ALPHA BANK CYPRUS LTD κ.α. ν. L. SOTERIOU TRADING LIMITED κ.α., Συνενωμένες αγωγές αρ. 3234/17 και 2764/15, 7/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A305 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Συνενωμένες αγωγές αρ. 3234/17 και 2764/15 Δυνάμει διατάγματος συνένωσης ημερ. 12/4/21 Αρ. Αγωγής: 3234/2017 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας και
- L. SOTERIOU TRADING LIMITED
- Λ. Σ.
- Α. Σ. Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 2764/2015 Μεταξύ: L. SOTERIOU TRADING LIMITED Ενάγουσας και ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένης Αίτηση ημερ. 1/11/2021 για περαιτέρω Υπεράσπιση ή Τροποποίηση της Υφιστάμενης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εναγόμενους: κ.κ. Π. Αγγελίδης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για καθ' ης η αίτηση - ενάγουσα: κ.κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση που καταχώρησαν οι εναγόμενοι την 19 Ιουνίου 2020 επιχείρησαν να τροποποιήσουν την έκθεση υπεράσπισης ώστε να προσθέσουν νέα υποπαράγραφο με αριθμό 4.12 με ισχυρισμούς που αφορούσαν την αύξηση του βασικού επιτοκίου που χρεώθηκε σε δάνειο με αριθμό [ ] ημερομηνίας 1.2.2000 που χορηγήθηκε στην εναγόμενη 1 με εγγυητές τους εναγόμενους 2 και
- Συγκεκριμένα επιχείρησαν να προβούν σε εισαγωγή υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες όφειλαν να αντικαταστήσουν από την 1.1.2008 το βασικό τους επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και αυθαίρετα και παρανόμως εφάρμοσαν το δικό τους βασικό επιτόκιο. Την 31.12.2018 χρέωσαν παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 στον επίδικο λογαριασμό το οποίο ποσό θα υπολογιστεί εκ νέου κατά την ακρόαση. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην σκοπούμενη τροποποίηση και το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 29.7.2021 με την οποία δεν επέτρεψε την εν λόγω τροποποίηση. Σχετικό απόσπασμα της ενδιάμεσης απόφασης παρατίθεται πιο κάτω: «Στη βάση της προαναφερόμενης νομολογίας κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τους ακόλουθους λόγους. α) Θα μπορούσαν οι αιτητές με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας να είχαν πληροφορηθεί για το περιεχόμενο των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για το ζήτημα που τους ενδιέφερε ακόμα και ασκώντας δικονομικά το δικαίωμα τους για παροχή λεπτομερειών. (β) Στη βάση όσων αναφέρονται στην ΕΔΘ τα οποία δεν αντίκρουσαν οι αιτητές είχαν γνώση αυτών των Εγκυκλίων τουλάχιστον 1 ½ χρόνο πριν το αίτημα τους και όμως δεν προέβησαν σε αυτό, επομένως συντρέχει ο παράγοντας της καθυστέρησης. (γ) Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη η περίληψη ισχυρισμών αναφορικά με Εγκύκλιους που επικαλούνται και στις οποίες βασίζουν τα όσα επιδιώκουν να προσθέσουν με την τροποποίηση. Το ζήτημα του κατά πόσο αυτές οι επαναλαμβανόμενες προσθήκες κρίνονται ως σχετικές και έχουν οποιαδήποτε σημασία για την Υπεράσπισή τους θα πρέπει να εξετασθεί σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή περί παράνομων συμφωνιών, τιμωρητικών, καταχρηστικών και παράνομων ρητρών, χρέωσης επί πλέον τόκων και αυθαίρετης αύξησης του επιτοκίου οι οποίοι κατά την άποψη μου καλύπτουν αρκούντως το ζήτημα που τώρα θέλουν να εισαγάγουν ως μέρος της Υπεράσπισής τους και επομένως καθίστανται αχρείαστοι και τούτο στη βάση της νομολογίας μας ως προς τη σύνταξη των δικογράφων και των απαιτούμενων να συμπεριληφθούν σε αυτά όπου δεν είναι αναγκαία η συμπερίληψη μαρτυρίας. (δ) Η όλη συμπεριφορά, απραξία και αμέλεια των εναγομένων ενόψει του σταδίου που η αίτηση υποβλήθηκε και ενώ είχε προγραμματισθεί επανειλημμένα για ακρόαση θα πρέπει να επενεργήσει εναντίον της έγκρισης της αίτησης, σε διαφορετική περίπτωση θα παρακαμφθεί το γράμμα και ο σκοπός της νέας Διαταγής 25 αλλά και αυτής της Διαταγής 30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και επιπλέον θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά με την επιπλέον καθυστέρηση και επιπλοκή που θα προκληθεί η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα ως η εισήγηση των αιτητών.» Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Μετά την έκδοση της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης οι εναγόμενοι επανήλθαν με την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν τα ακόλουθα: "Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή διατάττει την καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης η οποία έχει αναφύει μετά την παράδοση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων ως ξεχωριστό έγγραφο με τίτλο 'Περαιτέρω Υπεράσπιση Εναγόμενων κατόπιν Διατάγματος ημερομηνίας το οποίο θα περιέχει την εξής παράγραφο: «Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 26/10/2020 ενημέρωσε τον Δικηγόρο του Εναγόμενου 3 ότι μείωσε την απαίτηση της στις 04/06/2020 από €666.335,24 σε €581.859,84 αφού πρόβηκε σε μείωση του επιτοκίου που απαιτεί την περίοδο 2008-2011 αφού, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, το έτος 2011 έγινε νέα ρύθμιση με συμφωνία τροποποίησης η οποία διαφοροποιεί τα δεδομένα κάτι το οποίο, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, ο Εναγόμενος 3 αγνοεί. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι βάσει σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή βάσει της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών η Ενάγουσα όφειλε να προσαρμόσει και/ή να αντικαταστήσει από την 01/01/2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν το έπραξε αλλά εφάρμοζε το δικό της Βασικό Επιτόκιο με αποτέλεσμα μέχρι και την 31/12/2018 να χρέωσε παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ στον επίδικο λογαριασμό, το οποίο ποσό θα επαναϋπολογιστεί κατά την ακρόαση και/ή δικάσιμο της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι η Ενάγουσα κατά παράβαση της Νομοθεσίας και/ή των Κανονισμών και/ή των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας πλην της επιστολής ημερομηνίας 26/10/2020 η οποία απευθυνόταν μόνο στον Εναγόμενο 3 και συγκεκριμένα τον Δικηγόρο του δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή στο επιτόκιο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι παραπλανήθηκαν στην υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας του 2011 καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το έτος 2008 και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι δολίως και/ή παραπλανητικά η Ενάγουσα δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 με σκοπό να υπογράψουν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και/ή αναφέρουν ότι υπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 νομιζόμενοι ότι ίσχυε άλλο επιτόκιο και/ή νομιζόμενοι ότι το επιτόκιο της τροποποιητικής συμφωνία του 2011 ήταν υπέρ τους αφού η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 να ζημιώσουν διαφορά στο επιτόκιο ύψους 4% και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι ως εγγυητές και/ή ενυπόθηκοι οφειλέτες ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα για οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία και/ή την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και ως εκ τούτου οποιαδήποτε εγγύηση και/ή υποθήκη δόθηκε από αυτούς είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αναφέρουν ότι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της τροποποίησης. Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει ότι δολίως και/ή παραπλανητικά και/ή λανθασμένα η Ενάγουσα στην επιστολή ημερομηνίας 26/10/2020 αναφέρει ότι απαιτεί από τον Εναγόμενο 3 ποσό €581.859,84 αφού πρώτον η σύμβαση υποθήκευσης αναφέρει ρητά περιορισμό (cap) σε ποσό 150,000 ΛΚ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και δεύτερον ουδέποτε τον ενημέρωσε για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις και/ή υπερημερία ως όφειλε.» Β. Διαζευκτικά προς το αιτητικό Α ανωτέρω Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή διατάττει την καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης η οποία έχει αναφύει μετά την παράδοση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων με την προσθήκη υποπαραγράφου 4.12 στην παράγραφο 4 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερομηνίας 04/10/2017 και/ή με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 10 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με την προσθήκη υποπαραγράφου 11.6 στην παράγραφο 11 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 12 της εξής παραγράφου: «Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 26/10/2020 ενημέρωσε τον Δικηγόρο του Εναγόμενου 3 ότι μείωσε την απαίτηση της στις 04/06/2020 από €666.335,24 σε €581.859,84 αφού πρόβηκε σε μείωση του επιτοκίου που απαιτεί την περίοδο 2008-2011 αφού, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, το έτος 2011 έγινε νέα ρύθμιση με συμφωνία τροποποίησης η οποία διαφοροποιεί τα δεδομένα κάτι το οποίο, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, ο Εναγόμενος 3 αγνοεί. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι βάσει σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή βάσει της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών η Ενάγουσα όφειλε να προσαρμόσει και/ή να αντικαταστήσει από την 01/01/2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν το έπραξε αλλά εφάρμοζε το δικό της Βασικό Επιτόκιο με αποτέλεσμα μέχρι και την 31/12/2018 να χρέωσε παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ στον επίδικο λογαριασμό, το οποίο ποσό θα επαναϋπολογιστεί κατά την ακρόαση και/ή δικάσιμο της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι η Ενάγουσα κατά παράβαση της Νομοθεσίας και/ή των Κανονισμών και/ή των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας πλην της επιστολής ημερομηνίας 26/10/2020 η οποία απευθυνόταν μόνο στον Εναγόμενο 3 και συγκεκριμένα τον Δικηγόρο του δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή στο επιτόκιο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι παραπλανήθηκαν στην υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας του 2011 καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το έτος 2008 με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 να ζημιώσουν διαφορά στο επιτόκιο ύψους 4% και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι δολίως και/ή παραπλανητικά η Ενάγουσα δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 με σκοπό να υπογράψουν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και/ή αναφέρουν ότι υπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 νομιζόμενοι ότι ίσχυε άλλο επιτόκιο και/ή νομιζόμενοι ότι το επιτόκιο της τροποποιητικής συμφωνία του 2011 ήταν υπέρ τους αφού η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι ως εγγυητές και/ή ενυπόθηκοι οφειλέτες ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα για οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία και/ή την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και ως εκ τούτου οποιαδήποτε εγγύηση και/ή υποθήκη δόθηκε από αυτούς είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αναφέρουν ότι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της τροποποίησης. Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει ότι δολίως και/ή παραπλανητικά και/ή λανθασμένα η Ενάγουσα στην επιστολή ημερομηνίας 26/10/2020 αναφέρει ότι απαιτεί από τον Εναγόμενο 3 ποσό €581.859,84 αφού πρώτον η σύμβαση υποθήκευσης αναφέρει ρητά περιορισμό (cap) σε ποσό 150,000 ΛΚ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και δεύτερον ουδέποτε τον ενημέρωσε για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις και/ή υπερημερία ως όφειλε.» Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή διατάττει την καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης η οποία έχει αναφύει μετά την παράδοση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων c ξεχωριστό έγγραφο με τίτλο 'Περαιτέρω Υπεράσπιση Εναγόμενων κατόπιν Διατάγματος ημερομηνίας . /.. /... ή με την προσθήκη υποπαραγράφου 4.12 στην παράγραφο 4 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερομηνίας 04/10/2017 και/ή με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 10 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με την προσθήκη υποπαραγράφου 11.6 στην παράγραφο 11 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου οποιουδήποτε μέρους από την κατωτέρω παράγραφο επιτραπεί από το Σεβαστό Δικαστήριο: «Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 26/10/2020 ενημέρωσε τον Δικηγόρο του Εναγόμενου 3 ότι μείωσε την απαίτηση της στις 04/06/2020 από €666.335,24 σε €581.859,84 αφού προέβηκε σε μείωση του επιτοκίου που απαιτεί την περίοδο 2008-2011 αφού, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, το έτος 2011 έγινε νέα ρύθμιση με συμφωνία τροποποίησης η οποία διαφοροποιεί τα δεδομένα κάτι το οποίο, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, ο Εναγόμενος 3 αγνοεί. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι βάσει σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή βάσει της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών η Ενάγουσα όφειλε να προσαρμόσει και/ή να αντικαταστήσει από την 01/01/2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν το έπραξε αλλά εφάρμοζε το δικό της Βασικό Επιτόκιο με αποτέλεσμα μέχρι και την 31/12/2018 να χρέωσε παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ στον επίδικο λογαριασμό, το οποίο ποσό θα επαναϋπολογιστεί κατά την ακρόαση και/ή δικάσιμο της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι η Ενάγουσα κατά παράβαση της Νομοθεσίας και/ή των Κανονισμών και/ή των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας πλην της επιστολής ημερομηνίας 26/10/2020 η οποία απευθυνόταν μόνο στον Εναγόμενο 3 και συγκεκριμένα τον Δικηγόρο του δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή στο επιτόκιο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι παραπλανήθηκαν στην υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας του 2011 καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το έτος 2008 με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 να ζημιώσουν διαφορά στο επιτόκιο ύψους 4% και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι δολίως και/ή παραπλανητικά η Ενάγουσα δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 με σκοπό να υπογράψουν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και/ή αναφέρουν ότι υπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 νομιζόμενοι ότι ίσχυε άλλο επιτόκιο και/ή νομιζόμενοι ότι το επιτόκιο της τροποποιητικής συμφωνία του 2011 ήταν υπέρ τους αφού η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι ως εγγυητές και/ή ενυπόθηκοι οφειλέτες ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα για οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία και/ή την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και ως εκ τούτου οποιαδήποτε εγγύηση και/ή υποθήκη δόθηκε από αυτούς είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αναφέρουν ότι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της τροποποίησης. Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει ότι δολίως και/ή παραπλανητικά και/ή λανθασμένα η Ενάγουσα στην επιστολή ημερομηνίας 26/10/2020 αναφέρει ότι απαιτεί από τον Εναγόμενο 3 ποσό €581.859,84 αφού πρώτον η σύμβαση υποθήκευσης αναφέρει ρητά περιορισμό (cap) σε ποσό 150,000 ΛΚ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και δεύτερον ουδέποτε τον ενημέρωσε για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις και/ή υπερημερία ως όφειλε.» Δ. Διαζευκτικά προς τα αιτητικά A, Β και Γ ανωτέρω Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει και/ή διατάττει την τροποποίηση της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερομηνίας 04/10/2017 με την προσθήκη υποπαραγράφου 4.12 στην παράγραφο 4 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης ημερομηνίας 04/10/2017 και/ή με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 10 της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με την προσθήκη υποπαραγράφου 11.6 στην παράγραφο 11 της Υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και/ή με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 12 της εξής παραγράφου: «Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 26/10/2020 ενημέρωσε τον Δικηγόρο του Εναγόμενου 3 ότι μείωσε την απαίτηση της στις 04/06/2020 από €666.335,24 σε €581.859,84 αφού πρόβηκε σε μείωση του επιτοκίου που απαιτεί την περίοδο 2008-2011 αφού, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, το έτος 2011 έγινε νέα ρύθμιση με συμφωνία τροποποίησης η οποία διαφοροποιεί τα δεδομένα κάτι το οποίο, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, ο Εναγόμενος 3 αγνοεί. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι βάσει σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή βάσει της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών η Ενάγουσα όφειλε να προσαρμόσει και/ή να αντικαταστήσει από την 01/01/2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν το έπραξε αλλά εφάρμοζε το δικό της Βασικό Επιτόκιο με αποτέλεσμα μέχρι και την 31/12/2018 να χρέωσε παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ στον επίδικο λογαριασμό, το οποίο ποσό θα επαναϋπολογιστεί κατά την ακρόαση και/ή δικάσιμο της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. ΟΙ Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι η Ενάγουσα κατά παράβαση της Νομοθεσίας και/ή των Κανονισμών και/ή των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας πλην της επιστολής ημερομηνίας 26/10/2020 η οποία απευθυνόταν μόνο στον Εναγόμενο 3 και συγκεκριμένα τον Δικηγόρο του δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή στο επιτόκιο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι παραπλανήθηκαν στην υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας του 2011 καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το έτος 2008 με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 να ζημιώσουν διαφορά στο επιτόκιο ύψους 4% και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι δολίως και/ή παραπλανητικά η Ενάγουσα δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 με σκοπό να υπογράψουν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και/ή αναφέρουν ότι υπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 νομιζόμενοι ότι ίσχυε άλλο επιτόκιο και/ή νομιζόμενοι ότι το επιτόκιο της τροποποιητικής συμφωνία του 2011 ήταν υπέρ τους αφού η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι ως εγγυητές και/ή ενυπόθηκοι οφειλέτες ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα για οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία και/ή την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και ως εκ τούτου οποιαδήποτε εγγύηση και/ή υποθήκη δόθηκε από αυτούς είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αναφέρουν ότι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της τροποποίησης. Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει ότι δολίως και/ή παραπλανητικά και/ή λανθασμένα η Ενάγουσα στην επιστολή ημερομηνίας 26/10/2020 αναφέρει ότι απαιτεί από τον Εναγόμενο 3 ποσό €581.859,84 αφού πρώτον η σύμβαση υποθήκευσης αναφέρει ρητά περιορισμό (cap) σε ποσό 150,000 ΛΚ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και δεύτερον ουδέποτε τον ενημέρωσε για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις και/ή υπερημερία ως όφειλε.» Ε. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη να διατάξει. ΣΤ. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης." Η νομική βάση της αίτησης είναι οι διαταγές 19, 23, 25 και 48 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Ο εναγόμενος 2 συνέταξε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 26.10.2020 προς τον δικηγόρο του εναγόμενου 3, μείωσε την απαίτησή της από το ποσό των €666.335,24 σε €581.859,84 αφού προέβηκε στην μείωση του επιτοκίου που απαιτεί για την περίοδο από 2008-
- Στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά σε νέα ρύθμιση με συμφωνία τροποποίησης η οποία διαφοροποιεί τα δεδομένα. Ήταν εισήγηση όπως επιτραπεί το αιτητικό της αίτησης ως περαιτέρω υπεράσπιση ενόψει της αποστολής της επιστολής ημερομηνίας 26.10.
- Από απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας στην παρούσα Αγωγή διαφαίνεται ότι αυτή δεν συνάδει με το περιεχόμενο της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 26/10/2020 αφού στην Έκθεση Απαίτησης αναγράφεται ότι σε όλες τις περιόδους ίσχυε το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας. Η Ενάγουσα έπρεπε να προχωρήσει σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης κάτι το οποίο δεν έκανε οπόταν οι Εναγόμενοι ήταν υπόχρεοι να ζητήσουν την καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης ή τουλάχιστον τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης για να θέσουν τα νέα γεγονότα/δεδομένα/στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, επιθυμούν να προσθέσουν την εξής παράγραφο: «Η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 26/10/2020 ενημέρωσε τον Δικηγόρο του Εναγόμενου 3 ότι μείωσε την απαίτηση της στις 04/06/2020 από €666.335,24 σε €581.859,84 αφού πρόβηκε σε μείωση του επιτοκίου που απαιτεί την περίοδο 2008-2011 αφού, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, το έτος 2011 έγινε νέα ρύθμιση με συμφωνία τροποποίησης η οποία διαφοροποιεί τα δεδομένα κάτι το οποίο, ως αναφέρεται ρητά από την Ενάγουσα στην εν λόγω επιστολή, ο Εναγόμενος 3 αγνοεί. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι βάσει σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή βάσει της Νομοθεσίας και/ή Κανονισμών η Ενάγουσα όφειλε να προσαρμόσει και/ή να αντικαταστήσει από την 01/01/2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν το έπραξε αλλά εφάρμοζε το δικό της Βασικό Επιτόκιο με αποτέλεσμα μέχρι και την 31/12/2018 να χρέωσε παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ στον επίδικο λογαριασμό, το οποίο ποσό θα επαναϋπολογιστεί κατά την ακρόαση και/ή δικάσιμο της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. ΟΙ Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι η Ενάγουσα κατά παράβαση της Νομοθεσίας και/ή των Κανονισμών και/ή των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας πλην της επιστολής ημερομηνίας 26/10/2020 η οποία απευθυνόταν μόνο στον Εναγόμενο 3 και συγκεκριμένα τον Δικηγόρο του δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή στο επιτόκιο. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι παραπλανήθηκαν στην υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας του 2011 καθότι η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το έτος 2008 με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 να ζημιώσουν διαφορά στο επιτόκιο ύψους 4% και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αναφέρουν ότι δολίως και/ή παραπλανητικά η Ενάγουσα δεν τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 με σκοπό να υπογράψουν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και/ή αναφέρουν ότι υπέγραψαν την τροποποιητική συμφωνία του 2011 νομιζόμενοι ότι ίσχυε άλλο επιτόκιο και/ή νομιζόμενοι ότι το επιτόκιο της τροποποιητικής συμφωνία του 2011 ήταν υπέρ τους αφού η Ενάγουσα ουδέποτε τους ενημέρωσε για την αλλαγή του επιτοκίου το 2008 και ως εκ τούτου η τροποποιητική συμφωνία του 2011 καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή μη εφαρμοστή και/ή χωρίς οποιεσδήποτε νομικές και/ή άλλες συνέπειες και/ή επιπτώσεις. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 αναφέρουν ότι ως εγγυητές και/ή ενυπόθηκοι οφειλέτες ουδέποτε ενημερώθηκαν από την Ενάγουσα για οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία και/ή την τροποποιητική συμφωνία του 2011 και ως εκ τούτου οποιαδήποτε εγγύηση και/ή υποθήκη δόθηκε από αυτούς είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή αναφέρουν ότι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της τροποποίησης. Ο Εναγόμενος 3 αναφέρει ότι δολίως και/ή παραπλανητικά και/ή λανθασμένα η Ενάγουσα στην επιστολή ημερομηνίας 26/10/2020 αναφέρει ότι απαιτεί από τον Εναγόμενο 3 ποσό €581.859,84 αφού πρώτον η σύμβαση υποθήκευσης αναφέρει ρητά περιορισμό (cap) σε ποσό 150,000 ΛΚ συμπεριλαμβανομένων των τόκων και δεύτερον ουδέποτε τον ενημέρωσε για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις και/ή υπερημερία ως όφειλε.» H ουσία της νέας προτεινόμενης υπεράσπισης είναι ότι οι εναγόμενοι δεν θα προχωρούσαν με την σύναψη της τροποποιητικής συμφωνίας εάν είχαν ενημερωθεί για την αλλαγή του βασικού επιτοκίου με αποτέλεσμα να κλειδωθούν οι δανειοδοτικές τους υποχρεώσεις σε ψηλότερο επιτόκιο δυνάμει της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας του
- Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ένσταση στην πιο πάνω αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής.
- Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη και αποσκοπεί στην περαιτέρω περιπλοκή της αγωγής.
- Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση είναι αναληθή και προβάλλονται με τρόπο παραπλανητικό.
- Οι αιτούμενες προσθήκες θα έπρεπε να ήταν γνωστές και/ή ήταν γνωστές και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο.
- Επιχειρείται η προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι είναι σε αντίθεση με την ήδη δικογραφημένη θέση του Αιτητή.
- 12.0 ενόρκως δηλούντας δεν αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο τόσο καθυστερημένα τέθηκαν υπόψη τους όσα επιχειρούν να εισαχθούν με την περαιτέρω υπεράσπιση και/ή δεν προβάλλει καμία δικαιολογία για την καθυστέρηση.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της προώθησης της υπόθεσης.
- Οι αιτητές, παράτυπα και αντικανονικά προωθούν διάφορα αιτητικά, άσχετα μεταξύ τους.
- Τα όσα επιδιώκουν οι αιτητές να δικογραφήσουν δεν αποτελούν περαιτέρω υπεράσπιση και/ή δεν αιτιολογούν την τροποποίηση.
- Με την αίτηση επιχειρούνται αντίθετες θεραπείες.
- Τα αιτήματα των αιτητών βασίζονται σε απαράδεκτη και δη άνευ βλάβης αλληλογραφία.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για περαιτέρω υπεράσπιση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τροποποίηση.
- Τα αιτητικά της αίτησης προκαλούν σύγχυση.
- Δεν είναι αντιληπτή η διαφορά των αιτητών Β και Γ.
- Οι αιτητές παράτυπα και/ή αντικανονικά μέσω της επίδικης αίτησης δικογραφούν μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νέας Δ.
- Κακόπιστα και καταχρηστικά οι αιτητές προωθούν διάφορα αιτητικά και/ή διαζευκτικά αιτητικά. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση που έχει συνταχθεί από τον Κ. Χ. υπάλληλο της ενάγουσας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η επιστολή ημερομηνίας 26.10.2020 αποστάληκε άνευ βλάβης και σε κάθε περίπτωση από την ημερομηνία αποστολής της επιστολής μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οι αιτητές έχουν αδρανήσει αδικαιολόγητα προβάλλοντας τους νέους λόγους υπεράσπισης. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατάχρηση διαδικασίας Το θέμα που επιχειρούν στο στάδιο αυτό να εγείρουν οι αιτητές με την περαιτέρω υπεράσπιση έχει ήδη κριθεί με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.7.
- Το Δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι δεν ήταν καλόπιστο λάθος η τροποποίηση της υπεράσπισης που επιχειρήθηκε ώστε να προστεθεί ισχυρισμός στην υπεράσπιση ότι οι χρεώσεις του επιτοκίου που ενσωματώθηκαν στο υπόλοιπο οφειλόμενο ήταν παράνομες και αυθαίρετες επειδή οι ενάγοντες εφάρμοσαν το δικό τους βασικό επιτόκιο αντί το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν τα ίδια γεγονότα στην υπεράσπιση ενώ αυτό έχει ήδη αποφασισθεί από το Δικαστήριο ως μη επιτρεπτή τροποποίηση στην βάση της Δ.
- Το να καταχωρούν μία αίτηση οι εναγόμενοι που έχει τον ίδιο σκοπό με προγενέστερη αίτηση ήτοι να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου δικογραφημένοι ισχυρισμοί για τους οποίους έχει ήδη αποφασίσει το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση ότι δεν επιτρέπονται να συμπεριληφθούν στην έκθεση υπεράσπισης κατόπιν τροποποίησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν διαφοροποιείται το παρόν αίτημα από το προηγούμενο που αφορούσε την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης μόνο επειδή οι εναγόμενοι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης στηρίχθηκαν στην διαταγή 23 των θεσμών και ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες τους είχαν αποστείλει την επιστολή 26.10.20 άνευ βλάβης. Κατά το στάδιο που οι ενάγοντες τους είχαν αποστείλει την επιστολή ημερομηνίας 26.10.20 άνευ βλάβης ακόμη εκκρεμούσε η προγενέστερη διαδικασία και εάν οι εναγόμενοι πράγματι και γνήσια θεωρούσαν ότι η αποστολή αυτής της επιστολής ήταν νέα υπεράσπιση που προέκυψε κατά τον χρόνο αποστολής της επιστολής τότε θα προχωρούσαν με νέο αίτημα ώστε να εκληφθεί η αποστολή της επιστολής ως νέος λόγος υπεράσπισης που προέκυψε μετά την έγερση της αγωγής. Κατά δεύτερο λόγο η άνευ βλάβης πρόταση των εναγόντων να μειώσουν την απαίτηση τους στα μέτρα που είχαν προτείνει με την επιστολή τους δεν είναι γεγονός που θα μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν οι εναγόμενοι για να διαμορφώσουν νέα υπεράσπιση. Σχετική με την αποδεικτική αξία άνευ βλάβης προτάσεων και/ή επικοινωνία που αποστέλλεται μεταξύ δικηγόρων ενόψει εκκρεμοδικίας μεταξύ των μερών είναι η υπόθεση Electromatic Constuctions Ltd. v Γενικός Εισαγγελέας 1 ΑΑΔ 258
(2009)στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η ουσία των σχετικών προς το θέμα λόγων έφεσης είναι ότι δεν υπήρξε απόκρυψη γεγονότων καθ' όσον η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να απεκάλυπτε τις εν λόγω επιστολές λόγω του ότι ήσαν «άνευ βλάβης», παραπέμποντας σε νομολογία ως προς τον κανόνα που διέπει το θέμα και την εφαρμογή του. Η θέση της Εφεσείουσας παρερμηνεύει την ορθή διάσταση του κανόνα τον οποίο επικαλείται. Ο κανόνας, και τούτο είναι πρόδηλο και στη νομολογία στην οποία παραπέμπει η Εφεσείουσα, δεν υφίσταται προς όφελος του διαδίκου ο οποίος επιχειρεί να αναφερθεί σε «άνευ βλάβης» επικοινωνία του αντιδίκου του αλλά προς όφελος του αντιδίκου από τον οποίο και προέρχεται η επικοινωνία. Δεν καθιερώνει απόλυτη απαγόρευση παρά μόνο δίδει προνόμιο, το οποίο βεβαίως μπορεί να εγκαταλειφθεί, στο διάδικο από τον οποίο προέρχεται η επικοινωνία να ενστεί στην παρουσίαση της. Μόνο τότε λοιπόν θα εμποδίζετο η Εφεσείουσα να ανεφέρετο στην κρίσιμη επιστολή της Δημοκρατίας της 21.9.07 αν, επιχειρώντας να την παρουσιάσει, η ίδια η Δημοκρατία έφερε ένσταση. Δεν υπήρχε επομένως εκ του νόμου απόλυτο κώλυμα για την Εφεσείουσα να έκανε πλήρη αναφορά στην εν λόγω επιστολή στην ένορκη δήλωσή της. Και βεβαίως, αν η ίδια ήθελε να την αποκαλύψει, ουδέν κώλυμα υφίστατο στην αποκάλυψη της δικής της επιστολής της 22.9.2007.» Στην δική μας την περίπτωση η ενάγουσα ουδέποτε εγκατέλειψε το προνόμιο της στην βάση άνευ βλάβης επικοινωνίας που πραγματοποιήθηκε ενόψει της εκκρεμοδικίας. Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι δεν μπορούν να κάνουν χρήση αυτής της επικοινωνίας έναντι των αντιδίκων τους. Είναι άξιον απορίας γιατί θεωρούν ότι η αποστολή τέτοιας επιστολής θα μπορούσε να στηρίξει νέα υπεράσπιση στην αγωγή; Στην πραγματικότητα αυτή η αίτηση καταχωρήθηκε μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης με την οποία τους απαγορεύθηκε να τροποποιήσουν την δικογραφία τους. Αυτό είναι ακόμη ένα στοιχείο που καταδεικνύει κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας. H προώθηση δύο διαδικασιών που στην ουσία επιζητούν την ίδια θεραπεία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Κοζάκη ν Κοζάκη 1 ΑΑΔ 1710
(2002).) "Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι, "Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας."" H ταύτιση δύο διαδικασιών δεν γίνεται αφηρημένα. Ένας διάδικος στερείται το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο μόνο εάν αποδειχθεί ότι οι δύο διαδικασίες απολήγουν στον ίδιο στόχο. Στην Αγγλική υπόθεση Christou v Haringey London Borough Council [2014] 1 All ER το Εφετείο θεώρησε ότι πειθαρχική διαδικασία που είχε διεξαχθεί από τον εργοδότη εις βάρος του εργοδοτούμενου του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερη νομική διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας στην βάση ότι αυτό προκαλούσε την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μία διαδικασία διέφερε από την άλλη σε ουσιαστικά ζητήματα διότι η εμβέλεια της πρώτης διαδικασίας είχε ως στόχο την πειθαρχία του εργοδοτούμενου από τον ανώτερα ιεραρχικά προϊστάμενο του. Περαιτέρω, απουσίαζαν από την πρώτη πειθαρχική διαδικασία τα ελάχιστα εχέγγυα της δίκαιας δίκης ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του επηρεαζόμενου εργοδοτούμενου. "The doctrine of res judicata did not apply to the exercise of disciplinary power by an employer, which was far removed from the process of litigation or adjudication to which the doctrine applied. The critical question was not the formality of the procedures, but rather whether they operated independently of the parties such that it was appropriate to describe their function as an adjudication between the parties. In that regard, it was wrong to describe the exercise of disciplinary power by the employer as a form of adjudication. The purpose of the procedure was not a determination of any issue which established the existence of a legal right, nor was it properly regarded as determining a dispute. In the employment context, the disciplinary power was conferred on the employer by reason of the hierarchical nature of the relationship. The purpose of the procedures was not to allow a body independent of the parties to determine a dispute between them, but typically to enable the employer to inform himself whether the employee had acted in breach of contract or in some other inappropriate way and, if so, to determine how that should affect future relations between them. It was true that sometimes the procedures would have been contractually agreed, but that did not alter their basic function or purpose. Even where the disciplinary procedures provided for a panoply of safeguards of a kind typically found in adjudicative bodies, that did not alter their basic function (see [47]-[52], below); Mattu v University Hospitals of Coventry and Warwickshire NHS Trust [2012] 4 All ER 359." H αρχική προσπάθεια των εναγόμενων εστιάστηκε εις το να εισαγάγουν γεγονότα που να αφορούν το βασικό επιτόκιο που έκαναν χρήση οι ενάγοντες κατά το έτος 2008 με τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. Η παρούσα προσπάθεια αποσκοπεί στον ίδιο σκοπό ήτοι να εισαχθούν γεγονότα στην υπεράσπιση ότι δεν ήταν ενήμεροι ότι το βασικό επιτόκιο που χρέωναν οι ενάγοντες ήταν αυθαίρετο και παράνομο ως αποτέλεσμα του οποίου αποδέχθηκαν να συνάψουν την τροποποιητική συμφωνία με ψηλότερο επιτόκιο από το βασικό επιτόκιο που είχε ορίσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τα γεγονότα αυτά προϋπήρχαν της καταχώρησης της αίτησης και της αγωγής και οι δύο αιτήσεις που καταχωρήθηκαν είχαν τον ίδιο σκοπό να ενσωματωθούν οι ισχυρισμοί σε σχέση με το βασικό επιτόκιο που χρέωνε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο σώμα της έκθεσης υπεράσπισης. Το ότι αυτό δεν ήταν επιτρεπτό να γίνει με τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης ήδη έχει αποφασισθεί με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Το ότι οι ενάγοντες έχουν προσθέσει την Δ.23 ως νομική βάση της αίτησης δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στον ίδιο στόχο της προγενέστερης αίτησης που το Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι δεν επιτρέπεται. Ολοφάνερα λοιπόν προκύπτει ότι αυτή η αίτηση έχει καταχωρηθεί ενόψει της απόρριψης της προγενέστερης αίτησης και ως εύσχημος τρόπος παράκαμψης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Η αρχή της διαφύλαξης της δικαστικής διαδικασίας από καταχρήσεις διαφέρει από την αρχή του δεδικασμένου. Σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου η οποία συνιστά ασπίδα εναντίον της έναρξης νέων δικαστικών διαδικασιών για το ίδιο θέμα η αρχή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εφαρμόζεται συνήθως στην καταστολή καταχρηστικών περιττών δικαστικών διαβημάτων που αναγκαστικά εμπερικλείουν την επίλυση του ιδίου θέματος με την προγενέστερη διαδικασία ή που να αφορούν την επίλυση θέματος συναφή με το προηγούμενο που να αποτελεί μέρος της διαφοράς ή προπαρασκευαστικό θέμα που πρέπει να επιλυθεί ως συνέπεια των θεραπειών που ζητούνται με την πρώτη νομική διαδικασία σε εξέλιξη (issue estoppel). Δεν είναι ανάγκη να έχει επέλθει οριστική ή τελική κατάληξη επί του θέματος στην προγενέστερη διαδικασία. Το Δικαστήριο δύναται να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του για να εμποδίζει διάδικο από του να καταχράται την δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέμα που εκδικάσθηκε ή θα μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια μίας προγενέστερης διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του από καταχρήσεις θεωρείται επέκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου να προβεί σε καταστολή διαδικασίας που αφορά την επίλυση διαφοράς που να έχει ήδη αποφασισθεί βάσει της αρχής του δεδικασμένου (βλ. Henderson v Henderson
(1843)3 Hare 100.) Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει δικαστικό διάβημα επειδή αυτό καταχράται την εξουσία του Δικαστηρίου προβαίνει στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Ελέγχει για να επιβεβαιωθεί ότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να θίξουν το θέμα και να ακουσθούν επί του θέματος που τους απασχολεί αφενός και αφετέρου ελέγχει και αξιολογεί τους σκοπούς που προωθούνται με τις δύο διαδικασίες και εάν κρίνει ότι οι δύο διαδικασίες έχουν τον ίδιο σκοπό προστατεύει τον άλλο διάδικο από το ενδεχόμενο καταπίεσης που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δεύτερης πολλαπλής διαδικασίας, εάν έχει να αντιμετωπίσει πανομοιότυπες διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες. Το Δικαστήριο είχε επισημαίνει στην ενδιάμεση απόφαση ότι οι εναγόμενοι θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να είναι γνώστες του περιεχομένου των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την χρέωση του επιτοκίου κατά την έγερση της αγωγής. Οπότε το επιχείρημα των αιτητών ότι παραπλανήθηκαν να συνάψουν τροποποιητική συμφωνία επειδή δεν τους ήταν γνωστοί οι εγκύκλιοι αυτοί κατά την σύναψη της συμφωνίας δεν είναι υπεράσπιση. Επειδή τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά και/ή εύκολα προσβάσιμα με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να τα συμπεριλάβουν στην υπεράσπιση τους από την αρχή. Το Δικαστήριο το σημείωσε αυτό και αποφάσισε να μην επιτρέψει την τροποποίηση που επιχειρούσαν να εισάξουν οι εναγόμενοι με την πρώτη αίτηση και που στην βάση της αφορούσε γεγονότα σε σχέση με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το έτος
- Η παρούσα αίτηση είναι μια δεύτερη προσπάθεια να γίνει αναφορά στα εν λόγω γεγονότα. Επειδή το θέμα αυτό έχει ήδη αποφασισθεί, η προώθηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
- Περαιτέρω Υπεράσπιση Η Δ.23 θ.2 προνοεί ότι η περαιτέρω υπεράσπιση μπορεί να καταχωρηθεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εντός δεκαπέντε ημερών από την γέννηση του νέου λόγου υπεράσπισης. Ακόμη και στην περίπτωση που η περαιτέρω υπεράσπιση είναι άσχετη αυτός δεν είναι λόγος για να επέμβει το Δικαστήριο στο τρόπο που οι διάδικοι έχουν συντάξει τα δικόγραφα τους. Δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του ενάγοντα ο οποίος θα έχει την ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην περαιτέρω υπεράσπιση. Το κείμενο της Δ.23 θ.2 είναι ως ακολούθως: "Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited from his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within 15 days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same." Η ρητή σημασία των λέξεων της Δ.23 θ.2 είναι ότι μπορεί να καταχωρηθεί περαιτέρω υπεράσπιση εντός δεκαπέντε ημερών από την γέννηση της νέας υπεράσπισης χωρίς να χρειάζεται ο εναγόμενος να αποταθεί στο δικαστήριο για άδεια. Ο σκοπός της Δ.23 είναι να δώσει το δικαίωμα στον εναγόμενο μετά την έγερση της αγωγής να προβάλλει σε πρόσθετο δικόγραφο οποιαδήποτε υπεράσπιση που προκύπτει μετά την έγερση της αγωγής. Αυτό σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει και άλλο δικόγραφο για να προβάλει νέο ζήτημα ως puis darrein continuance [1] εκτός εάν το ζήτημα αυτό συνιστά νέο λόγο υπεράσπισης που έχει προκύψει μετά την έγερση της αγωγής. Κατά πόσο αυτή η αίτηση εισαγάγει στην δικογραφία νέο επίδικο θέμα το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στην αγωγή, δεν είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό. Ο ρόλος του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό δεν είναι να εντοπίσει τα ελαττώματα που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν στα δικόγραφα των εναγομένων, ή να αποφασίσει κατά πόσο οι εναγόμενοι μπορεί να προσθέσουν αυτά τα νέα γεγονότα στην αγωγή, αλλά το έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια τέτοιας αίτησης περιορίζεται στο να αποφασίσει εάν αυτά που εκτίθενται στην αίτηση ημερομηνίας 1.11.2021 είναι νέα υπεράσπιση στην αγωγή. Στην Αγγλική απόφαση Doleman & Sons v Osset Corp. [1912] 3 K.B. 272, 273 θεωρήθηκε ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος του εναγόμενου μετά την έγερση της αγωγής δεν αποτελούσε εμπόδιο στην περαιτέρω προώθηση της αγωγής ούτε συνιστούσε νέα συμφωνία μεταξύ των μερών με τρόπο που να απάλλασε τον εναγόμενο από οποιαδήποτε ευθύνη ήθελε προκύψει συνέπεια της αγωγής. Ως εκ τούτου θεωρήθηκε ότι δεν προέκυπτε νέα υπεράσπιση στη βάση αυτών των γεγονότων που μπορούσε να περιληφθεί στα δικόγραφα. "It is also clear that any binding agreement between the parties settling all the disputes raised in the action made after writ is a good defence as a plea puis darrein continuance.whether such agreement is a direct settlement between the parties themselves or made by means of a third person to whom they have referred the dispute after writ, or by means of an award after writ in an arbitration existing before writ , if both parties subsequent to writ carry on the arbritration and agree to an award being made notwithstanding the action. But this is because it is always open to litigants to settle their differences after writ as they please. The case is quite different if there is no agreement after writ." Ομοίως στην δική μας την περίπτωση η άνευ βλάβης πρόταση των εναγόντων να περιορίσουν την απαίτηση τους, ως πρόταση που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποσυρθεί ως πρόταση που έχει υποβληθεί χωρίς βλάβη των δικαιωμάτων των εναγόντων να προωθήσουν την απαίτηση τους ως έχει, δεν είναι υπεράσπιση στην αγωγή. Κατά συνέπεια, δεν έχει γεννηθεί νέα υπεράσπιση στην απαίτηση που να δικαιολογεί την καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης. Εφόσον μία πρόταση που γίνεται άνευ βλάβης δεν είναι γεγονός που προσθέτει κάτι στην υφιστάμενη υπεράσπιση των εναγόμενων, δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η όποια τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης στην βάση αυτή ως δικονομικό διάβημα που θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση, έξοδα και ταλαιπωρία στην ενάγουσα χωρίς ουσιαστικό λόγο.
- Τροποποίηση Ως προς το νομικό πλαίσιο που διέπει την τροποποίηση των γραπτών παραστάσεων των μερών και τα χρονικά περιθώρια άσκησης τέτοιου προνομίου, σχετική είναι η Δ.25 των θεσμών πιο κάτω: «1.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης...» Σχετική είναι η υποπαράγραφος 5 της Διαταγής 25 πιο κάτω: «
- Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» Οι πιο πάνω πρόνοιες της Διαταγής 25 θα πρέπει να διαβαστούν μαζί. Αιτήματα τροποποίησης περιορίζονται σημαντικά αφού ολοκληρωθούν τα δικόγραφα και κατά το στάδιο των προδικαστικών οδηγιών για την προετοιμασία της ακρόασης της αγωγής ώστε να αποφευχθούν οι αχρείαστες καθυστερήσεις και η σπάταλη του Δικαστικού χρόνου, καθώς και για να αποφευχθεί η ταλαιπωρία και τα έξοδα των διαδίκων από αχρείαστες επαναλήψεις της δικαστικής διαδικασίας. Στο στάδιο που προηγείται του σταδίου της έκδοσης προδικαστικών οδηγιών το δικαίωμα του ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως είναι συγκριτικά με το παρελθόν χωρίς εμπόδια και μπορεί με σχετική ευκολία να μεταβάλει την απαίτηση του. Κατά το στάδιο των οδηγιών απαριθμούνται ειδικά οι περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η τροποποίηση των δικογράφων. Αυτές οι περιπτώσεις είναι όταν γίνονται καλόπιστα λάθη στην σύνταξη της δικογραφίας και κατά δεύτερο λόγο στις περιπτώσεις όπου έχουν συμβεί νέα γεγονότα ή δεδομένα που ήταν μη υπαρκτά κατά την λήψη οδηγιών για την έγερση της αγωγής. Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν συμβεί νέα γεγονότα ή νέα δεδομένα που ήταν μη υπαρκτά κατά την λήψη οδηγιών για την ετοιμασία της υπεράσπισης. Αντίθετα, εκείνο που διαφαίνεται στην βάση της παραγράφου 11 της υφιστάμενης έκθεσης υπεράσπισης είναι ότι οι εναγόμενοι είχαν υπόψη τους κάθε ζήτημα που αφορούσε την επιβολή τόκου επί του οφειλόμενου ποσού καθώς και την υποχρέωση των εναγόντων να δίδουν γραπτή ειδοποίηση στους εναγόμενους σε σχέση με την αλλαγή του τόκου ή του τρόπου υπολογισμού του επιβαλλόμενου τόκου. Αυτός ήταν και ο λόγος που το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του σημείωσε ότι όλα αυτά τα ζητήματα ήταν γνωστά στους εναγόμενους κατά την έγερση της αγωγής ή θα μπορούσαν να ανακαλυφθούν με εύλογη επιμέλεια κατά την σύνταξη της υπεράσπισης. Συνεπώς, αυτή δεν είναι περίπτωση που έχουν προκύψει νέα γεγονότα ή δεδομένα κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής που να δικαιολογούν την ανάγκη τροποποίησης της απαίτησης. Αυτή δεν είναι περίπτωση που δικαιολογεί την τροποποίηση εξαιτίας του καλόπιστου λάθους κατά την σύνταξη της δικογραφίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να κάνει εύρημα ότι η ενάγουσα δεν έχει συμπεριλάβει στην απαίτηση της τα συγκεκριμένα γεγονότα που επιχειρεί να προσθέσει στην δικογραφία από λάθος και ότι αυτά τα γεγονότα είναι αναγκαία να προστεθούν στην υφιστάμενη δικογραφία με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος στην αγωγή. Με την προγενέστερη αίτηση τροποποίησης ήταν υπόψη των εναγόμενων το ζήτημα το συγκεκριμένο σε σχέση με το βασικό επιτόκιο των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγήθηκαν στους εναγόμενους. Εφόσον το ζήτημα αυτό αναντίλεκτα εκ του περιεχομένου της προγενέστερης αίτησης τροποποίησης ήταν υπόψη των εναγόμενων ότι επιχειρούν να εισαγάγουν τα ίδια γεγονότα με την νέα αίτηση, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται περί καλόπιστου λάθους η μη συμπερίληψη των γεγονότων στην αρχική υπεράσπιση. Εφόσον είχαν σκεφτεί το ζήτημα της διαμόρφωσης του βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εύκολα θα μπορούσαν να κάνουν τον συνειρμό ότι επειδή δεν ενημερώθηκαν ότι χρεώθηκαν με άλλο επιτόκιο και όχι το βασικό επιτόκιο που καθόρισε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα μπορούσαν να επικαλεστούν παραπλάνηση των δεδομένων κατά την σύναψη της τροποποιητικής συμφωνίας προκειμένου να πετύχουν την ακύρωση ή την εξ αρχής ακύρωση εκείνης της συμφωνίας. Η θέση ότι η συμφωνία θα πρέπει να ακυρωθεί εξαιτίας παραπλάνησης, εστιάζεται στον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες τους είχαν χρεώσει τόκο μετά το 2008 επιτόκιο ψηλότερο του βασικού επιτοκίου. Τον ισχυρισμό για το επιτόκιο τον γνώριζαν κατά τον χρόνο της προγενέστερης αίτησης ώστε να προωθήσουν - τροποποιήσουν την απαίτηση. Μετά την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης οι εναγόμενοι προσάρμοσαν την στάση τους όταν οι ενάγοντες τους έκαναν άνευ βλάβης πρόταση να περιορίσουν το επιτόκιο που χρεώθηκε επί του οφειλόμενου ποσού για τα έτη 2008 -
- Και επειδή αποδεικνύεται ότι προσάρμοσαν την εκδοχή τους σε αντίδραση της πρότασης των εναγόντων αποδεικνύεται συνάμα ότι η προσπάθεια τους να προσαρμόσουν την αρχική τους υπεράσπιση ενώ γνώριζαν όλα τα δεδομένα και γεγονότα από την αρχή, κάθε άλλο ήταν παρά καλόπιστη προσπάθεια να διορθώσουν το λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ [1] The name of a plea which a defendant was allowed to put in after having already pleaded, where some new matter of defense arose after issue joined, such as payment a release by the plaintiff the discharge of defendant under an indoresement or bankrupt law and the like (Black's Law Dictionary Sixth Edition) Είναι νέα υπεράσπιση που ο εναγόμενος δύναται να εγείρει και να καταχωρήσει ως περαιτέρω υπεράσπιση μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης, αφού προκύψει νέος λόγος υπεράσπισης μετά τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων, όπως πχ. την απαλλαγή του εναγόμενου από τον ενάγοντα ή την απαλλαγή του εναγόμενου λόγω του ότι έχει πτωχεύσει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο