Ε. (Χ.) Ζ. κ.α. ν. Δ. Χ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1815/2021, 12/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A310 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1815/2021 Μεταξύ: 1. Ε. (Χ.) Ζ. 2. Α. Ζ. 3. Ι. Χ. Εναγόντων -και- 1. Δ. Χ. 2. Ε. Χ. Εναγομένων Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2022 Αίτηση ημερομηνίας 20.7.2021 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Ο κ. Α. Σ. Παπαντωνίου, Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2-Καιθ΄ ων η Αίτηση: Ο κ. Κ. Πόλεος με την κα Κ. Λούτσιου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε την 20.7.2021, οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την καταβολή Γενικών και/ή Ειδικών και/ή Εύλογων Αποζημιώσεων λόγω (α) αδικοπραξίας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή παράβασης σύμβασης και/ή ενθαρρύνσεων και/ή άλλως πως των εναγομένων 1 και 2, (β) πρόκλησης ψυχικής ταλαιπωρίας και/ή διαταραχής και/ή αγωνίας και/ή άγχους (distress and anxiety) που προκλήθηκαν από τον εναγόμενο 1 στους ενάγοντες 1, 2 και 3, (γ) παράβασης από τον εναγόμενο 1 των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από τα άρθρα 8, 15 και 35 του Συντάγματος και τα άρθρα 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ και/ή λόγω καταπάτησης των συνταγματικών τους δικαιωμάτων της ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής. Διαζευκτικά και/ή επικουρικά των ανωτέρω, η ενάγουσα 1 αξιώνει την καταβολή (α) €210.000= με τόκο 9% από 25.5.2019, (β) €210.000= με τόκο 9& από 25.6.2019 και (γ) €1.500.000= με τόκο 9% από 25.7.2019, στην βάση συναλλαγματικών και/ή γραμματίων σε διαταγή και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους και/ή χρεωστικών ομολόγων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ημερομηνίας 12.1.2017 και/ή άλλης ημερομηνίας. Στις 23.7.2021 το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση από την παρούσα) εξέδωσε μονομερώς τα ακόλουθα Διατάγματα (παράγραφοι Α και Γ της Αίτησης): «Α. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται ο εναγόμενος 1/Καθ΄ου η Αίτηση και/ή οι αντιπροσώποι του και/ή υπαλλήλοι του και/ή οι υπηρέτες του και/ή οι εκπρόσωποι του και/ή οι εντολοδόχοι του από του να πωλήσει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει και/ή υποθηκεύσει και/ή επιβαρύνει και/ή άλλως πως διαθέσει την ακίνητη περιουσία με Αρ. Εγγραφής [ ], Φ/Σχ, [ ], Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ], Δήμος Στροβόλου, Χρυσελαιούσα, Τοποθεσία Άγιος Ανδρόνικος, οικόπεδο, κτίριο διώροφη κατοικία, με εμβαδόν 1742 τ.μ., μερίδο όλο, επ΄ ονόματι του Εναγόμενου 1 και με εκτιμημένη αξία περί το 2013 ύψους 2.101.200 και το 2018 1.771.100 Ευρώ, το οποίο ευρίσκεται στην οδό [ ] αρ. 14 στον Στρόβολο, μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο διατάττεται ο εναγόμενος 1-Καθ΄ ου η αίτηση 1 όπως προβαίνει στην κατάθεση του ποσού ύψους €5.000 κάθε 1η εκάστου μηνός μέχρι την αποπεράτωση της Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου στον προσωπικό λογαριασμό επ΄ ονόματι της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας 1 με αριθμό [ ] της Ελληνικής Τράπεζας και/ή όπου ήθελε φανεί εύλογο στο Δικαστήριο δυνάμει συμφωνίας και/ή Δήλωσης και/ή Βεβαίωσης ημερομηνίας 29/05/2016». Τα εκδοθέντα Διατάγματα αποτελούσαν μέρος των αιτουμένων θεραπειών της υπό κρίση Αίτησης. Όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις ώστε αυτά να δοθούν μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Με τα υπόλοιπα αιτητικά ο ενάγοντας επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: «Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1/Καθ΄ου η Αίτηση 1 να παρενοχλεί, απειλεί, παρακολουθεί ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στη ζωή της Ενάγουσας 1/Αιτήτριας ή να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 50μ. από το πρόσωπο της, να της τηλεφωνεί, αποστέλλει μηνύματα ή την παρακολουθεί. Δ. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2, από του: α. να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας αξίας μέχρι €2.000.000 (Δύο Εκατομμύρια Ευρώ) και β. με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν ("deal with") ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου (α): i. Τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ ων η Αίτηση, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ΄ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους ("solely or jointly owner"), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον των Καθ΄ων η Αίτηση επί αυτών είναι επ΄ όνόματι τους, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως ("legally, beneficially or otherwise"). Τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ων η Αίτηση περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσουν ή να διαχειριστούν ως να ήταν δικά τους. Οι Καθ΄ων η Αίτηση θεωρούνται ότι έχουν τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών των Καθ΄ ων η Αίτηση. ii. Εάν η συνολική καθαρή αξία, εξαιρουμένων υποθηκών και επιβαρύνσεων, των περιουσιακών στοιχείων κάποιου Καθ΄ου η Αίτηση που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας (ελεύθερα περιουσιακά στοιχεία») υπερβαίνει τα €2.000.000, αυτός δύναται να μεταφέρει οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή δύναται να τα διαθέσει ή να τα διαχειριστεί, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αξία των ελεύθερων περιουσιακών στοιχείων του εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας θα υπερβαίνει την προαναφερόμενη αξία. iii. Εάν η συνολική καθαρή αξία των ελεύθερων περιουσιακών στοιχείων κάποιου Καθ΄ου η Αίτηση που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υπερβαίνει τα €2.000.000 αυτός δεν δικαιούται να μεταφέρει οποιοδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν δύναται να διαθέσει ή να διαχειριστεί οποιοδήποτε από αυτά. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου (
- iv)κατωτέρω, εάν ο Καθ΄ου η Αίτηση έχει περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτός δύναται να διαθέσει ή να διαχειριστεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία νοουμένου ότι η συνολική αξία των ελεύθερων περιουσιακών στοιχείων, είτε εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει υπέρ των €2.000.000. iv. Προτού διαθέσουν περιουσιακά στοιχεία ως προβλέπει η παράγραφος (iii) ανωτέρω, έκαστος από τους Καθ΄ ων η Αίτηση πρέπει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις αποκάλυψης όλων των περιουσιακών στοιχείων τους, ως η παράγραφος Γ κατωτέρω. Γ. Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου (Ancillary Discovery Orders) που να διατάζει κάθε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή το οποίο θα λάβει γνώση του Διατάγματος, εντός 10 ημέρων από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του Διατάγματος, όπως πληροφορήσει την Αιτήτρια 1 και/ή τους δικηγόρους της Αιτήτριας 1 κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικός λογαριασμός δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Β ανωτέρω και να δώσει στην Αιτήτρια 1 και/ή στους δικηγόρους της Αιτήτριας 1 τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τα ονόματα των προσώπων επ΄ ονόματι των οποίων διατηρούνται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και οι εν λόγω λογαριασμοί. Νοείται ότι σε περίπτωση που τράπεζα σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Β ανωτέρω, δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει την Αιτήτρια 1 και/ή τους δικηγόρους αυτής. Νοείται επίσης ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση θα υποχρεούται να καταβάλει οποιαδήποτε εύλογα έξοδα που οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί για σκοπούς της συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου ως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δ. Ενδιάμεσο και/ή Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου (Ancillary Discovery Orders) που να διατάζει έκαστο Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους των Αιτητών, ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτει τις πληροφορίες που αυτός οφείλει να αποκαλύψει δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, και που θα επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτός θα αποκαλύψει. (α) Έκαστος Καθ΄ου η Αίτηση πρέπει να αποκαλύψει όλα του τα περιουσιακά στοιχεία ανά το παγκόσμιο, η αξία των οποίων υπερβαίνει τα ΕΥΡΩ 5.000, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του είτε όχι και είτε κατέχονται εξολοκλήρου ή από κοινού με άλλους ("solely or jointly owned") είτε το συμφέρον του Καθ΄ ου η Αίτηση επί αυτών είναι επ΄ ονόματι του, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως ("legally, beneficially or otherwise") συμπεριλαμβανομένου υπό την ιδιότητα του ως δικαιούχου κάτω από διακριτικό εμπίστευμα ("discretionary trust") ή ιδιωτικό ίδρυμα ("private foundation"), αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που τα κατέχει και τα κρατεί εκ μέρους και προς όφελος του Καθ΄ου η αίτηση και (β) Έκαστος Καθ΄ου η Αίτηση πρέπει να αποκαλύψει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έχει, είτε εξολοκλήρου επ΄ ονόματι του ή από κοινού με άλλους ("solely or in joint names") και/ή επί των οποίων ο Καθ΄ου η Αίτηση έχει δικαίωμα να υπογράφει ("he is a signatory") και/ή κατέχονται από αντιπρόσωπο εκ μέρους και προς όφελος του Καθ΄ου η Αίτηση και/ή επί των οποίων αυτός με άλλο τρόπο έχει εξουσία να ελέγχει μεταφορές από και προς τον λογαριασμό, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού ("account holder"), το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία επίδοσης. Ε. Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε διατάξει υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο. ΣΤ. Τα έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης». Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 42, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς-Θεσμούς και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.48 Θ.1-9, Δ.39, Δ.40, Δ.42, Δ.44, Δ.55 και Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 4, 5, 7, 9, 14, 22, 23, 25, 26, 29, 32-34, 96 και 99, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 78 έως 81, στον Περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμο Κεφ. 148, άρθρα 2, 3, 26, 36 και 58Α, στα άρθρα 8, 15, 23, 30 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ, στο Κοινό Δίκαιο, στους Κανονισμούς του Annual Practice 1958, καθώς και στις Αρχές της Επιείκειας (Equity), στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από μία πολυσέλιδη Ένορκη Δήλωση της ενάγουσας 1 (καλύπτει 33 σελίδες) στην οποία παρατίθεται όλο, το κατά την ενάγουσα, ιστορικό της υπόθεσης. Θα παραθέσω στην συνέχεια, συνοπτικά, τα όσα παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση. Η ενάγουσα 1, μητέρα του δεκαοκτάχρονου ενάγοντα 2 και της εικοσιπεντάχρονης ενάγουσας 3, το 2008 γνώρισε τον εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν σε διάσταση με την σύζυγο του, εναγομένη 2. Και η ίδια τότε ήταν σε διάσταση με τον σύζυγο της Κ.Ζ. Συνήψαν δεσμό, με την προοπτική να νυμφευθούν, αφού και οι δύο θα χώριζαν με τους τότε συζύγους τους. Ο εναγόμενος 1 είναι επιχειρηματίας και ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Αγγλία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος «σημαντικής» κινητής και ακίνητης περιουσίας (το ύψος και το είδος της δεν το γνωρίζει «επακριβώς», γι΄ αυτό και αιτείται την αποκάλυψη της περιουσίας του). Η εναγομένη 2, μέχρι και σήμερα, είναι σύζυγος του εναγομένου 1 και διαμοιράζονται ή έχουν από κοινού κινητή και ακίνητη περιουσία (ενάγεται «υποβοηθητικά» για τον εντοπισμό της περιουσίας του εναγομένου 1 και ως «απαραίτητος διάδικος»). Από το 2009 μέχρι και τις αρχές του 2012, ενάγουσα 1 και εναγόμενος 1, «περνούσαν όλο τον χρόνο μαζί», βγαίναν έξω μόνοι τους και με φίλους, η πρώτη τον σύστησε στους γονείς της ως τον μελλοντικό τους γαμβρό, (ο ίδιος περνούσε χρόνο μαζί τους) και στα παιδιά της, ως τον μελλοντικό τους «πατριό» (ο εναγόμενος 1 τους έδειχνε αγάπη και στοργή), της υποσχόταν δε ότι θα «έπαιρνε» διαζύγιο για να νυμφευθούν. Ταξίδευαν όλοι μαζί και «περνούσαν» τις γιορτές ως μια οικογένεια (ως Τεκμήριο 6 επισύναψε φωτογραφικό υλικό από τα ταξίδια και τις συναντήσεις τους). Πολλές φορές, η ενάγουσα 1 ταξίδεψε με τον εναγόμενο 1 στο εξωτερικό για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και πάντα ο τελευταίος την σύστηνε ως σύζυγο του τόσο στους συνεργάτες του, όσο και σε τρίτα πρόσωπα. Από την αρχή του δεσμού τους, την «παρότρυνε» να «αφιερωθεί» εξ΄ ολοκλήρου στην σχέση τους, υποσχόμενος ότι δεν θα χρειαζόταν να εργαστεί και πως «ότι είναι δικό του ήταν και δικό της». Η ίδια πίστεψε στις υποσχέσεις του και έπραξε σύμφωνα με τις παροτρύνσεις του («άλλαξα την κατεύθυνση όλης μου της ζωής αφήνοντας τον εαυτό μου και τα παιδιά μου στα χέρια του»). Γύρω στο 2009 ξεκίνησαν να κτίζουν την οικία τους στον Στρόβολο (οδός [ ] αρ. 14). Ο εναγόμενος 1 της έλεγε ότι εκεί θα ζούσαν μαζί με τα παιδιά της. Της υποσχόταν επίσης ότι θα ενέγραφε την οικία στο όνομα της ώστε η ίδια να «νοιώθει εξασφαλισμένη». Από την αρχή αφιέρωσε όλο της τον χρόνο στην «συζυγική τους οικία». Επέβλεπε όλες τις εργασίες από την ανέγερση της οικίας μέχρι την ολοκλήρωση της. Επέλεξε όλα τα υλικά που τοποθετήθηκαν (δάπεδα, ξυλουργικά, είδη υγιεινής) καθώς και όλα τα έπιπλα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό. Μάλιστα, με τον εναγόμενο 1 ταξίδεψαν στο Λονδίνο για να αγοράσουν εξοπλισμό και είδη διακόσμησης. Η ανέγερση της οικίας ολοκληρώθηκε το 2011 και σ΄ αυτήν μετακόμισε πρώτα ο εναγόμενος 1 και μετά από «πολύ λίγο» η ίδια με τα παιδιά της. Το 2010 έγιναν «διάφορες φασαρίες» από την εναγομένη 2, από την οποία η ενάγουσα 1 δέχθηκε επιθετική και βίαιη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα την υποβολή παραπόνου εναντίον της στην αστυνομία. Εν τέλει απέσυρε το παράπονο της, μετά τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου 1 ότι «πάντα θα ήταν υπό την προστασία του». Μετά το συγκεκριμένο περιστατικό και ενώ συνέχιζαν να ζουν στην οικία της οδού [ ] στον Στρόβολο, ο εναγόμενος 1 ξεκίνησε να φέρεται πολύ περίεργα, άσχημα και κάποιες φορές βίαια προς την ενάγουσα 1, ακόμη και μπροστά στα παιδιά της. Εξαφανιζόταν και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της. Τότε, η ενάγουσα 1 αντιλήφθηκε ότι «κάτι δεν πάει καλά». Πανικοβλημένη και θέλοντας να προστατεύσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, αποτάθηκε σε δικηγόρους για να διασφαλίσει τα δικαιώματά της. Οι τότε δικηγόροι της, του απέστειλαν επιστολές (Τεκμήρια 11 και 12, αντίστοιχα) επισύροντας την προσοχή του στην δόλια και βίαιη συμπεριφορά του, στις ψευδείς παραστάσεις και στις υποχρεώσεις που είχε δημιουργήσει προς την ενάγουσα 1 και την οικογένεια της. Ο εναγόμενος 1 αντιλαμβανόμενος την «ευθύνη» που είχε προς την ίδια και τα παιδιά της (την διαβεβαίωνε συνεχώς ότι την αγαπά και ότι όλο αυτό θα λυθεί και πως θα ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια) συμφώνησε γραπτώς (Τεκμήριο 13) ότι θα έκδιδαν ταυτόχρονα τα διαζύγια τους και ότι θα υπέγραφαν συμφωνία «δικαιώματος χρήσης» της οικίας στον [ ], από την ίδια και τα παιδιά της μέχρι να τελεστεί ο γάμος τους. Λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 2011, ο εναγόμενος 1 «εξαφανίστηκε». Η ενάγουσα 1 έμαθε ότι είχε μεταβεί στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, μαζί με την σύζυγο του. Τότε η ίδια αντιλήφθηκε πως ήταν «θύμα μεγάλης παραπλάνησης», αφού από το 2011, ο εναγόμενος 1 την «παρότρυνε» με ψευδείς παραστάσεις να εκδώσει διαζύγιο και να μην διεκδικήσει τίποτα από τον πρώην σύζυγο της, υποσχόμενος ότι θα παντρεύονταν και θα «έφτιαχναν» μαζί περιουσία. Τον Ιανουάριο του 2012 όταν ο εναγόμενος 1 επέστρεψε από το Λονδίνο και η ενάγουσα 1 τον «αντιμετώπισε», αφού δεν τήρησε την συμφωνία τους, ο πρώτος της επιτέθηκε, ασκώντας υπέρμετρη σωματική και λεκτική βία εναντίον της. Για τα τραύματα της εξετάστηκε από ιατρό, ο οποίος έκδωσε Ιατρική Βεβαίωση (η Βεβαίωση μαζί με Ένορκη της Δήλωση, ημερομηνίας 11.1.2012, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16). Τρομοκρατημένη τόσο η ίδια όσο και τα παιδιά της εγκατέλειψε την οικία στον Στρόβολο ενόσω ο εναγόμενος 1 βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό. Σήμερα, η οικία (η εκτιμημένη αξία της είναι τουλάχιστον €4.000.000=), ιδιοκτήτης της οποίας είναι ο εναγόμενος 1, ενοικιάζεται από τον τελευταίο, αφού του ανήκει και τα ενοίκια εισπράττονται προς όφελος του ιδίου και της εναγομένης 2. Λόγω της οικονομικής της κατάστασης, πώλησε ένα κατάστημα που της είχε παραχωρήσει ο εναγόμενος 1 βάσει της Συμφωνίας (Τεκμήριο 13) και ενοικίασε μια οικία (οδός [ ] 11, Στρόβολος) στην οποία διαμένει μέχρι και σήμερα με τα παιδιά της. Μετά από αυτό, ο εναγόμενος 1 συνέχιζε να την παρακαλεί να «γυρίσει πίσω», για να παντρευτούν. Η ίδια τον «εμπιστεύθηκε» για ακόμη μία φορά και ο εναγόμενος 1 το 2016 (29.5.2016) υπέγραψε νέα «δέσμευση ή δήλωση» για διευθέτηση των οικονομικών τους διαφορών. Η συγκεκριμένη δέσμευση δεν αποτελούσε προγαμιαία σύμβαση, αλλά αναγνώριση των υποχρεώσεων του εναγομένου 1 προς την ίδια και την οικογένεια της. Η εν λόγω Συμφωνία (Τεκμήριο 17) προνοούσε, μεταξύ άλλων, πως μέχρι να παντρευτούν και για διάστημα δέκα
(10)ετών, ο εναγόμενος 1 θα πλήρωνε το ενοίκιο της κατοικίας στην οδό Αλκυόνης, τα έξοδα διατροφής της οικογένειας της (€1000= μηνιαίως), τους λογαριασμούς ρεύματος, νερού, τηλεφώνου, τα έξοδα ένδυσης, υπόδησης, κομμωτηρίου, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, αεροπορικών εισιτηρίων, συντήρησης αυτοκινήτου. Πέραν τούτων, ο εναγόμενος 1 θα κατέθετε €1000= μηνιαίως σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας 1, για τα τρέχοντα έξοδα της. Μέχρι και το 2016, ο εναγόμενος 1 συνέχιζε να της υπόσχετο πως θα την παντρευόταν. Μάλιστα, τρεις
(3)φορές της χάρισε δακτυλίδια γάμου, μεγάλης αξίας. Ως Τεκμήριο 18 επισύναψε φωτογραφίες του τελευταίου δακτυλιδιού (μονόπετρο), με το οποίο της έκανε πρόταση γάμου στο Λονδίνο. Από τα συμφωνηθέντα, ο εναγόμενος κάποια τήρησε και κάποια όχι. Της πληρώνει «κάποια» από τα έξοδα διατροφής (από κοινό λογαριασμό που έχει με την σύζυγο του), αλλά πάντα κατόπιν απειλών και βίαιης συμπεριφοράς. Τα έξοδα διαβίωσης της ίδιας και των παιδιών της ανέρχονται σε €7000= μηνιαίως, αφού μόνο το ύψος του μηνιαίου ενοικίου είναι €1700=, ενώ ο εναγόμενος 1 εισπράττει €9000= μηνιαίως από το ενοίκιο της οικίας στην οδό [ ]. Το 2017 και συγκεκριμένα στις 12.1.2017, ο εναγόμενος 1 υπέγραψε προς όφελος της ενάγουσας 1, τρία
(3)γραμμάτια (Τεκμήρια 20, 21, 22) για τα ποσά των €210.000=, €210,000= και €1.500.000= αντίστοιχα, πληρωτέα την 25η Μαΐου του 2019, την 25η Ιουνίου του 2019 και την 25η Ιουλίου του
- Παράλληλα, ενάγουσα 1 και εναγόμενος 1 υπέγραψαν Μνημόνιο Συναντίληψης (Memorandum of Understanding) Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 1 εν τέλει δεν εξόφλησε τις οφειλές του, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις του. Κατά την ενάγουσα 1, ο εναγόμενος 1 πέραν του ότι συνεχίζει να ψεύδεται και να μην αποπληρώνει τις υποχρεώσεις του, την εκφοβίζει «με διάφορες χειρονομίες» και ασκεί «λεκτική, σωματική, ψυχολογική και οικονομική βία» σε βάρος της. Η ίδια αποτάθηκε στον Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ), ο οποίος την στηρίζει ψυχολογικά ώστε να «βρει την δύναμη να διεκδικήσει τα δικαιώματα της». Μετέρχεται δε διάφορους τρόπους, ακόμη και εκβιασμούς για να της παραχωρεί μηνιαίως, το ποσό που χρειάζεται για να συντηρηθεί η ίδια και η οικογένεια της. Είναι η θέση της πως πρόθεση του εναγόμενου 1 είναι η αποξένωση της περιουσίας του «με διάφορους τρόπους, είτε στο εξωτερικό είτε με την μεταφορά αυτής στην εναγομένη 2, είτε με την πώληση της». Εάν δε συμβεί τούτο τότε θα είναι αδύνατο να την αποζημιώσει μετά το πέρας της αγωγής. Το γεγονός δε πως για την καταβολή των μηνιαίων ποσών χρησιμοποιεί βία σε βάρος της και προβαίνει σε ανήθικες πράξεις, καθιστά επιτατική την ανάγκη να διαταχθεί ο εναγόμενος 1 να καταθέτει το ποσό των €7.000= μηνιαίως στον προσωπικό της λογαριασμό. Επίσης είναι αναγκαίο να διαταχθεί «η αποστασιοποίηση του» από την ίδια, με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, ώστε να μην κινδυνεύει. Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε Ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση. Προβάλλονται Οκτώ Λόγοι Ένστασης, με κύριο, πως δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Προβάλλεται επίσης πως οι αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο «παραποιώντας και παρασιωπώντας» ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα, πως διατυπώνουν ανυπόστατους ισχυρισμούς και παρουσιάζουν αναληθείς ισχυρισμούς ως αληθείς. Πως προσήλθαν στο Δικαστήριο «χωρίς καθαρά χέρια», αποκρύπτοντας ουσιαστικά γεγονότα. Τέλος πως φάσκουν και αντιφάσκουν επί των πραγματικών γεγονότων. Την Ένσταση υποστηρίζει μία επίσης πολυσέλιδη (καλύπτει 25 σελίδες) Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος δίδει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα και την υπόθεση γενικότερα. Συνοπτικά αναφέρει τα εξής: Με την ενάγουσα 1 διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση από τα μέσα του 2008 περίπου. Τότε η ενάγουσα 1 ήταν παντρεμένη με τον Κ.Ζ., πατέρα του ενάγοντα
- Ο ίδιος ήταν παντρεμένος με την εναγομένη 2, με την οποία συνεχίζει να είναι παντρεμένος μέχρι και σήμερα. Η σχέση τους παρέμεινε μυστική μέχρι τα τέλη του 2009-αρχές του 2010, όταν ο σύζυγος της ενάγουσας 1 ανακάλυψε τον εξωσυζυγικό δεσμό τους και αποκάλυψε στην συνέχεια τα συμβάντα στη σύζυγο του (εναγομένη 2). Ο Κ.Ζ. εγκατέλειψε την ενάγουσα 1 και την συζυγική τους οικία στην οδό Σόλωνος 12, στην Έγκωμη (την συγκεκριμένη οικία ο Κ.Ζ. και η ενάγουσα 1 την ενοικίαζαν έναντι του ποσού των €1367= μηνιαίως) και ο ίδιος «εκδιώχθηκε» από την συζυγική του οικία στην οδό [ ] 16, επίσης στην Έγκωμη. Η ενάγουσα 1 με τα παιδιά της (ενάγοντες 2 και 3) συνέχιζε να διαμένει στην οικία της οδού [ ]. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στην οικία του στην οδό [ ] 14, στον Στρόβολο, η ανέγερση της οποίας μόλις είχε ολοκληρωθεί. Η ανέγερση της οικίας στην οδό [ ] ξεκίνησε από το 2008, προτού γνωρίσει και συνάψει σχέση με την ενάγουσα
- Σκοπός της ανέγερσης της ήταν να δοθεί ως προίκα στην μία από τις δύο θυγατέρες του και όχι για να «ζήσει» εκεί με την ενάγουσα 1 ή να της την παραχωρήσει ή ακόμη και να της την μεταβιβάσει. Η ενάγουσα 1 ουδέποτε «ασχολήθηκε» με το κτίσιμο της οικίας. Ο ίδιος επέβλεπε τις εργασίες ανέγερσης, ως πολιτικός μηχανικός και επιμετρητής ποσοτήτων που είναι, και επέλεξε και τα «υλικά» που τοποθετήθηκαν στο σπίτι. Ο ίδιος δε αγόρασε τον εξοπλισμό, εξ΄ ολοκλήρου από την Κύπρο, από καταστήματα στην Λεμεσό και Λευκωσία. Στο παρόν στάδιο, η οικία (η αξία της ανέρχεται στα €2.480.000= και όχι στα €4.000.000= όπως διατείνεται η ενάγουσα 1) ενοικιάζεται πλην όμως το ενοίκιο δεν εισπράττεται από τον ίδιο, αλλά παραχωρείται σε άλλο πρόσωπο, στη βάση εντάλματος κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, που εκδόθηκε εναντίον του. Η ενάγουσα 1 από το 2010 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2012, διέμενε στην ενοικιαζόμενη οικία της οδού [ ]. Λόγω του ότι δεν πλήρωνε τα ενοίκια, οι ιδιοκτήτες της έκαναν έξωση και έκδωσαν εναντίον της και απόφαση για τα καθυστερημένα ενοίκια (€35.542= πλέον τόκο). Μετά από αυτό, η ενάγουσα 1 τον παρεκάλεσε να «φιλοξενήσει» την ίδια και τα παιδιά της, στην οικία της οδού [ ]. Πράγματι τους φιλοξένησε «εντελώς δωρεάν» για 8-9 μήνες από τον Μάρτιο του 2012 μέχρι και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Τον Δεκέμβριο του 2012, συμφιλιώθηκε με τη σύζυγο του και επέστρεψε στην συζυγική οικία στην οδό [ ]. Ζήτησε από την εναγομένη 1 να αποχωρήσει από την οικία στην οδό [ ] ώστε να την ενοικιάσει και η τελευταία συμμορφώθηκε. Η εναγομένη 1 ενοικίασε μια οικία, νεόκτιστη με πισίνα, γκαράζ και κήπο και με ενοίκιο €2.000= μηνιαίως. Αντί να «καταστήσει υπεύθυνους» τους πρώην συζύγους της (τον πατέρα του ενάγοντα 2 και τον πατέρα της ενάγουσας 3) για την διαμονή, διατροφή και τα έξοδα των παιδιών τους, ζητούσε «βοήθεια» από τον ίδιο. Επέμενε να της δανείζει χρήματα και/ή να της πληρώνει τα ενοίκια με την υπόσχεση ότι θα του τα επέστρεφε όταν θα ολοκληρωνόταν η Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών που καταχώρησε εναντίον του συζύγου της (Κ.Ζ.), με την οποία θα λάμβανε, όπως η ίδια υπολόγιζε, τουλάχιστον €500.000= (εν τέλει η Αίτηση απερρίφθη λόγω μη προώθησης της και με €14000= έξοδα σε βάρος της ενάγουσας 1, αφού αυτή παρέλειπε συστηματικά να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου). Ο ίδιος «νοιώθοντας» ασφαλής ότι θα λάμβανε τα χρήματα του, συνέχιζε να της πληρώνει τα ενοίκια και όλα τα τρέχοντα έξοδα της κατοικίας, αφού η ενάγουσα 1 τον διαβεβαίωνε συνεχώς ότι θα του επέστρεφε τα χρήματα. Της «δάνειζε» €500= εβδομαδιαίως για την διατροφή τους και για είδη πρώτης ανάγκης, πλην όμως η εναγομένη 1 τα ξόδευε σε πανάκριβα είδη ένδυσης και υπόδησης, υπηρεσίες προσωπικού γυμναστή και μασέρ και σε καλλυντικά. Εκτός από χρήματα τις δάνεισε και έπιπλα πολυτελείας και μεγάλης αξίας καθώς και πίνακες, τα οποία είχε στην οικία της οδού [ ]. Ακόμη της παραχώρησε και όχημα (μάρκας Range Rover) το οποίο αγόρασε τον Ιούνιο του
- Τόσο για τα έπιπλα και τους πίνακες, όσο και για το όχημα, των οποίων ζήτησε την επιστροφή με επιστολή του προς την ενάγουσα 1, προτίθεται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της, εάν δεν του τα επιστρέψει. Δικαστικά μέτρα προτίθεται να λάβει και για τα χρήματα που της δάνεισε. Τα ούτω καλούμενα από την ενάγουσα 1 «γραμμάτια» (ο ίδιος τα θεωρεί «απλά χαρτιά») τα υπέγραψε υπό συνθήκες εκβιασμού, εξαναγκασμού, αθέμιτου επηρεασμού και ψυχικής πίεσης και χωρίς την παρουσία δικού του δικηγόρου, αφού η ενάγουσα 1 τον απειλούσε ότι θα αποκάλυπτε τον παράνομο δεσμό τους στην σύζυγο και στις κόρες του, γνωρίζοντας πως η σύζυγος του δεν θα τον συγχωρούσε για δεύτερη φορά, «θα τον έδιωχνε μια και καλή» και θα «έχανε» την οικογένεια του. Περαιτέρω καμιά αντιπαροχή δεν εδόθη για την υπογραφή των συγκεκριμένων εγγράφων. Κατόπιν εξαναγκασμού υπέγραφε «Βεβαιώσεις» ότι θα την παντρευτεί και άλλα «Προικοσύμφωνα Έγγραφα», τα οποία κατά τον ίδιο είναι παράνομα και δεν έχουν καμμιά ισχύ. Ποτέ δεν την συνέστησε στους κύκλους του (επαγγελματικό και κοινωνικό) ως την σύζυγο του. Αντίθετα όλοι γνώριζαν πως σύζυγος του ήταν και είναι η εναγομένη
- Η ενάγουσα 1 αν και γνώριζε πολύ καλά ότι ποτέ δεν θα χώριζε από την σύζυγο του, είχε πάντοτε ως στόχο της να τον εξαναγκάσει να εγκαταλείψει την οικογένεια του και να «εγκατασταθεί» μαζί της. Ποτέ, η ενάγουσα 1 ήταν συμβία του επί «σειρά ετών», όπως η ίδια διατείνεται, και ουδέποτε της «έκανε πρόταση γάμου». Από το 2018 δεν ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα ούτε στην Κύπρο, ούτε στο εξωτερικό. Αν και είναι κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας, ολόκληρη η ακίνητη του περιουσία βαρύνεται με υποθήκες και ΜΕΜΟ, από την Τράπεζα Κύπρου. Το γραφείο του στο Λονδίνο έπαυσε να λειτουργεί από τον Ιούνιο του
- Αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας 1 ότι άσκησε εναντίον της σωματική, ψυχική και σεξουαλική βία. Αντίθετα, αυτός υπήρξε θύμα καθημερινής ψυχολογικής βίας από πλευράς της. Δεκάδες φορές την ημέρα του τηλεφωνούσε για να ελέγχει ανά πάσα στιγμή που βρίσκεται και τι κάνει. Αγόραζε συνεχώς κοσμήματα και διαμαντένια δακτυλίδια και τον εξανάγκαζε να «της τα πληρώνει», απειλώντας τον πως θα αποκάλυπτε την παράνομη σχέση τους, στην σύζυγο και στις κόρες του. Όσον αφορά το Έγγραφο που επικαλείται η ενάγουσα 1 (Τεκμήριο 13 στην Ένορκη Δήλωση), το υπέγραψε περί τα τέλη του 2012 όταν είχε συμφιλιωθεί με την σύζυγο του αλλά συνέχιζε να έχει σχέση με την ενάγουσα 1 και πάλι κατόπιν απειλών της τελευταίας. Εν πάση περιπτώσει, το συγκεκριμένο έγγραφο, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, είναι προικοσύμφωνο το οποίο δεν έχει καμμιά ισχύ σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τέλος διατείνεται πως είναι η ενάγουσα 1 που χειραγωγούσε την δική του ζωή, ώστε να τον εκμεταλλεύεται οικονομικά για να ικανοποιεί τα ακριβά της γούστα αλλά και τον παράλογα, ακριβό τρόπο ζωής που η ίδια ήθελε να ζει. Και η εναγομένη 2 καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας κατά κύριο λόγο πως η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σε βάρος της. Και η ίδια στην Ένορκη Δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της Ένστασης της απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Αναφορικά με τα διατάγματα τύπου «Mareva» έχει λεχθεί νομολογιακά πως σκοπός ενός τέτοιου διατάγματος, είναι όχι μόνο η παρεμπόδιση μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων αλλά και η παρεμπόδιση του εναγομένου να τα εξανεμίσει εντός της δικαιοδοσίας. Και τούτο ώστε να μην μείνει ανικανοποίητος ο ενάγοντας σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του. Η έκδοση ενός διατάγματος τύπου «Mareva» διέπεται επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
- Παρόλο που το στοιχείο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πρωταρχικά, στην προκειμένη περίπτωση θα προχωρήσω πρώτα στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου
- Κρίνω πως με αυτό τον τρόπο θα δοθεί απάντηση και στο συγκεκριμένο ζήτημα. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται, ώστε αφενός μεν τα προσωρινώς εκδοθέντα Διατάγματα να οριστικοποιηθούν, και αφετέρου να δοθούν οι υπόλοιπες θεραπείες που επιζητούνται. Όπως έχει προαναφερθεί, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση), ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα. Εν προκειμένω, η Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρήθηκε με την καταχώρηση της αγωγής και έτσι το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καθώς και το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων (συνιστούν μαρτυρία που διέπεται από την Δ.39) αποτελεί το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης, όπως και όλων των ενδιάμεσων αιτήσεων, διέπεται από την Δ.48 θ.
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω διαταγής, κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης δεν προσκομίζεται μαρτυρία αλλά η ακρόαση διεξάγεται βάσει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση του περιεχομένου των εν λόγω δηλώσεων, μπορεί να γίνει είτε με αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου), είτε με καταχώρηση απαντητικών ενόρκων δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 ΑΑΔ, μέρος 1(Γ) σελ. 2118). Στην προκειμένη περίπτωση οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν. ΄Ετσι η κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία, θα κριθεί σε αυτό το πλαίσιο. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ μέρος 1(Γ) σελ. 1980, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σ' εκείνον που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η νομολογία υποδεικνύει (Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ, μέρος 1(Γ) σελ. 1802, ότι το πραγματικό νόημα των αποφάσεων είναι πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην προκειμένη περίπτωση βρίσκω ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) πληρείται (οριακά). Αυτή φυσικά είναι η ευκολότερη προϋπόθεση να ικανοποιηθεί. Νομολογικά έχει λεχθεί πως μόνο σε «κραυγαλέες» περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Εν προκειμένω αποκαλύπτονται, με αναφορά σε ισχυρισμούς, αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής έστω και εάν αυτές τίθενται διαζευκτικά και στο τέλος της ημέρας αναγκαστικά οι αιτητές θα πρέπει να επιλέξουν ποια από όλες θα προωθήσουν. Προβάλλεται η παράβαση σύμβασης, η παραβίαση συνταγματικώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων, η μη τίμηση συναλλαγματικών και/ή γραμματίων σε διαταγή και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους και/ή χρεωστικών ομολόγων. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας) είναι σύμφωνα με την νομολογία «βαθύτερη». Δεν αναμένεται φυσικά η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας από τον αιτητή - υποχρέωση η οποία μετατίθεται για την μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης - αναμένεται, όμως, η παρουσίαση συνδετικών και στοχευμένων στοιχείων έτσι ώστε να τύχουν, όχι αξιολόγησης αλλά θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Εν προκειμένω κρίνω πως η εν λόγω προϋπόθεση, για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν ικανοποιείται. Σε σχέση με την εναγομένη 2 όχι μόνο δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία που να καταδεικνύουν την εμπλοκή της στην υπόθεση, αλλά ούτε και ισχυρισμοί ετέθησαν προς αυτή την κατεύθυνση. Η θέση των αιτητών ότι η εναγομένη 2 ενάγεται «υποβοηθητικά» για τον εντοπισμό της περιουσίας του εναγομένου 1, δεν βοηθά την υπόθεση των εναγόντων και ούτε εκπληρεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο
- Ελλείπουν επίσης στοιχεία που να καταδεικνύουν αντισυμβατική ή άλλη επιλήψιμη συμπεριφορά ή ενέργειες του εναγομένου 1 σε βάρος των εναγόντων 2 και
- Όπως και στοιχεία που να καταδεικνύουν «δόλια» συμπεριφορά ή «δημιουργία ψευδών παραστάσεων» εκ μέρους του εναγομένου 1 προς την ενάγουσα
- Αντ΄ αυτού, η τελευταία, σε όλη την έκταση της πολυσέλιδης Ένορκης Δήλωσης της, αναφέρεται συνεχώς στις «υποσχέσεις» του εναγομένου 1 ότι θα διαζευχθεί την σύζυγο του και θα συζευχθεί την ίδια, ώστε να απολαμβάνει οικονομικά και άλλα οφέλη και να αποκτήσει δικαιώματα ως σύζυγος του εναγομένου
- Από την άλλη, τα όσα ο εναγόμενος 1 παρέθεσε μέσω της δικής του Ένορκης Δήλωσης, σε σχέση με την εγκυρότητα των εγγράφων (Τεκμήρια 13, 17, 20, 21 και 22 στην Ένορκη Δήλωση της ενάγουσας 1) δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση των αιτητών. Το κατά πόσον εδόθη αντιπαροχή για την υπογραφή των συγκεκριμένων Τεκμηρίων, θα αποφασιστεί στο κατάλληλο στάδιο της υπόθεσης και όχι τώρα, πλην όμως τα συγκεκριμένα στοιχεία πλήττουν την υπόθεση των αιτητών αφού θέτουν εν αμφιβόλω την εκδοχή τους ότι τα Τεκμήρια 20, 21 και 22 συνιστούν έγκυρα Γραμμάτια και τα Τεκμήρια 13 και 17 Έγκυρες Συμφωνίες. Όσον αφορά την θεραπεία της παραγράφου Β της Αίτησης (Διάταγμα Αποκλεισμού), η ενάγουσα 1 αναφέρθηκε μόνο σε ένα μεμονωμένο περιστατικό που, κατά την ίδια, επεσυνέβη τον Ιανουάριο του
- Οι υπόλοιπες αναφορές της για την λεκτική, σωματική, ψυχολογική και σεξουαλική βία σε βάρος της παρέμειναν σε επίπεδο ισχυρισμών, χωρίς την υποστήριξη πραγματικού υποβάθρου. Θεωρώ πως τα όσα ανέφερε δεν δικαιολογούν την έκδοση Διατάγματος τέτοιας εμβέλειας. Καταληκτικά θεωρώ πως τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, διαβρώνουν την υπόθεση των αιτητών, σε βαθμό που η δεύτερη προϋπόθεση να μην ικανοποιείται. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί, αφού και οι τρεις
(3)προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, κρίνω πως δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο
- Η εν λόγω προϋπόθεση είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπως έχει προαναφερθεί, εάν στο τέλος της ημέρας η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Σε σχέση με την εν λόγω προϋπόθεση, η ενάγουσα 1 αναφέρει στην παράγραφο 83 της Ένορκης της Δήλωσης «Όπως αναφέρω ανωτέρω, ο Εναγόμενος 1 επιθυμεί να αποξενώσει την περιουσία του με διάφορους τρόπους στο εξωτερικό είτε με την μεταφορά αυτής, είτε με την πώληση και την αποξένωση της, είτε μέσω των Εταιρειών τους στις οποίες έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον .». Θεωρώ πως οι εν λόγω αναφορές είναι γενικές και αόριστες. Οι γενικόλογες και ασύνδετες από πλευράς γεγονότων αναφορές δεν βοηθούν. Σε κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξηγείται, στη βάση ποιών γεγονότων, υπαρκτών, επαπειλούμενων ή τουλάχιστον πιθανών, κινδυνεύει η ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης κατά την κανονική ακροαματική διαδικασία. Με την πιο πάνω γενική και μόνο αναφορά, φρονώ, πως δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στη βάση των προαναφερθέντων, δεν χρειάζεται να εξεταστεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος της διαφοράς. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως τα εκδοθέντα Διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και τα υπόλοιπα αιτητικά της Αίτησης να απορριφθούν. Δια ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα Διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών. (Υπ.) Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο