← Κύπρος

MOTCO TRADING LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 7505/13, 28/7/2022

MOTCO TRADING LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 7505/13, 28/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7505/13 Μεταξύ: MOTCO TRADING LTD Ενάγουσα -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Αυγουστίνος Τσάρκατζιης Για τους Εναγόμενους: κα Κ. Πολυβίου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €228.615 πλέον τόκο λόγω παράβασης από μέρους των εναγόμενων του διατάγματος διάσωσης με τα ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. ΚΔΠ 103/2013 του άρθρου 6

(1)(i) αυτού. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες παραστάσεις της ενάγουσας αυτή είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δραστηριοποιείται στον τομέα εμπορίου μπαταριών αυτοκινήτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα ήταν πελάτης της εναγόμενης Τράπεζας και η ενάγουσα εκτελούσε τις διεθνείς εμπορικές της δραστηριότητες και/ή τις εισαγωγές εμπορευμάτων σε συνεργασία με τους εναγόμενους. Κατόπιν εντολών και/ή αίτησης της Ενάγουσας και/ή δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής και/ή εξυπακουόμενης και/ή εκ της συμπεριφοράς της Ενάγουσας και των Εναγομένων συναγόμενης συμβάσεως που συνήφθηκε μεταξύ των διαδίκων, οι Εναγόμενοι περί τα έτη 2012 και/ή 2013 και σε διάφορες ημερομηνίες συμφώνησαν και αποδέχθηκαν όπως ανοίξουν και/ή εκδώσουν ενέγγυες πιστώσεις προς όφελος τρίτων προσώπων-συνεργατών της Ενάγουσας από τους οποίους η Ενάγουσα αγόραζε και αγοράζει διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας της. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας, αποδέχθηκαν και συμφώνησαν όπως εξεδώσουν προς όφελος τρίτων προσώπων, συνεργατών της Ενάγουσας τις ακόλουθες ενέγγυες αμετάκλητες πιστώσεις (Letter of credits), οι οποίες εμπεριείχαν συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, η τήρηση των οποίων και η αποδοχή αυτών από τους Εναγόμενους καθιστούσε υποχρεωτική την πληρωμή των εν λόγω ενέγγυων πιστώσεων από μέρους των Εναγομένων δια λογαριασμό της Ενάγουσας, ανεξαρτήτως της θέλησης και/ή των εντολών της Ενάγουσας, και κατ' επέκταση, ο λογαριασμός της Ενάγουσας χρεωνόταν το ποσό και/ή ποσά των ενέγγυων πιστώσεων: Λεπτομέρειες Ενέγγυων Πιστώσεων ΑΡ. ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΗΜΕΡ. ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ-ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΠΟΣΟ [ ] 11/3/2013 €76.246,22σ [ ] 12/3/2013 €34.997,09σ [ ] 05/2/2013 €111.121,93σ [ ] 03/1/2013 €147.345,68σ [ ] 21/12/2013 €111.584,37σ Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι εφόσον παρουσιαστούν και παραδοθούν στους εναγόμενους συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία καθορίσθηκαν στις αιτήσεις της ενάγουσας για την έκδοση των ενέγγυων πιστώσεων, οι εναγόμενοι αφού λάμβαναν αυτά τα έγγραφα και τα έλεγχαν και ανταποκρίνονταν στους όρους των συμφωνηθέντων, οι εναγόμενοι όφειλαν να τιμήσουν τις ενέγγυες πιστώσεις και να πληρώσουν για λογαριασμό της ενάγουσας. Την 21.12.2012 οι εναγόμενοι έλαβαν στην κατοχή τους συγκεκριμένα έγγραφα που καθορίζονταν στην αίτηση για έκδοση της ενέγγυας πίστωσης με αριθμό [ ] και αφού έλεγξαν ότι αυτά πληρούσαν τους όρους που καθορίζονταν στην αίτηση της ενάγουσας για έκδοση την ενέγγυας πίστωσης και κατά την εκτέλεση της πίστωσης και αποδοχή των εγγράφων εις την ενάγουσα και στην τράπεζα συνεργάτη της ενάγουσας (advising bank), είχαν αναλάβει την αμετάκλητη υποχρέωση να καταβάλουν στην τράπεζα του συνεργάτη της τράπεζας και/ή τον συνεργάτη της ενάγουσας το ποσό των €111,584 κατά τη λήξη της ενέγγυας πίστωσης στις 10.4.2013 χρεώνοντας παράλληλα τον λογαριασμό της ενάγουσας με το ποσό των €111,584.37 πλέον προμήθειες και άλλα έξοδα αναφορικά με υπηρεσίες προς την ενάγουσα. Την 3.1.2013 έλαβαν στην κατοχή τους οι εναγόμενοι ορισμένα έγγραφα που καθορίζονταν στην αίτηση για έκδοση της ενέγγυας πίστωσης με αριθμό [ ] και αφού τα έλεγξαν βρήκαν ότι πληρούσαν τους όρους και/ή τις προϋποθέσεις που καθορίζονταν εις την αίτηση της ενάγουσας για έκδοση της συγκεκριμένης ενέγγυας πίστωσης. Αποδέχθηκαν τα έγγραφα σύμφωνα με τους όρους έκδοσης της ενέγγυας πίστωσης και τα κοινοποίησαν στην ενάγουσα και τον πελάτη της ενάγουσας και ανέλαβαν την αμετάκλητη υποχρέωση να καταβάλουν στον συνεργάτη της τράπεζας το ποσό των €147,345.68 κατά την λήξη της ενέγγυας πίστωσης, ήτοι στις 22.4.2013, χρεώνοντας παράλληλα τον λογαριασμό της ενάγουσας πλέον προμήθειες και άλλα έξοδα της τράπεζας. Την 5.2.2013 οι εναγόμενοι έλαβαν στην κατοχή τους συγκεκριμένα έγγραφα που καθορίζονται στην αίτηση για έκδοση ενέγγυας πίστωσης με αριθμό [ ] και αφού τα έλεγξαν αυτά και βρήκαν ότι πληρούσαν τους όρους που καθορίζονταν εις την αίτηση της ενάγουσας για έκδοση της συγκεκριμένης ενέγγυας πίστωσης, αποδέχθηκαν τα έγγραφα αυτά ως σύμφωνα με τους όρους έκδοσης της ενέγγυας πίστωσης εκτελώντας την ενέγγυα πίστωση και κοινοποιώντας στην ενάγουσα και στον συνεργάτη της ενάγουσας ότι έχουν αναλάβει την αμετάκλητη δέσμευση να καταβάλουν στον συνεργάτη της ενάγουσας το ποσό των €111,121,93 κατά τη λήξη της ενέγγυας πίστωσης στις 24.5.2013 χρεώνοντας παράλληλα τον λογαριασμό της ενάγουσας πλέον προμήθειες και έξοδα. Την 12.3.2013 οι εναγόμενοι έλαβαν στην κατοχή τους έγγραφα στην αίτηση για έκδοση ενέγγυας πίστωσης με αριθμό [ ] και αφού έλεγξαν ότι αυτά πληρούσαν τις προϋποθέσεις της αίτησης των εναγόντων, αποδέχθηκαν τα έγγραφα σύμφωνα με τους όρους της ενέγγυας πίστωσης και το κοινοποίησαν αυτό στην ενάγουσα και στους πελάτες της ενάγουσας και ανέλαβαν την αμετάκλητη υποχρέωση όπως καταβάλουν στον συνεργάτη της ενάγουσας το ποσό των €34,997.50 κατά τη λήξη της ενέγγυας πίστωσης στις 27.6.2013 και χρέωσαν το ποσό των €34,997 πλέον προμήθειες και έξοδα. Οι εναγόμενοι στις 11.3.2013 έλαβαν στην κατοχή τους συγκεκριμένα έγγραφα που καθορίζονταν στην αίτηση ενέγγυας πίστωσης με αριθμό [ ] και αφού τα έλεγξαν αυτά και βρήκαν ότι αυτά πληρούσαν τους όρους που καθορίζονταν στην αίτηση των εναγόντων ενέγγυας πίστωσης, κοινοποίησαν αυτό στους ενάγοντες και στους συνεργάτες των εναγόντων και είχαν αναλάβει την αμετάκλητη υποχρέωση έναντι του συνεργάτη της ενάγουσας να καταβάλουν το ποσό των €76,246.22 κατά την λήξη της ενέγγυας πίστωσης στις 27.6.2013 χρεώνοντας παράλληλα τον λογαριασμό των εναγόντων πλέον προμήθειες και άλλα έξοδα. Στις 22/03/2013 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013. Μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω Νομοθεσίας και κατ' επίκληση άρθρων αυτής ήτοι του Νόμου 17(Ι)/2013 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρο, ως αρχή εξυγίανσης, εξέδωσε και δημοσίευσε διάταγμα στην Επίσημη Εφημερίδας της Δημοκρατίας στις 29/03/2013, το οποίο φέρει τον τίτλο περί Διάσωσης με τα ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013) το οποίο προνοεί για την μετατροπή των καταθέσεων των επηρεαζόμενων προσώπων σε μετοχές της ίδιας τράπεζας (στο εξής «το Διάταγμα»). Δυνάμει του άρθρου 6
(1)(i) του Διατάγματος σε περίπτωση που οι συνολικές καταθέσεις τις οποίες ένα πρόσωπο κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου ως καταγράφονται στα βιβλία των Εναγομένων στις 22:00 στις 26/3/2013, υπερβαίνουν τις €100,000,00, το ποσό των πιο πάνω καταθέσεων πέραν των €100,000,00, αφού αυτό μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες οι Εναγόμενοι είχαν κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο, 37,5% του υπερβάλλοντος ποσού μετατρέπεται σε συνήθεις μετοχές Τάξης Α΄, το υπόλοιπο 22,5% του υπερβάλλοντος ποσού μηδενίζεται και αντικαθίσταται με μετοχές ή σε κατάθεση εν όλων ή εν μέρει και το εναπομένον 40% του υπερβάλλοντος ποσού σε κατάθεση.» Η ενάγουσα κατά ή περί τις 26.3.2013 διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς και/ή καταθέσεις εις τους εναγόμενους συνολικού ποσού ύψους €658,343,
  1. Κατά ή περί τον Ιούλιο 2013 ανακοινώθηκε από την Κεντρική Τράπεζα και/ή τους εναγόμενους ότι το τελικό ποσοστό μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ανέρχεται σε ποσοστό των 47.5%. H δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγόμενων εστιάζεται στις ακόλουθες πτυχές στον βαθμό που δεν υπάρχει ρητή παραδοχή στα γεγονότα που προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως. Παραδέχονται ότι συμφώνησαν να ανοίξουν και να εκδώσουν ενέγγυες πιστώσεις προς όφελος των εναγόντων για τα έτη 2012 και
  2. Οι εναγόμενοι, από τις παραγράφους 5 και 6 Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, παραδέχονται ότι τις αναγραφόμενες ημερομηνίες είχαν αποδεχτεί την έκδοση των εν λόγω ενέγγυων αμετάκλητων πιστώσεων (letter of credits). Οι εναγόμενοι σημειώνουν ότι η δεύτερη ενέγγυα αμετάκλητη πίστωση που αναγράφεται στο πίνακα έχει λανθασμένο αριθμό και ο ορθός αριθμός είναι [ ]. Το ίδιο συμβαίνει και με την τελευταία ενέγγυα αμετάκλητη πίστωση που αναφέρεται στον πίνακα, της οποίας ο ορθός αριθμός είναι [ ]. Οι εναγόμενοι σημειώνουν ότι οι ημερομηνίες που αναγράφονται στον πίνακα που περιέχεται στην παράγραφο 5, δεν αποτελούν ημερομηνία εκτέλεσης παρά μόνο αποδοχής των εν λόγω πιστώσεων. Η ημερομηνία εκτέλεσης αυτών ήταν μεταγενέστερη και συγκεκριμένα πιο μετά από τις 16.3.2013, ημερομηνία κατά την οποία έλαβαν χώραν τα γεγονότα που οδήγησαν στην απομείωση του λογαριασμού των εναγόντων. Οι εναγόμενοι θέτουν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και επιφύλαξαν το δικαίωμά τους όπως αναφερθούν πλήρως στις αιτήσεις των εναγόντων για την έκδοση των επίδικων ενέγγυων πιστώσεων καθώς και στους όρους που συνοδεύουν αυτές και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής. Από τις παραγράφους 7 έως και 11 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι εναγόμενοι - σημειώνοντας την διόρθωση στον αριθμό των εγγυητικών που έχουν ήδη αναφέρει στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης τους ανωτέρω - παραδέχονται ότι έλαβαν στην κατοχή τους τα σχετικά έγγραφα για την έκδοση των επίδικων ενέγγυων πιστώσεων, ότι αποδεχθήκαν ότι τα έγγραφα συμφωνούσαν με τους όρους έκδοσης των ενέγγυων πιστώσεων και ότι η ημερομηνία εκτέλεσης αυτών ήταν η ημερομηνία που αναγράφεται στις σχετικές παραγράφους. Οι εναγόμενοι καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των όσων αναφέρουν στις εν λόγω παραγράφους και επιφύλαξαν και πάλι το δικαίωμά τους όπως αναφερθούν πλήρως στους όρους των σχετικών αιτήσεων κατά την δικάσιμο. Εις απάντηση των παραγράφων 12 έως και 15 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, οι εναγόμενοι επιφύλαξαν το δικαίωμά τους όπως αναφερθούν πλήρως τόσο στην σχετική νομοθεσία που ψηφίστηκε σαν αποτέλεσμα των γεγονότων της 16.3.2013, και ειδικότερα στον Νόμο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν.17(Ι)/2013, όσο και στα σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει της νομοθεσίας αυτής κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής. Ισχυρίζονται ότι το αίτημα των εναγόντων για συμψηφισμό των καταθέσεων τους για τις εν λόγω ενέγγυες πιστώσεις δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί λόγω των διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί από την Κεντρική Τράπεζα ως αρχή εξυγίανσης και τα οποία οι εναγόμενοι ήταν υπόχρεοι να ακολουθήσουν. Η περίπτωση των πιο πάνω ενέγγυων πιστώσεων δεν περιέχεται στις περιπτώσεις βάσει των διαταγμάτων που θα μπορούσαν να τύχουν συμψηφισμού. Η εκτέλεση αυτών των πιστώσεων και συνεπώς η χρέωση των λογαριασμών των εναγόντων πραγματοποίηθηκε σε ημερομηνία μετά την απομείωση του λογαριασμού των εναγόντων και οι ενάγοντες υπέγραψαν και αποδέχτηκαν το περιεχόμενο των σχετικών αιτήσεων και ως εκ τούτου κωλύονται από το να προβαίνουν στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως. Σύμφωνα με τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)του περί Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων νόμου 17
(1)/2013 θιγόμενα μέρη υπό των διαταγμάτων εξυγίανσης δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάσθηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα ούτε να απαιτήσουν από το ίδρυμα υπό εξυγίανση χρηματική αποζημίωση για ζημιές που έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα. Ανέξάρτητα από τα πιο πάνω οι εναγόμενοι επικαλούνται την υπεράσπιση της ματαίωσης της σύμβασης. Αυτό στηρίζεται στο λεκτικό του ΚΔΠ 103/2013 που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου
  1. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιανδήποτε επιλογή από το να εφαρμόσουν στην ολότητα του και να συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες του εν λόγω Διατάγματος και της ευρύτερης Νομοθεσίας βάσει της οποίας έχει αυτό εκδοθεί. Αυτό που έχει κατ' ουσία συμβεί είναι θέσπιση νομοθεσίας και/ή κανονισμών που επιβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων που έχει προκύψει, με την Τράπεζα να μην έχει οποιαδήποτε επιλογή παρά αυστηρή συμμόρφωση με το Νόμο. Στο βαθμό που η όποια ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο, αυτή έχει ματαιωθεί, και/ή δεν είναι εφαρμόσιμη. Οι εναγόμενοι προτίθενται όπως αναφερθούν πλήρως τόσο στην σχετική νομοθεσία όσο και στα συγκεκριμένα Διατάγματα που εκδόθηκαν. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, εάν ήθελε φανεί ότι οι εναγόμενοι είχαν οποιανδήποτε ευθύνη για την ισχυριζόμενη και/ή για την οποιανδήποτε ζημιά που είχαν υποστεί οι ενάγοντες και/ή ότι οι ενάγοντες υπέστησαν την ισχυριζόμενη και/ή την οποιανδήποτε ζημιά λόγω των πράξεων και/ή των παραλείψεων των εναγομένων και/ή ότι η υπεράσπιση της «ματαίωσης σύμβασης» (frustration), δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση, τα οποία οι εναγόμενοι εν πάση περιπτώσει αρνούνται κατηγορηματικά, τότε οι εναγόμενοι δικαιούνται σε αποζημίωση και/ή κάλυψη (contribution and/or indemnity) καθότι η ισχυριζόμενη και/ή οποιαδήποτε ζημιά που έχουν υποστεί οι ενάγοντες οφείλεται αποκλειστικά και/ή άλλως πως στις πράξεις και/ή παραλείψεις της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχή Εξυγίανσης και/ή στην Αρχή Εξυγίανσης και/ή στην Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίες είχαν την ευθύνη για την έκδοση της σχετικής Νομοθεσίας και των σχετικών Διαταγμάτων και/ή την εποπτεία σε σχέση με την έκδοση αυτών. Οι εναγόμενοι επιφύλαξαν το δικαίωμά τους όπως προβούν σε διαδικασία τριτοδιαδίκου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για λογαριασμό της ενάγουσας έδωσε μαρτυρία ο διευθύνων σύμβουλος της ο οποίος επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως. Περί τα έτη 2012 και 2013 σε διάφορες ημερομηνίες οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν όπως ανοίξουν ενέγγυες πιστώσεις προς όφελος τρίτων προσώπων συνεργατών της ενάγουσας από τους οποίους η ενάγουσα αγοράζει εμπορεύματα υπό την ιδιότητα της. Οι εναγόμενοι είχαν δώσει στην ενάγουσα διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις με πιστωτικό όριο €1,200,000 για το άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων. Το όριο αυτό ήταν συνδεδεμένο με τρεχούμενο λογαριασμό της ενάγουσας και ο τρεχούμενος λογαριασμός ήταν συνδεδεμένος με άλλο λογαριασμό της ενάγουσας από τον οποίο γίνονταν πληρωμές των εκάστοτε διευκολύνσεων. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 1» αίτημα της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους ημερ. 27/4/2010 για χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων. Στις διευκολύνσεις περιλαμβάνεται και όριο πιστώσεων εισαγωγής αποδοχής ύψους €307,458.00 το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε στο €1,200.
  2. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 2» επιστολή των εναγόμενων ημερ. 21/5/2010 δια της οποίας εγκρίνουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταξύ των οποίων και του ορίου για άνοιγμα πιστώσεων εισαγωγής αποδοχής. Στη 2η σελίδα καταγράφονται οι εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί προς εξασφάλιση των διευκολύνσεων που δόθηκαν στην ενάγουσα. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 3» σχετική συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και των εναγομένων. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 4» συμφωνία εγγύησης για το ποσό των €600,000 που υπέγραψε αυτός και ο αδελφός του, ως εγγυητές της Ενάγουσας δια την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, όπως αναφέρεται και στη 1η παράγραφο της συμφωνίας, δια το άνοιγμα ενέγγυων πιστώσεων. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι κατόπιν αίτησης της Ενάγουσας, αποδέχθηκαν και συμφώνησαν όπως εξεδώσουν προς όφελος τρίτων προσώπων, συνεργατών της Ενάγουσας τις ακόλουθες ενέγγυες αμετάκλητες πιστώσεις (Letter of credits), οι οποίες εμπεριείχαν συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, η τήρηση των οποίων και η αποδοχή αυτών από τους Εναγόμενους καθιστούσε υποχρεωτική την πληρωμή των εν λόγω ενέγγυων πιστώσεων από μέρους των Εναγομένων δια λογαριασμό της Ενάγουσας, ανεξαρτήτως της θέλησης και των εντολών της Ενάγουσας, και κατ' επέκταση, ο λογαριασμός της Ενάγουσας χρεωνόταν τα ποσά των ενέγγυων πιστώσεων: Λεπτομέρειες Ενέγγυων Πιστώσεων ΑΡ. ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΗΜΕΡ. ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ-ΑΠΟΔΟΧΗΣ ΠΟΣΟ [ ] 11/3/2013 €76.246,22σ [ ] 12/3/2013 €34.997,09σ [ ] 05/2/2013 €111.121,93σ [ ] 03/1/2013 €147.345,68σ [ ] 21/12/2012 €111.584,37σ Παρουσίασε ως «Συνημμένο 5» την αίτηση για έκδοση εγγυητικής επιστολής με αρ. 00192-01-0073320 με δικαιούχο την εταιρεία Sungwoo automotive co Ltd στην Νότια Κορέα δια το ποσό των €76.246,22σ, μαζί με σχετική συνοδευτική επιστολή των εναγόμενων. Όπως φαίνεται από το εν λόγω έγγραφο, η αίτηση απευθύνεται προς τους εναγόμενους, στη δε 2η σελίδα, αναφέρονται τα έγγραφα που απαιτούνται να παραδοθούν στους εναγόμενους καις την ίδια σελίδα, εμπεριέχονται επιπρόσθετοι όροι που πρέπει να πληρωθούν από τον πωλητή και δικαιούχο της εγγυητικής. Στην τελευταία σελίδα περιέχεται και το αίτημα της Ενάγουσας για άνοιγμα αμετάκλητης πίστωσης δια το ποσό των €76.246,22σ και στη θέση «υπογραφή» έχει θέσει την υπογραφή του. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 6» την αίτηση για έκδοση εγγυητικής επιστολής με αρ. [ ] με δικαιούχο την εταιρεία Sungwoo automotive co Ltd στην Νότια Κορέα δια το ποσό των €34.997,09σ, μαζί με σχετική συνοδευτική επιστολή των εναγόμενων. Όπως φαίνεται από το εν λόγω έγγραφο, η αίτηση απευθύνεται προς τους εναγόμενους, στη δε 2η σελίδα, αναφέρονται τα έγγραφα που απαιτούνται να παραδοθούν στους εναγόμενους και στην ίδια σελίδα, εμπεριέχονται επιπρόσθετοι όροι που πρέπει να πληρωθούν από τον πωλητή και δικαιούχο της εγγυητικής. Στην τελευταία σελίδα περιέχεται και το αίτημα της Ενάγουσας για άνοιγμα αμετάκλητης πίστωσης δια το ποσό των €34.997,09σ και στη θέση «υπογραφή» έχει θέσει την υπογραφή του. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 7» την αίτηση για έκδοση εγγυητικής επιστολής με αρ. [ ] με δικαιούχο την εταιρεία Sungwoo automotive co Ltd στην Νότια Κορέα δια το ποσό των €111.121,93σ, μαζί με σχετική συνοδευτική επιστολή των εναγόμενων. Όπως φαίνεται από το εν λόγω έγγραφο, η αίτηση απευθύνεται προς τους εναγόμενους, στη δε 2η σελίδα, αναφέρονται τα έγγραφα που απαιτούνται να παραδοθούν στους εναγόμενους και στην ίδια σελίδα, εμπεριέχονται επιπρόσθετοι όροι που πρέπει να πληρωθούν από τον πωλητή και δικαιούχο της εγγυητικής. Στην τελευταία σελίδα περιέχεται και το αίτημα της Ενάγουσας για άνοιγμα αμετάκλητης πίστωσης δια το ποσό των €111.121,93σ, και στη θέση «υπογραφή» έχει θέσει την υπογραφή του. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 8» την αίτηση για έκδοση εγγυητικής επιστολής με αρ. [ ] με δικαιούχο την εταιρεία Sungwoo automotive co Ltd στην Νότια Κορέα δια το ποσό των €147.345,68σ, μαζί με σχετική συνοδευτική επιστολή των εναγόμενων. Όπως φαίνεται από το εν λόγω έγγραφο, η αίτηση απευθύνεται προς τους εναγόμενους, στη δε 2η σελίδα, αναφέρονται τα έγγραφα που απαιτούνται να παραδοθούν στους εναγόμενους και στην ίδια σελίδα, εμπεριέχονται επιπρόσθετοι όροι που πρέπει να πληρωθούν από τον πωλητή και δικαιούχο της εγγυητικής. Στην τελευταία σελίδα περιέχεται και το αίτημα της Ενάγουσας για άνοιγμα αμετάκλητης πίστωσης δια το ποσό των €147.345,68σ και στη θέση «υπογραφή» έχει θέσει την υπογραφή του. Παρουσίασε ως «Συνημμένο 9» την αίτηση για έκδοση εγγυητικής επιστολής με αρ. [ ] με δικαιούχο την εταιρεία Sungwoo automotive co Ltd στην Νότια Κορέα δια το ποσό των €111.584,37σ, μαζί με σχετική συνοδευτική επιστολή των εναγόμενων. Όπως φαίνεται από το εν λόγω έγγραφο, η αίτηση απευθύνεται προς τους εναγόμενους, στη δε 2η σελίδα, αναφέρονται τα έγγραφα που απαιτούνται να παραδοθούν στους εναγόμενους και στην ίδια σελίδα, εμπεριέχονται επιπρόσθετοι όροι που πρέπει να πληρωθούν από τον πωλητή και δικαιούχο της εγγυητικής. Στην τελευταία σελίδα περιέχεται και το αίτημα της Ενάγουσας για άνοιγμα αμετάκλητης πίστωσης δια το ποσό των €111.584,37σ και στη θέση «υπογραφή» έχει θέσει την υπογραφή του. Ήταν ρητός όρος που εμπεριέχετο στις ενέγγυες πιστώσεις ότι εφόσον παρουσιαστούν και παραδοθούν στους εναγόμενους συγκεκριμένα έγγραφα που καθορίζονταν στις αιτήσεις των εναγόντων για την έκδοση των ενέγγυων πιστώσεων, οι εναγόμενοι θα παραλάμβαναν τα έγγραφα και θα τα έλεγχαν για να διαπιστώσουν ότι υπήρχε συμμόρφωση στους όρους των αιτήσεων. Και εάν τα μέρη συμφωνούσαν ότι συμμορφώνονταν οι εναγόμενοι, θα ήταν υπόχρεοι να τιμήσουν τις ενέγγυες πιστώσεις για λογαριασμό της ενάγουσας σε σχέση με τα ποσά στις ενέγγυες πιστώσεις. Στον όρο 78 αναφέρεται ότι με την παραλαβή από τους εναγόμενους των προαναφερόμενων εγγράφων και υπό την προυπόθεση ότι αυτά ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις, οι εναγόμενοι θα έπρεπε να πληρώσουν τα ποσά που αναφέρονταν στις ενέγγυες πιστώσεις. Επί παραδείγματι, στις 27.12.2012 οι εναγόμενοι αφού έλαβαν στην κατοχή τους έγγραφα που καθορίζονταν στην αίτηση για την έκδοση ενέγγυας πίστωσης με αριθμό [ ] και αφού το έλεγξαν ότι πληρούσαν τις προυποθέσεις της αίτησης, αποδέχθηκαν τα έγγραφα και εκτέλεσαν την ενέγγυα πίστωση κοινοποιώντας την αποδοχή των εγγράφων στους ενάγοντες και τους συνεργάτες τους. Είχαν αναλάβει πλέον την αμετάκλητη υποχρέωση να καταβάλουν στην τράπεζα του δικαιούχου και προμηθευτή των εναγόντων το ποσό των €111,584.37 κατά τη λήξη της ενέγγυας πίστωσης στις 10.4.2013 χρεώνοντας παράλληλα τον λογαριασμό της ενάγουσας το ίδιο ποσό πλέον προμήθειες και έξοδα. Το εν λόγω έγγραφο αναφέρει ότι η σχετική ενέγγυα πίστωση ανοίχθηκε προς όφελος της Sungwoo automative co Ltd. και αναφέρεται σε αυτό η τράπεζα του δικαιούχου ως 'advising bank'. Στην εν λόγω ενέγγυα πίστωση αναφέρονται τα ακόλουθα 'this is to advise you of the acceptance of the abovementioned credit and the debit of your account mentioned below'. 'We are debiting your account no. [ ]'. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται η ημερομηνία εκτέλεσης της ενέγγυας πίστωσης, δηλαδή η ημερομηνία που έγινε η αποδοχή των εγγράφων και των όρων της ενέγγυας πίστωσης και κοινοποίησης της αποδοχής των εγγράφων εις την ενάγουσα αλλά και στην τράπεζα του δικαιούχου και προμηθευτή της ενάγουσας η 21.12.2012 (value date). Η ίδια ημερομηνία αναφέρεται στο πάνω αριστερό μέρος του εγγράφου. Η ημερομηνία λήξης της ενέγγυας πίστωσης είναι 10.4.2013 η οποία αναγράφεται στο τέλος του εγγράφου που έχει κοινη ονομασία 'maturity date calculated as from 11 December 2012' και η οποία συνήθως είναι κάποιοι μήνες μετά την αποδοχή των εγγράφων και την εκτέλεση της πίστωσης. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε σε σχέση με την ενέγγυα πίστωση [ ] ημερομηνίας λήψης εγγράφων 3.1.2013 με ημερομηνία λήξης 22.4.2013 για το ποσό των €147,345, στην ενέγγυα πίστωση [ ] ημερομηνίας 5.2.2013 λήψης εγγράφων με ημερομηνία λήξης 24.5.2013 για το ποσό των €111,121, στην ενέγγυα πίστωση [ ] ημερομηνίας 12.3.2013 λήψης εγγράφων με ημερομηνίας λήξης 27.6.2013 για το ποσό των €34,997 και στην ενέγγυα πίστωση [ ] με ημερομηνία 11.3.2012 λήψης εγγράφων με ημερομηνίας λήξης 27.6.2013 για το ποσό των €76,
  3. Στις 22/03/2013 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του
  4. Μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω Νομοθεσίας και κατ΄ επίκληση άρθρων αυτής ήτοι του Νόμου 17(Ι)/2013 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως αρχή εξυγίανσης, εξέδωσε και δημοσίευσε το διάταγμα στην Επίσημη Εφημερίδας της Δημοκρατίας στις 29/03/2013, το οποίο φέρει τον τίτλο περί Διάσωσης με τα ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013) το οποίο προνοεί για την μετατροπή των καταθέσεων των επηρεαζόμενων προσώπων σε μετοχές της ίδιας τράπεζας (στο εξής «το Διάταγμα»). Το σχετικό διάταγμα επισυνάπτεται ως «Συνημμένο 15». Δυνάμει του άρθρου 6
(1)(i) του Διατάγματος σε περίπτωση που οι συνολικές καταθέσεις τις οποίες ένα πρόσωπο κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου ως καταγράφονται στα βιβλία των Εναγομένων στις 22:00 στις 26/3/2013, υπερβαίνουν τις €100,000,00, το ποσό των πιο πάνω καταθέσεων πέραν των €100,000,00, αφού αυτό μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες οι Εναγομένοι είχαν κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο, 37,5% του υπερβάλλοντος ποσού μετατρέπεται σε συνήθεις μετοχές Τάξης Α΄, το υπόλοιπο 22,5% του υπερβάλλοντος ποσού μηδενίζεται και αντικαθίσταται με μετοχές ή σε κατάθεση εν΄ όλων ή εν μέρει και το εναπομένον 40% του υπερβάλλοντος ποσού σε κατάθεση. Η ενάγουσα περί τις 26.3.2013 διατηρούσε τραπεζικές καταθέσεις στην εναγόμενη τράπεζα ύψους €658,343.33 που εμφαίνονται στο τεκμήριο 16. Ως φαίνεται στο τεκμήριο 12 οι εναγόμενοι αφαίρεσαν στις 26.3.2013 από τις καταθέσεις της ενάγουσας το ποσό των €19.81 για χρεώσεις και διευκολύνσεις με αποτέλεσμα να μείνει το ποσό των €658,323.52. Τον Ιούλιο 2013 ανακοινώθηκε από την Κεντρική Τράπεζα το τελικό ποσοστό μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου στο ποσοστό των 47.5%. (equity conversion). Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)(i) του Διατάγματος και χωρίς να επιδείξουν τη δέουσα επιμέλεια, φροντίδα και προσοχή κατά την εφαρμογή του διατάγματος, δεν έλαβαν υπόψη και δεν συνυπολόγισαν τα ποσά των ως άνω αναφερόμενων ενέγγυων πιστώσεων (Letters Of Credits) που αναφέρονται στην παράγραφο ανωτέρω, με αποτέλεσμα, προτού προβούν σε μετατροπή των καταθέσεων της Ενάγουσας σε μετοχές, να παραλείψουν να μειώσουν και συμψηφίσουν τις καταθέσεις της Ενάγουσας πέραν των €100,000,00 με τα ποσά των ως άνω αναφερόμενων ενέγγυων πιστώσεων, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιές ύψους €228,615,26σ. Οι εναγόμενοι εσφαλμένα και κατά παράβαση του διατάγματος μετάτρεψαν σε μετοχές €265,203.66 καταθέσεις της ενάγουσας. Η ζημιά της ενάγουσας υπολογίζεται στη διαφορά του ποσού των καταθέσεων της που με βάση διατάγματος όφειλαν να μετατρέψουν σε μετοχές δηλαδή, του ποσού των €36,588 και του ποσού των €265,203.66 το οποίο συνιστά το ποσό των καταθέσεων της ενάγουσας που οι ενάγοντες μετέτρεψαν σε μετοχές κατά παράβαση του διατάγματος. Το ποσό που προκύπτει αφού αφαιρεθεί το ποσό των €36,588 από το ποσό των €265,203.66 είναι το ποσό της ζημιάς της ενάγουσας ήτοι, €228,
  1. Οι μετοχές στις οποίες μετατράπηκαν οι καταθέσεις είναι μέχρι σήμερα μηδενικής αξίας. Οι πιο πάνω αναφερόμενες ενέγγυες πιστώσεις, όπως συνιστούσαν δανειακές απαιτήσεις των Εναγομένων κατά τις 26/3/2013 με βάση το Διάταγμα και οι Εναγόμενοι όφειλαν, κατά εφαρμογή του Διατάγματος, να τις συνυπολογίσουν και να τις αφαιρέσουν από τις καταθέσεις της Ενάγουσας. Το ποσό ύψους €481,295,29 που αντιστοιχεί στα ποσά όλων των ενέγγυων πιστώσεων που αναφέρονται ανωτέρω, συνιστούν πιστωτική διευκόλυνση που δόθηκε από τους Εναγόμενους στην Ενάγουσα και είναι ποσά που ανέλαβαν οι Εναγόμενοι έναντι τρίτων προσώπων την ανέκκλητη υποχρέωση όπως πληρώσουν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και για τα οποία οι Εναγόμενοι είχαν ανάλογη απαίτηση από την Ενάγουσα για καταβολή σε αυτούς των εν λόγω ποσών και η Ενάγουσα είχε αναλάβει την ταυτόχρονη υποχρέωση όπως καταβάλει εις την Ενάγουσα τα ποσά αυτά, τα οποία και κατέβαλε εις τους Εναγόμενους σε διάφορες ημερομηνίες, ήτοι κατά την ημερομηνία λήξης κάθε ενέγγυας πίστωσης. Το «Συνημμένο 17» πρόκειται για το έγγραφο ημερ. 30/3/2013 το οποίο εξέδωσε η κεντρική τράπεζα της Κύπρου το οποίο εμπεριέχει διευκρινίσεις για την καλύτερη κατανόηση των μέτρων εξυγίανσης. Στην 2η σελίδα επεξηγείται πως όταν οι καταθέσεις ενός προσώπου υπερβαίνουν τις €100,000, το σύνολο των δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τις 26/3/2013 αφαιρείται από το ποσό της κατάθεσης πέραν των €100,
  2. Οι ενέγγυες πιστώσεις δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν πιστωτική διευκόλυνση ή δανειακή απαίτηση των Εναγομένων εναντίον της Ενάγουσας. Το «Συνημμένο 18» πρόκειται για το έγγραφο αποτελούμενο από δύο σελίδες, το οποίο φέρει τον τίτλο «Παράρτημα: Διαδικασία υπολογισμού τελικού ποσού απομείωσης» το οποίο εξέδωσε η Κεντρική τράπεζα της Κύπρου και αναφέρεται στην διαδικασία υπολογισμού του τελικού ποσού απομείωσης. Στο έγγραφο αυτό ορίζεται, για σκοπούς υπολογισμού του τελικού ποσού απομείωσης, τι εστί διευκολύνσεις, καταθέσεις και εξασφαλισμένο ποσό. Στον ορισμό «διευκολύνσεις» αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: «είναι το σύνολο των χρεωστικών υπολοίπων ανά πελάτη είτε αυτά είναι εντός ισολογισμού (υπόλοιπα δανείων, δανείων ενοικιαγοράς, χρεωστικά υπόλοιπα τρεχούμενων λογαριασμών με ή χωρίς όριο, πιστωτικών καρτών κτλπ) είτε εκτός ισολογισμού (πιστώσεις, εγγυητικές κτλπ). Το έγγραφο αυτό το βρήκε αναρτημένο στο διαδίκτυο λίγο καιρό μετά την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εναγομένων που προβάλλονται στην υπεράσπιση τους ότι δηλαδή η περίπτωση αυτή, των ενέγγυων πιστώσεων δηλαδή, δεν μπορούσαν να τύχουν συμψηφισμού βάσει των Διαταγμάτων, είναι η θέση του ότι είναι εσφαλμένη καθότι οι εν λόγω ενέγγυες πιστώσεις κατά τις 26/3/2013 είχαν ήδη γίνει αποδεκτές και άρα είχε ήδη αναληφθεί έναντι τρίτων η ανέκκλητη υποχρέωση για καταβολή των ποσών των ενέγγυων πιστώσεων. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι οι ενέγγυες πιστώσεις συνιστούν πιστωτική διευκόλυνση που είχε δοθεί εις την Ενάγουσα από τους Εναγόμενους, εξου και υπήρχε και συγκεκριμένο όριο που δόθηκε στην ενάγουσα για τις πιστώσεις αυτές, ύψους €1,200.
  3. Δεν έχει σημασία πότε πληρώθηκαν οι ενέγγυες πιστώσεις αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενέγγυες πιστώσεις είχαν ανοιχθεί, αποτελούσαν ήδη πιστωτική διευκόλυνση που είχε δοθεί στην ενάγουσα, οι οποίες μάλιστα, για τις οποίες μάλιστα η Ενάγουσα είχε αναλάβει πλέον την αμετάκλητη υποχρέωση όπως καταβάλει εις την τράπεζα του προμηθευτή της Ενάγουσας τα ποσά που αναγράφονται στην ενέγγυα πίστωση. Είναι οι ίδιοι οι εναγόμενοι που απέστειλαν στην ενάγουσα έγγραφα που φέρουν τον τίτλο «Advice of Execution of L/C-Debit Advice». Οι ίδιοι δηλαδή οι εναγόμενοι κοινοποίησαν την εκτέλεση των ενέγγυων πιστώσεων πριν την ημερομηνία λήξης και πληρωμή τους. Οι ισχυρισμοί του ενισχύονται από έγγραφο που έχει στη κατοχή του ημερ.22/4/2013 με τον τίτλο «Ανάλυση Διευκολύνσεων» και αφορά τις διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στην Ενάγουσα και ήταν σε ισχύ στις 22/4/
  4. Συμπεριλαμβάνει τις διευκολύνσεις που είχαν δοθεί στην Ενάγουσα και εκκρεμούσαν τον δεδομένο χρόνο και τις ενέγγυες πιστώσεις. Το έγγραφο «Συνημμένο 19» στην 1η σελίδα αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «Έμμεσες Χρηματοδοτήσεις», οι πιστώσεις εισαγωγών. Στον εν λόγω πίνακα δίπλα από τον όρο 2D/C Imports (Acceptance) αναφέρεται το όριο που είχε η ενάγουσα τον δεδομένο χρόνο €1,200.000 και τα χρεωστικά υπόλοιπα που χρέωναν οι εναγόμενοι την ενάγουσα. Πιο κάτω στο Σύνολο Υποχρεώσεων, φαίνεται ότι η ενάγουσα έχει σύνολο-υπολοίπων €743,
  5. Το ποσό αυτό αφορά χρεωστικά υπόλοιπα που αφορούν νόμο ενέγγυες πιστώσεις. Με λίγα λόγια οι ίδιοι οι εναγόμενοι παρόλο που δεν είχαν πληρωθεί οι ενέγγυες πιστώσεις, τα ποσά των ενέγγυων πιστώσεων τα χρέωναν στην ενάγουσα και τα θεωρούσαν ως υποχρέωση και πιστωτική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε στην ενάγουσα. Στην 2η σελίδα του εν λόγω εγγράφου, γίνεται ανάλυση των πιστώσεων και παρατίθεται σχετικός πίνακας κάτω από τον τίτλο APPENDIX LG/LC. Πιο κάτω παρατίθενται με λεπτομέρεια όλες οι εκκρεμούσες τον δεδομένο χρόνο ενέγγυες πιστώσεις, οι οποίες διαχωρίζονται από τους ίδιους τους Εναγόμενους σε πιστώσεις που έγιναν αποδεκτές και σε πιστώσεις εισαγωγής προς αποδοχή. Οι πρώτες 3 πιστώσεις από τον πίνακα που παρατίθεται και φέρει τον τίτλο 'customer acceptances' αναφέρονται ανωτέρω και είναι τα Συνημμένα 1, 2 και
  6. Τα Συνημμένα 4 και 5 δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα καθότι είναι πιστώσεις που είχαν λήξει είτε πριν τις 22/4/13 ή κατά την ίδια ημερομηνία. Όπως φαίνεται από το Συνημμένο 15, οι ίδιοι εναγόμενοι θεωρούσαν ως πιστωτικές διευκολύνσεις τις ενέγγυες πιστώσεις, πριν αυτές πληρωθούν, τα δε ποσά των ενέγγυων πιστώσεων τα κατέτασσαν ως χρεωστικά υπόλοιπα της ενάγουσας. Τον Μάιο 2013 υπέβαλε στους εναγόμενους το γραπτό παράπονο του και ζήτησε συμψηφισμό των καταθέσεων της ενάγουσας με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που διατηρούσε σε σχέση με ενέγγυες πιστώσεις που είχαν γίνει αποδεκτές και εκτελεστές πριν τις 26.3.2013 και τις πιστώσεις που δεν είχαν γίνει αποδεκτές πριν τις 26.3.2013 αλλά είχαν ανοιχθεί προηγουμένως. Με την αγωγή του αξιώνει αποζημιώσεις για τις ενέγγυες πιστώσεις που είχαν γίνει αποδεκτές. Οι εναγόμενοι απέρριψαν το αίτημα του με επιστολή ημερομηνίας 9.9.2013 τεκμήριο
  7. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε παρόμοιες υποθέσεις με ενέγγυες πιστώσεις με την τράπεζα και στο παρελθόν. Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την εσωτερική διαδικασία της τράπεζας αλλά γνώριζε ότι υπήρχε πίστωση που το αποδέχονταν 120 ημέρες και η τράπεζα χρέωνε τον λογαριασμό του όταν θα πλήρωνε τους προμηθευτές. Η τράπεζα τον είχε χρεώσει στην βάση σύμβασης που είχαν με την τράπεζα για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €1,200,000 και χρέωνε την ενάγουσα με τα ανάλογα ποσά. Είχαν συμφωνίες ότι όταν θα πληρώνονταν οι πιστώσεις θα έπαιρναν και τα χρήματα. Διαφώνησε ότι η υποχρεώση της τράπεζας βάσει των συμφωνιών των ενέγγυων πιστώσεων ήταν ανεξάρτητη από τη χρέωση του λογαριασμού των εναγόντων του ποσού των ενέγγυων πιστώσεων αυτών. Σε σχέση με την δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 9 η τράπεζα ζητούσε οδηγίες δικές τους ότι έπρεπε να παρουσιαστούν τα έγγραφα που επισυνάπτονται εφόσον η τράπεζα έλεγχε ότι τα έγγραφα ήταν αποδεκτά. Σε σχέση με το τεκμήριο 10 η έκδοση του φορτωτικού εγγράφου έλαβε χώρα στις 11.12.2012 και η τράπεζα έλαβε γνώση αυτού στις 21.12.2012 όταν έλαβε όλα τα σχετικά έγγραφα. Η τράπεζα μελέτησε τα έγγραφα και συμφώνησε ότι ήταν αποδεκτά. Η πληρωμή της τράπεζας έγινε την 10.4.
  8. Όμως η τράπεζα είχε ξεχωριστό λογαριασμό των εναγόντων που το είχε ήδη χρεώσει με όριο €1,200,000 όπου φαίνεται ότι ήταν ήδη χρεωμένος. Ήταν λογαριασμός παράλληλος και είχε συμφωνηθεί με την τράπεζα να χρεωθεί με αυτό το ποσό και να αφαιρεθεί από τον λογαριασμό. Ο λογαριασμός θα χρεωνόταν κατά τη λήξη της πίστωσης. (βλ. τεκμήριο 19). Φαίνεται χρεωμένη η σύμβαση στο ποσό που θα χρεωνόταν ο λογαριασμός κατά τη λήξη της πίστωσης. Συμφώνησε ότι η τράπεζα είχε την υποχρέωση να πληρώσει τους πελάτες της ενάγουσας ακόμη και εάν το υπόλοιπο στον λογαριασμό τους ήταν μηδενικό. Όμως υπήρχε η σύμβαση της τράπεζας με τους ενάγοντες για το ποσό των €1,200,00 πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν με βάση των προσωπικών εγγυήσεων. Διαφώνησε ότι η ενέγγυα πίστωση ήταν μελλοντική διευκόλυνση. Η τράπεζα είχε την υποχρέωση να πληρώσει την τράπεζα του προμηθευτή την στιγμή που γίνονταν αποδεκτές οι πιστώσεις. Τα έγγραφα αφορούσαν και τις δύο μεριές, του εντολέα και του δικαιούχου. Θα υπήρχε υποχρέωση εμβάσματος των χρημάτων όταν θα γίνονταν αποδεκτές οι πιστώσεις. Τα χρήματα τα έπαιρνε η τράπεζα από τον λογαριασμό του πελάτη αλλά τα χρήματα αυτά ήταν πάντα δεσμευμένα γιατί θεωρείται χρηματοδότηση και υποχρέωση του πελάτη. Το όριο πάντοτε υπήρχε και η τράπεζα ήθελε εξασφαλίσεις. Αναφορικά με το τεκμήριο 19 στη δεύτερη σελίδα το ποσό των €687,154 είναι το δεσμευμένο ποσό στις καταθέσεις του πελάτη. Το ποσό αυτό είναι πιστώσεις οι οποίες θα πληρωθούν στο εξωτερικό. Το ποσό των €266,021 και το ποσό των €377,472 συμποσούνται στο ποσό των €643,493 και είναι το ποσό που οφείλει ο πελάτης στην τράπεζα. Το όριο δόθηκε με κάποια εξασφάλιση όπως προκύπτει από την δέσμευση χρημάτων. Οι εγγυήσεις αυτές θα ρευστοποιηθούν σε κάποια φάση και η τράπεζα θα έπαιρνε τα χρήματα. Για την συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχαν χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας για να πληρωθεί η τράπεζα. Όμως και λεφτά να μην υπήρχαν στην κατοχή της τράπεζας αυτή θα είχε υποχρέωση να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση κατά την λήξη της. Όμως εάν ήθελε ο πελάτης να κλείσει τον λογιαριασμό του και να πάρει τα χρήματα του δεν θα μπορούσε να το κάνει γιατί έχει υποχρεώσεις προς την τράπεζα. Η τράπεζα είχε κάνει είδος δανεισμού στον πελάτη. Δεν είναι συμφωνία δανείου η ενέγγυα πίστωση αλλά το κόστος της πίστωσης πάντοτε φαινόταν μέσα στις εσωτερικές καταστάσεις της τράπεζας σαν δάνειο. Επειδή παραχωρήθηκαν κάποιες διευκολύνσεις στην τράπεζα η εταιρεία πρέπει να υπέγραψε κάποιες συμφωνίες για να της δοθούν αυτά τα όρια. Εκείνο το όριο που της έχει παραχωρήσει η τράπεζα είναι χρηματοδότηση. Σε σχέση με την συμφωνία για το όριο €1,200,000 με αναφορά το τεκμήριο 2, πρόκειται για επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου και των ορίων των πιστώσεων. Η ΜΕ2 εργάστηκε 30 χρόνια στον τραπεζικό τομέα και αφυπηρέτησε το 2013 και ήταν για 20 έτη στο εμπορικό τμήμα της Τράπεζας Κύπρου που ασχολείται με ενέγγυες πιστώσεις. Ήταν υπεύθυνη του τμήματος στο κατάστημα. Οι ενέγγυες πιστώσεις, εξήγησε ότι είναι διευκόλυνση που δίδει η τράπεζα στον πελάτη της για να μπορέσει να κάνει εισαγωγή διάφορα εμπορεύματα. Η τράπεζα για να δώσει την διευκόλυνση αυτή πρέπει να έχει κάποιες εξασφαλίσεις από τον πελάτη της, ήτοι υποθήκες, εγγυήσεις, δεσμεύσεις μετρητών κτλ. Τότε ανοίγεται πίστωση προς τον προμηθευτή του πελάτη στο εξωτερικό και η τράπεζα δεσμεύεται να πληρώσει από την στιγμή που γίνουν αποδεκτά τα έγγραφα της εισαγωγής. Υπάρχουν δύο είδη πιστώσεων, ήτοι 'acceptance και sight' και έχουν διαφορά ως προς τον χρόνο πληρωμής από την τράπεζα αλλά για τον πελάτη δεν έχει διαφορά. Για την τράπεζα αυτές οι ενέγγυες πιστώσεις είναι υποχρέωση του πελάτη και είναι είδος δανεισμού. Αναφορικά με το τεκμήριο 19 είναι μία κατάσταση που υποδεικνύει τις διευκολύνσεις που είχε δώσει η τράπεζα στην ενάγουσα με ημερομηνία 22.4.
  9. Οι διευκολύνσεις είναι άμεσες χρηματοδοτήσεις. Δείχνει ένα υπόλοιπο €
  10. Πιο κάτω υπάρχουν και άλλες διευκολύνσεις που είναι χρηματοδοτήσεις για άνοιγμα πιστώσεων με όριο €1,200,
  11. Υπάρχει υπόλοιπο €643,000 στις πιστώσεις αποδοχής και για τις πιστώσεις 'sight' υπόλοιπο €143,000 σύνολο οφειλής €786,
  12. Αυτό είναι ποσό που οφείλει ο πελάτης. Πιο κάτω δείχνει τις καταθέσεις του πελάτη και δείχνουν ως ποσό για το οποίο είναι δεσμευμένος ο κάθε λογαριασμός. Το ποσό των €786,513 αντιστοιχεί με το ποσό που φαίνεται στην δεύτερη σελίδα στις εκκρεμούσες ενέγγυες πιστώσεις του πελάτη. Οι καταθέσεις του πελάτη δείχνουν ότι υπήρχαν ποσά δεσμευμένα. Το δεσμευμένο ποσό ήταν €687,
  13. Τα υπόλοιπα των καταθετικών λογαριασμών που δεν ήταν δεσμευμένα είναι €537,
  14. Εάν προστεθεί το ποσό των €537,000 και €687,000 βγαίνει το ποσό των €1,200,000 που είναι το όριο για τις ενέγγυες πιστώσεις. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι με βάση τα στοιχεία που της υποδείχθηκαν αποδεικνύεται ότι υπήρχαν δεσμευμένα χρήματα από την τράπεζα στους λογαριασμούς του πελάτη. Το δεσμευμένο ποσό στις καταθέσεις του πελάτη είναι το ποσό των €687,154 και είναι το ποσό που οφείλει ο πελάτης για τις πιστώσεις που έχουν ανοιχθεί. Συμφώνησε ότι η τράπεζα είχε υποχρέωση να πληρώσει ανεξάρτητα από την πληρωμή του πελάτη αλλά παρατήρησε ότι για την ενάγουσα υπήρχαν χρήματα κατατεθειμένα σε λογαριασμούς που αφορούσαν εξασφάλιση για τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Εάν ο πελάτης ήθελε να κλείσει τους λογαριασμούς του και να φύγει από την τράπεζα δεν θα μπορούσε να το κάνει. Θα έπρεπε πρώτα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Συμφώνησε η μάρτυρας ότι δεν υπήρχε συμφωνία δανείου αλλά από την εμπειρία της το κόστος της πίστωσης φαινόταν πάντα μέσα στις καταστάσεις της τράπεζας σαν δάνειο. Για να παραχωρηθούν αυτά τα όρια οι πελάτες στην τράπεζα πρέπει πάντα να υπογραφούν συμφωνίες και πάντα είναι υποχρέωση του πελάτη να πληρώσει αυτές τις διευκολύνσεις. Οι πιστώσεις είναι είδος δανεισμού. Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο (ΜΥ1) που εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και είναι διευθυντής του τμήματος πιστώσεων και εγγυητικών από το 2013 όλου του τμήματος των Εμπορικών συναλλαγών της Τράπεζας. Έχει ασχοληθεί εκτενώς με τις ενέγγυες πιστώσεις και αποτελεί μέλος της Εθνικής επιτροπής του Εμπορικού επιμελητηρίου όσον αφορά τη Διεθνή τραπεζική επιτροπή και είναι μέλος της Διεθνής τραπεζικής επιτροπής. Αναφορικά με τις πιστώσεις και εγγυητικές είναι μέλος της διεθνής επιτροπής εγγυητικών που εκδίδει κανονισμούς. Μία πίστωση αποτελεί ανέκκλητη υποχρέωση της τράπεζας να καταβάλει προς όφελος του δικαιούχου το ποσό που αναγράφεται στην πίστωση νοουμένου ότι οι όροι έχουν εκπληρωθεί και τα έγγραφα τα οποία έχουν παρουσιαστεί είναι ορθά βάσει των όρων της πίστωσης. Γνωρίζει την υπόθεση της ενάγουσας. Η ενέγγυα πίστωση είναι υποχρεώση της τράπεζας να πληρώσει κάποιο δικαιούχο. Κατά την ημερομηνία που η τράπεζα δεσμεύεται να πληρώσει ανέκκλητα την πίστωση θα χρεώσει τον λογαριασμό του πελάτη ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα στον λογαριασμό του πελάτη η τράπεζα ανεξάρτητα πληρώνει την πίστωση και στην συνέχεια θα κάνει διαβούλευση με τον πελάτη για να εισπράξει το ποσό διότι είναι δικές του εντολές που έχουν εκτελέσει. Όμως η πληρωμή δεν έχει σχέση με το γεγονός ότι ο πελάτης την συγκεκριμένη ημέρα έχει πληρώσει. Την στιγμή που η τράπεζα θα προχωρήσει για να δώσει την ανέκκλητη υποχρέωση να πληρώσει τότε ανάλογα με τον πελάτη θα πράξει για να μπορέσει να ικανοποιήσει την μελλοντική πληρωμή πίστωσης ή θα πράξει την ώρα που θα χρειαστεί να πληρώσει την πίστωση. Για κάποιους πελάτες θα ζητήσουν να λάβουν το ποσό εκ των προτέρων της ανέκκλητης τους πίστωσης και θα τα ζητήσουν σε μετρητά και θα είναι δεσμευμένα σε λογαριασμό και ο λογαριασμός θα ανήκει στον πελάτη και θα είναι συνδεδεμένος με την πίστωση. Για άλλους πελάτες μπορεί να ζητηθεί μέρος των χρημάτων να είναι κατατεθειμένα. Αλλοι πελάτες μπορεί να έχουν όριο διευκόλυνσης για να μπορέσουν να ανοίξουν πιστώσεις και να μην έχουν να κάνουν κάθε φορά αίτηση για πίστωση με μετρητά. Για το κομμάτι των πιστώσεων η τρίτη περίπτωση των πιστώσεων είναι διευκόλυνση η οποία εξασφαλιζόταν και ρυθμίζεται από την συμφωνία της διευκόλυνσης. Δεν εξυπακούεται ότι η τράπεζα αφαιρεί τα χρήματα για την πίστωση από το όριο. Εάν ο πελάτης είχε το όριο και δεν εκκρεμούσε η πληρωμή άλλης πίστωσης όταν αυτή έκλεινε με την πληρωμή από τον πελάτη, το αρχικό όριο του πελάτη των €1,200,000 θα επαναφερόταν. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 9 και 10 και ανέφερε ότι είναι αίτηση από τους πελάτες για την έκδοση των ενέγγυων πιστώσεων. Φαίνεται η έκδοση της πίστωσης από πλευράς της τράπεζας προς όφελος του δικαιούχου για υποχρέωση ύψους €111,584.37 στο οποίο αναφέρονται όροι πληρωμής για πληρωμή εντός 120 ημερών μετά την ημερομηνία του φορτωτικού εγγράφου. Αυτοί οι όροι είναι κάτι που αφορά την σύμβαση μεταξύ του πελάτη και του συνεργάτη του εξαγωγέα. Η τράπεζα οφείλει να τηρήσει εκείνους τους όρους εκτός και εάν ζητήσει κάτι διαφορετικό ο πελάτης, ήτοι να πληρώσουν την πίστωση νωρίτερα. Επομένως, στο χρόνο των 120 ημερών μετά την ημερομηνία του φορτωτικού εγγράφου η τράπεζα όφειλε να πληρώσει την πίστωση νοούμενου ότι όλοι οι άλλοι όροι και τα έγγραφα που φαίνονται στα υπόλοιπα σημεία επί του τεκμήριου 9 ήταν σωστοί. Το τεκμήριο 10 αντικατοπτρίζει τις οδηγίες της πίστωσης. Το 'advice of execution' δείχνει την ημερομηνία 21.12.
  15. Αυτή είναι η ημερομηνία κατά την οποία η τράπεζα είχε αποφασίσει ότι τα έγγραφα που είχε παραλάβει ήταν ορθά. Η αξία των εγγράφων και το συνολικό ποσό της πίστωσης ήταν €111,584.37 και η τράπεζα προχώρησε και εισέπραξε τις προμήθειες τις οποίες είχε δικαίωμα να πληρωθεί βάσει της κοινοποίησης. Αναφορικά με τις προμήθειες χρέωσε τον λογαριασμό του πελάτη για το ποσό των προμηθειών €1703.80 και στη συνέχεια πληροφόρησε τον πελάτη αναφορικά με μελλοντική της υποχρέωση να πληρώσει που συνάδει με τους όρους της πίστωσης. Το 'relative document draft control number' είναι ο αριθμός, η πρώτη παρουσίαση, το ποσό της παρουσίασης των εγγράφων και η ημερομηνία πληρωμής ανάλογα με τους όρους της πίστωσης 120 ημέρες μετά το φορτωτικό έγγραφο. Η ημερομηνία λήξης της πίστωσης είναι από 11.12.2012 και η 12.12.2012 ήταν η ημέρα του φορτωτικού εγγράφου. Αναφορικά με το έγγραφο αριθμός 2 τεκμήριο δεν έχει να κάνει με το θέμα πίστωσης διότι είναι επανέγκριση ορίου επί τρεχούμενου λογαριασμού και ο πελάτης αποδέχθηκε την επανέγκριση του ορίου. Το τεκμήριο 3 είναι μία συμφωνία η οποία έγινε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης όπου η ενάγουσα ζήτησε να της παρασχεθούν κάποιες διευκολύνσεις. Σε σχέση με τα τεκμήρια 9 και 10 ανέφερε ότι η ημέρα λήξης της ενέγγυας πίστωσης είναι η ημέρα που έπρεπε να πληρωθεί η πίστωση. Σε σχέση με την δέσμευση της τράπεζας να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση ως ανέκκλητη υποχρέωση πρόκειται για ζήτημα ανεξάρτητο από την συμφωνία με την οποία η τράπεζα έχει με τον αιτητή πελάτη της. Είναι εντελώς ξεχωριστή από την συμφωνία που έχει ο πελάτης της τράπεζας με τον προμηθευτή του με τον δικαιούχο της πίστωσης. Η τράπεζα κατά την ημερομηνία που πρέπει να πληρωθεί η ενέγγυα πίστωση υποχρεούται να πληρώσει ότι και να συμβεί. Θα πληρώσει χρεώνοντας τον λογαριασμό του πελάτη ή παραχωρώντας δάνειο στον πελάτη εκείνη την ημέρα. Μελλοντική υποχρέωση που καταγράφεται στα τεκμήρια 9 και 10 είναι υποχρέωση που αναλαμβάνει η τράπεζα βάσει των όρων πληρωμής της ενέγγυας πίστωσης. Είναι η συμφωνία του πελάτη της τράπεζας με τον συνεργάτη του να πληρώσει σε μελλοντική ημερομηνία ενόψει του γεγονότος ότι έχει εκδοθεί ενέγγυα πίστωση προς όφελος του συνεργάτη. Ο λόγος που δίνεται η περίοδος των 120 ημερών είναι διότι υπάρχει η ενέγγυα πίστωση. Η τράπεζα μπαίνει στη θέση του πελάτη και αναλαμβάνει την ευθύνη του πελάτη και αυτός είναι ο λόγος που ο συνεργάτης του πελάτη του δίδει 120 ημέρες πίστωση. Το τεκμήριο 19 είναι εσωτερικό έγγραφο της τράπεζας και είναι ανάλυση των διευκολύνσεων. Περιγράφεται στο έγγραφο το ποσό που έχουν χρησημοποιήσει οι πελάτες από το όριο τους με συνολικό όριο της διευκόλυνσης το ποσό των €1,200,
  16. Μέχρι εκείνη την στιγμή είχαν ανοιχθεί πιστώσεις ύψους €643,000 σε σχέση με μελλοντικές πληρωμές και στο σημείο 3 του τεκμηρίου καταγράφονται πιστώσεις άμεσης πληρωμής ύψους €143,020, σύνολο €786,
  17. Οι σημειώσεις αυτές δεν σηματοδοτούν δέσμευση χρημάτων. Αυτά τα υπόλοιπα δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πήρε αυτά τα χρήματα και τα δέσμευσε στο λογαριασμό του πελάτη. Απλά σημαίνει ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία η τράπεζα ανέλαβε υποχρέωση για λογαριασμό του πελάτη της τάξης των €786,
  18. Οι πληρωμές που έκανε η τράπεζα για τους δικαιούχους φαίνονται στην σελίδα 2 του τεκμηρίου
  19. Στις ημερομηνίες που αναγράφονται κάτω από την κάθε μία από εκέινες τις καταχωρήσεις για παράδειγμα στην 1 καταχώρηση, δίνεται ο αριθμός της πίστωσης [ ] όπου φαίνεται μία αποδοχή το ACP01 που λέει ότι στις 24.5.2013 η τράπεζα οφείλει να πληρώσει €111,122 και ότι αυτή η οφειλή αναγνωρίστηκε στις 24.1.
  20. Βάσει των όρων της πίστωσης αναγνώρισε τη δέσμευση σε μεταγενέστερο στάδιο στις 24.5.
  21. Σε συνδυασμό με το ποσό των €374,472 στο σημείο 'customer acceptance' η τράπεζα αναγνώρισε τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ότι όφειλε να πληρώσει στις μελλοντικές ημερομηνίες. Όταν προστεθεί όλο το ποσό αυτό που υπολείπεται να αναγνωρισθεί, ανέρχεται στο ποσό των €266,
  22. Η καταχώρηση υπό τον αριθμό 2 είναι το υπόλοιπο κάτω από τις πιστώσεις αποδοχής που φαινόταν αφαιρεμένο από το όριο ύψους €1,200,
  23. Το δεσμευμένο ποσό δεν μπορεί να γνωρίζει αν έχει σχέση με τις πιστώσεις ή αν υπάρχουν πιστωτικά υπόλοιπα τα οποία είναι δεσμευμένα. Φαίνονται τέσσερεις τέτοιες καταχωρήσεις σύνολο στο ποσό των €537,000 τα οποία μπορεί να είναι για οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση την οποία έχει ο πελάτης έναντι της τράπεζας. Όταν υπάρχει συγκεριμένη δέσμευση για συγκεκριμένη συναλλαγή στις λεπτομέρειες της καταχώρησης αυτή αναγράφεται. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η όλη διευκόλυνση που μπορεί να προσφέρει μία τράπεζα εξαρτάται από την γενική σχέση που έχει με τον πελάτη της, όμως την καθορισμένη στιγμή που η υποχρέωση αυτή είναι πληρωτέα δεν εξυπακούεται ότι η τράπεζα πρέπει να έχει και τα λεφτά του πελάτη εις χείρας για να μην είναι εκτεθειμένη διότι οι εξασφαλίσεις που παρείχε ο πελάτης μπορεί να μην είναι μόνο σε μετρητά. Δεν αποκλείεται να αποδεχθεί μία μελλοντική εισροή χρημάτων του πελάτη ως εξασφάλιση. Για να ανοιχθεί μία πίστωση από το τμήμα των πιστώσεων το τμήμα αυτό θα μιλήσει με τον προσωπικό τραπεζίτη του πελάτη. Την ημέρα που θα ανοιχθεί η πίστωση, η τράπεζα θα δει εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης της πιστωτικής διευκόλυνσης όμως κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τι μπορεί να γίνει σε 3 μήνες. Για να αναλάβει η τράπεζα υποχρεώση πρεπει ο οποιοσδήποτε να πληροί τους κανονισμούς. Η τράπεζα θα εξετάσει τους όρους και τα έγγραφα βάσει της πίστωσης που έχει αναλάβει. Η τράπεζα αναλαμβάνει να δώσει το ποσό το οποίο αναγράφεται στην πίστωση στον δικαιούχο νοουμένου ότι οι όροι και οι προϋποθέσεις έχουν εκπληρωθεί. Η πίστωση είναι μια ανέκκλητη υποχρέωση της τράπεζας και το όριο ήταν πιστωτική διευκόλυνση. Συμφώνησε ότι ο τρόπος που δούλευε το όριο πιστώσεως είναι αν για παράδειγμα για λογαριασμό του πελάτη η τράπεζα άνοιγε πιστώσεις €300,000 και ήταν ανοικτή πίστωση ο πελάτης θα είχε υπόλοιπο ορίου €900,
  24. Το όριο αυτό ήταν η διευκόλυση για την ανάληψη των υποχρεώσεων της τράπεζας για σκοπούς του πελάτη εκείνη την στιγμή που παραχωρείται. Στη συνέχεια όμως όταν θα πρέπει να πληρωθούν οι ενέγγυες πιστώσεις δεν χρεώνεται το όριο για να πληρώσει η τράπεζα. Η δέσμευση της τράπεζας να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση στον προμηθευτή του πελάτη είναι ανεξάρτητη από την συμφωνία που έχει με τον πελάτη της η τράπεζα. Αν έρθει πελάτης που δεν έχει όριο και πιστωτική διευκόλυνση και πει ότι θέλει να ανοίξει μία πίστωση, η τράπεζα θα πει στον πελάτη να βάλει τα χρήματα και αυτό μπορεί να γίνει κατά το άνοιγμα της πίστωσης ή μετά το άνοιγμα της πίστωσης, ανάλογα με την σχέση της τράπεζας με τον πελάτη της. Σε αίτηση που έχει υπογράψει ο πελάτης έδωσε εξουσιοδότηση στην τράπεζα να χρεώσει τον λογαριασμό του. Όμως η υποχρέωση της τράπεζας να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση με την ημερομηνία πληρωμής της οφειλής από τον πελάτη είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το τεκμήριο 19 είναι εσωτερικό έγγραφο που δείχνει ότι ο πελάτης είχε θετικό πρόσημο στον λογαριασμό του. Ο πελάτης είχε χρησημοποιήσει το ποσό των €643,000 του ορίου για πιστώσεις μελλοντικής πληρωμής και 143 χιλιάδες πιστώσεις άμεσης πληρωμής σύνολο €786513 υποχρεώσεις οι οποίες υπήρχαν κάτω από τις πιστώσεις και επειδή είχε €43,000 δικά του λεφτά ο πελάτης υπολογίζεται ότι το σύνολο των υποχρεώσεων ήταν €743,
  25. Κάτω από την ημερομηνία 22 Απριλίου φαίνονται οι ενέγγυες πιστώσεις για τις οποίες υπήρχε αποδοχή της τράπεζας. Κάτω από την λέξη 'appendix' είναι όλες οι ανοιγμένες πιστώσεις κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία. Ως προς την καταχώρηση για €111122 ημερομηνίας 24.1.13, πρόκειται για την ημερομηνία αποδοχής της πίστωσης και η 24.5.13 είναι ημερομηνία πληρωμής της αποδοχής της πίστωσης. Η 24.1.2013 είναι η ημερομηνία που ξεκινά να μετρά η υποχρέωση της τράπεζας να πληρώσει ανέκκλητα βάσει της σύμβασης του πελάτη της τράπεζας με τον συνεργάτη του για τους όρους πληρωμής. Η πρώτη καταχώρηση της πίστωσης αρ. [ ] ανοίχθηκε την 21 Δεκεμβρίου 2012 όταν η τράπεζα απέστειλε το τεκμήριο 7 στην ενάγουσα και ζήτησε υπογραφή της πίστωσης προς όφελος του προμηθευτή. Το υπόλοιπο είναι στην ανάλυση των διευκολύνσεων τεκμήριο 19 αλλά δεν είναι το ποσό που η ενάγουσα όφειλε στην τράπεζα. Αναφέρεται σε μελλοντική υποχρέωση. Συμφώνησε ωστόσο ότι τη δεδομένη στιγμή η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να κλείσει τους λογαριασμούς της και να μεταφέρει αλλού τα χρήματα της. Παράλληλα η τράπεζα δεν μπορούσε να επέμβει στην πιστωτική διευκόλυνση του πελάτη της με τον προμηθευτή του και να πάρει τα χρήματα νωρίτερα από τον λογαριασμό του πελάτη. ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Εξαιτίας της φύσης των επίδικων ζητημάτων που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει είναι σημαντικό να γίνει σύνοψη του περιεχόμενου των εγγράφων της υπόθεσης. Το τεκμήριο 1 είναι έγγραφο που άφορα έγκριση της τράπεζας σε σχέση με αίτηση που υπέβαλε η ενάγουσα για πιστωτικές διευκολύνσεις. Προκύπτει ότι εγκρίθηκε όριο ύψους €307548 για να πραγματοποιούνται πιστώσεις εισαγωγών αποδοχής για τον σκοπό της διευκόλυνσης των εισαγωγών. Στη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου καταγράφονται οι εξασφαλίσεις που είχαν παραχωρηθεί στην τράπεζα προκειμένου να χορηγηθούν οι πιστωτικές διευκολύνσεις στην ενάγουσα, ήτοι υποθήκη, ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης και προσωπικών εγγυήσεων ιδιοκτητών της εταιρείας. Το τεκμήριο 2 είναι επανέγκριση του ορίου ύψους €307548 για την πληρωμή πιστώσεων εισαγωγής αποδοχής ημερομηνίας 21.5.
  26. Το τεκμήριο 3 είναι η συμφωνία για τη χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία προνοεί ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της συμφωνίας δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, ο πελάτης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας. Σχετικοί όροι της συμφωνίας επί του τεκμηρίου 3 είναι οι όροι 6 και 9 πιο κάτω: «
  27. Μόλις τα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις ή οποιοδήποτε μέρος τούτων ήθελαν ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίστανται απαιτητά και θα εξοφλούνται και ο Πελάτης οφείλει να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Πελάτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης.
  28. Η Τράπεζα δικαιούται ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη να ενώνει ή συνενώνει όλους ή οποιουσδήποτε λογαριασμούς του Πελάτη με τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα ή να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ή ποσά τα οποία θα βρεθούν σε πίστη του σ΄ οποιονδήποτε λογαριασμό ή λογαριασμούς για εξόφληση μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του πελάτη οποιασδήποτε φύσης χρησιμοποιώντας οποιονδήποτε λογαριασμό ή από οποιονδήποτε άλλο λόγο είτε αυτές οι υποχρεώσεις έγιναν απαιτητές είτε υπάρχει πιθανότητα να γίνουν απαιτητές είτε είναι άμεσες ή έμμεσες είτε είναι προσωπικές ή αλληλέγγυες ή κοινές με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Ο πελάτης εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα όπως οποτεδήποτε αποφασίσει και χωρίς καμιά ειδοποίηση προς αυτόν, μεταφέρει και καταθέτει έναντι ή για εξόφληση οποιουδήποτε δανείου και/ή πίστωσης και/ή άλλης Τραπεζικής ή πιστωτικής διευκόλυνσης, οποιοδήποτε ποσό υπάρχει σε πίστη οποιουδήποτε από τους λογαριασμούς του σ' αυτή, εξουσιοδοτεί δε ανέκκλητα την Τράπεζα να διενεργεί τέτοια μεταφορά. Η απόδειξη της Τράπεζας για σκοπούς της παραγράφου αυτής θα έχει την ίδια ισχύ σαν να εκδόθηκε από αυτόν.» To τεκμήριο 5 αφορούσε το θέμα με την πίστωση αρ. [ ]. Η ενάγουσα απέστειλε cover note στις 22.1.2013 στην τράπεζα για υπογραφή. Η ανταποκρίτρια τράπεζα είναι σύμφωνα με την αίτηση για την έκδοση της ενέγγυας πίστωσης το Shinan Bank στην Κορέα. Ο δικαιούχος της πίστωσης ήταν ο προμηθευτής της ενάγουσας Sunwooauto Co. Ltd. με ημερομηνία πληρωμής της πίστωσης '120 days after Bill of Lading Date Free'. Προϋπόθεση πληρωμής της πίστωσης είναι η αποδοχή εγγράφων 'Bill of Lading issued to the order of Bank Of Cyprus of Cyprus Public Company Ltd ,notify parties applicant and ourselves showing freight payable at destination and bearing the number of this credit.' Η περίοδος παρουσίασης των εγγράφων είναι εντός 21 ημερών από την έκδοση του Bill Of Lading και μέχρι της ισχύος της ενέγγυας πίστωσης. Μαζί με την αίτηση για την έκδοση της ενέγγυας πίστωσης η ενάγουσα υπέγραψε την εγγύηση με το ακόλουθο λεκτικό: «ΕΓΓΥΩΜΑΙ/ΩΜΕΘΑ την εκ μέρους του/των .... πλήρη και ακριβή εκπλήρωσιν των άνω υποχρεώσεων του/των. ΔΗΛΩ/ΟΥΜΕΝ δε ότι δύνασθε κατά πάντα χρόνον και άνευ οιασδήποτε προς εμέ/υμάς αναφοράς ή ειδοποιήσεως να προβαίνητε εις οιανδήποτε αύξησιν του ποσού της πιστώσεως και/ή εις παρατάσεις της ημερομηνίας λήξεως ή φορτώσεως/ων και/ή εις οιασδήποτε άλλας τροποποιήσεις των όρων της άνω πιστώσεως ας ήθελε/αν σας ζητήσει ο/οι ......χωρίς εκ τούτου να επηρεάζηται καθ΄ οιονδήποτε τρόπον η εγγύησις μου/μας αυτή ήτις και θα εξακολουθήση ισχύουσα μέχρι τελείας εξοφλήσεως παντός ποσού ή ποσών άτινα θα οφείλοντο υπ΄αυτού/των δυνάμει της άνω πιστώσεως είτε δυνάμει της εκ μέρους του/των αποδοχής οιωνδήποτε έναντι της πιστώσεως ταύτης έστω και μη κανονικών εγγράφων. Περαιτέρω δηλώ/ούμεν ότι η εγγύησίς μου/μας αυτή ουδόλως θα επηρεάζει ή θα επηρεάζεται εξ οιωνδήποτε άλλων εγγυήσεων ή εξασφαλίσεων τας οποίας κατέχετε σήμερον και/ή τας οποίας θα ηθέλατε καθ΄ οιονδήποτε χρόνον αποκτήσει και ότι παραιτούμαι/ούμεθα οιωνδήποτε προνομίων άτινα έχω/μεν ως εγγυητής/ταί και εξουσιοδοτώ/ούμεν υμάς όπως προβαίνητε εναντίον μου/μας καθ΄ οιονδήποτε τρόπον ηθέλατε κατά την απόλυτον κρίσιν σας κρίνει πρέπον άνευ ανάγκης όπως προβαίνητε πρώτον εναντίον του/των οφειλέτου/των. Εξουσιοδοτώ/ούμεν ανεκκλήτως την Τράπεζαν όπως άνευ οιασδήποτε προς εμέ/ημάς ειδοποιήσεως χρεώνη παν οφειλόμενον ποσόν πλέον τόκους, έξοδα και προμηθείας ως ανωτέρω εις τρεχόυμενον ή οιονδήποτε τοκοφόρον προσωρινόν ή άλλον λογαριασμόν μου/μας κατά την απόλυτον κρίσιν της Τραπέζης. Περαιτέρω εξουσιοδοτώ/ούμεν την Τράπεζαν όπως καθ΄ οιανδήποτε στιγμήν και άνευ οιασδήποτε προς εμέ/ημάς προειδοποιήσεως μεταφέρη και καταθέτη έναντι ή προς εξόφλησιν παντός ποσού οφειλομένου δυνάμει της πιο πάνω πιστώσεως, οιονδήποτε ποσόν ήθελεν ευρεθεί εις πίστιν μου/μας εις οιονδήποτε λογαριασμόν παρ΄αυτή.» Τα τεκμήρια 6, 7, 8 και 9 είναι έγγραφα που αφορούν άλλες ενέγγυες πιστώσεις. Το τεκμήριο 7 αφορά την ενέγγυα πίστωση για το ποσό των €111,121.93 με αριθμό 0072526, το τεκμήριο 8 αφορά ενέγγυα πίστωση για το ποσό των €147,345 με αριθμό [ ] και το τεκμήριο 9 την ενέγγυα πίστωση για το ποσό των €111,584 με αριθμό [ ]. Το τεκμήριο 10 είναι η πληροφόρηση της τράπεζας για χρέωση του λογαριασμού της ενάγουσας ενόψει της πληρωμής της ενέγγυας πίστωσης. Το ποσό της πληρωμής είναι €111584 και τα συνολικά έξοδα και δικαιώματα της τράπεζας επιπρόσθετα του ποσού είναι το ποσό των €1703.
  29. Πληροφορείται ότι η ενάγουσα σε σχέση με τα έξοδα/προμήθειες θα χρεωθεί ο λογαριασμός της [ ] με ημερομηνία χρέωσης την 21.12.
  30. Το ποσό των €111584 είναι πληρωτέο στις 10 Απριλίου 2013, 120 ημέρες μέχρι την λήξη της προθεσμίας η οποία ξεκινά από τις 11 Δεκεμβρίου
  31. Αντίστοιχα έγγραφα για άλλες ενέγγυες πιστώσεις αποτελούν τα τεκμήρια 11,12,13, και
  32. Το τεκμήριο 15 είναι το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 8, 7, και 12 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και ο συνοπτικός τίτλος του διατάγματος είναι το 'Περί διάσωσης με ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Διάταγμα.' Η παράγραφος 6 του διατάγματος προνεί ότι 'σε περίπτωση όπου οι συνολικές καταθέσεις τις οποίες ένα πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων κανονισμών του 2013 κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου περιλαμβανομένων δεδουλεμένων τόκων ως καταγράφονται στα βιβιλία της Τράπεζας Κύπρου στις 22.00 στις 26 Μαρτίου 2013 υπερβαίνουν τις 100,000 ευρώ το ποσό των καταθέσεων πέραν των 100,000 ευρώ αφού όμως μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου είχε κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο (το υπερβάλλον ποσό).' Το τεκμήριο 16 αφορά equity conversion σε καταθέσεις ύψους €658,343 στις εμπρόθεσμες καταθέσεις που καταγράφονται. Το ποσό των €100,000 είναι ασφαλισμένο και έτσι η μετατροπή του κεφαλαίου σε μετοχές αφορούσε το ποσό των €558,323 στις 26.3.2013 στο ποσοστό των 37.5% που αφορούσε το διάταγμα για μετατροπή κεφαλαίου για συνολικό ποσό των €209,371.32 και παρακράτηση του ποσοστού των €125,
  33. Την 31.7.2013 έγινε η τελική μετατροπή του κεφαλαίου σε ποσοστό 47.5% ήτοι του ποσού των €265,203.66 και ελευθερώθηκε το ποσό των €55,832.
  34. Το τεκμήριο 19 είναι εσωτερικό έγγραφο της Τράπεζας με τίτλο 'Αναλυση διευκολύνσεων' ημερομηνίας 22.4.
  35. Άμεσες χρηματοδοτήσεις ανέρχονται στο ποσό των €247,747 και πιστώσεις εισαγωγών που έχουν γίνει αποδοχή ανέρχονται στο ποσό των €643,
  36. Στο πιο πάνω ποσό προστίθεται στις διευκολύνσεις ένα ποσό €143,020 για 'import sight' σύνολο υποχρεώσεων €743,078 (αφαιρείται το ποσό των €43,435). Σημειώνεται ότι το εγκεκριμένο όριο ανέρχεται στο ποσό των €1,200,
  37. Σε εμπρόθεσμες καταθέσεις το συνολικό δεσμευμένο ποσό είναι €687,154 και το πιστωτικό υπόλοιπο εξαιρουμένων του δεσμευμένου ποσού είναι το ποσό των €537,
  38. Οι αποδοχές πιστωτικών εισαγωγών μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου είναι €377,
  39. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Παρόλο ότι τα πλείστα γεγονότα της υπόθεσης είναι αναντίλεκτα διότι προκύπτουν από το έγγραφο υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, και απομένει μόνο να κρίνω ποιες είναι οι νομικές συνέπειες των εγγράφων ώστε να καταλήξω σε συμπέρασμα κατά πόσο ορθά αξιώνεται ο συμψηφισμός του ποσού των €228,615.26, είναι σημαντικό να ληφθούν υπόψη οι απόψεις και οι θέσεις των μερών. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάθε μάρτυρα και να σχηματίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παρατήρησα τον αυθορμητισμό του κάθε μάρτυρα και την αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα ήταν σημαντική για τη διαμόρφωση της άποψης μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων ασφαλώς δεν περιορίζεται στην φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας, την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου, έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύεται ως αναντίλεκτη στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια ώστε να διαπιστωθούν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 εξιστόρησε τα γεγονότα και επεξήγησε τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου που το περιεχόμενο των εγγράφων ομιλεί από μόνο του. Κρίνεται αξιόπιστος και δικαιούται να έχει την άποψη ότι το κούρεμα των καταθέσεων ήταν λανθασμένη. Ήταν θέση που την υποστήριξε σθεναρά. Δύο είναι οι παρατηρήσεις μου επί των θέσεων που πρόβαλε στο Δικαστήριο. Η μια αφορά την θέση του ότι η ημερομηνία εκτέλεσης των ενέγγυων πιστώσεων είναι η ημερομηνία αποδοχής των εγγράφων και όχι η ημερομηνία κατά την οποία εν τέλει η Τράπεζα Κύπρου του είχε αποστείλει το έμβασμα για να καλύψει την πίστωση που ήταν ανέκκλητη ώστε να πληρωθεί ο προμηθευτής της ενάγουσας. Δεν τεκμηρίωσε την θέση του αυτή και δεν είναι σωστός ο προσδιορισμός επί των όρων της εκτέλεσης των πιστώσεων. Θα ήταν πιο αντικειμενικό εάν είχε περιοριστεί στην πραγματικότητα ως προκύπτει από τα έγγραφα χωρίς να προβάλει θέσεις σε σχέση με τις νομικές συνέπειες των εγγράφων. Η πραγματικότητα που προκύπτει από τα εν λόγω έγγραφα είναι ότι η ημερομηνία κατά την οποία έγινε η αποδοχή των εγγράφων ήταν η ημερομηνία κατά την οποία η υποχρέωση της τράπεζας να πληρώσει έγινε αμετάκλητη. Η δεύτερη μου παρατήρηση είναι ότι δεν είναι ορθή η θέση του ως προς το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 23.5.2013 που είχε αποσταλεί στην τράπεζα. Δεν είχε ζητηθεί με την εν λόγω επιστολή να γίνει συμψηφισμός των καταθέσεων με το ποσό ενέγγυων πιστώσεων που είχε γίνει αποδοχή των εγγράφων. Εκείνο που είχε επισημανθεί με την συγκεκριμένη επιστολή τεκμήριο 20, είναι ότι κατά λάθος δεν έγινε συμψηφισμός των καταθέσεων με τις ενέγγυες πιστώσεις για τις οποίες είχε γίνει η αποδοχή των εγγράφων πριν τις 26 Μαρτίου 2013 που έγινε το κούρεμα των καταθέσεων. Η διαφορά μεταξύ των πιστώσεων αποδοχής που είχαν ανοιχθεί πριν και μετά την ημερομηνία 26 Μαρτίου 2013 αφορούσε τον τρόπο εκτέλεσης του διατάγματος για τον οποίο η Τράπεζα δεν είχε ρόλο ή λόγο, καθότι αυτό εφαρμόσθηκε από την Κεντρική Τράπεζα ως αρχή εξυγίανσης. Πιστεύω ότι άθελα του δεν έθιξε την λεπτομέρεια αυτή ως μία μη βολική λεπτομέρεια ώστε να αναπτύξει τις θέσεις του. Και οι δύο πλευρές κλήτευσαν εμπειρογνώμονες για να εκφέρουν γνώμη σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα στην αγωγή. Και οι δύο εμπειρογνώμονες επιχείρησαν να προωθήσουν γνώμη σε σχέση με ζητήματα που βρίσκονται έξω από την σφαίρα της εμπειρογνωμοσύνης τους, ήτοι να αποφασίσουν κατά πόσο νομικά και πραγματικά τα χρήματα που η ενάγουσα είχε κατατεθειμένα σε εμπρόθεσμες καταθέσεις στους λογαριασμούς [ ], [ ], [ ] και [ ] είχαν δεσμευθεί μέχρι το ποσό των €687,154 ως πληρωμή για τις ενέγγυες πιστώσεις [ ] για το ποσό €111,122 με ημερομηνία αποδοχής 24.1.2013 και λήξης 24.5.2013, [ ] για το ποσό των €76,246 με ημερομηνία αποδοχής 27.2.2013 και ημερομηνία λήξης 27.6.2013 και [ ] για το ποσό των €34,997 με ημερομηνία αποδοχής 27.2.2013 και ημερομηνία λήξης 27.6.2013. Η ΜΕ2 είχε την άποψη ότι αυτό το ποσό, ως φαίνεται από το τεκμήριο 19, είχε δεσμευθεί σε σχέση με την πληρωμή των συγκεκριμένων ενέγγυων πιστώσεων, ενώ ο ΜΥ1 είχε την αντίθετη άποψη ότι το δεσμευμένο ποσό στις καταθέσεις δεν είχε δεσμευθεί ειδικά ώστε να αντιστοιχεί στο ποσό της μελλοντικής υποχρέωσης του πελάτη να πληρώσει σε σχέση με τις συγκεριμένες πιστώσεις που είχε αναλάβει η τράπεζα ανέκκλητα να πληρώσει στο μέλλον. Οι γνώσεις των δύο μαρτύρων ως προς την πρακτική που ακολουθούσε η τράπεζα και ως γνώστες των εσωτερικών διεργασιών της τράπεζας ήταν βοηθητική αλλά θεωρώ ότι δεν είχαν την αρμοδιότητα να αποφανθούν επί του επίδικου ερωτήματος της υπόθεσης του συμψηφισμού. Δεν είναι ρόλος των εμπειρογνωμόνων να αποφασίσουν ζητήματα για τα οποία δεν χρειάζεται εξειδικευμένη γνώμη από ειδικά καταρτισμένο πρόσωπο με τρόπο που γίνεται αντικατάσταση της κρίσης του Δικαστηρίου σε σχέση με την επίλυση επίδικων θεμάτων. Η αξιοπιστία ενός εμπειρογνώμονα κρίνεται με τον ίδιο τρόπο που κρίνεται η αξιοπιστία και άλλων μαρτύρων. (Βλ. Ψάλτης ν Αστυνομίας 2 AAΔ 113
(2001). Όμως κατά κανόνα ένας εμπειρογνώμονας θεωρείται κατά κανόνα ανεξάρτητος μάρτυρας. (Μέλας ν Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Kοφίνου 1 ΑΑΔ 113
(2003). Η εγκυρότητα της γνώμης του ελέγχεται ενόψει αιτιολογημένου πορίσματος που ετοίμασε και περιέχει την πραγματική βάση της γνώμης του. Λαμβάνω υπόψη μου την αρχή που διατυπώθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Kayat Trading Ltd. v Genzyme Comstruction
(2013)1 ΑΑΔ 438 ότι η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι η εξαίρεση στο κανόνα ότι ένας μάρτυρας δεν μπορεί να εκφέρει τη γνώμη του επί του επίδικου ζητήματος εκτός και εάν καταδειχθεί ότι η μαρτυρία γνώμης είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος εμπειρογνώμονας που πρόκειται να καταθέσει έχει τα προσόντα που χρειάζεται ώστε να δώσει τέτοια μαρτυρία. Πρόσωπο το οποίο έχει τις γνώσεις, πείρα και/ή κατάρτιση επί συγκεκριμένου ζητήματος μπορεί να εκφέρει την γνώμη του επί ζητήματος που αμφισβητείται. Επίσης στην υπόθεση Ομήρου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 91/2017 ημερομηνίας 2 Μαΐου 2018 το Εφετείο επεξήγησε ότι η αποδεκτότητα της γνώμης εμπειρογνώμονα ως μαρτυρία σε δίκη συναρτάται κατά πρώτο λόγο με τη σχετικότητα της προς το επίδικο θέμα, δηλαδή κατά πόσο πρόκειται για μαρτυρία η οποία κρίνεται ευλόγως αποδεικτική ή ανταποδεικτική ενός ζητήματος το οποίο χρήζει απόδειξης. Πέραν της σχετικότητας απαιτείται η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα να παρέχει εξειδικευμένη επιστημονική γνώμη και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώμης και εμπειρίας. Υπάρχει διχοτομία μεταξύ της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων που εκφέρουν την άποψη τους και καταλήγουν σε συμπεράσματα στη βάση γεγονότων που έχουν ήδη αποδειχθεί και μάρτυρες εμπειρογνώμονες που εξαιτίας των γνώσεων τους και τη χρήση ειδικών εργαλείων ανακαλύπτουν γεγονότα της υπόθεσης που δεν είναι ορατά στους κοινούς ανθρώπους. (βλ. R v Luttrell [2004] 2 Cr. App.R 31 at 35). Αυτοί οι μάρτυρες είναι μάρτυρες γεγονότων παρόλο που θεωρούνται εμπειρογνώμονες. Κάποτε είναι δύσκολο να γίνει η σωστή κατάταξη μεταξύ μαρτυρία της γνώμης που προκύπτει ως συμπέρασμα από την ανάλυση των γεγονότων και της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα που σκοπό έχει τη διακρίβωση των γεγονότων. 'A mıcrobıologıst who looks through a mıcroscope and ıdentıfıes a mıcrobe ıs perceıvıng a fact no less than the bank clerk who sees an armed robbery commıtted. The only dıfference ıs the former can use a partıcular ınstrument and can ascrıbe objetıve sıgnıfıgance to the data he perceıves. The questıon of subjectıve assessment and ınterpretatıon whıch ıs the essence of opınıon evıdence hardly enters ınto the matter at all (Phıpson on Evıdence Sweet and Maxwell 18th edıtıon paragraph 33-10).' Στην προκειμένη περίπτωση ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης τα έγγραφα μιλούν από μόνα τους και δεν χρειάζεται σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων ειδική επεξήγηση ώστε το Δικαστήριο να ανακαλύψει τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως προς το κομμάτι της μαρτυρίας τους που αφορά την κατάταξη των συγκεκριμένων καταθέσεων ως ποσά που εξαιρούνται ή όχι του συμψηφισμού η γνώμη τους δεν βοηθά διότι οι νομικές επιπτώσεις από το κούρεμα και τι έπρεπε να γίνει με τα χρήματα της ενάγουσας κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της κατά την στιγμή του κουρέματος είναι το θέμα που καλείται να αποφασίσει μόνο το Δικαστήριο. Παρόλο ότι τα προσόντα του ΜΥ1 είναι πιο εντυπωσιακά και η θέση που κατέχει πιο υπεύθυνη από την θέση της ΜΕ2 και οι δύο είχαν άρτια κατάρτιση των πρακτικών της τράπεζας σε σχέση με το άνοιγμα και την πληρωμή ενέγγυων πιστώσεων. Η μαρτυρία της ΜΕ2 προς επεξήγηση του τεκμηρίου 19 ως εσωτερική κατάσταση της τράπεζας ήταν διαφωτιστική. Εξήγησε πως προκύπτει το υπόλοιπο ποσό των €786,513 ως το άθροισμα των ενέγγυων πιστώσεων για τα οποία κατά την ημερομηνία που φαίνεται στο έγγραφο 22.4.2013 είχε γίνει αποδοχή της πίστωσης ή πληρωμή 'on sight'. Επίσης είναι σωστή ότι το άθροισμα του δεσμευμένου ποσού των καταθέσεων ύψους €687,145 και του ποσού των €537,158 που είναι ελεύθερο, συμποσούται στο ποσό των €1,200,000 που είναι το όριο των διευκολύνσεων που είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα. Επίσης δεν θα διαφωνούσα ότι η πληρωμή των ενέγγυων πιστώσεων είναι είδος χρηματοδότησης που διενεργεί η τράπεζα προς όφελος του πελάτη της για την οποία υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών. Το ίδιο χρήσιμη και βοηθητική υπήρξε και η μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος ανέφερε ότι εξυπακούεται ότι υπήρχε χρηματοδότηση της τράπεζας κατά την πληρωμή των πιστώσεων. Για να διαμορφώσω καλύτερα την κρίση μου ήταν βοηθητικό να γνωρίζω επί παραδείγματι σε σχέση με τα τεκμήρια 9 και 10 ότι η τράπεζα εισπράττει τα δικαιώματα της σε σχέση με την ανάληψη και πληρωμή της πίστωσης κατά την ημερομηνία της 'advice of execution'. Είναι ορθή η θέση του ότι η ευθύνη της τράπεζας να πληρώσει την πίστωση φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από τη συμφωνία με τον πελάτη της αφ' ης στιγμής η υποχρέωση για πληρωμή έχει καταστεί ανέκκλητη μετά την αποδοχή των εγγράφων της πίστωσης, όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι η συμφωνία της τράπεζας να αναλάβει τέτοια ανέκκλητη υποχρέωση εξαρτάται από τη σχέση της τράπεζας με τον πελάτη της και την ευρύτερη της συμφωνία σε σχέση με την χρηματοδότηση του πελάτη. Αναγνώρισε ότι το ποσό των €377,472 που είναι το σύνολο της αξίας των ανέκκλητων πιστώσεων για τις οποίες έχει γίνει αποδοχή των όρων των πιστώσεων αφαιρείται από το όριο των πιστωτικών διευκολύνσεων της ενάγουσας την δεδομένη στιγμή ώστε να μην υπερβεί το ποσό των €1,200,000 ως το σύνολο του ορίου των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ήταν θέση του ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε σχέση με την δέσμευση των καταθετικών λογαριασμών της ενάγουσας όμως συγκλίνει η θέση του με αυτή της ΜΕ2 ότι ενόψει του δεσμευμένου ποσού η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να κλείσει τους εν λόγω λογαριασμούς και να αποσύρει τα χρήματα. Για ποιο σκοπό φαίνονται δεσμευμένα τα χρήματα θεωρώ ότι θα μπορούσε να είναι πιο διαφωτιστικός ο μάρτυρας με αναφορά το τεκμήριο 19 αντί να προβάλει άγνοια. Όμως η θέση του αυτή δεν είναι καθοριστική επί της κατάληξης του Δικαστηρίου εφόσον τα γεγονότα προκύπτουν από τα έγγραφα που το περιεχόμενο τους μιλά από μόνο του. Η μαρτυρία, πιο πάνω, συνιστά βοηθητικό εργαλείο για την ανάγνωση των τεκμηρίων της υπόθεσης που το περιεχόμενο τους σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης, μιλά από μόνο του. Ως εκ τούτου τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτει από το έγγραφο υλικό ενώπιον μου, σε συνδυασμό με τις επεξηγήσεις των μαρτύρων είναι ως ακολούθως:
  1. Με βάση των τεκμηρίων 1 και 2 προκύπτει ότι η τράπεζα συμφώνησε να παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις για την διευκόλυνση εισαγωγών. Οι όροι και χρεώσεις που αφορούν τις πιστωτικές διευκολύνσεις καταγράφονται στα τεκμήρια 1 και
  2. Στο παράρτημα ΙΙ του τεκμήριου 1 ημερομηνίας 21.Μαίου 2010 επισυνάπτονται οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις για την παραχώρηση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων.
  3. Στις 22 Ιανουαρίου 2013 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή για την αποδοχή της πίστωσης [ ] για το ποσό των €76,246 ώστε να εκδοθεί η ενέγγυα πίστωση. Υπέγραψε ότι η αμετάκλητη πίστωση θα διέπεται από τους όρους και προυποθέσεις του εγγράφου όροι πιστώσεων εισαγωγής. Οι όροι αποδοχής για την αμετάκλητη ανάληψη πληρωμής καταγράφονται στις παραγράφους 46Α και 47Α του τεκμηρίου 5 ως ακολούθως: «46A: DOCUMENTS REQUIRED +FULL SET ORIGINAL SHIFTED ON BOARD BILLS OF LANDING ISSUED TO THE ORDER OF BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, CYPRUS, NOTIFY PARTIES APPLICANT AND OURSELVES, SHOWING 'FREIGHT PAYABLE AT DESTINATION' AND BEARING THE NUMBER OF THIS CREDIT. DESTINATION' AND BEARING THE NUMBER OF THIS CREDIT. +COMMERCIAL, INVOICED IN 1 COPIES DULY SIGNED BY THE BENEFICIARIES, STATING THAT THE GOODS SHIPPED: A) ARE OF SOUTH KOREAN ORIGIN B) ARE ACCORDING TO BENEFICIARIES PROFORMA INVOICE NO.: CY-MMT302 DD 18/01/
  4. +PACKING LIST IN 3 COPIES. +CERTIFICATE ISSUED BY THE SHIPPING COMPANY/CARRIER OR THEIR AGENT STATING THE B/L NO (S) AND ALL VESSELS' NAMES CERTIFYING THAT THE CARRYING VESSEL (S). IS/ARE: A) HOLDING A VALID SAFETY MANAGEMENT SYSTEM CERTIFICATE AS PER TERMS OF INTERNATIONAL SAFETY MANAGEMENT CODE AND C) CLASSIFIED AS PER INSTITUTE CLASSIFICATION CLAUSE 01/01/2001 BY AN APPROPRIATE CLASSIFICATION SOCIETY. +CERTIFICATE OF CONFORMITY WITH EU REGULATIONS FOR HEAVY METALS (LEAD), :47A: ADDITIONAL +THE NUMBER AND DATE OF THE CREDIT AND THE NAME OF OUR BANK MUST BE QUOTED ON ALL DRAFTS (IF REQUIRED). +TRANSPORT DOCUMENTS MUST BE CLAUSED: WITHIN THE REPUBLIC OF CYPRUS, VESSEL SHALL CALL ON ITS CURRENT VOYAGE ONLY AT PORTS DESIGNATED FOR CUSTOMS PURPOSES UNDER THE LAWS OF THE REPUBLIC OF CYPRUS, +INSURANCE WILL BE COVERED BY THE APPLICANTS. +ALL DOCUMENTS TO BE ISSUED IN ENGLISH LANGUAGE. +DISCREPANCY FEES EUR75,00 (OR EQUIVALENT) FOR EACH SET OF PISCREPAN DOCUMENTS PRESENTED UNDER THIS CREDIT, WHETHER ACCEPTED OR NOT, PLUS OUR CHARGES FOR EACH MESSAGE CONCERNING REJECTION AND/OR ACCEPTANCE MUST BE BORNE BY BENEFICIARIES THEMSELVES AND DEDUCTED FROM THE AMOUNT PAYABLE TO THEM. +THE AMOUNT OF EUR75,00 (OR EQUIVALENT) REPRESENTING OUR PAYMENT/REIMBURSEMENT FEES AND SWIFT CHARGES WILL BE DEDUCTED FROM EACH PAYMENT (IF APPLICABLE). +TRANSPORT DOCUMENT (S) BEARING A DATE PRIOR TO THE L/C DATE ARE NOTE ACCEPTABLE. +SEPARATE SET OF DOCUMENTS AND SEPARATE PRESENTATIONS MUST BE MAD FOR EACH SHIPMENT OF GOODS. +ONE SET OF COPIES/PHOTOCOPIES OF ALL DOCUMENTS REQUIRED, FOR EACH EXECUTION, TO BE SENT TO US FOR OUR RECORDS SOLELY. +INVOICES TO SHOW DISCOUNT WARRANTY FEE 3 PCT ON NO CLAIM. +INVOICES TO CERTIFY BRAND: STARTER. +PACKING LIST TO EVIDENCE THAT GOODS HAVE BEEN BACKED WITHOUT BOX AND WRAPPED PALLETIZED PACKING. :71B: CHARGES BANK CHARGES OUTSIDE CYPRUS FOR BEN. A/C». H πίστωση η οποία ήταν ανέκκλητη θα έπρεπε να πληρωθεί στην Νότια Κορέα εντός 120 ημερών από την ημερομηνία του Bill of Lading. Ο πελάτης χρεώθηκε προμήθεια ύψους €1208.16 την 11.3.2013 και σημειώθηκε ότι η πίστωση θα έληγε στις 27.6.
  5. To ίδιο ισχύει για την πίστωση [ ] για το ποσό των €
  6. Ο πελάτης χρεώθηκε προμήθεια ύψους €631.88 την 12.3.2013 και σημειώθηκε ότι η πίστωση θα έληγε στις 27.6.
  7. Στις 21 Δεκεμβρίου 2012 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή για την αποδοχή της πίστωσης [ ] για το ποσό των €111,121.93 ώστε να εκδοθεί η ενέγγυα πίστωση. Υπέγραψε ότι η αμετάκλητη πίστωση θα διέπεται από τους όρους και προυποθέσεις του εγγράφου όροι πιστώσεων εισαγωγής. Οι όροι αποδοχής για την αμετάκλητη ανάληψη πληρωμής καταγράφονται στις παραγράφους 46Α και 47Α. Η πίστωση ήταν ανέκκλητη και θα έπρεπε να πληρωθεί στην Νότια Κορέα εντός 120 από την ημερομηνία του Bill of Lading. Ο πελάτης χρεώθηκε προμήθεια ύψους 1697.41 ευρώ την 4.2.2013 και σημειώθηκε ότι η πίστωση θα έληγε στις 24.5.
  8. Στις 22 Νοεμβρίου 2012 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή για την αποδοχή της πίστωσης [ ] για το ποσό των €147,346.00 ώστε να εκδοθεί η ενέγγυα πίστωση. Υπέγραψε ότι η αμετάκλητη πίστωση θα διέπεται από τους όρους και προυποθέσεις του εγγράφου όροι πιστώσεων εισαγωγής. Οι όροι αποδοχής για την αμετάκλητη ανάληψη πληρωμής καταγράφονται στις παραγράφους 46Α και 47Α. Η πίστωση ήταν ανέκκλητη και θα έπρεπε να πληρωθεί στην Νότια Κορέα εντός 120 από την ημερομηνία του Bill of Lading. Ο πελάτης χρεώθηκε προμήθεια ύψους €2,204.54 την 22.1.2013 και σημειώθηκε ότι η πίστωση θα έληγε στις 22.4.
  9. Το ποσό της πίστωσης πληρώθηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία.
  10. Στις 22 Οκτωβρίου 2012 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή για την αποδοχή της πίστωσης [ ] για το ποσό των €111,584 ώστε να εκδοθεί η ενέγγυα πίστωση. Υπέγραψε ότι η αμετάκλητη πίστωση θα διέπεται από τους όρους και προυποθέσεις του εγγράφου όροι πιστώσεων εισαγωγής. Οι όροι αποδοχής για την αμετάκλητη ανάληψη πληρωμής καταγράφονται στις παραγράφους 46Α και 47Α. Η πίστωση ήταν ανέκκλητη θα έπρεπε να πληρωθεέι στην Νότια Κορέα εντός 120 από την ημερομηνία του Bill of Lading. Ο πελάτης χρεώθηκε με προμήθεια ύψους €1703.80 την 21.12.2012 και σημειώθηκε ότι η πίστωση θα έληγε στις 10.4.
  11. Το ποσό της πίστωσης πληρώθηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία.
  12. Κατά την 26.3.2013 η ενάγουσα είχε καταθέσεις ύψους €658,343.33 και το ποσό των €100,000 αφορούσε το ποσό των ασφαλισμένων καταθέσεων. Από το συνολικό ποσό διαθέσιμων καταθέσεων ύψους €558,323 το ποσοστό των 37.% ήτοι το ποσό των €209,371.32 μετατράπηκε σε πρωτοβάθμαιο κεφάλαιο της τράπεζας και έγινε κατακράτηση του ποσού των €125,
  13. Στις 31.7.2013 έγινε η τελική μετατροπή των καταθέσεων σε κεφάλαιο της τράπεζας εις το ποσοστό 47.5% ώστε το ποσό των καταθέσεων που μετατράπηκε σε μετοχές να αντοιστοιχεί στο ποσό των €265,
  14. Κατά τις 22.4.2013 οι συνολικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η τράπεζα να πληρώσει σε σχέση με εισαγωγές εκ μέρους του πελάτη της αντιστοιχούσε στο ποσό των €786,
  15. Οι υποχρεώσεις που αφορούσαν τις ενέγγυες πιστώσεις για τις οποίες είχε γίνει αποδοχή ανήλθαν στο ποσό των €377,472 από το ποσό των €786,
  16. Οι πιστώσεις που είχαν γίνει αποδοχή αλλά όχι πληρωμή αφορούσαν το ποσό των €111,122, €76,246 και €34,997 αντίστοιχα. Το δεσμευμένο ποσό στις καταθέσεις της ενάγουσας αφορούσε το ποσό των €687,
  17. Στις 23.5.2013 η ενάγουσα αποτάθηκε στην τράπεζα και ζήτησε τον συμψηφισμό των μη ασφαλισμένων καταθέσεων με τις πιστωτικές διευκολύσεις πριν την 26.3.2013 για τον λόγο ότι στο υπολογισμό δεν είχαν ληφθεί υπόψη οι πιστώσεις αποδοχής ύψους 481,285 ευρώ που είχαν ανοιχθεί πριν τις 26.3.2013 και τις πιστώσεις εισαγωγής προς αποδοχή ύψους 348,631 ευρώ που είχαν ανοιχθεί πριν τις 26.3.
  18. Η τράπεζα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα επειδή όπως είπε η Τράπεζα ήταν υπόχρεα να ακολουθήσει τα διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας ως αρχή εξυγίανσης. «Αναλυτικά οι πιστώσεις αποδοχής (acceptance) οι οποίες επισυνάπτονται: [ ], €76,246.22, accepted 11.03.2013 with payment due 27.06.2013 [ ], €34,997.09 accepted 12.03.2013 with payment due 27.06.2013 [ ], €111,121.93 accepted 05.02.2013 with payment due 24.05.2013 [ ], €147,345.68 accepted 03.01.2013 with payment due 22.04.2013 [ ], €111,584.37, accepted 21.12.2012 with payment due 10.04.2013.» (βλ. Τεκμήριο 20). Το πιο πάνω συμποσούται στο ποσό των €481,293 που επειδή το ποσό αυτό δεν συμψηφίστηκε με τις διαθέσιμες καταθέσεις είχε μετατραπεί σε κεφάλαιο σε ποσοστό 47%, ήτοι το ποσό της απαίτησης €228,
  19. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο, θα πρέπει να εξετασθεί η απαίτηση της ενάγουσας κατά πόσο θα έπρεπε το σύνολο των υποχρεώσεων της ενάγουσας, δυνάμει των ενέγγυων πιστώσεων που είχαν γίνει αποδεκτές πριν τις 26.3.2013 και εκκρεμούσαν προς την πληρωμή τους στην Νότιο Κορέα σε ανταποκρίτρια τράπεζα της εναγόμενης, ήτοι το Shinian Bank 120 για να πληρωθεί ο προμηθευτής των εισαγμένων εμπορευμάτων σε ημερομηνία λήξης μετά τις 26.3.2013, να είχαν συμψηφιστεί έναντι του ποσού των συνολικών διαθέσιμων καταθέσεων της ενάγουσας εξαιρουμένου του ασφαλισμένου ποσού των €100,
  20. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το διάταγμα που εξέδωσε η αρχή εξυγίανσης προκειμένου οι καταθέσεις των πελατών της τράπεζας να μετατραπούν σε κεφάλαιο έγινε βάσει του άρθρου 12 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων Νόμου 17
(1)/2013 προκειμένου η εναγόμενη να διασωθεί με ίδια μέσα. Το άρθρο 12 προνοεί τα ακόλουθα: «12.
(1)Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, όποτε η ίδια κρίνει αναγκαίο, εφόσον εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, μέσω της έκδοσης διατάγματος, την αναδιάρθρωση των χρεών και υποχρεώσεων, υφιστάμενων ή μελλοντικών, οποιουδήποτε τύπου, του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης, τροποποίησης, διευθέτησης ή αντικατάστασης του αρχικού κεφαλαίου ή του υπολειπόμενου ποσού, ή την ολική ή μερική μετατροπή χρεωστικών τίτλων ή υποχρεώσεων σε μετοχικό κεφάλαιο: Νοείται ότι οι εγγυημένες καταθέσεις εξαιρούνται του παρόντος μέτρου εξυγίανσης.
(2)Η Αρχή Εξυγίανσης, κατά τη λήψη της απόφασης άσκησης των εξουσιών της δυνάμει του εδαφίου
(1), διασφαλίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 3.
(3)H Αρχή Εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, έχει, πέραν των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 5, τις ακόλουθες εξουσίες: (α) Να απομειώνει ή να μετατρέπει τα χρέη και υποχρεώσεις του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδρύματος, (β) να μειώνει, συμπεριλαμβανομένου του μηδενισμού, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των χρεών και υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, (γ) να ακυρώνει τίτλους που εκδίδονται από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, (δ) να απαιτεί τη μετατροπή των χρεωστικών τίτλων ή άλλων αξιών που περιέχουν συμβατική ρήτρα μετατροπής, ανεξαρτήτως των προνοιών βάσει των οποίων οι συμβατικές ρήτρες ενεργοποιούνται, (ε) να απαιτεί από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλους τίτλους, συμπεριλαμβανομένων προνομιούχων μετοχών και μετατρέψιμων χρεωστικών τίτλων, τα οποία θα διατεθούν στα θιγόμενα από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, μέρη, (ζ) να τροποποιεί ή να μεταβάλλει τη διάρκεια των χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων βάσει των εν λόγω τίτλων, καθώς επίσης την αναστολή της πληρωμής τους για ένα προσωρινό χρονικό διάστημα.» Στην προκειμένη περίπτωση τα χρέη και υποχρεώσεις του ιδρύματος, ήτοι οι καταθέσεις που υπερέβαιναν τις €100,000 και δεν ήταν εγγυημένες καταθέσεις ώστε να εξαιρούνται από την εφαρμογή του νόμου, μετατράπηκαν σε κεφάλαιο της τράπεζας ώστε αυτή να διασωθεί με τα δικά της μέσα. Επομένως, τα χρήματα τα οποία ήταν κατατεθειμένα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας ως εμπρόθεσμες καταθέσεις, κατά τον επίδικο χρόνο, θεωρούνταν χρέη ή υποχρεώσεις της εναγόμενης προκειμένου να υπόκεινται στο μέτρο της εξυγίανσης με ίδια μέσα. Το εδάφιο
(5)του άρθρου 12 επεξηγεί γιατί η εναγόμενη ήταν υπόχρεα να εκτελέσει το μέτρο που της είχε επιβληθεί με το διάταγμα στον χρόνο που είχε καθορισθεί, ήτοι στις 26.3.2013. «
(5)Το διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, είναι αμέσως δεσμευτικό για το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση και τα θιγόμενα από το εν λόγω διάταγμα μέρη, και εκτελέσιμο στο χρόνο που καθορίζει η Αρχή Εξυγίανσης.» Η συνέπεια της έκδοσης του διατάγματος ως προκύπτει από τα έγγραφα τα οποία έχω περιγράψει, πιο πάνω, είναι να μετατρέψει καταθέσεις ως χρέη και/ή υποχρεώσεις της εναγόμενης σε μετοχές ιδιοκτησίας της εναγόμενης. Για να υπόκεινται στο μέτρο της διάσωσης με ίδια μέσα τα χρήματα αυτά που ήταν κατατεθιμένα σε λογαριασμούς στο όνομα της ενάγουσας, θα πρέπει να ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο χρέη ή υποχρεώσεις της εναγόμενης. Η συνέπεια εφαρμογής αυτού του μέτρου ώστε να διασωθεί η εναγόμενη και να επιβιώσει ως πιστωτικό ίδρυμα προδιαγράφεται στα εδάφια 15 και 16 του άρθρου 12 πιο κάτω. «
(15)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, στη βάση μη εκπλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του μέσου, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί ή συνομολογηθεί, αν οι πιο πάνω όροι και προϋποθέσεις έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
(16)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα.» Επομένως πρωτού ασχοληθώ με τις λεπτομέρειες του διατάγματος που κατατέθηκε ως τεκμήριο 15, για να κριθεί το αίτημα της ενάγουσας για συμψηφισμό, θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο τα συγκεκριμένα χρήματα τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς επ' ονόματι της ενάγουσας, θεωρούνταν χρέη και υποχρεώσεις της εναγόμενης κατά τον δεδομένο χρόνο. Θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο η εσωτερική διεργασία της τράπεζας να τα δεσμεύσει εν αναμονή της πληρωμής ενέγγυων πιστώσεων που είχε αποδεχθεί ανέκκλητα να πληρώσει είχαν επίδραση στην ιδιότητα των χρημάτων ως καταθέσεις του πελάτη της εναγόμενης. Θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο τα χρήματα κατατεθειμένα στον λογαριασμό της ενάγουσας θα θεωρούνταν υποχρεώσεις και/ή χρέη της εναγόμενης στην περίπτωση εκκαθάρισης της εναγόμενης. Στην υπόθεση Ιωάννου εμπορευόμενος με την επωνυμία P.S. Sports ν Κεντρική Τράπεζα Κύπρου Πολιτική Έφεση 245/10 ημερομηνίας 8.7.2016, ECLI:CY:AD:2016:A343, επισημάνθηκε ότι ανέκκλητη ενέγγυα πίστωση είναι αξία που μπορεί να πληρωθεί σε τρίτο δικαιούχο ως δικαίωμα που εκχωρείται. Τα νομικά χαρακτηριστικά των ενέγγυων πιστώσεων ως συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων τα καθιστούν όμοια με τραπεζική πίστωση που προσομοιάζει με εγγύηση καλής εκτέλεσης. 'Στην υπόθεση εκείνη υιοθετήθηκαν δύο προηγούμενες αγγλικές αποφάσεις, οι R.D. Harbottle (Merchantile) Ltd v. National Westminster Bank
(1977)2 All E.R. 862 και Howe Richardson Scale Co. Ltd v. Polimex-Cekop
(1977)Court of Appeal Transcrit 270, στις οποίες τονίστηκε ότι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις τα δικαστήρια επεμβαίνουν στον μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων τις οποίες αναλαμβάνουν οι τράπεζες. Τέτοιες υποχρεώσεις συνιστούν την πηγή ζωής του διεθνούς εμπορίου και αποτελούν την εγγύηση για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εμπορευομένων πωλητών και αγοραστών.' Εφόσον η ενέγγυα πίστωση συνιστά εγγύηση καλής εκτέλεσης της πληρωμής θεωρείται εξασφάλιση για την πληρωμή και όχι πληρωμή του δικαιούχου της πληρωμής. Στα πλαίσια διεθνών συναλλαγών/εισαγωγών, οι πωλητές και αγοραστές συχνά καταλήγουν σε συμφωνία ο αγοραστής να πληρώσει τα εμπορεύματα εισαγωγής στη βάση εξασφαλισμένης διαδικασίας πληρωμής, γνωστής ως ενέγγυας πίστωσης, προκειμένου ο προμηθευτής των εμπορευμάτων να παρέχει πίστωση 120 ημερών και να αναμένει πληρωμή των εμπορευμάτων με την εισαγωγή και παραλαβή των εμπορευμάτων από τον αγοραστή. 'It is then the buyers duty to procure his bank, known as the issuing or originating bank to issue an irrevocable credit in favour of the seller by which the bank undertakes to the seller either directly or through another bank in the seller's country known as the correspondent or negotiating bank to pay an agreed sum of money against tender by the seller of the shipping documents (Halsbury's Law of England Financial Institutions Volume 48
(2021)Banks Business of Banking/ in General Documentary Letters of Credit par. 227).' Η συμβατική σχέση μεταξύ του αγοραστή των εμπορευμάτων που θα γίνουν εισαγωγή και της εκδότριας τράπεζας της ενέγγυας πίστωσης, ρυθμίζεται από όρους που καθορίζονται κατά την ημερομηνία του ανοίγματος της πίστωσης, ενώ μεταξύ του πωλητή/προμηθευτή των εμπορευμάτων και της εκδότριας τράπεζας δημιουργείται νέα συμβατική σχέση κατά την έκδοση της πίστωσης που καθιστά την τράπεζα υπόλογη έναντι του προμηθευτή να πληρώσει το τίμημα ή να αποδεχθεί το bill of Lading με την παραλαβή των σχετικών εγγράφων. Υπάρχουν δύο ξεχωριστές συμφωνίες, η μία συμφωνία αφορά αυτή μεταξύ του αγοραστή και της εκδότριας τράπεζας και η δεύτερη συμφωνία, είναι αυτή που δημιουργείται μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και του πωλητή. Εφόσον η εκδότρια τράπεζα αναλάβει ανέκκλητη υποχρέωση να πληρώσει τον προμηθευτή, οφείλει να προστατεύσει τον εαυτό της από το ενδεχόμενο ο αγοραστής να παραλείψει να πληρώσει το τίμημα της αγοράς είτε με το να απαιτήσει εξασφαλίσεις από τον αγοραστή ή με το να αποκτήσει την κυριότητα των εμπορευμάτων που θα εισαχθούν με την κατακράτηση του bill of Lading. 'The buyer who pursuant to his sales contract instructs his bank to open a credit undertakes to put the bank in funds or to reimburse it, provided the documents against which the bank pays are what the bank calls for (Halsbury's πιο πάνω par. 235 Buyer and issuing Bank.)' Το Διεθνές Chamber of Commerce ICC έχει θεσπίσει πρότυπο πρακτικής για ενέγγυες πιστώσεις (Uniform Customs and Practice for Documentary Credits) για την υιοθέτηση ενιαίας πρακτικής σε σχέση με τη χρήση ενέγγυων πιστώσεων ως εργαλεία διευκόλυνσης διεθνών εμπορικών συναλλαγών. Τα πρώτα άρθρα είναι σχετικά. Το πιο κάτω άρθρο προνοεί ότι οι κανονισμοί έχουν εφαρμογή και δεσμεύουν όλα τα μέρη εκτός εάν τα μέρη προβλέψουν ρητούς όρους τροποποίησης των κανονισμών. Το άρθρο 2 περιέχει ερμηνευτικές διατάξεις ως ακολούθως: 'Article 2 Definitions For the purpose of these rules: Advising bank means the bank that advises the credit at the request of the issuing bank. .Applicant means the party on whose request the credit is issued. . Beneficiary means the party in whose favour a credit is issued. Complying presentation means a presentation that is in accordance with the terms and conditions of the credit, the applicable provisions of these rules and international standard banking practice. Confirmation means a definite undertaking of the confirming bank, in addition to that of the issuing bank, to honour or negotiate a complying presentation. Confirming bank means the bank that adds its confirmation to a credit upon the issuing bank's authorization or request. Credit means any arrangement, however named or described, that is irrevocable and thereby constitutes a definite undertaking of the issuing bank to honour a complying presentation. Honour means: a. to pay at sight if the credit is available by sight payment. b. to incur a deferred payment undertaking and pay at maturity if the credit is available by deferred payment. c. to accept a bill of exchange ("draft") drawn by the beneficiary and pay at maturity if the credit is available by acceptance. Issuing bank means the bank that issues a credit at the request of an applicant or on its own behalf. Negotiation means the purchase by the nominated bank of drafts (drawn on a bank other than the nominated bank) and/or documents under a complying presentation, by advancing or agreeing to advance funds to the beneficiary on or before the banking day on which reimbursement is due to the nominated bank. Nominated Bank means the bank with which the credit is available or any bank in the case of a credit available with any bank. Presentation means either the delivery of documents under a credit to the issuing bank or nominated bank or the documents so delivered. Presenter means a beneficiary, bank or other party that makes a presentation.' Το άρθρο 3 προνοεί ότι εκτός και εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια κάθε ενέγγυα πίστωση που έχει εκδοθεί είναι αμετάκκλητη ως προς την υποχρέωση της εκδότριας τράπεζας να πληρώσει. Το άρθρο 4 προνοεί ότι η ενέγγυα πίστωση είναι ξεχωριστή συναλλαγή σε σχέση με την συμφωνία πώλησης ή άλλης συμφωνίας βάσει της οποίας η πίστωση έχει εκδοθεί και η εκδότρια τράπεζα δεν δεσμεύεται από τους όρους τέτοιας συμφωνίας. Επομένως, η υποχρέωση της τράπεζας στη βάση της ενέγγυας πίστωσης δεν επηρεάζεται από άλλες δεσμεύσεις ή υπερασπίσεις του αιτητή της πίστωσης στη βάση άλλων συμφωνιών. Επικρατεί η ερμηνεία των διατάξεων της Ενιαίας πρακτικής έκδοσης ενέγγυων πιστώσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Forestal Mimosa Ltd. Oriental Credit Ltd. 2 All ER 400 [1986] το Δικαστήριο επισήμανε ότι λανθασμένα κρίθηκε από τον αιτητή της πίστωσης ότι οι γραπτοί όροι της πίστωσης δικαιολογούσαν απόκλιση από τις πρόνοιες της ενιαίας πρακτικής και η τράπεζα είχε αναλάβει ανέκκλητη υποχρέωση να πληρώσει την πίστωση κατά την λήξη της παρά των αντιρρήσεων του πελάτη της. Σε άλλη Αγγλική υπόθεση Gian Singh v Banque de l' Indochine 2 ALL ER 754 [1974] διαπιστώθηκε ότι το πιστοποιητικό που παρουσιάστηκε στην εκδότρια τράπεζα της πίστωσης για να πληρωθεί ήταν πλαστογραφημένη. Παρόλο τούτο η τράπεζα πλήρωσε την πίστωση και χρέωσε τον πελάτη της. Η έφεση του πελάτη απορρίφθηκε. 'The fact that a document presented by the beneficiary under a documentary credit, which otherwise conforms to the requirements of the credit, is in fact a forgery does not, of itself, prevent the issuing bank from recovering from its customer moneys paid under the credit. The duty of the issuing bank, which it may perform either by itself, or by its agent, the notifying bank, is to examine documents with reasonable care to ascertain that they appear on their face to be in accordance with the terms and conditions of the credit. The express provision to this effect in art 7a of the Uniform Customs and Practice for Documentary Credits does no more than restate the duty of the bank at common law. In business transactions financed by documentary credits banks must be able to act promptly on presentation of the documents. In the ordinary case visual inspection of the actual documents presented is all that is called for. The bank is under no duty to take any further steps to investigate the genuineness of a signature which, on the face of it, purports to be the signature of the person named or described in the letter of credit. Article 7 provides: 'Banks must examine all documents with reasonable care to ascertain that they appear on their face to be in accordance with the terms and conditions of the credit.' Στην υπόθεση Gian Singh, πιο πάνω, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι σε τέτοια περίπτωση το δικαίωμα της εκδότριας τράπεζας ως παράγοντας που έχει ενεργήσει με την απαιτούμενη σύνεση κατά την εξέταση των εγγράφων και πληρωμή της πίστωσης είναι αυτό της αποζημίωσης από τον πελάτη της. 'It is both common ground and common sense that in such a transaction the accepting bank can only claim indemnity if the conditions on which it is authorised to accept are in the matter of the accompanying documents strictly observed. There is no room for documents which are almost the same, or which will do just as well. Business could not proceed securely on any other lines. The bank's branch abroad, which knows nothing officially of the details of the transaction thus financed, cannot take upon itself to decide what will do well enough and what will not. If it does as it is told, it is safe; if it declines to do anything else, it is safe; if it departs from the conditions laid down, it acts as its own risk.' Στην υπόθεση Sale of Continuation Ltd. v Austin Taylor & Co Ltd. [1968] 2 Q.B. 849 η εκδότρια τράπεζα της ανέκκλητης προς πληρωμής ενέγγυας πίστωσης είχε πληροφορήσει τους δικαιούχους της πληρωμής και τον πελάτη της εκ των προτέρων ότι δεν είχε την πρόθεση να τιμήσει την υποχρέωση της να πληρώσει, επειδή παραλήπτης είχε διορισθεί για να διαχειρίζεται την περιουσία της τράπεζας και ανακοίνωσε ότι η τράπεζα θα σταματούσε να πληρώνει ενέγγυες πιστώσεις που είχε αποδεχθεί. Η θέση των εναγόμενων ως αιτητές της πίστωσης που είχε αποδεχθεί η εκδότρια τράπεζα ήταν ότι οι συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των δικαιούχων της πίστωσης είχαν εκπληρωθεί κατά την ημερομηνία που η τράπεζα είχε αποδεχθεί τα έγγραφα με αποτέλεσμα να αναλάβει την υποχρέωση να πληρώσει. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι λέξεις 'in consideration of your opening this credit' στο σώμα της αίτησης για την έκδοση της ενέγγυας πίστωσης παραπέμπει στο αντάλλαγμα της τράπεζας για την έκδοση της ενέγγυας πίστωσης. Αυτό το αντάλλαγμα δεν μπορεί να αφορά κεφάλαιο που θα πληρωθεί στην τράπεζα στο μέλλον όταν η τράπεζα θα ανακοινώσει ότι η πληρωμή στον δικαιούχο έχει ολοκληρωθεί. Θα πρέπει να αφορά κάποιο αντάλλαγμα που ο πελάτης έχει ήδη παραχωρήσει στην τράπεζα ώστε αυτός να αναλάβει την μελλοντική πληρωμή της πίστωσης. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου συνοψίζεται στο σκεπτικό πιο κάτω: 'I reject the argument that the word "disbursements" means disbursements which will become, or may become, due under the letter of credit. "Disbursements" seems to me clearly to mean money which has in fact been disbursed, ie, paid out. No money has been disbursed by the plaintiffs under the credit which was opened. The obligation of the defendants with regard to any draft which the plaintiffs have accepted is to provide funds to meet that draft—an obligation which arises before the draft is met—and the first question which arises is whether in those circumstances there does not arise towards the defendants an obligation by the plaintiffs to meet the drafts. It seems to me that one can test this matter quite simply. Bankers have not the exclusive right of issuing letters of credit. Assume that a stranger approached the defendants and informed the defendants that he was prepared to issue irrevocable credits and to accept drafts under such credits at "cut rates". Clearly the first question the defendants would ask is: "What guarantee is there that you will meet the drafts after we have put you in funds?" If the stranger replied: "That is no concern of yours. My only obligation to you is to accept the drafts," one would think that the quite obvious reply would be: "What are you taking about? For how long do you think we shall remain agents for foreign principals if we arrange for drafts to be accepted by persons who do not meet them?" Similarly, if the defendants were purchasers, the reply would be: "For how long do you think we could go on trading if it became known that we arranged for drafts to be accepted by people who do not meet them?" In my judgment it is an essential element in the contract between the plaintiffs and the defendants that there was an implied term that, provided the defendants put the plaintiffs in funds to meet any accepted draft, the plaintiffs would in fact honour the accepted draft. That term is necessary to give business efficacy to the contract. Under the old way of looking at implied terms the answer to the officious bystander would be: "Of course." It may well be, however, that if the defendants did not put the plaintiffs in funds then, as between the plaintiffs and the defendants, there is no obligation to meet the accepted draft although there would be as between the drawer and the plaintiffs. I therefore hold that under the terms of the contract there was an obligation by the plaintiffs to the defendants to honour drafts properly presented under the letter of credit, provided that the defendants put the plaintiffs in funds so to do.' Το Δικαστήριο συμπεριέλαβε στη συμφωνία σιωπηρό όρο ότι η τράπεζα είχε υποχρέωση να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση μόνο στην περίπτωση που οι αιτητές της πίστωσης είχαν καταθέσει τα κεφάλαια αναγκαία ώστε η τράπεζα να ικανοποιήσει την υποχρέωση πληρωμής της πίστωσης. Στην περίπτωση αυτή είχε διοριστεί παραλήπτης της τράπεζας ο οποίος κοινοποίησε την πρόθεση του να μην πληρώσει την ενέγγυα πίστωση πολύ πιο πριν την ημερμηνία λήξης της πίστωσης. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτό το καθεστώς έγινε γνωστό στον αιτητή έγκαιρα και πριν την ημερομηνία λήξης της πίστωσης καθώς και της πρόθεσης του παραλήπτη να μην προχωρήσει στην πληρωμή της πίστωσης κατά την λήξη της, αυτό ακύρωσε και την υποχρέωση του αιτητή να πληρώσει το κεφάλαιο προκειμένου να πληρωθεί η πίστωση. 'Indeed if necessary I should be prepared to hold that the evincing of that intention was a repudiation of the contract the honouring of the draft an essential part of the bargain.' Το Δικαστήριο πιο πάνω έκανε αναφορά στην υπόθεση Bank of the United States v Seltzer 233 App. Div.225 (N.Y. App. Div. 1931), η οποία αφορούσε παρόμοια γεγονότα και το πρόβλημα της μη πληρωμής της ενέγγυας πίστωσης κατά την λήξη της πίστωσης αποφασίστηκε με το ίδιο σκεπτικό. Σε εκείνη την υπόθεση ο επιθεωρητής τραπέζων κατά την διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929 είχε αναλάβει τις υποθέσεις της τράπεζας διορίζοντας διαχειριστή-παραλήπτη και αρνήθηκε να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση κατά την λήξη της ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος (αιτητής της πίστωσης και πελάτης της τράπεζας) να παραλάβει τα εισαγμένα εμπορεύματα. Στην υπόθεση Seltzer το Δικαστήριο επεσήμανε ότι η αποδοχή της ενέγγυας πίστωσης από την τράπεζα δεν ήταν πληρωμή προς τον προμηθευτή του πελάτη της τράπεζα που είχε αιτηθεί του ανοίγματος της πίστωσης, αλλά συνιστούσε τρόπο αποπληρωμής του χρέους στην περίπτωση που το τραπεζικό ίδρυμα είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις όταν είχε αποδεχθεί τα έγγραφα εισαγωγής των εμπορευμάτων. Η συμφωνία της τράπεζας και του πελάτη που είχε αιτηθεί της ενέγγυας πίστωσης, ήταν ο πελάτης να καταβάλει το ποσό της πληρωμής της οφειλής δυνάμει της πίστωσης κατά την προηγούμενη ημερομηνία πριν την αποδοχή της πίστωσης για να μπορέσει να εκπληρώσει τα συμφωνηθέντα η τράπεζα που είχε αναλάβει την δέσμευση να πληρώσει την πίστωση. Η αποτυχία της τράπεζας να πληρώσει την πίστωση, έδωσε στον πελάτη το δικαίωμα να ζητήσει από την τράπεζα τα χρήματα τα οποία είχε δώσει στην τράπεζα ως εξασφάλιση για την υποχρέωση της τράπεζας να πληρώσει την πίστωση την επόμενη ημέρα κατά την λήξη της πίστωσης. Ομοίως στην υπόθεση Shawmut Corp. Bobbick Sales 260 N.Y. 499 Jan. 10 1933 η τράπεζα που είχε αναλάβει την υποχρέωση να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση κατά την ημερομηνία λήξης αυτής, τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης με αποτέλεσμα όταν ο κάτοχος της πίστωσης απαίτησε πληρωμή της ενέγγυας πίστωσης κατά την λήξη αυτής η τράπεζα παρέλειψε να πληρώσει. Το δικαίωμα πληρωμής βάσει της πίστωσης, εκχωρήθηκε σε τρίτο πρόσωπο που κίνησε αγωγή της υπό εκκαθάριση τράπεζας να πληρωθεί. Ο πελάτης της τράπεζας που είχε αιτηθεί την έκδοση της πίστωσης δεν είχε καταθέσει χρήματα για να πληρωθεί η πίστωση προγενέστερα της λήξης της, όμως υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία ότι ο πελάτης και αγοραστής των εμπορευμάτων ήταν υπόλογος στην τράπεζα για την πληρωμή της πίστωσης. Η δέσμευση του λογαριασμού του πελάτη κατά την αποδοχή της πίστωσης θεωρήθηκε ότι καθιστούσε την τράπεζα εμπιστευματοδόχο των συγκεκριμένων χρημάτων με αποτέλεσμα τα χρήματα αυτά που είχαν δεσμευθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό ώστε να αποζημιωθεί η τράπεζα στην περίπτωση της πληρωμής της πίστωσης να θεωρηθούν ότι ανήκαν στον πελάτη και όχι στην τράπεζα ώστε οι πελάτες να θεωρηθούν μη γενικοί πίστωτες για σκοπούς κατά αναλογίας αποζημίωσης (pro rata) στη διαδικασία της εκκαθάρισης. Με λίγα λόγια τα χρήματα κατατεθειμένα και δεσμευμένα για τον συγκεκριμμένο σκοπό εξαιρέθηκαν από την διαδικασία της εκκαθάρισης. 'When the bank notified them in writing that their general account had been charged with 4200 usd for acceptance due in connection with letter of credit no 8853 they had the right to suppose either that the draft had in fact been taken up or that the amount charged had been in some form set aside and appropriated for that purpose . In fact it was as we think so set aside by appropriated by putting it as a separate and unmistakably identified item of credit in its prepaid acceptances account. Short of a physical segregation of so much cash it is difficult to see what more could have been done to put a specific sum of 4200 USD into an identified fund.BY a transaction outside of the terms of the letter of credit agreement schild co (buyer) provided a fund for the payment of the draft. The Bank set it aside and engaged to apply it for that purpose. As to it the bank was bailee or trustee.' Αντίθετα σε ομόσπονδο Δικαστήριο άλλης πολιτείας το ίδιο διάστημα και συγκεκριμένα στην Louisiana με αναφορά την υπόθεση In re Canal Bank & Trust Co.'s Liquidation 152 So. 297 (La. 1933) Dec. 21 1933, επικράτησε μία διαφορετική προσέγγιση παρόμοιου ζητήματος. Με βάση τη συμφωνία της τράπεζας με τον πελάτη της, αυτός ήταν υπόχρεος να καταθέσει τα χρήματα με αντάλλαγμα την αποδοχή της ενέγγυας πίστωσης τρεις μέρες πριν την λήξη της ενέγγυας πίστωσης. Εξαιτίας διεργασιών της τράπεζας που οδήγησαν στην εκκαθάριση της, ο πελάτης δεν κατόρθωσε να εκπληρώσει την συμβατική του υποχρέωση να πληρώσει τα χρήματα τρεις μέρες πριν την λήξη της πίστωσης. Την επόμενη ημέρα η τράπεζα ξεκίνησε την εκκαθάριση και η ενέγγυα πίστωση δεν είχε πληρωθεί. Ο παραλήπτης της τράπεζας εξακολουθούσε να έχει στην κατοχή του το 'trust receipt' που αφορούσε την εισαγωγή των εμπορευμάτων και αρνήθηκε να το παραδώσει παρόλο ότι η τράπεζα δεν είχε πληρώσει την ενέγγυα πίστωση. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι στην τριγωνική σχέση μεταξύ πελάτη, τράπεζας και προμηθευτή υπάρχουν δύο συμφωνίες. Όμως σε κάθε περίπτωση η τράπεζα είναι υπόλογη να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση που έχει αποδεχθεί είτε ως πρωτοφειλέτης του προμηθευτή έναντι της οφειλής που δημιούργησε η αποδοχή των εγγράφων ή ως εγγυητής του πελάτη της που αιτήθηκε την έκδοση της ενέγγυας πίστωσης. Όμως επειδή η τράπεζα δεν πλήρωσε την ενέγγυα πίστωση ένεκα της εκκαθάρισης της, ο παραλήπτης δεν είχε δικαίωμα να κατακρατεί τα έγγραφα και ήταν υπόχρεος να παραδώσει το 'trust receipt' που δεν ήταν περιουσία που εμπίπτει στην εκκαθάριση. Ούτε και ήταν υπόχρεος ο πελάτης να πληρώσει το ποσό της ενέγγυας πίστωσης εν αναμονή της πληρωμής της ενέγγυας πίστωσης προς τον προμηθευτή στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης επειδή 'the liquidator may never be able to pay the same amount to his creditor in Brazil.' Ο σκοπός της διευθέτησης πληρωμής των εισαγωγών με ενέγγυες πιστώσεις ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Sexton v Fensterer 154 App. Div. 542 Jan. 10 1913, δεν είναι πρωτίστως η προστασία του δικαιούχου της πίστωσης ως κάτοχος του 'draft' αν και αυτός κατέχει επιπρόσθετη εξασφάλιση για την υπόσχεση του αγοραστή να πληρώσει τα εμπορεύματα που θα γίνουν εισαγωγή, αλλά για να προστατεύει την τράπεζα ή την ανταποκρίτρια τράπεζα που έχει αναλάβει ανέκκλητα την υποχρέωση να πληρώσει την πίστωση που έχει αποδεχθεί στην περίπτωση που ο αιτούντος της πίστωσης παραλείψει να παρέχει το κεφάλαιο για την πληρωμή της πίστωσης κατά την λήξη της. Υπό την διευθέτηση αυτή ο αιτούντος της ενέγγυας πίστωσης εξακολουθεί να είναι πρωτοφειλέτης σε σχέση με την πληρωμή της ενέγγυας πίστωσης μέχρι την στιγμή που ο αιτητής της ενέγγυας πίστωσης παραχωρήσει στην τράπεζα το κεφάλαιο για να πληρώσει την πίστωση της οποίας είχε εγγυηθεί έναντι της τράπεζας για να την καλύψει εις αντάλλαγμα της ανέκκλητης υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι του προμηθευτή. Στην υπόθεση Sexton, πιο πάνω, ο αιτητής της ενέγγυας πίστωσης παρείχε τα κεφάλαια για την πληρωμή της ενέγγυας πίστωσης στην εκδότρια υπό πτώχευση τράπεζα 15 ημέρες πριν την λήξη της πίστωσης που η τράπεζα είχε αποδεχθεί την υποχρέωση να τα πληρώσει ανέκκλητα. Η υπό πτώχευση τράπεζα απέτυχε να πληρώσει κατά την ημερομηνία της λήξης της πίστωσης κατά παράβαση της συμφωνίας. Εν τω μεταξύ εκκρεμούσαν για πληρωμή ενέγγυες πιστώσεις για πληρωμή τις οποίες η υπό πτώχευση τράπεζα είχε αποδεχθεί για πληρωμή αλλά που ακόμη η ημερομηνία λήξης τους για σκοπούς πληρωμής δεν είχε παρέλθει. Ενόψει της αποτυχίας της πληρωμής, οι προμηθευτές εισήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τον αιτητή της πίστωσης και οι υποχρεώσεις αυτές πληρώθηκαν απευθείας από τον αιτητή της ενέγγυας πίστωσης με αποτέλεσμα να μην εγερθούν αξιώσεις έναντι της υπό πτώχευσης εκδότριας τράπεζας της πίστωσης που είχε αποδεχθεί για πληρωμή τις πιστώσεις. Υπό τέτοιες περίστάσεις ο ανταποκριτής της τράπεζας που είχε αναλάβει την ανέκκλητη υποχρέωση πληρωμής έπαυσε να έχει οποιαδήποτε αξίωση έναντι της εκδότριας τράπεζας η οποία είχε πτωχεύσει κατά την ημερομηνία λήξης της ενέγγυας πίστωσης. Το Δικαστήριο επεξήγησε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ισχύει το δόγμα της δίκαιης αποζημίωσης (equitable subrogation) η οποία προβλέπει ότι: 'A creditor whose debt is due is subrogated to the benefit of securities and indemnity furnished by the principal to the surety. The rule extends to guarantors and indorsers and where a third person for a present consideration, guarantees the payment of an existing debt and the debtor executes to him a mortgage conditioned for the payment of the indebtedness to the creditor and the indemnification of the guarantor, the creditor, by substitution is entitled to the benefit of the security.' Επομένως σε σχέση με κεφάλαια που έχουν παραχωρηθεί στα χέρια της τράπεζας ως εγγυητής της πληρωμής της πίστωσης η τράπεζα γίνεται εμπιστευματοδόχος του κεφαλαίου για την καλύτερη προστασία της εξασφάλισης και οι αρχές της επιείκειας έχουν εφαρμογή ούτως ώστε αυτή η εξασφάλιση να πληρωθεί προς όφελος του πιστωτή. 'Its true basis is in the equitable consideration common to them all that the securities in the hands of the sureties have been appropriated by the debtor for the payment of the debt and constitute a trust for its better security which equity will enforce for the benefit of the creditor.' Κατά την εφαρμογή της πιο πάνω αρχής, η ανταποκρίτρια τράπεζα έχοντας αποδεχθεί την πίστωση που είχε αιτηθεί ο αιτητής της πίστωσης έγινε δικαιούχος όλων των εξασφαλίσεων που είχε στην κατοχή της η εκδότρια υπό πτώχευση τράπεζα για να διασφαλίσει την πληρωμή της πίστωσης. Με τέτοια λογική ο παραλήπτης της υπό πτώχευση εκδότριας τράπεζας θα μπορούσε να διεκδικήσει έναντι του πελάτη της την εξασφάλιση για να ικανοποιήσει το αίτημα της ανταποκρίτριας τράπεζας που είχε δικαίωμα και εκείνη στην εξασφάλιση. Όμως η εθελοντική πληρωμή του οφειλόμενου ποσού απευθείας από τον αιτητή της πίστωσης στην ανταποκρίτρια τράπεζα είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη της οφειλής και κατά συνέπεια την εξάλειψη του δικαιώματος της εκδότριας υπό πτώχευσης τράπεζας να διεκδικήσει προς όφελος της κεφάλαια εις κατοχή του πελάτη για τον σκοπό αυτό. Εάν επεκταθεί αυτή η αναγνωρισμένη αρχή στη βάση των αρχών της επιείκειας, σημαίνει ότι κάθε φορά που η εκδότρια τράπεζα κατέχει κεφάλαια ως εξασφάλιση για την ανέκκλητη της υποχρέωση να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση κατά την ημερομηνία λήξης αυτής, καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κεφαλαίου που είναι εξασφάλιση για την πιστή εκτέλεση της συμφωνίας. Το ίδιο αποφασίσθηκε από ομόσπονδο Δικαστήριο άλλης πολιτείας στην υπόθεση Greenough v Munroe 53F. 2d 362
(1931), όταν κατάταξε το κεφάλαιο που πληρώθηκε στην τράπεζα από τον πελάτη που αιτήθηκε της ενέγγυας πίστωσης σε εξασφάλιση για την υπόσχεση της εκδότριας υπό εκκαθάρισης τράπεζας να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση κατά την λήξη της. Την στιγμή που η εκδότρια τράπεζα αθέτησε την υποχρέωση της να πληρώσει τις ενέγγυες πιστώσεις εξαιτίας της εκκαθάρισης της, παραιτήθηκε της εξασφάλισης ως περιουσία που δεν της άνηκε παρά μόνο κατά την ημερομηνία που είχε προχωρήσει στην πληρωμή της πίστωσης. 'Since the appellant is not entitled to collect from Oliver the face amount of the accepted drafts after repudiating payment of them, it cannot complain that the decree impresses a trust in favor of the respective draft holders upon the sums to be paid by Oliver. Nor can it complain that it is required upon receipt of such payments to relinquish its trust receipts. Its title under the latter is but a security title. Olivier's payments will extinguish its indebtedness to the Munroe firm and entitle it to hold the merchandise free of any claim by the appellant.' Εάν η τράπεζα κατέχει το συγκεκριμένο κεφάλαιο ως εξασφάλιση για την πληρωμή της πίστωσης που έχει αναλάβει ανέκκλητα να πληρώσει, τότε τα κεφάλαια αυτά που τα κατέχει, δεν συνιστούν υποχρέωση της τράπεζας, ως είναι οι γενικές καταθέσεις μετρητών των πελατών της, για να υπόκεινται στα μέτρα εξυγίανσης, δηλαδή χρήματα που θεωρούνται κεφάλαιο που θα τα κάνει χρήση η τράπεζα για να διασωθεί με τα δικά της μέσα. Τα χρήματα τα οποία είχαν γίνει χρήση για να διασωθεί η εναγόμενη ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς πιστωτικούς στο όνομα της ενάγουσας ως επεξηγείται ανωτέρω. Εφόσον τα χρήματα ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς στο όνομα της ενάγουσας ως δικαιούχος των λογαριασμών, τα χρήματα ανήκαν στην τράπεζα και ως εκ της σχέσης της ενάγουσας με την τράπεζα της η τράπεζα είχε συμβατική υποχρέωση να πληρώσει τα χρήματα στην ενάγουσα κατά τον χρόνο που αυτή θα ζητούσε να αποσύρει τα χρήματα από τον τραπεζικό λογαριασμό ή στην περίπτωση των εμπρόθεσμων καταθέσεων σε ημερομηνία κατά την λήξη των εμπρόθεσμων καταθέσεων. Η σχέση τραπεζίτη και πελάτη είναι αυτή του πιστωτή και χρεώστη και δεν υπάρχει στη σχέση αυτή στοιχείο που εμπερικλείει σχέση εμπιστοσύνης (fiduciary duty). «I come, then, to the only other ground, which was the main contention. As to the banker, is his position with respect to his customers that of a trustee with respect to his cestui qua trust? Is it that of a principal with respect to an agent, or that of a principal with respect to a factor? I see no ground for contending that there is any identity in those two points. I am now speaking of the common position of a banker - the common cage of his receiving money from his customer on condition of paying it back when asked for or when drawn upon, or of receiving money from other parties to the credit of the customer upon like conditions to be drawn out by the customer, or, in common parlance, the money being repaid when asked for, because the banker who receives the money has the use of it as his own, and in the using of it his trade consists, but for which no banker could exist especially a banker who pays interest. Even a banker who does not pay interest could not possibly carry on his trade if he were to hold the money and to pay it back as a mere depositary of the principal. But he receives it, to the knowledge of his customer for the express purpose of using it as his own, which, if he were a trustee, he could not do without a breach of trust. It is a totally different thing if we take Into consideration certain acts which are often performed by a banker and put him in a totally different capacity. He may, in addition to his position of banker, make himself an agent or a trustee towards a cestui quo trust. For example, suppose I deposit exchequer bills with a banker and he undertakes to receive the interest upon them, or to negotiate or sell them, and to credit my account with the proceeds of the sale, I do not stay to ask whether, in that case, he might not be in the position of a trustee, and might not partly sustain a fiduciary character, but he does that incidentally to his trade of a banker. His trade of a banker is totally Independent of that, to it the other is an accidental addition. The trade of a banker is to receive money and use it as if it were his own, he becoming debtor to the person who has lent or deposited with him the money to use as his own, for which money he is accountable as a debtor. ( βλ. Foley v Hill and others [1843-60] All ER Rep 16)». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατά συνέπεια, η τράπεζα είχε την συμβατική υποχρέωση να πληρώσει τα χρήματα στην ενάγουσα με την οποία είχε συμβληθεί και με την οποία είχε σχέση πιστωτή και χρεώστη. Η τράπεζα δεν είχε καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duty) κατά την κατάθεση των χρημάτων ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και είχε το δικαίωμα να κάνει χρήση των χρημάτων ως ήθελε η τράπεζα ως δικά της χρήματα με συμβατική υποχρέωση να τα επιστρέψει, όταν αυτά ζητηθούν από τον δικαιούχο του λογαριασμού, σύμφωνα με τους όρους κατάθεσης του συγκεκριμένου λογαριασμού. Αυτός είναι ο λόγος που οι καταθέσεις είναι υποχρεώσεις της τράπεζας και χρησιμοποιήθηκαν για να σωθεί η τράπεζα σύμφωνα με την νομοθεσία 17
(1)/2013 όταν τέθηκε σε εξυγίανση αντί της εκκαθάρισης. Κατά την 26.3.2013 οι μη ασφαλισμένες καταθέσεις είχαν λογαριασθεί ως ίδια μέσα της τράπεζας με σκοπό την διάσωση της τράπεζας με δικά της μέσα. Τα χρήματα που ήταν δεσμευμένα ως εξασφάλιση για την πληρωμή των ενέγγυων πιστώσεων, ως το τεκμήριο 19, θεωρήθηκαν ως ίδια μέσα. Έχει κατατεθεί αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον μου ότι κατά την αποδοχή των πιστώσεων και πριν την λήξη τους με σκοπό την πληρωμή τους, η τράπεζα εφάρμοζε την πρακτική να δεσμεύει το αντίστοιχο ποσό στις καταθέσεις της ενάγουσας ως εξασφάλιση για την πληρωμή. Τα χρήματα αυτά ήταν δεσμευμένα ως εξασφάλιση για την πληρωμή και η ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να αποσύρει αυτά χρήματα και να κλείσει τον λογαριασμό της. Αυτή ήταν και η συμφωνία της ενάγουσας με την εναγόμενη, προκειμένου να της παρασχεθούν πιστωτικές διευκολύνσεις εισαγωγών με συγκεκριμένο όριο. Η διασταύρωση των κονδυλίων κατά την αποδοχή των πιστώσεων καθιστούσαν εξασφάλιση της εναγόμενης προκειμένου να αναλάβει την ανέκκλητη υποχρέωση να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση. Ως εξασφάλιση που ήταν τα χρήματα δεν θα μπορούσε να τα κάνει χρήση η τράπεζα κατά το δοκούν π.χ. να τα δανείσει. Αυτός είναι ο λόγος που τα δέσμευσε για να επιβεβαιωθεί ότι θα είχε το κεφάλαιο για την πληρωμή που είχε ανέκκλητα αναλάβει. Στην περίπτωση που η τράπεζα είχε τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης με αποτέλεσμα να παραβεί τα συμφωνηθέντα και να παραλείψει να πληρώσει την πίστωση που ανέλαβε ανέκκλητα να πληρώσει τα δεσμευμένα χρήματα της εκκαθάρισης δεν θα άνηκαν στην τράπεζα να τα κάνει ότι θέλει και/ή για να ικανοποιήσει τους πιστωτές της στην σειρά προτεραιότητας που προνοεί η σχετική νομοθεσία. Η πράξη της εναγόμενης να διαχωρίσει τα συγκεκριμένα κονδύλια ως εξασφάλιση για την συγκεκριμένη πληρωμή που ανέλαβε να πληρώσει ανέκκλητα, την καθιστούσε υπεύθυνη για τα χρήματα ως fiduciary με τον ίδιο τρόπο που θα ήταν fiduciary εάν η εξασφάλιση για την πληρωμή ήταν ακίνητο ή άλλη κινητή περιουσία που την κρατούσε προκειμένου να διασφαλίσει ότι η ενάγουσα θα την πλήρωνε αφού θα πλήρωνε την πίστωση κατά την λήξη αυτής. Αυτός είναι και ο λόγος που στην περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα είχε τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης, ο καταναλωτής της πίστωσης ως διευκόλυνση που του χορηγήθηκε προκειμένου να διευκολυνθεί το διεθνές εμπόριο, δεν θα έπρεπε να ήταν εκτεθειμένος στην πιθανότητα να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση δύο φορές. Η εξασφάλιση (δεσμευμένα χρήματα σε καταθετικό λογαριασμό) στην κατοχή της τράπεζας προκειμένου αυτή να αναλάβει μελλοντικά να πληρώσει την ενέγγυα πίστωση δεν εμπίπτει στην δεξαμενή των γενικών κεφαλαίων στην κατοχή της τράπεζας. Στην περίπτωση της εκκαθάρισης της τράπεζας και την αθέτηση της ανέκκλητης υπόχρεωσης της τράπεζας να πληρώσει τα συγκεκριμένα κεφάλαια, αυτά τα κεφάλαια εξαιρούνται της εκκαθάρισης διότι η τράπεζα κατείχε τα χρήματα για να εξασφαλίσει την μελλοντική πληρωμή που θα εκτελούσε και είχε καθήκον να διαχειρίζεται τα συγκεκριμένα χρήματα που τα δέσμευσε για τον συγκεκριμένο σκοπό ως αντιπρόσωπος του πελάτη της. Οι πιστωτές της τράπεζας δεν θα είχαν το δικαίωμα στα συγκεκριμένα κεφάλαια κατά την διαδικασία της εκκαθάρισης, διότι τα χρήματα δεν ήταν δικά της τράπεζας αφ' ης στιγμής είχαν διαχωριστεί από το γενικό κεφάλαιο της τράπεζας με την διασταύρωση και την δέσμευση των καταθέσεων για τον συγκεκριμένο σκοπό της εξασφάλισης της πληρωμής των ενέγγυων πιστώσεων που είχαν ανέκκλητα αναλάβει (earmarked). Η δέσμευση των χρημάτων ως εξασφάλιση ακόμη και ως μέρος μίας εσωτερικής διεργασίας της τράπεζα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.