Christos Georgiades & Associates LLC ν. Β. Σ., ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Ά.Μ. Σ. κ.α., Aρ. Αγωγής: 3106/2021, 17/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3106/2021 Μεταξύ: Christos Georgiades & Associates LLC Ενάγουσας και
- Β. Σ., ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιώσασας Ά.Μ. Σ.
- Β. Σ.
- Σ. Σ. Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 21/2/22 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 17 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ε. Κυριαζή για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Π. Μιχαήλ για ΠΕΤΡΟΣ Α. ΜΙΧΑΗΛ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αγωγή που καταχωρίστηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 15/12/21, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων την επιδίκαση ποσού ύψους €44.467,50 ως «χρέος και/ή ποσό οφειλόμενο και/ή αποζημιώσεις δυνάμει σύμβασης και/ή λόγω παράβασης σύμβασης και/ή δυνάμει εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή ως υπόλοιπο αμοιβής που συμφωνήθηκε και/ή εύλογης αμοιβής για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από τους Ενάγοντες.».[1] Στις 26/1/22 καταχωρίστηκε σημείωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 και στις 21/2/2022 ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης εκ μέρους της Ενάγουσας με την οποία αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Σημειώνεται ότι στις 22/2/22 καταχωρίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 σημείωμα εμφάνισης μέσω των δικηγόρων που τις εκπροσωπούν στην υπό κρίση Αίτηση. Σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου καταχωρίστηκε επίσης στις 14/2/22 και εκ μέρους της Εναγόμενης 3 εναντίον της οποίας δεν στρέφεται η υπό κρίση Αίτηση. Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Α. Γεωργιάδη, δικηγόρου στην Ενάγουσα και διοικητικού συμβούλου της Ενάγουσας (στο εξής ο Γεωργιάδης και η Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη). Στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Συνοπτικά, ο Γεωργιάδης αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται αφού χειρίστηκε προσωπικά της υποθέσεις τις οποίες αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Σύμφωνα με τον Γεωργιάδη, στις 30/01/18, οι εναγόμενες συμφώνησαν να αναθέσουν και ανέθεσαν στους ενάγοντες την εκπροσώπηση της εναγόμενης 1 σε τρεις
(3)συνενωμένες Αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ήταν όρος της συμφωνίας ότι οι εναγόμενες θα πλήρωναν τους ενάγοντες σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, στην Κλίμακα «Υπερβαίνει τα €2.000.000,00», πλέον €10.000,00 και ΦΠΑ. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Β, τύπο διορισμού δικηγόρου από τον Ενάγοντα (Τύπος 4) σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτεί τη Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον κάποιου προσώπου που κατονομάζεται σε αυτό. Στο σημείο (η) του εν λόγω εγγράφου αναγράφονται τα ακόλουθα: «Έκανα/Κάναμε την ακόλουθη ρητή συμφωνία με τους εν λόγω δικηγόρους για την αμοιβή τους: Θα πληρώνω/ουμε τους πιο πάνω δικηγόρους σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στην Κλίμακα «Υπερβαίνει τα €2.000,000», πλέον επιπρόσθετο ποσό €10.000,00 και ΦΠΑ.» Η Ενάγουσα χαριστικά, σύμφωνα πάντα με τον Γεωργιάδη, περιόρισε τις απαιτήσεις της στην Κλίμακα €500.000 - €2.000.000,00 πλέον €10.000,00 και ΦΠΑ με αποτέλεσμα το υπόλοιπο της αμοιβής της να ανέρχεται στο ποσό των €45.414,
- Για τον υπολογισμό της αμοιβής της Ενάγουσας, ο Γεωργιάδης ετοίμασε κατάλογο εξόδων (Τεκμήριο Γ στην υπό κρίση Αίτηση) υπολογίζοντας την αμοιβή στην κλίμακα €500.000 - €2.000.000,00 και έδωσε τον κατάλογο στις εναγόμενες. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο Δ και κατάσταση με τις χρεοπιστώσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον Γεωργιάδη, στις 30/01/18, οι εναγόμενες συμφώνησαν να αναθέσουν και ανέθεσαν στους ενάγοντες την εκπροσώπηση της εναγόμενης 1 σε ακόμα μία αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ήταν, κατά τον Γεωργιάδη, ρητός όρος της συμφωνίας ότι οι εναγόμενες θα πλήρωναν τους ενάγοντες σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, στην Κλίμακα «50.000,00 - 100.000,00», πλέον €5.000,00 και ΦΠΑ. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ε, τύπο διορισμού δικηγόρου από τον Ενάγοντα (Τύπος 4) σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου η Εναγόμενη 1 εξουσιοδοτεί τη Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον κάποιου προσώπου που κατονομάζεται σε αυτό. Στο σημείο (η) του εν λόγω εγγράφου αναγράφονται τα ακόλουθα: «Έκανα/Κάναμε την ακόλουθη ρητή συμφωνία με τους εν λόγω δικηγόρους για την αμοιβή τους: Θα πληρώνω/ουμε τους πιο πάνω δικηγόρους σύμφωνα με τους εκάστοτε σε ισχύ Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, πλέον επιπρόσθετο ποσό €5.000,00 και ΦΠΑ.» Το υπόλοιπο της αμοιβής της Ενάγουσας με βάση αυτή τη συμφωνία ανέρχεται, σύμφωνα με τον Γεωργιάδη, στο ποσό των €7.501,
- Για τον υπολογισμό της αμοιβής, ο Γεωργιάδης ετοίμασε κατάλογο εξόδων (Τεκμήριο Στ στην υπό κρίση Αίτηση) υπολογίζοντας την αμοιβή του στην κλίμακα €50.000,00 - 100.000,00 και έδωσε τον κατάλογο στις εναγόμενες. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο Ζ και κατάσταση με τις χρεοπιστώσεις. Είναι η θέση του Γεωργιάδη ότι οι εναγόμενες επανειλημμένα, τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, επιβεβαίωναν ότι είναι προσωπικά υπεύθυνες για την πληρωμή των εναγόντων, όμως καθυστερούσαν τις πληρωμές επικαλούμενες τις μεταξύ τους διαφωνίες. Επισυνάπτει προς τούτο ως Τεκμήριο Η διάφορα ηλεκτρονικά μηνύματα. Περαιτέρω, παρουσιάζει ως Τεκμήριο Θ μία συμφωνία που ετοιμάστηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, για να ρυθμίσει τις μεταξύ τους διαφωνίες αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων και η οποία υπογράφηκε από την Εναγόμενη 2 αλλά όχι από την εναγόμενη
- Εξ όσων ο Γεωργιάδης γνωρίζει και πιστεύει οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή και γι' αυτό ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους. Οι Εναγόμενες 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση φέρουν ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισαν στις 21/3/2022 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 9 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα να δικάσει επί της ουσίας την υπό κρίση αίτηση και/ή την αγωγή καθότι η ενάγουσα θα μπορούσε να τα διεκδικήσει μόνο με τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή με αίτηση ενώπιον των Δικαστηρίων στα οποία εκκρεμούσαν οι αγωγές. - Οι Εναγόμενες 1 και 2 έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. - Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Η Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 2 (στο εξής η Σ. και η Ένορκη Δήλωση Σ.). Στην Ένορκη Δήλωση Σ. υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Η Σ. προσθέτει ότι ο Τύπος Διορισμού Δικηγόρου (Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη) υπογράφηκε από την ίδια υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας και όχι υπό την προσωπική της ιδιότητα. Αμφισβητεί την εγκυρότητα του εν λόγω εγγράφου λέγοντας ότι τα όσα τέθηκαν σε σχέση με τους όρους αμοιβής της Ενάγουσας «είναι άκυρα και/ή καταχρηστικά και/ή ετεροβαρή και/ή τέθηκαν από θέση ισχύος και/ή ήταν το αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης, και/ή παραπλάνησης και/ή παρουσίασης ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή εκφοβισμού και/ή αθέμιτης επιρροής και/ή είναι παράνομα»[2] αφού οι αγωγές για τις οποίες ανέλαβε την εκπροσώπηση η Ενάγουσα ήταν χαμηλότερης κλίμακας από αυτή που καταγράφηκε στον τύπο διορισμού ενώ ο Γεωργιάδης της έδωσε τη διαβεβαίωση ότι οι αγωγές θα καταχωρούνταν στην κλίμακα που καταγράφηκε στον τύπο διορισμού. Σύμφωνα με τη Σ., ούτε για την αναγραφή του επιπρόσθετου ποσού δόθηκε κάποια επεξήγηση πέραν του ότι αυτό γίνεται σε τέτοιες υποθέσεις κάτι το οποίο πληροφορήθηκε στη συνέχεια ότι δεν ισχύει και συνεπώς αυτό το επιπρόσθετο ποσό, για τους ίδιους λόγους που έχουν αυτούσια τεθεί πιο πάνω, δεν έχει καμία νομική ισχύ. Η Σ. απορρίπτει και δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς ότι χαριστικά η Ενάγουσα περιόρισε τις απαιτήσεις της αφού ο Γεωργιάδης, σύμφωνα με την ίδια, τους πίεζε αφόρητα για τα έξοδα της Ενάγουσας. Αμφισβητεί τον υπολογισμό των εξόδων στον οποίο έχει προβεί ο Γεωργιάδης όπως αυτός προκύπτει από τον κατάλογο εξόδων που ετοιμάστηκε από τον Γεωργιάδη και ισχυρίζεται ότι δεν έκανε όλες τις εμφανίσεις στις οποίες αναφέρεται, ούτε απέστειλε όλες τις επιστολές που αναφέρονται στον κατάλογο, ενώ επισημαίνει ότι, σε ότι αφορά τις επιστολές, χρεώνει διαφορετικά ποσά χωρίς καμία επεξήγηση. Επισημαίνει επίσης ότι χρεώνει για ακροάσεις στο μέγιστο ποσό χωρίς να έχουν γίνει και χρεώνει επίσης για την ετοιμασία καταλόγου εξόδων χωρίς να τον έχει καταχωρίσει στον Πρωτοκολλητή για ψήφιση. Περαιτέρω, επισημαίνει ότι δεν παρουσιάζει καμία απόδειξη για τις αξιώσεις του παρά μόνο στηρίζεται σε έναν κατάλογο τον οποίο ο ίδιος ετοίμασε. Περαιτέρω, η Σ. αμφισβητεί επίσης τους ισχυρισμούς του Γεωργιάδη σε σχέση με το ύψος του ποσού που καταβλήθηκε ήδη στην Ενάγουσα λέγοντας ότι αυτό ανέρχεται στο ποσό των €32.850 και όχι στο ποσό που ισχυρίζεται ο Γεωργιάδης, καταγράφοντας τις λεπτομέρειες διάφορων πληρωμών τις οποίες κατ' ισχυρισμό, ο Γεωργιάδης παρέλειψε να αναφέρει, και επισυνάπτοντας αντίγραφα σχετικών αποδείξεων προς επίρρωση των θέσεων της. Αμφισβητεί την κατάσταση με τις χρεοπιστώσεις που παρουσίασε ο Γεωργιάδης (Τεκμήριο Δ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη) λέγοντας ότι δεν βρίσκονται σε αυτή όλες οι πληρωμές που έγιναν προς την Ενάγουσα παραπέμποντας στο περιεχόμενο των αποδείξεων που κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 στην ένσταση. Σε ότι αφορά τον δεύτερο τύπο διορισμού δικηγόρου αμφισβητεί επίσης την ισχύ του σε σχέση με το επιπρόσθετο ποσό των €5.000,00 για τους ίδιους λόγους που αμφισβητεί το επιπρόσθετο ποσό των €10.000,00 που αναγράφηκε στον πρώτο τύπο διορισμού, το οποίο λέγει ότι επιβλήθηκε από θέση ισχύος από τον Γεωργιάδη χωρίς να μπορεί η ίδια να αρνηθεί αφού χειριζόταν τις άλλες 3 αγωγές με την αναγραφή του επιπρόσθετου ποσού των €5.000,00 να είναι το αποτέλεσμα παραπλάνησης της από τον Γεωργιάδη. Αμφισβητεί το ποσό της αμοιβής στο οποίο καταλήγει ο Γεωργιάδης στη βάση του υπολογισμού των εξόδων στον οποίο έχει προβεί ο Γεωργιάδης και ισχυρίζεται ότι δεν έκανε όλες τις εμφανίσεις, ούτε απέστειλε όλες τις επιστολές που αναφέρονται στον κατάλογο, ενώ επισημαίνει ότι δεν παρείχε όλες τις υπηρεσίες τις οποίες αξιώνει και δεν παρουσιάζει καμία απόδειξη παρά μόνο έναν κατάλογο τον οποίο ο ίδιος ετοίμασε. Αμφισβητεί επίσης το ποσό που αναφέρει ο Γεωργιάδης ότι καταβλήθηκε από τις Εναγόμενες. Λέγει επίσης ότι ενώ ζήτησαν από τον Γεωργιάδη με ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 να σταματήσει να χειρίζεται την υπόθεση τους αυτός συνέχιζε να εμφανίζεται χρεώνοντας συγκεκριμένο ποσό για εμφάνιση για ακρόαση ενώ τη συγκεκριμένη μέρα η εμφάνιση του ήταν για σκοπούς απόσυρσης. Περαιτέρω, λέγει ότι δεν τους δόθηκε ο κατάλογος εξόδων Τεκμήριο Στ. Η Σ. προσθέτει ότι ουδέποτε ανέλαβε προσωπικά την πληρωμή των εξόδων στην Ενάγουσα και σε ότι αφορά τη συμφωνία την οποία παρουσίασε ο Γεωργιάδης ως Τεκμήριο Θ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη αναφέρει ότι αυτή δεν υπογράφηκε και από τα 3 συμβαλλόμενα μέρη και δεν έχει καμία νομική ισχύ προσθέτοντας ότι ο Γεωργιάδης όταν της παρέδωσε τη ρηθείσα συμφωνία της δήλωσε ότι αυτή θα ίσχυε μόνο όταν θα υπέγραφε και η αδελφή της και μόνο τότε θα υπέγραφε και αυτός κάτι το οποίο δεν έγινε για αυτό και η συμφωνία δεν έχει τεθεί σε ισχύ. Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι οι ακόλουθες:
(1)Η αγωγή να έχει αρχίσει με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Ο2 r6).
(2)O Εναγόμενος να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή.
(3)Η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση είτε του ίδιου του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτών είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από το νομικό αυτό πρόσωπο το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και την αξίωση και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει.[3] Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση.[4] Έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί ότι η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης αποτελεί κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση, συνεπώς, δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή.[5] Ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης χωρίς καθυστέρηση, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν αφενός, ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή χωρίς να χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και αφετέρου, ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση.[6] Άδεια για καταχώριση υπεράσπισης θα πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο, ακόμα και αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωση του δεν είναι ικανοποιητικοί.[7] Υπενθυμίζω συναφώς και την αναφορά στη Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817, 822, ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί.[8] Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί... Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση.». Συνοψίζοντας τις πιο πάνω καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, καθίσταται σαφές ότι σκοπός της Διαταγής 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί.[9] Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Έχοντας προδιαγράψει τη νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτημάτων όπως το υπό κρίση αίτημα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[10] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[11] Η απαίτηση της Ενάγουσας περιέχεται σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και οι Εναγόμενες 1 και 2 καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή. Ο Γεωργιάδης που ορκίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο τόσο ως εκ της ιδιότητας και θέσης του στην Ενάγουσα (διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας) όσο και ως εκ της δεδηλωμένης θέσης του περί προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά ότι αυτός, μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι μπορούσε, όπως και έπραξε, να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και την αξίωση χωρίς τα όσα ανέφερε να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους και χωρίς να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Ενάγουσα βεβαίωσε το αληθές της αιτίας αγωγής της εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 δια της ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και το οποίο εκθέτει προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα που κατέθεσε δηλώνοντας επίσης πως, κατά τη θέση του, οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση. Συνακόλουθα, έχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκπληρωθεί οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε το βάρος να μετατίθεται πλέον στην πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει σε αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο οι ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παραχώρηση άδειας σε αυτές προκειμένου να προβάλουν υπεράσπιση, σε σχέση πάντα με την συγκεκριμένη απαίτηση της Ενάγουσας, παραπέμποντας τη διαφορά σε μια κανονική δίκη. Έχοντας υπόψη τα όσα έχω πιο πάνω συνοψίσει, έχω ικανοποιηθεί από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι έχουν προβληθεί από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 εύλογοι λόγοι για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο προς υποστήριξη της Αίτησης όσο και προς υποστήριξη της ένστασης δεν έχω εν προκειμένω ικανοποιηθεί ότι έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δείχνουν αφενός, ότι η απαίτηση της Ενάγουσας είναι καθαρή χωρίς να χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και αφετέρου, ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω κάποια σημεία που έχουν προκύψει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό προς ευχερέστερη κατανόηση της κατάληξης του Δικαστηρίου. Η απαίτηση της Ενάγουσας δικογραφικά στηρίζεται σε δύο διοριστήρια έγγραφα με το ύψος της αμοιβής της να έχει προκύψει από τον υπολογισμό των εξόδων που έγινε από την πλευρά της Ενάγουσας μέσω κατάρτισης σχετικών καταλόγων εξόδων από την ίδια καθώς και σε συμφωνία που κατ' ισχυρισμό συνάφθηκε για τη ρύθμιση των μεταξύ των διαδίκων διαφωνιών που προέκυψαν σε σχέση με τα έξοδα. Είναι κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι δεν έχει λάβει χώρα οποιαδήποτε διαδικασία ψήφισης εξόδων. Όπως προκύπτει από το γραπτό κείμενο της αγόρευσης για την πλευρά της Αιτήτριας[12] η πλευρά της Αιτήτριας έκρινε ότι δεν είχαν λόγο να προβούν σε ψήφιση αφού, κατά την Αιτήτρια, το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων τους είχε συμφωνηθεί με τη συμφωνία για τη διευθέτηση των διαφωνιών που προέκυψαν σε σχέση με τα έξοδα. Η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 αμφισβητεί ότι η ρηθείσα συμφωνία τέθηκε οποτεδήποτε σε ισχύ για τους λόγους που ανέφερε στο Δικαστήριο και οι οποίοι συνοψίσθηκαν πιο πάνω. Στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη κατατέθηκε ως Τεκμήριο Η δέσμη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στην οποία έχει συμπεριληφθεί ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9/8/21 από τη Σ. προς τον Γεωργιάδη (δηλαδή μετά την επικαλούμενη συμφωνία για τη διευθέτηση των διαφωνιών σε σχέση με τα έξοδα) με το οποίο του ζητά να προβεί στα δέοντα για ψήφιση της νόμιμης αμοιβής του από τον Πρωτοκολλητή και στο οποίο ο Γεωργιάδης φαίνεται να απαντά λέγοντας ότι είναι πρόθυμος να προβεί σε διαδικασία ψήφισης νοουμένου ότι θα καταβάλλετο από τις εναγόμενες το ποσό που αντιστοιχούσε στα χαρτόσημα του καταλόγου ζητώντας να του διευκρινιστεί κατά πόσο σκόπευαν να τον ξοφλήσουν αμέσως μετά τη ψήφιση, με τρόπο ώστε να δημιουργούνται εύλογα ερωτηματικά, για τους σκοπούς πάντοτε της παρούσας διαδικασίας, σε σχέση με τη θέση περί μη αμφισβήτησης της αμοιβής και την ύπαρξη συμφωνίας σε σχέση με το ύψος αυτής. Την ίδια στιγμή, στην Ένορκη Δήλωση Σ. αμφισβητείται με την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση ως αυτές έχουν συνοψισθεί πιο πάνω, τόσο ο υπολογισμός των εξόδων όσο και η παροχή των υπηρεσιών που κατ' ισχυρισμό παρασχέθηκαν όσο και η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας για το ύψος της αμοιβής της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ενώ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη γίνεται αναφορά σε ποσό ύψους €24,430.50 που πληρώθηκε από τις Εναγόμενες σε σχέση με το πρώτο διοριστήριο, στην κατάσταση με τις χρεοπιστώσεις που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο Δ) καταγράφεται διαφορετικό ποσό, ήτοι ποσό ύψους €27,880.
- Την ίδια στιγμή, η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 στην Ένορκη Δήλωση Σ. λέγει ότι καταβλήθηκαν ποσά που δεν αναφέρονται από την ενάγουσα με αναφορά σε διάφορες πληρωμές που κατ' ισχυρισμό έγιναν, με τις Εναγόμενες 1 και 2 να ισχυρίζονται ότι το συνολικό ποσό που έλαβε η Ενάγουσα για τις 3 εκ των 4 αγωγών ανέρχεται στα €32.
- Περαιτέρω, η Ενάγουσα προβάλλει ότι χαριστικά περιόρισαν την κλίμακα εξόδων που είχε αναγραφεί στο πρώτο διοριστήριο, ετοιμάζοντας έτσι τον κατάλογο εξόδων στη χαμηλότερη κλίμακα. Σε μεταγενέστερο από την ετοιμασία του καταλόγου εξόδων καθώς και της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας για ρύθμιση των διαφωνιών σε σχέση με τα έξοδα, ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30/9/21 που συμπεριλήφθηκε στη δέσμη ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο Η στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδη (δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ετοιμασίας του καταλόγου εξόδων στην χαριστικά περιορισμένη κλίμακα) ο Γεωργιάδης φαίνεται να αναφέρει ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης θα γινόταν νέος υπολογισμός στην κλίμακα του διοριστήριου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται, εύλογα, για τους σκοπούς πάντα της παρούσας διαδικασίας, ερωτηματικά και αμφιβολίες ως προς το τι διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων τη στιγμή που οι Εναγόμενες 1 και 2 στην Ένορκη Δήλωση Σ., απορρίπτουν τον κατ' ισχυρισμό χαριστικό περιορισμό της κλίμακας καθώς και την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η αναγραφή στο διοριστήριο μεγαλύτερης κλίμακας από την κλίμακα των αγωγών το έχει καταστήσει άκυρο χωρίς να μπορεί να διασωθεί από την κατ' ισχυρισμό χαριστική μείωση της κλίμακας. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια ώστε να μην προκύπτει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση. Δεν έχω εν προκειμένω ικανοποιηθεί ότι θα είναι απρόσφορο να επιτραπεί στις Εναγομένες 1 και 2 να υπερασπισθούν ούτε ότι επιδιώκεται η καταχώριση υπεράσπισης απλώς για λόγους καθυστέρησης. Έχοντας λοιπόν κατά νου το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι μόνο στο πλαίσιο μίας κανονικής δίκης το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση που προβλήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 ότι το Δικαστήριο δεν έχει δεν έχει δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα να επιληφθεί επί της ουσίας την υπό κρίση αίτηση επειδή σύμφωνα με τη θέση που προβλήθηκε, η ενάγουσα θα μπορούσε να διεκδικήσει τα έξοδα της μόνο με τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή με αίτηση ενώπιον των Δικαστηρίων στα οποία εκκρεμούσαν οι αγωγές. Η εισήγηση αυτή φαίνεται να τέθηκε υπό το φως των όσων νομολογήθηκαν στην ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ v. ΛΟΪΖΙΔΟΥ κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 187/2015, 21/10/2021, στην οποία το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε μονομερή αίτηση του εφεσείοντος, με την οποία ζητείτο η έκδοση απόφασης, ερήμην, εναντίον των εφεσιβλήτων, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Ο εφεσείων ήταν δικηγόρος και η απαίτησή του στην πιο πάνω αγωγή αφορούσε αμοιβή για υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στους εφεσίβλητους σε άλλη αγωγή του ιδίου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Τα έξοδα τα οποία ο εφεσείων απαιτούσε, ως δικηγορική αμοιβή, από τους εφεσίβλητους, πελάτες του, τα είχε υπολογίσει ο ίδιος. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση επεσήμανε τα ακόλουθα: «Τα δικαστηριακά έξοδα δικηγόρου εναντίον πελάτη του ψηφίζονται από Πρωτοκολλητή του δικαστηρίου, στη βάση σχετικού αιτήματος, συνοδευομένου από κατάλογο εξόδων, τον οποίο ο δικηγόρος υποβάλλει για το σκοπό τούτο, δυνάμει της Δ.59, Κ.
- Δεν υπάρχει, κατά το νόμο, δυνατότητα υπολογισμού τέτοιων εξόδων από τον ίδιο το δικηγόρο, τα οποία, στη συνεχεία, να διεκδικούνται από αυτό μέσω αγωγής.» Εν προκειμένω, η Ενάγουσα δικογραφικά δεν στηρίζεται μόνο σε υπολογισμό εξόδων από την ίδια αλλά επίσης και σε επιπρόσθετο καθορισμένο ποσό στη βάση των δύο διοριστήριων εγγράφων αλλά και σε συμφωνία ημερομηνίας 11/6/21 για την κατ' ισχυρισμό επίλυση των διαφωνιών σε σχέση με τα έξοδα. Τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 και ειδικότερα το κατά πόσο θα μπορούσε ή όχι η ενάγουσα να υπολογίσει και σε ποια έκταση τα έξοδα και να διεκδικήσει αυτά μέσω αγωγής καταδεικνύουν ακριβώς την ύπαρξη δικάσιμου θέματος που δεν δικαιολογεί την παράκαμψη διεξαγωγής της κανονικής διαδικασίας της ακρόασης σε σχέση με τις Εναγόμενες 1 και
- Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρόν στάδιο και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει, κρίνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που θέτει εύλογες αμφιβολίες σε σχέση με την ισχυριζόμενη οφειλή με τρόπο ώστε να είναι δίκαιο και εύλογο να δοθεί στις Εναγόμενες 1 και 2 άδεια να υπερασπισθούν. Οι Εναγόμενες 1 και 2 έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχουν δικάσιμο θέμα. Τα όσα έχουν προβληθεί εκ μέρους τους σε αυτή τη διαδικασία είναι επαρκή για να οδηγήσουν την απαίτηση της Ενάγουσας σε κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να μην ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η ενεργοποίηση του θεσμοθετημένου μηχανισμού έκδοσης συνοπτικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Συνακόλουθα, δίδεται άδεια στις Εναγόμενες 1 και 2 όπως καταχωρίσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 30 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και σε βάρος της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παράγραφος 14 (α) της Έκθεσης Απαίτησης. [2] Παράγραφος 8 της Ένορκης Δήλωσης Σ. [3] Stavrinides v Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130,133 και Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818, 824 - 825). Kyprianides ν. loannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. ν. Central Co- Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(A) Α.Α.Δ. 5, Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1(A) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 817, Ζερβός ν. Eurolnvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168, 1171, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 [4] Δημητρίου v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782,789 [5] Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, [6] Ανδρονίκου v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Brainvibes Ltd κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση 504/2012, 17/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:A235). [7] N. V. Caterchef v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912, Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Χαράκης ν Βρυώνη, Πολιτική Έφεση Ε28/2017, 24/10/2018 Καζαμίας ν Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 ΑΑΔ 752. [8] Δ.18, θ.3 (b): «The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim.» [9] Βλ. επίσης Roberts ν. Plant
(1895)1 Q.B. 597, Jacobs ν. Booth's Distillery Co 85 L.T.R. 262 και Anglo-ltalian Bank v. Wells and Davies 38 L.T. 197. [10] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [11] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [12] Παράγραφος 39 σελ. 11 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο