εξετάσει και να το επιλύσει ουσιαστικά. Το συγκεκριμένο έγγραφο που ονομάζεται 'ειδοποίηση ένστασης' έχει καταχωρηθεί ως απάντηση στην αίτηση της αιτήτριας που βρίσκεται στο Λονδίνο και ισχυρίζεται ότι είναι κληροδόχος και εκτελέστρια της διαθήκης ημερομηνίας 1.9.1994 του αποβιώσαντα που ισχυρίζεται ότι απεβίωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο χώρα διαμονής του την 11.2.2019 σε ηλικία 93 ετών. Το αίτημα της είναι να διαταχθούν οι καθ' ων η αίτηση να προσκομίσουν στο Δικαστήριο εντός 5 ημερών το πρωτότυπο φερόμενης διαθήκης ημερομηνίας 5.1.2018 του αποβωσιάντα καθώς και διάταγμα που να υποχρεώνει τον καθ' ου η αίτηση να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να εξετασθεί κατά πόσο κατέχει τέτοια διαθήκη. Επίσης εξαιτείται διάταγμα οι καθ' ων η αίτηση να υποχρεωθούν να καταθέσουν την εν λόγω νεότερη διαθήκη στο Πρωτοκολλητείο επικύρωσης διαθηκών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης η σορός του αποβιώσαντα βρέθηκε στην οικία του σε κατάσταση αποσύνθεσης και ο θανατικός ανακριτής δεν μπορούσε να αποφανθεί σε σχέση με την αιτία θανάτου του εξαιτίας της κατάστασης που βρέθηκε η σορός. Ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία της θανατικής ανάκρισης εμφανίσθηκε ο καθ' ου η αίτηση 1 και διεκδικούσε την σορό και ισχυρίστηκε ότι ήταν αντιπρόσωπος του καθ' ου η αίτηση 2 σε σχέση με διαθήκη που συνέταξε ο αποβιώσαντας το 2018 που ανέφερε ότι την είχε στην κατοχή του. Παρέδωσε αντίγραφο της διαθήκης αυτής στον θανατικό ανακριτή και η σορός παραδόθηκε σε γραφείο κηδειών κατόπιν οδηγιών του καθ' ου η αίτηση
  18. Ο θανατικός ανακριτής αρνήθηκε να δώσει αντίγραφο της διαθήκης στην αιτήτρια. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι σύζυγος εξαδέλφου του αποβιώσαντα και αμφισβητεί την γνησιότητα νεότερης διαθήκης. Ο αποβιώσαντας είχε ακίνητη περιουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Κύπρο και η αξία της περιουσίας εκτιμάται στις €400.
  19. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με νομική βάση τα άρθρα 20, 41, και 53 του Κεφ. 189 και τους περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμών του 1995 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που την συνέταξε ο καθ' ου η αίτηση 1 ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η Σ. Ν. που είναι το πρόσωπο που ισχυρίστηκε η αιτήτρια ότι επισκεπτόταν τον αποβιώσαντα στην οικία του και τον φρόντιζε, είναι μέλος σπείρας που επεδίωξαν την φυσική εξόντωση του αποβιώσαντα και βρίσκεται πίσω από τον θάνατο του. Ισχυρίζεται ότι αυτή παρουσιάστηκε στον θανατικό ανακριτή ως πλησιέστερη συγγενείς του αποβιώσαντα ενώ δεν είχε καμία συγγένεια μαζί του. Ισχυρίζεται ότι η διαθήκη ημερομηνίας 1.9.1994 που βρήκε η Σ. Ν. στην οικία του αποβιώσαντα όταν ο θανατικός ανακριτής της παρέδωσε τα κλειδιά της οικίας του αποβιώσαντα είναι πλαστογραφημένη. Ισχυρίζεται ότι είναι ο μόνος που είχε προσωπική επικοινωνία με τον αποβιώσαντα ως αντιπρόσωπος του μεγαλύτερου του αδελφού και κατείχε γενικό πληρεξούσιο με το οποίο τον αντιπροσωπεύαν εν ζωή. Ανέφερε ότι την διαθήκη την απεκάλυψε όταν την ζήτησαν οι ιατροδικαστές και θεωρεί ότι δεν ήταν υπόχρεος να αποκαλύψει την διαθήκη σε 'δολοφόνους και απατεώνες'. Ο μεγαλύτερος αδελφός του αποβιώσαντας φοβούμενος δολοφονική σπείρα τον βοήθησε να μετακομίσει σε άλλη διεύθυνση. Σε μέρος της ένστασης που δεν αφορά την ένορκη δήλωση είχε καταγραφεί ως γεγονός ότι την μεταγενέστερη διαθήκη που ισχυρίζεται ότι είναι γνήσια είναι η τελευταία βούληση του αποβιώσαντα. Καταγράφηκε επίσης ότι δεν βρίσκεται στην Κύπρο και ότι τον φάκελο της υπόθεσης αυτής θα την έχει στην Κύπρο τον Ιανουάριο

(2020). Η ένσταση καταχωρήθηκε Νοέμβριο 2019) και είχε καταγραφεί ότι τότε (δηλαδή το 2020 μετά από το ταξίδι του στις ΗΠΑ) θα καταθέσει την τελευταία διαθήκη στο 'Πρωτοκολλητείο Διαθηκών για να φυλαχθεί στο Διαθηκοφυλάκιο'. Η ένσταση έχει καταχωρηθεί από τον καθ' ου η αίτηση 1 και όχι από δικηγόρο. Είναι αλήθεια ότι ο τύπος του εγγράφου δεν συμμορφώνεται με τoν καθορισμένο τύπο έντασης που προδιαγράφεται στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας ήτοι, στον τύπο 47 πιο κάτω: ΤΥΠΟΣ Αρ. 47: ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΘΕΣΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΣΕ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ (Δ.48, θ.4.) Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αρ. του 20 . Μεταξύ Α.Β., Ενάγοντα, και Γ.Δ., Εναγόμενου. Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση του Α.Β. από ημερομηνίας και ορισθείσα για πρώτη εμφάνιση στις . Με την παρούσα δίδεται ειδοποίηση ότι ο Γ.Δ. από προτίθεται να ενστεί στην πιο πάνω αίτηση. Η ένασταση βασίζεται (α) . Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: * Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση είναι τα ακόλουθα: (β) ή * Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην/στις ένορκη/ες δήλωση/εις του/της/των από ημερομηνίας . Αυτή η ειδοποίηση δίδεται από το Γ.Δ. προσωπικά (ή από τον Ε.Ζ. δικηγόρο του Γ.Δ.) Διεύθυνση επίδοσης: (Υπογραφή) Ε.Ζ., Δικηγόρος του Γ.Δ. Καταχωρήθηκε την ημέρα του , 20 . Πρωτοκολλητής. (
  1. a)Αναφέρατε το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή το συγκεκριμένο Διαδικαστικό Κανονισμό. (
  2. b)Αν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν απαιτούν να υποστηρίζεται η ειδοποίηση με ένορκη δήλωση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση πρέπει να αναφέρονται στην ειδοποίηση. * Διαγράψετε ότι δεν εφαρμόζεται. Το έγγραφο 'ειδοποίηση ένστασης' δεν περιέχει λόγους ένστασης. Κατά παρέκκλιση του τύπου 47 και του θεσμού 48 που προβλέπει ότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση πρέπει να προβληθούν ενόρκως, η ένσταση περιέχει καταγραφή γεγονότων που δεν προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και δεν ενσωματώνονται στην ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο καθ' ου η αίτηση 1. Τέλος το έγγραφο αυτό περιέχει μέρος αιτητικού κατά παρέκκλιση των θεσμών. Το αιτητικό του εγγράφου είναι ως το Α μέχρι Β που ενσωματώνεται στην ένορκη δήλωση πιο κάτω: «Α. Ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο όπως παραχωρηθεί άδεια σε συγκεκριμένο γραφολόγο να φωτογραφίσει την πρωτότυπη Διαθήκη που κατέχει η Αιτήτρια, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Β. Η Αιτήτρια ν' αναλάβει την ευθύνη να καταρτίσει κατάλογο με τα ονόματα όλων, όσων αναφέρονται στην Εναρκτήρια Κλήση και στην Ένορκη Δήλωση της θυγατέρας της, σαν συνεργάτες της, ώστε να κληθούν κατά τη διάρκεια της Ακροαματικής Διαδικασίας. Γ. Να επιστρέψουν το μεγάλο χρηματικό ποσό που άρπαξαν, ξεγελώντας τον Αστυνομικό Ανακριτή. Να κατατεθεί σε Τράπεζα μέχρι να ξεκαθαρίσει ποιος είναι ο κληρονόμος ή οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα. Δ. Η επιτήδεια Σ. Ν. να επιστρέψει το συντομότερο δυνατό τις τρείς αποσκευές, που βρίσκονταν αποθηκευμένες στην κατοικία του αποβιώσαντα. Οι δύο ανήκουν σε μένα και η τρίτη στον αδελφό του Κ. Γ. Προ μηνός όταν με άδεια του αστυνομικού ανακριτή εισήλθα στην κατοικία, δεν βρίσκονταν στη θέση τους. Αρκεί ν' αναφέρω ότι η Σ. Ν. τα έκανε όλα 'φύλλο και φτερό'. Μπαίνοντας στην κατοικία είχες την εντύπωση ότι προηγήθηκε μεγάλος σεισμός.» Κάθε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της αγωγής πρέπει να καταχωρηθεί συμφώνως της Δ.48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ. 48. Κ. 1 προνοεί ως ακολούθως: «48.1 Every application to the Registar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Στην περίπτωση που τα γεγονότα δεν προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, τότε αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση. Στην περίπτωση που ο αιτητής δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Δ.48, τότε το Δικαστήριο δύναται να τον απαλλάξει από τις συνέπειες του παράτυπου δικονομικού μέτρου που έχει επιλέξει για να προωθήσει το αίτημα αλλά όχι εάν αυτή η παρατυπία είναι ουσιώδης. Εάν η παρατυπία είναι ουσιώδης τότε δεν διορθώνεται με επίκληση της Δ.64. Στην υπόθεση Panagiotis Georghiou (Catering) Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους κάθε αστική διαδικασία πρέπει να συμμορφώνεται με τους δικονομικούς κανόνες ως αυτοί διατυπώνονται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και επεξήγησε την διαφορά μεταξύ παράτυπου δικονομικού μέτρου που διορθώνεται και άκυρου δικονομικού μέτρου που δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. «Η δικαστική εξουσία είναι σε μοναδική θέση να καθορίσει το πλαίσιο άσκησης των δικαιοδοσιών που της παρέχονται. Όπως έχουμε επισημάνει η αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας συνιστά θεμελιώδη σκοπό του Συντάγματος. Όπου θεμελιώδη δικαιώματα είναι συνυφασμένα με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας αυτά ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ώστε να εναρμονίζονται οι παράλληλοι συνταγματικοί στόχοι. (Βλέπε μεταξύ άλλων In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, Αίτηση Gennaro Perella Π.Ε. 9169 (Ολομέλεια) - 14.4.1995). Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας) "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης." .... Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν τούτο προβλέπεται από τους θεσμούς. Η απόρριψη ή διαγραφή του ανάγεται στο δικαστήριο. Σε όλες τις υποθέσεις όπου η έφεση κρίθηκε άκυρη, αυτή απορρίφθηκε ή διατάχθηκε η διαγραφή της από το Δικαστήριο. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Εmpson v. Smith [1966] 1 Q.B.D. 426 . Κρίθηκε ότι η άκυρη αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή "... the action subsisted until struck out by the Judge ..." (Σε ελληνική μετάφραση.) "... Η αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή ..." (Βλέπε επίσης Intro Properties Ltd. v. Sauvel [1983] 2 All E.R. 495). Στην Σωματείο Μεταφ. ΣΕΚ κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 1, (απόφαση πλειοψηφίας) αποφασίστηκε ότι η μή συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για την υποβολή γραπτών αγορεύσεων παρά την προδιαγραφή των συνεπειών από το Δικαστήριο σε περίπτωση μή συμμόρφωσης, δεν παρείχε ευχέρεια στο πρωτοκολλητείο να διαγράψει την προσφυγή. Κρίθηκε ότι μόνο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να την απορρίψει. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι εφέσεις οι οποίες δεν αποκαλύπτουν βάσιμους λόγους έφεσης δεν καταπίπτουν αυτοδικαίως. Οι θεσμοί δεν προβλέπουν την αυτόματη απόρριψή της. Η διαπίστωσή μας είναι ότι άκυρο δικονομικό μέτρο είναι μεν αδρανές, αλλά δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται από το πρωτοκολλητείο. Υπόκειται σε απόρριψη από το Δικαστήριο εφόσον διαπιστωθεί η ακυρότητά του. ... Το δεύτερο ερώτημα αφορά ουσιαστικά τη δυνατότητα διάσωσης άκυρου δικονομικού μέτρου εν όψει της τροποποίησης της Δ.64. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 (εκδόθηκε 24.2.1995), καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Οι επιπτώσεις που επέφερε ο τροποποιητικός διαδικαστικός κανονισμός σε υφιστάμενες άκυρες εφέσεις έχουν εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων της Ολομέλειας και του Εφετείου. Στην Θαλασσινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 A.A.Δ. 255, κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξι σώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί (Βλέπε Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων
(1995)3 A.A.Δ..334, Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338 F. Kassab Gold Solar France Ltd. v. Yiacoumis Bros (Construction) Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 510, Λοΐζου v. Χαραλάμπους και Άλλων (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996)). Προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις ότι το στοιχείο της ακυρότητας ή του θνησιγενούς κατά το χρόνο καταχώρησης των εφέσεων αμβλύνεται και μετατρέπεται σε στοιχείο αντικανονικότητας. ..... Η τροποποίηση της Δ.64 δεν καθιστά αυτόματα παραδεχτή την τροποποίηση αντικανονικής έφεσης. Η παροχή θεραπείας ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το απόσπασμα που ακολουθεί από τη Γιάννη (ανωτέρω), κατοπτρίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιμετωπίζονται αιτήσεις για την τροποποίηση εφέσεων. "Παρέκκλιση από τους θεσμούς πρέπει να αντιμετωπίζεται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και, εν πάση περιπτώσει σε χρονικό στάδιο που να μην επηρεάζονται δυσμενώς, είτε τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ή να καταστρατηγούνται οι Θεσμοί, οι οποίοι οριοθετούν το πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Το τρίτο ερώτημα που θέσαμε αφορά την εφαρμογή ή ακριβέστερα το συσχετισμό της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τη Δ.
  1. Το θέμα αυτό δεν αντιμετωπίσθηκε ευθέως σε καμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έμμεσα μπορεί να λεχθεί ότι η εφαρμογή της Δ.64 θεωρήθηκε δεδομένη ως προς την αντιμετώπιση παρεκκλίσεων από τους θεσμούς. Η Δ.35 αποτελεί μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δε συνιστά αυτοτελή δικονομική διάταξη και δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις υπόλοιπες πρόνοιες των Θεσμών και να τύχει εφαρμογής ανεξάρτητα από το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Η υιοθέτησή της εξυπακούεται και την υιοθέτηση των θεσμικών παραμέτρων εφαρμογής της. Η ορολογία της Δ.35 υπόκειται στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εφαρμογή των προνοιών της συσχετίζεται με σειρά άλλων διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία για τροποποίηση είναι επάλληλη με την εξουσία η οποία παρέχεται σε δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται υποθέσεων πρωτοδίκως. Η υπόσταση αντικανονικών δικονομικών μέτρων καθώς και η δυνατότητα παροχής θεραπείας προσδιορίζονται στη Δ.
  2. Μή συμμόρφωση με τη Δ.35 θ.4, καθιστά την έφεση αντικανονική και συνεπώς δεχτική τροποποίησης εφόσον αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι τούτο δικαιολογείται. Δεν είναι απαραίτητο σε αυτές τις εφέσεις να επεκταθούμε πέραν της τροποποίησης. Επισημαίνουμε μόνο ότι η Δ.64 έχει καθολικό χαρακτήρα. Αποβλέπει στον προσδιορισμό των συνεπειών που προκύπτουν από παρεκκλίσεις του συνόλου των θεσμικών διατάξεων, περιλαμβανομένης και της Δ.35». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και σε σχέση με την Δ.
  3. Ο αιτητής έχει την υποχρέωση με σαφήνεια να διατυπώσει το αίτημά του, την νομική βάση επί της οποίας βασίζεται το συγκεκριμένο αίτημα, καθώς και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν εκθέσει τους λόγους ένστασης τους και παράτυπα έχουν καταγράψει γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση που δεν προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης που δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση. Σχεδόν όλα αυτά τα γεγονότα επαναλαμβάνονται στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που έχει συντάξει ο καθ' ου η αίτηση 1 που συνοδεύει την ένσταση όμως όχι όλα. Για το σημαντικό γεγονός που έχει προβληθεί στα πλαίσια του εγγράφου ότι ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν έχει στην κατοχή του την νεότερη διαθήκη που επικαλείται και ότι τον Ιανουάριο 2020 όταν θα επιστρέψει από τις Ηνωμένες Πολιτείες η διαθήκη θα βρίσκεται στην Κύπρο για να την καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο των διαθηκών δεν έχει ορκισθεί ενόρκως ώστε αυτό το γεγονός να θεωρηθεί μαρτυρία που να υποστηρίζει την ένσταση του. Με το έγγραφο αυτό δεν καταγράφονται λόγοι ένστασης ώστε να είναι κατανοητό γιατί και μέχρι σήμερα δεν έχει κατατεθεί η κατ' ισχυρισμό νεότερη διαθήκη και ούτε και έχει επεξηγηθεί γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί τέτοιο έγγραφο που ισχυρίζεται ότι περιέχει την τελευταία βούληση του αποβιώσαντα ως προς την μεταθανάτια διάθεση της περιουσίας του. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός ότι η διαθήκη θα κατατεθεί στο πρωτοκολλητείο διαθηκών όταν επιστρέψει από τις ΗΠΑ τον Ιανουάριο δημιουργεί σύγχυση και αμηχανία στην άλλη πλευρά ως προς τους λόγους που οι καθ' ων η αίτηση έχουν ένσταση στο αίτημα να παραδώσουν την εν λόγω Διαθήκη στον Πρωτοκολλητή επικύρωσης διαθηκών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο ισχυρισμός που έχει προβληθεί ενόρκως ότι δεν θεωρεί ότι είναι υπόχρεος να παραδώσει την διαθήκη σε δολοφόνους δεν είναι απάντηση στο ερώτημα γιατί υπάρχει ένσταση στο αίτημα η διαθήκη να κατατεθεί στον πρωτοκολλητή επικύρωσης διαθηκών ενόψει νομοθετικής διάταξης δυνάμει του περί Διαχείρισης Κληρονόμων Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189 που προνοεί ότι στην περίπτωση που ο οποιοσδήποτε κατέχει έγγραφο που περιέχει την βούληση του αποθανόντα σε σχέση με την διάθεση της περιουσίας του είναι υπόχρεος να το παρουσιάσει και το Δικαστήριο δύναται με συνοπτικές διαδικασίες να διατάξει τέτοιο πρόσωπο να το προσκομίσει στο Δικαστήριο. (βλ. το άρθρο 11 πιο κάτω). «Παρoυσίαση εγγράφωv, κλπ., πoυ αφoρoύv διαθήκες 11.-
(1)Κάθε πρόσωπo πoυ έχει στηv κατoχή ή υπό τov έλεγχo τoυ oπoιoδήπoτε έγγραφo απoθαvόvτoς πρoσώπoυ τo oπoίo είvαι ή φέρεται ως διάταξη τελευταίας βoύλησης, oφείλει vα παραδώσει αμέσως τo πρωτότυπo στov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv τoυ Δικαστηρίoυ. Αv oπoιoδήπoτε πρόσωπo παραλείπει vα εvεργήσει κατά τov πιo πάvω τρόπo για δεκατέσσερις ημέρες από τότε πoυ έλαβε γvώση για τo θάvατo τoυ απoθαvόvτoς, υπόκειται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις διακόσιες πεvήvτα λίρες ως τo Δικαστήριo, αφoύ λάβει υπόψη τηv κατάσταση τoυ εv παραλείψει πρoσώπoυ και τις υπόλoιπες περιστάσεις της υπόθεσης, ήθελε κρίvει σκόπιμo vα επιβάλει.
(2)Όταv φαίvεται ότι oπoιoδήπoτε έγγραφo απoθαvόvτoς πρoσώπoυ, τo oπoίo είvαι ή φέρεται ως διάταξη τελευταίας βoύλησης, βρίσκεται στηv κατoχή ή υπό τov έλεγχo oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, τo Δικαστήριo δύvαται με συvoπτικό τρόπo, αvεξάρτητα αv εκκρεμεί ή όχι αγωγή ή δικαστικό μέτρo πoυ αφoρά επικύρωση διαθήκης ή διαχείριση, vα διατάξει τo πρόσωπo αυτό vα παρoυσιάσει τo έγγραφo και vα τo πρoσκoμίσει στo Δικαστήριo.
(3)Όταv φαίvεται ότι υπάρχει εύλoγη αιτία vα πιστεύεται ότι oπoιoδήπoτε πρόσωπo έχει γvώση εγγράφoυ τo oπoίo είvαι ή φέρεται ως διάταξη τελευταίας βoύλησης (παρόλo ότι δεv καταδεικvύεται ότι τo έγγραφo βρίσκεται στηv κατoχή ή υπό τov έλεγχo τoυ), τo Δικαστήριo δύvαται με συvoπτικό τρόπo, αvεξάρτητα αv εκκρεμεί ή όχι αγωγή ή δικαστικό μέτρo για επικύρωση διαθήκης ή για διαχείριση, vα διατάξει όπως τo πρόσωπo αυτό εξεταστεί σχετικά με αυτό σε Δικαστήριo, ή βάσει αvακριτηρίoυ, και όπως παραστεί για τo σκoπό αυτό, και όπως παρoυσιάσει μετά τηv εξέταση τo έγγραφo και πρoσκoμίσει αυτό στo Δικαστήριo.» Ως προς το μέρος του εγγράφου όπου διατυπώνονται αξιώσεις των καθ' ων η αίτηση κρίνω ότι πρόκειται για ουσιώδες σφάλμα που επιφέρει ακυρότητα στην προώθηση τέτοιου μέτρου διότι τέτοιες αξιώσεις θα έπρεπε να προωθούνται αυτόνομα και όχι ως μέρος μίας άλλης αίτησης που έχει τον αυτοτελή σκοπό που καθορίζεται με σαφήνεια στην αίτηση ημερομηνίας 5.8.2019. Περαιτέρω, ως προς τις εν λόγω αξιώσεις που ζητούνται με το έγγραφο ' ειδοποίησης ένστασης' δεν προσδιορίζεται ποια είναι η νομική τους βάση και δεν είναι γνωστό ποια γεγονότα επί της ένορκης δήλωσης είναι σχετικά ώστε να δικαιολογείται η προώθηση του μέτρου αυτού που φέρει την επικεφαλίδα ' ειδοποίηση ένστασης' και προωθείται στα πλαίσια της αίτησης της αιτήτριας αντί ως ξεχωριστό ένδικο διάβημα. Δεν υπάρχει νομικός συσχετισμός της θεραπείας με το δικονομικό μέτρο με το οποίο προωθείται. Το αίτημα αιωρείται χωρίς θεσμικό υπόβαθρο. Καθίσταται κατά την άποψη μου παράτυπο δικονομικό διάβημα καθώς το νομικό υπόβαθρο της αίτησης που είναι όρος απαράβατος ως προς το θέσμιο της διαδικασίας που ακολουθείται στα πλαίσια της άσκησης της αστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου απουσιάζει παντελώς (βλ. Μαχλουζαρίδης ν Ιωαννίδης 1 ΑΑΔ 965
(1990). H Δ.48 θ.1, η οποία καθορίζει τον τύπο με τον οποίο αιτήσεις θα καταχωρούνται στο Δικαστήριο, προνοεί ότι κάθε αίτηση πρέπει να περιέχει την ακριβή νομική βάση επί της οποίας βασίζεται. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v Ευθυβούλου 1 ΑΑΔ 366
(1999)το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δύναται να παραβλέψει ή να διορθώσει μία παράτυπη διαδικασία στην κατάλληλη περίπτωση, αλλά δεν έχει την εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις. Στην υπόθεση In re Hadjisoteriou 1 CLR
(1986)429 το Εφετείο δεν θεώρησε ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, στην νομική βάση της αίτησης ήταν ουσιώδες σφάλμα που να οδηγούσε στην ακύρωση της διαδικασίας. Λέχθηκε στα σχόλια της απόφασης ότι γενικά μη συμμόρφωση στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας θα πρέπει να θεωρηθεί παρατυπία στην διαδικασία που διορθώνεται. Εδώ δεν υπάρχει απλή παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς, αλλά οι καθ' ων η αίτηση έχουν επιλέξει ένδικο μέσο που είναι άγνωστο στο Δικαστήριο, στο σημείο που προκαλείται σύγχυση στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, τα αιτήματα έχουν εγερθεί στα πλαίσια μίας άλλης διαδικασίας της αίτησης ημερομηνίας 5.8.2019 η οποία έχει αυτοτελή σκοπό που καθορίζεται στην αίτηση. Επειδή τα αιτήματα αυτά έχουν γίνει ως μέρος άλλου ένδικου μέσου και έχουν ενσωματωθεί σε έγγραφο που ονομάζεται 'ειδοποίηση ένστασης' η αιτήτρια στην αίτηση ημερομηνίας 5.8.2019 έχει στερηθεί του δικαιώματος να απαντήσει στις αξιώσεις αυτές κατά παρέκκλιση της φυσικής δικαιοσύνης επειδή δεν υπάρχει ένδικο μέσω καταχώρησης ένστασης σε ένσταση. Είναι κατανοητό γιατί το έγγραφο αυτό που φέρει άγνωστα δικονομικά χαρακτηριστικά θα προκαλέσει αμηχανία, εκτροχιασμό της διαδικασίας και αδικία. Περαιτέρω ο καθ' ου η αίτηση 1 χειρίζεται την υπόθεση μόνος του εκ μέρους του εαυτού του, όμως στο έγγραφο αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι προωθείται και εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση
  1. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να πρωηθεί δικονομικό διάβημα εκ μέρους άλλου φυσικού προσώπου εφόσον δεν είναι δικηγόρος και δεν έχει το δικαίωμα να προωθεί δικονομικά διαβήματα στο Δικαστήριο ως αντιπρόσωπος άλλου φυσικού προσώπου. Ενόψει όλων των προβλημάτων που έχω επισημάνει πιο πάνω, κρίνω ότι το έγγραφο 'ειδοποίησης ένστασης' έχει ξεπεράσει την διαχωριστική γραμμή μεταξύ του παράτυπου δικονομικού διαβήματος και του διαβήματος που πάσχει σε τέτοιο βαθμό που απολήγει σε ακυρότητα. Στην περίπτωση που επιτραπεί τέτοια εκτροπή των θεσμών που συνθέτουν τα θεμέλια έγκυρης δικαστικής διαδικασίας καταστρατηγείται η ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Δεν είναι γνωστό επί ποιων γεγονότων θα στηριχθεί το Δικαστήριο για να αποφανθεί πως θα κρίνει τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση 1 και δεν είναι γνωστό ποιες είναι οι θέσεις του καθ' ου η αίτηση επειδή έχει προβεί σε αντικρουόμενους ισχυρισμούς επί ζητημάτων που άπτονται της ουσίας της αίτησης ημερομηνίας 5.8.
  2. Δεν είναι γνωστό εάν το διάβημα αυτό αφορά αυτοτελές αίτημα στην βάση του οποίου εγείρονται διαφορετικές αξιώσεις ή κατά πόσο το έγγραφο θα πρέπει να διαχωριστεί σε αίτηση ανεξάρτητη και ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 5.8.
  3. Δεν είναι γνωστό ποια γεγονότα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, για ποιο μέρος του εγγράφου και είναι άγνωστο πως θα πρέπει να ανταποκριθεί η αιτήτρια σε έγγραφο υβριδικό που διαφαίνεται ότι είναι νέο και ανεξάρτητο δικαστικό διάβημα παράλληλα με απάντηση στην αίτηση ημερομηνίας 5.8.
  4. Τέλος, φαίνεται να προωθείται το άγνωστο δικονομικό διάβημα εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 2 που είναι φυσικό πρόσωπο από αντιπρόσωπο φυσικό πρόσωπο που δεν είναι δικηγόρος και αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Όλα αυτά τα προβλήματα δεν διασώζονται διά χάριν του καθ' ου η αίτηση 1 επειδή τυγχάνει να μην είναι δικηγόρος. Αν ληφθεί υπόψη το άγνωστο δικονομικό διάβημα στην σημερινή του μορφή θα προκληθεί αχρείαστη σύγχυση και αδικία στην πορεία της διαδικασίας. Στην υπόθεση Οικονόμου ν Δημοκρατίας 3 ΑΑΔ 530
(1998)λέχθηκε ότι κάποια χαλαρότητα στην δικονομία μπορεί να επιτραπεί στην περίπτωση που διάδικος δεν αντιπροσωπεύεται από δικηγόρο. Σε εκείνη την υπόθεση ο διαδικαστικός κανονισμός 7 είχε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και αφορούσε αίτηση που είχε καταχωρηθεί με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος. Ο εν λόγω κανονισμός προέβλεπε ειδική χαλάρωση σε σχέση με την συμμόρφωση δικονομικών κανόνων στην περίπτωση καταχώρησης τέτοιας αίτησης. Όμως ο κανονισμός δεν συνιστούσε καθολική πανάκεια για μη συμμόρφωση στους διαδικαστικούς κανονισμούς που καθορίζουν και κυβερνούν τον τρόπο που διάδικος δικαιούται να αποταθεί στο Δικαστήριο για συγκεκριμένη θεραπεία. Ακόμη και στην περίπτωση του συγκεκριμένου κανονισμού το Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα: «Ο Κ.7Α αποτελεί μέρος του ίδιου Διαδικαστικού Κανονισμού ο οποίος καθορίζει το ένδικο μέσο και ό,τι απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του άλλου κανονισμού. Τόσον η άσκηση προσφυγής όσο και ο καθορισμός του αντικειμένου της βαρύνουν τον προσφεύγοντα. Όπως νωρίτερα υποδείξαμε, ο εξεταστικός χαρακτήρας της διαδικασίας κάτω από το Άρθρο 146 δεν καταργεί το δικόγραφο ως το αναντικατάστατο μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.Ο αιτητής έχει ιδιάζουσα γνώση της πράξης ή απόφασης η οποία θίγει τα συμφέροντά του. Ο Κ.7 τον απαλλάττει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, όταν δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο. Δεν προβλέπει ανάλογη χαλάρωση αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κ.4 και Κ.5. Όπως πρόσφατα διαπιστώσαμε η χαλάρωση η οποία προβλέπεται στον Κ.7 δεν εκτείνεται και στην έφεση. (Βλ. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 580.) Ούτε, θα ήταν παραδεκτό για το Δικαστήριο να παρέμβει στην ανίχνευση του παραπόνου του προσφεύγοντος και να προσδιορίσει το επίδικο θέμα της δίκης.» Το παρόν αίτημα που ομοιάζει με ενδιάμεση αίτηση και ένσταση ταυτόχρονα, δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη νομική βάση, δεν είναι γνωστό επί ποιων γεγονότων στηρίζεται κάθε μέρος αυτής, δεν είναι βέβαια ποια θέση προωθείται, δεν περιέχει τα ελάχιστα εχέγγυα διασφάλισης του δικαιώματος της αιτήτριας να καταχωρήσει με την σειρά της ένσταση στο έγγραφο και δεν περιέχει εκείνα τα στοιχεία απαραίτητα ώστε να είναι αντιληπτο κατά πόσο προωθείται και από τους δύο καθ' ων η αίτηση και με ποιο τρόπο ο ένας έχει εξουσιοδοτήσει τον άλλο να τον αντιπροσωπεύει, ώστε να είναι αντιληπτό κατά πόσο και οι δύο θα δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της αίτησης και το αποτέλεσμα της ως προς τα έξοδα αυτής. Κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό δεν διασώζεται και δικαιολογείται η διαγραφή του εγγράφου στο σύνολο του για λόγους ουσίας που αφορούν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Για χάριν πληρότητας του αιτήματος, αναφορικά με το Β, όπου ζητείται η διαγραφή μέρους του αιτητικού της αίτησης, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1 που καταπιάνονται με τους ισχυρισμούς που αφορούν το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση 1 προσέγγισε τον θανατικό ανακριτή για να παραλάβει αποσκευές που είχαν βρεθεί στην οικία του αποθανόντα είναι σχετικοί και δεν θα πρέπει να διαγραφούν. Επίσης σχετικό γεγονός να ληφθεί υπόψη είναι ότι ο αποθανόντας δεν είχε τέτοιο συγγενικό πρόσωπο για να καταρριφθούν ισχυρισμοί που προβάλλονται στην αίτηση. Επομένως, δεν θα συμφωνούσα στην διαγραφή αυτών των ισχυρισμών. Το κατά πόσο αυτοί οι ισχυρισμοί θα πρέπει να θεωρηθούν ότι είναι οριακής σημασίας σε σχέση με το ζήτημα κατά πόσο η νέα διαθήκη θα πρέπει να κατατεθεί στο Πρωτοκολλητείο επικύρωσης διαθηκών δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ των προτέρων και δεν θα επιχειρούσα να διαγράψω σοβαρούς ισχυρισμούς που επεξηγούν το ιστορικό της υπόθεσης από την σκοπιά του καθ' ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξει την σημασία αυτών των ισχυρισμών στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης ημερομηνίας 5.8.
  1. Θα συμφωνούσα ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν τους δικηγόρους της αιτήτριας σε σχέση με γεγονότα που είχαν συμβεί έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου συγκλονίζουν αλλά αυτό το στοιχείο από μόνο του δεν δικαιολογεί την διαγραφή των ισχυρισμών. Η Δ.19 προβλέπει την μερική διαγραφή δικογράφου στην περίπτωση που συντρέχουν τα πιο κάτω: «
  2. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Η μερική διαγραφή δικογράφων επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις όπου είναι πρόδηλο και απλό ότι τα γεγονότα που περιέχονται στο συγκεκριμένο απόσπασμα του κειμένου του δικογράφου είναι άσχετο, σκανδαλώδες και άδικο για την άλλη πλευρά. Ως γενικό κανόνα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να διαγράφει δικόγραφα ακόμη και όταν αυτά περιέχουν άσχετα και περιττά γεγονότα ή μόνο επειδή αυτά είναι μακροσκελή εάν δεν προκαλούν πραγματικό πρόβλημα στην άλλη πλευρά. Ο γενικός κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποδείξει στους διαδίκους πώς θα διατυπώσουν την απαίτηση τους ή την υπεράσπιση τους. Είναι δικαίωμα της κάθε πλευράς να θέσει την υπόθεση της με τον τρόπο που επιθυμεί. (Annual Practice Book 1958 σελ. 477). Ένας διάδικος υπερβαίνει το δικαίωμα του να θέσει την υπόθεση του με τον τρόπο που θέλει μόνο όταν η διατύπωση της υπόθεσης του επηρεάζει δυσμενώς την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση ναυτοδικείου Onega v Πλοίο 'Grivas', 121/97
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 369, λέχθηκε ότι ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί ή διαζευκτικοί ισχυρισμοί δεν πρέπει να διαγραφούν εάν δεν επηρεάζουν την δίκαια επίλυση της υπόθεσης. Είναι πιο ορθό και δίκαιο αυτά τα ζητήματα να αντιμετωπισθούν κατά την ακροαματική διαδικασία και όχι στα προκαταρκτικά στάδια της δίκης με αποτέλεσμα να περιορισθεί το δικαίωμα της κάθε πλευράς να ακουσθεί και να θέσει την υπόθεση της. Στην προκειμένη περίπτωση θα συμφωνούσα με την επιχειρηματολογία του καθ' ου η αίτηση ότι 'The mere fact that these paragraphs state a scandalous fact does not make them scandalous Annual Practice Book 1953 O.19 r.27 Scandalous σελ. 367. Σημασία έχει κατά πόσο το γεγονός που συγκλονίζει είναι σχετικό και θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία προς υποστήριξη της θεραπείας που ζητείται (βλ. σελ. 367 Annual Practice Book πιο πάνω). Οπότε εάν πράγματι λέχθηκε στον καθ' ου η αίτηση 1 ότι δεν θα πετύχει στο αίτημα του ή άλλο δικονομικό διάβημα εξαιτίας του ότι είναι γνωστός πρόκειται για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά και μαρτυρία σχετική να ληφθεί υπόψη προς διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου. Πρόκειται για συμπεριφορά που καταδεικνύει ότι υπήρχε εκφοβισμός διαδίκου στην διαδικασία. Εάν κάτι τέτοιο είχε πράγματι γίνει δεν δικαιολογείται η διαγραφή του μόνο επειδή η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κάτι τέτοιο είναι ψέμα. Σε σχέση με ισχυρισμούς που αφορούν την συμπεριφορά των δικηγόρων της αιτήτριας σε άλλες δικαστηριακές υποθέσεις που έχουν χειριστεί στο παρελθόν θα συμφωνούσα ότι είναι άσχετο υλικό για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου επί των επίδικων θεμάτων της αίτησης ημερομηνίας 5.8.2022 και επειδή το θέμα είναι άσχετο, προσβλητικό και σκανδαλώδες ανεπιφύλακτα θα το διέγραφα. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον εκδίδεται διάταγμα ως το Α δεν είναι απαραίτητο να εκδοθεί το Β που είναι διαζευκτική θεραπεία της αίτησης. Εκδίδεται διάταγμα ως το Α. Στην περίπτωση καταχώρησης νέας ένστασης, δίδεται περιθώριο καταχώρησής της εντός 45 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.