← Κύπρος

Δ. Μ. ν. Γ. Π. Κ., Αίτηση - Έφεση: 283/2015, 30/8/2022

Δ. Μ. ν. Γ. Π. Κ., Αίτηση - Έφεση: 283/2015, 30/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A318 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση: 283/2015 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (ΚΕΦ.224) όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 80 και 85 Μεταξύ: Δ. Μ. Αιτητή/Εφεσείοντα και Γ. Π. Κ. Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 30/8/2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή- Εφεσείοντα: κ. Ι. Τυπογράφος για Ι. Μ. ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη: κ.κ. Α. Χρ. Ευτυχίου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση Αίτηση - Έφεση η οποία καταχωρίστηκε στις 10/8/15 στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13/7/15 για παραχώρηση δικαιώματος διάβασης στο ακίνητο της Εφεσίβλητης διαμέσου του ακινήτου του Εφεσείοντα καθορίζοντας αποζημίωση ύψους €300 υπέρ του Εφεσείοντα. Επιδιώκεται από τον Εφεσείοντα η έκδοση διατάγματος του ακόλουθου διατάγματος: «Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οιουδήποτε αποτελέσματος και/ή όπως το Δικαστήριο προβεί στην ακύρωση και/ή τροποποίηση της διαταγής και/ή της γνωστοποίησης και/ή της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 12/7/2015 στην αίτηση με αριθμό Α.Ε.Δ. 1007/13 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας με την οποία καθορίστηκε και/ή αποφασίστηκε η κατεύθυνση της διόδου, η έκταση του δικαιώματος διάβασης και το ποσό της αποζημίωσης που θα καταβληθεί». Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 11Α, 80 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 (622/1956) και το άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Ο Εφεσείων προβάλλει 14 λόγους έφεσης. Συνοπτικά, προβάλλεται ότι η απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του Διευθυντή, είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη, ο Διευθυντής δεν προέβη σε δέουσα και επαρκή έρευνα και προχώρησε στον καθορισμό της επίδικης διόδου χωρίς να εξετάσει και να αποφασίσει πρώτα τη θέση των εγγεγραμμένων συνόρων μεταξύ του δουλεύοντος και του αποκτώντος ακινήτου ως επίσης και την εγγεγραμμένη θέση του ποταμού. Προβάλλεται ακόμη, ότι ο Διευθυντής και ο αντιπρόσωπος του προέβηκαν σε λανθασμένες μετρήσεις και εκτιμήσεις, δεν ακολουθήθηκε κατά την επιτόπια εξέταση η ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία, δεν τηρήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και η απόφαση του Διευθυντή ήταν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα. Η Αίτηση - Έφεση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εφεσείοντα (στο εξής ο Μ. και η Ένορκη Δήλωση Μ.) και από την ένορκη δήλωση του κ. Χ. Μ. (στο εξής ο Μ. και η Ένορκη Δήλωση Μ). Ο Μ. επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους έφεσης. Επισημαίνει ότι ο Διευθυντής κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης βασίστηκε στην επί τόπου θέση της γέφυρας χωρίς να προβεί σε έρευνα αναφορικά με το κατά πόσο η γέφυρα κατασκευάστηκε στο πλαίσιο πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας, γεγονός που θα διασφάλιζε τη νομιμότητα της και την αναγκαία ασφάλεια για να χρησιμοποιείται ως δίοδος. Είναι η θέση του Εφεσείοντα ότι ο Διευθυντής προχώρησε στην έκδοση της απόφασης του την οποία «στήριξε πάνω στις παρανομίες που η εφεσίβλητη πραγματοποίησε».[1] Περαιτέρω, ο Διευθυντής, θα έπρεπε κατά τη θέση του Μ. να καθορίσει το δικαίωμα διάβασης προς όφελος του αποκτώντος μέρους κατά μήκος του βόρειου συνόρου του κτήματος του και κατά μήκος της δυτικής πλευράς του κτήματος με αριθμό τεμαχίου [ ]. Προς τούτο, κατέθεσε ως Τεκμήριο Β σχέδιο από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι ετοιμάστηκε από κάποιο τοπογράφο μηχανικό το όνομα του οποίου καταγράφεται επί του σχεδίου και το οποίο φέρει επίσης σφραγίδα και υπογραφή. Η δίοδος στην οποία αναφέρεται, υποδεικνύεται με καφέ χρώμα στο ρηθέν σχέδιο. Σε ότι αφορά το ποσό της το ποσό της αποζημίωσης, ο Διευθυντής, σύμφωνα πάντα με τον Μ., βασίστηκε σε συγκριτικές πωλήσεις που αφορούν κτήματα που πωλήθηκαν και τα οποία ευρίσκονται σε διαφορετικές ζώνες και έχουν διαφορετικά φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά με το κτήμα του. Παραθέτω στη συνέχεια μία σύνοψη των όσων προβάλλονται και στην Ένορκη Δήλωση Μ. Ο Μ., ως ο ίδιος αναφέρει, είναι συνταξιούχος κτηματολογικός υπάλληλος ο οποίος μετά την πρόωρη αφυπηρέτηση του άνοιξε δικό του γραφείο και ασχολείται με διάφορες κτηματολογικές υποθέσεις, δίδει συμβουλές για κτηματολογικά θέματα και παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για θέματα που αφορούν, μεταξύ άλλων, δικαιώματα διάβασης. Ο ίδιος επισκέφθηκε επί τόπου τα επίδικα κτήματα και του υποδείχθηκε από τον Εφεσείοντα η κατεύθυνση και έκταση του δικαιώματος διάβασης όπως αυτή καθορίστηκε από τον Διευθυντή. Ο Μ. αναφέρει ότι πριν την επιτόπια εξέταση στην οποία προέβη ο ίδιος είχε μελετήσει τόσο την απόφαση του Διευθυντή όσο και το σχέδιο του αρμόδιου χωρομέτρη (Τεκμήριο Β). Με αναφορά στο σχέδιο εξηγεί ότι ο ποταμός έχει μετακινηθεί από την εγγεγραμμένη θέση του και ευρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος του μέσα στο κτήμα του Εφεσείοντα. Λέγει επίσης ότι η Εφεσίβλητη έχει πραγματοποιήσει παράνομη επέμβαση στο κτήμα του Εφεσείοντα παραπέμποντας και πάλι στο σχέδιο Τεκμήριο Β. Εξαιτίας των παράνομων επεμβάσεων, ο Εφεσίων υπέβαλε στις 10/3/2015 αίτηση για τον καθορισμό των συνόρων του κτήματος του και του κτήματος της Εφεσίβλητης και τον καθορισμό της εγγεγραμμένης θέσης του ποταμού η εξέταση της οποίας δεν έχει συμπληρωθεί. Σύμφωνα με τον Μ., από πληροφορίες που του έδωσε ο Εφεσείων αλλά και μετά από δική του έρευνα η Εφεσίβλητη προχώρησε με δικά της έξοδα στην κατασκευή της γέφυρας χωρίς να εξασφαλίσει οποιαδήποτε πολεοδομική ή οικοδομική άδεια. Κατά τον Μ., ο Διευθυντής βάσισε την απόφαση του για τον καθορισμό του δικαιώματος διάβασης στην επιτόπου θέση της παράνομα κατασκευασθείσας γέφυρας χωρίς να εξετάσει κατά πόσο η γέφυρα κατασκευάστηκε νόμιμα, χωρίς να εξασφαλίσει την έγκριση και/ή την άδεια της αρμόδιας αρχής, γεγονός που καθιστά την απόφαση του λανθασμένη λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και ορθής αιτιολογίας. Σύμφωνα πάντα με τον Μιχαήλ, η θέση της γέφυρας αποτέλεσε τον βασικό παράγοντα που ώθησε τον Διευθυντή να καθορίσει το δικαίωμα διάβασης με τον τρόπο που το καθόρισε ώστε αυτό να είναι η προέκταση της θέσης της γέφυρας και τον απέτρεψε να αναζητήσει άλλες λύσεις ώστε να καθορίσει το δικαίωμα διάβασης στη θέση που φαίνεται με καφέ χρώμα στο σχέδιο Τεκμήριο Β. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τον Μ., η απόφαση του Διευθυντή για τον καθορισμό του δικαιώματος διάβασης είναι πρόωρη επειδή έπρεπε να εξετάσει πρώτα την αίτηση διαφοράς συνόρων του Εφεσείοντα γεγονός που θα τον βοηθούσε να αποφασίσει με πιο ορθολογιστικό τρόπο την κατεύθυνση της διόδου. Ο Διευθυντής καταχώρισε την αιτιολογημένη απόφαση του στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σε αυτήν, αναφέρει ότι το ακίνητο του Εφεσίβλητης είναι περίκλειστο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να στερείται της αναγκαίας διόδου προς τον δημόσιο δρόμο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση ζητώντας να καθοριστεί δίοδος πλάτους 3,66 μέτρων προς όφελος του ακινήτου της με πληρωμή εύλογης αποζημίωσης με σκοπό την ανάπτυξη του ακινήτου της. Αναφέρει επίσης ότι η δίοδος ζητήθηκε αρχικά από τα παρακείμενα ακίνητα με αριθμό [ ], [ ], [ ] και [ ]. Ο Διευθυντής διά των αρμόδιων Κτηματολόγων Επιτόπιων Ερευνών κοινοποίησε στα ενδιαφερόμενα μέρη την ημερομηνία επιτόπιας εξέτασης. Σύμφωνα με το Παράρτημα Α ειδοποιήθηκαν όλοι οι ιδιοκτήτες των ανωτέρω αναφερόμενων παρακείμενων ακινήτων. Ακολούθως, αναφέρει ότι κατά την επιτόπια έρευνα διαπιστώθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε ήδη κατασκευάσει γεφύρι υπεράνω του ποταμού και είχε ήδη παραχωρήσει οικειοθελώς δικαίωμα διάβασης από το ακίνητο με αριθμό [ ] το οποίο επίσης ανήκει στην εφεσίβλητη (σχετικά είναι τα παραρτήματα Γ και Δ στην Αιτιολογημένη Απόφαση). Υπό αυτές τις περιστάσεις, όπως αναφέρεται στην αιτιολογημένη απόφαση, διαπιστώθηκε ότι κατάλληλο για την δίοδο ήταν και το ακίνητο του Εφεσείοντα το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένο σε τρίτο προσώπου που απεβίωσε με αποτέλεσμα να ειδοποιηθούν σχετικά ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα οι κληρονόμοι μεταξύ των οποίων και ο Εφεσείων. Μετά από εισήγηση της Κτηματολόγου η αίτηση στάληκε και στον κλάδο χωρομετρίας για να διαπιστωθεί η ακριβής θέση του γεφυριού οπότε και έλαβε χώρα χωρομετρική εργασία από αρμόδιο χωρομέτρη η οποία ελέγχθηκε και από το Τμήμα Κτηματικών Χωρομετρήσεων και Χαρτογραφήσεων και ετοιμάστηκε σχετικό σχέδιο και σχεδιάγραμμα σύμφωνα με την επί τόπου θέση του γεφυριού και του ποταμού (Παραρτήματα Στ και Ζ στην αιτιολογημένη απόφαση). Μετά την χωρομετρική εργασία έλαβε χώρα επανεξέταση και στην παρουσία του Εφεσείοντα και της Εφεσίβλητης, η αρμόδια χωρομέτρης υπέδειξε τα σύνορα των τεμαχίων και τη θέση της προτεινόμενης διόδου. Εν τω μεταξύ είχε ταυτόχρονα εξεταστεί και σχετική αίτηση του Εφεσείοντα για εγγραφή του τεμαχίου επ' ονόματι του δυνάμει κληρονομιάς πράγμα το οποίο έγινε. Επειδή δεν προέκυψε οποιαδήποτε συμφωνία, η κτηματολόγος, κατόπιν εξέτασης των φυσικών και νομικών χαρακτηριστικών των τεμαχίων και λαμβάνοντας υπόψη την οικειοθελώς παραχωρούμενη δίοδο από το τεμάχιο [ ] και το τεμάχιο [ ] (Παραρτήματα Ι και ΙΑ στην Αιτιολογημένη Απόφαση), καθώς και την επιτόπου θέση του γεφυριού και ποταμού και τους λόγους που αναφέρονται στο υπόμνημα (Παραρτήματα ΙΒ1 και ΙΒ2 στην Αιτιολογημένη Απόφαση), εισηγήθηκε την παραχώρηση της επίδικης διόδου όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα Παράρτημα ΙΓ στην Αιτιολογημένη Απόφαση). Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 13/7/2015 εκτίθεται στη γνωστοποίηση (Τύπος Ν286) και στο σχετικό σχεδιάγραμμα (Παράρτημα ΙΔ και ΙΕ). Ως καταβλητέα αποζημίωση καθορίστηκε σε σχέση με τον Εφεσείοντα το ποσό των €300 και σε σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του ακινήτου της οποίας επίσης διήλθε το επίδικο δικαίωμα διάβασης το ποσό των €200. Τα ρηθέντα ποσά υπολογίστηκαν στη βάση της συγκριτικής μεθόδου και παρατίθενται στην Έκθεση Εκτίμησης Πίνακας Συγκριτικών Πωλήσεων (Παραρτήματα ΙΖ, ΙΗ και ΙΘ στην Αιτιολογημένη Απόφαση). Η Εφεσίβλητη καταχώρισε στις 21/1/16 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση - Έφεση η οποία βασίζεται στα άρθρα 11Α, 12, 80 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στον Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956 και στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (παροχή διόδου) Κανονισμούς του 1967. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της εφεσίβλητης (στο εξής η Κκαΐλη και η Ένορκη Δήλωση Κκαΐλη). Η Κκαΐλη αναφέρει ότι η Αίτηση - Έφεση είναι άκυρη διότι δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που επηρεάζονται από τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου που είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Περαιτέρω, συνοπτικά προβάλλει το νόμιμο και ορθό της απόφασης του Διευθυντή. Σύμφωνα με την Εφεσίβλητη, η απόφαση του διευθυντή είναι λογική, δίκαιη και δεόντως αιτιολογημένη. Στην Ένορκη Δήλωση Κκαΐλη ουσιαστικά επαναλμβάνεται το περιεχόμενο της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ως προβλέπεται από τον Κ.10

(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Παρά το γεγονός ότι εκδόθηκαν από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εκατέρωθεν διατάγματα αντεξέτασης μετά από σχετικό αίτημα των συνηγόρων των διαδίκων, εντούτοις αμφότεροι συνήγοροι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να προβούν σε αντεξέταση. Συνεπώς, το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Προτού προχωρήσω, επισημαίνω μελετώντας τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων, διαπίστωσα ότι, η πλευρά του Αιτητή, παραθέτει στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της μαρτυρία επισυνάπτοντας μάλιστα και διάφορα έγγραφα ως Παραρτήματα. Πρόκειται για μαρτυρία η οποία δεν τέθηκε, ούτε επιχειρήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των κατάλληλων δικονομικών διαβημάτων προτού η υπό κρίση Αίτηση προχωρήσει σε ακρόαση. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή[4] ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν παραδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων. Στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, του Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη Β΄ Έκδοση, σελ. 128 αναφέρεται ότι: «Όπου (οι αγορεύσεις) δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία (και στο βαθμό που στοχεύουν στην απόδειξη αμφισβητούμενων ισχυρισμών ή γεγονότων) πρέπει να αγνοούνται». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν λαμβάνω καθόλου υπόψη και αγνοώ[5] οτιδήποτε δεν προκύπτει είτε από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση - Έφεση και την ένσταση αντίστοιχα είτε από το περιεχόμενο Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή μαζί με τα συνημμένα σε αυτής Παραρτήματα. Η παραχώρηση δικαιώματος διόδου διέπεται από το άρθρο 11Α του Κεφ. 224, το οποίο προνοεί την παραχώρηση δικαιώματος παροχής διόδου έναντι πληρωμής εύλογης αποζημίωσης τόσο στην περίπτωση όπου το κτήμα είναι περίκλειστο όσο και στην περίπτωση όπου η υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Διευθυντής προβαίνει στην παραχώρηση διόδου ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 11Α του Κεφ. 224, όπως επίσης οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμοί του 1967, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)του άρθρου 11Α, και γνωστοποιεί την απόφασή του στους ενδιαφερόμενους. Ο καθορισμός της θέσης της διόδου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή, και οι εξουσίες αυτού καθορίζονται στο άρθρο 11Α του Κεφ. 224 αναγόμενες στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.[6] Σε ότι αφορά ειδικότερα την παραχώρηση δικαιώματος διόδου, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 C.L.R. 619, ο Διευθυντής μετά τη διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας καθορίζει την κατεύθυνση και την έκταση της διόδου αφού λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες. Στην περίπτωση δε που υπάρχουν περισσότερα από ένα κτήματα που δυνατόν να θεωρηθούν κατάλληλα, ο Διευθυντής έχει την εξουσία να κάμει εκλογή και να αποφασίσει το κτήμα πάνω στο οποίο θα δοθεί το δικαίωμα διόδου λαμβάνοντας υπόψη τη δημιουργία της ελάχιστης δυνατής ζημιάς, οχληρίας και ταλαιπωρίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στους Κανονισμούς 6 και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967 ο Διευθυντής προβαίνει στον καθορισμό της κατεύθυνσης της διόδου «κατόπιν μελέτης πάντων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων». Ο Διευθυντής, αποφασίζοντας ένα δικαίωμα διόδου έχει διακριτική εξουσία να αποφασίσει πάνω σε ιδιωτικά δικαιώματα. Περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στη Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R 58, ο Διευθυντής ενεργεί υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα και επομένως οι αποφάσεις του πρέπει να είναι αιτιολογημένες, όπως και οι αποφάσεις των Δικαστηρίων. Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 ακολουθεί τις αρχές με βάση τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παλαιότερα στη διοικητική του δικαιοδοσία και τώρα το Διοικητικό Δικαστήριο προβαίνει σε δικαστικό έλεγχο σε συνάρτηση με διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημόσιου δικαίου.[7] Με τη διαφορά ότι υπάρχει η δυνατότητα ο έλεγχος του Δικαστηρίου να μην περιοριστεί στον έλεγχο νομιμότητας μιας απόφασης αλλά να επεκταθεί στην ορθότητα αυτής με την εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκτείνεται, όχι μόνο στην ακύρωση, αλλά και στην τροποποίηση, αντικατάσταση της απόφασης και γενικότερα στη ρύθμιση των δικαιωμάτων των διαδίκων κατά το δίκαιο του πράγματος υποκαθιστώντας την απόφαση του Διευθυντή με δική του.[8] Η σχετική εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή ως προς τον καθορισμό διόδου παρέχει την ευχέρεια έκδοσης οποιασδήποτε απόφασης κριθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ωστόσο, όπως είναι νομολογημένο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή. Το πράττει μόνον όταν συντρέχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία που έχει ο Διευθυντής με βάση τον νόμο και τους κανονισμούς είναι ευρεία και είναι το πιο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίσει, ως ειδικός, τα θέματα που εγείρονται ενώπιον του. Το Δικαστήριο, στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του.[9] Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείων.[10] Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης έχοντας κατά νου το νομικό πλαίσιο που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα ως αυτό έχει συνοψισθεί πιο πάνω. Σε ότι αφορά τη θέση περί ακυρότητας της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης «διότι δεν επισυνάφθηκε σ' αυτή η απόφαση του Διευθυντή και δεν επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα που επηρεάζονται από τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου που είναι η Κυπριακή Δημοκρατία»[11] αυτή είναι υποκείμενη σε απόρριψη για τους ακόλουθους λόγους: Σε ότι αφορά το ζήτημα της επισύναψης της απόφασης του Διευθυντή, στην υπό κρίση Αίτηση - Έφεση διαπιστώνω ότι έχει επισυναφθεί η σχετική απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 13/7/2015 ως αυτή εκτίθεται στη γνωστοποίηση (Τύπος Ν286). Περαιτέρω, τέσσερα αντίγραφα της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή διαβιβάστηκαν στον αρμόδιο πρωτοκολλητή και καταχωρίστηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου μετά την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών 5
(3), 6
(2)και
(3)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Συνακόλουθα, η σχετική θέση είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τη θέση περί μη επίδοσης στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ενδιαφερόμενο μέρος που επηρεάζεται από τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου, αυτός ο ισχυρισμός τέθηκε εντελώς γενικά, αόριστα και χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση με αποτέλεσμα να είναι υποκείμενος σε απόρριψη. Περαιτέρω, ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων της Εφεσίβλητης, διαπιστώνω ότι η θέση αυτή δεν προωθήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με αποτέλεσμα να έχει ουσιαστικά εγκαταλειφθεί. Η Εφεσίβλητη δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων τόσο σε σχέση με την επικαλούμενη ιδιότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου όσο κυρίως, σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό επηρεασμό των όποιων δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από την υπό κρίση Αίτηση. Το γεγονός ότι όπως προκύπτει από την γνωστοποίηση του Διευθυντή (Τύπος Ν286) (Παράρτημα ΙΔ της Αιτιολογημένης Απόφασης) το δικαίωμα διάβασης διήλθε εκτός από το τεμάχιο του Εφεσείοντα και από τεμάχιο της Κυπριακής Δημοκρατίας με τον σχετικό Τύπο (Ν286) να γνωστοποιείται στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν αρκεί από μόνο του προς στοιχειοθέτηση της θέσης περί επηρεασμού των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας από την υπό κρίση Αίτηση με τρόπο ώστε να τίθεται ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας. Εν πάσει περιπτώσει, ενόψει της δεδομένης και μη αμφισβητούμενης επίδοσης της υπό κρίση Αίτηση στον Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν θεωρώ ότι η παρούσα διαδικασία δεν τέθηκε υπό αυτές τις περιστάσεις στη γνώση της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη του Υπουργείου Εσωτερικών (στο οποίο είχε προωθηθεί ο Τύπος (Ν286)), λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το Τμήμα του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στο οποίο επιδόθηκε η υπό κρίση Αίτηση, αποτελεί τμήμα του Υπουργείου Εσωτερικών. Επιπρόσθετα, δεν διαφαίνεται οποιοσδήποτε επηρεασμός των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού σε περίπτωση απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης τα πράγματα θα παραμείνουν ως έχουν ενώ σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη επιβάρυνση του τεμαχίου με τη δουλεία που δημιουργήθηκε από την απόφαση του Διευθυντή και εναντίον του οποίου αυτή τη στιγμή επενεργεί. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους έφεσης που συναρτώνται τόσο με το ζήτημα της αιτιολόγησης της Απόφασης του Διευθυντή όσο και με το ζήτημα της δέουσας και επαρκούς έρευνας εκ μέρους του Διευθυντή πριν τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Όπως αναφέρθηκε κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής, ο Διευθυντής ενασκώντας την εξουσία του για καθορισμό διόδου επιτελεί οιονεί δικαστική λειτουργία, με αποτέλεσμα να είναι επιβεβλημένη η αιτιολόγηση των αποφάσεων του (Georghiou v. Hjiphesa ανωτέρω). Πότε μία απόφαση θεωρείται αιτιολογημένη περιγράφεται με σαφήνεια στην Κατσούρα ν. Δημοκρατίας
(1989)3Γ Α.Α.Δ. 1728: «Οι αποφάσεις των διοικητικών αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη, επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη Διοίκηση στην απόφαση της, καθώς και παράθεση κριτηρίων με βάση τα οποία η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια - (Δαγτόγλου - Διοικητικό Δίκαιο α', β' έκδοση, σελ. 219' Παναγοπούλου - Περί της Αιτιολογίας των Διοικητικών Πράξεων, 1976, σελ. 25,106). Η αιτιολογία μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η αιτιολογία δεν είναι αναγκαίο να είναι μακροσκελής. Μπορεί να είναι και λακωνική, ανάλογα με την περίπτωση. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται o δικαστικός έλεγχος. (Βλ., μεταξύ άλλων, Stavros Rallis and Greek Communal Chamber (Director, Greek Education) 5 R.S.C.C. 11, στη σελ. 18, Pancyprian Federation of Labour (PEO) and 1. Board of Cinematograph Films Censors, 2, Minister of Interior of the Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 27, Sunshore Estates Ltd v. The Municipal Corporation of Famagusta
(1971)3 C.L.R. 440, Alona Co -Operative Society v. Republic
(1986)3 C.L.R. 222, Skaros v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 2109, Nicolaides v. Municipality of Latsia
(1987)3 C.L.R. 1496, Κυπριακή Δημοκρατία, Μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και Άλλος ν. Σταύρου Φιλιππίδη
(1989)3 Α.Α.Δ. 292). Η αιτιολογία είναι σαφής εφόσον αναφέρονται συγκεκριμένα τα στοιχεία στα οποία η Διοίκηση στήριξε την ουσιαστική κρίση της, ειδικά για την κρινόμενη περίπτωση, σε τρόπο ώστε να είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Η σαφήνεια αυτή δεν είναι συνάρτηση της λεπτομέρειας, αρκεί η αιτιολογία να είναι σαφής, έστω και περιληπτική, εφόσον τα επί μέρους στοιχεία υπάρχουν αναλυτικά στο φάκελο. Αιτιολογία που διατυπώνεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, ώστε να μην προκύπτει με ποια στοιχεία μορφώθηκε η κρίση ή πρόκριση της διοίκησης, είναι αόριστη, γιατί ο Δικαστής δεν έχει στη διάθεση του συγκεκριμένα στοιχεία επιδεκτικά δικανικής εκτίμησης και άσκησης του δικαστικού ελέγχου. Η αοριστία όμως καλύπτεται από τα στοιχεία του φακέλου όταν τα στοιχεία αυτά συμπληρώνουν την αοριστία, στην περίπτωση που το σφάλμα περιορίζεται στη διατύπωση της αιτιολογίας - (Οικονόμου - "Ο Δικαστικός Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας" 1966, σελ. 235).»[12] (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ότι αφορά την επάρκεια της έρευνας έχει νομολογηθεί ότι το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα. Η μορφή της έρευνας είναι συνυφασμένη με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που θα υιοθετηθεί ποικίλει ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι, αν χρειαστεί, η έρευνα μπορεί να ανατεθεί και σε άλλο όργανο της διοίκησης, ώστε να εξασφαλιστεί το ζητούμενο, που δεν είναι άλλο από τη συλλογή και διερεύνηση όλων των ουσιωδών ζητημάτων.[13] Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή, η δίοδος ζητήθηκε αρχικά από τα παρακείμενα ακίνητα με αριθμό [ ], [ ], [ ] και [ ] και σχετικό είναι το Παράρτημα Γ της Αιτιολογημένης Απόφασης. Πρόκειται για ένα Σχεδιάγραμμα όπου υποδεικνύεται με κόκκινο χρώμα το προτεινόμενο δικαίωμα διάβασης από την Εφεσίβλητη διαμέσου των πιο πάνω τεμαχίων. Περαιτέρω, στην Αιτιολογημένη Απόφαση εξηγείται ότι επειδή κατά την επιτόπια εξέταση διαπιστώθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε ήδη κατασκευάσει γεφύρι υπεράνω του ποταμού και επειδή είχε ήδη παραχωρήσει οικειοθελώς δικαίωμα διάβασης από άλλο ακίνητο δικής της ιδιοκτησίας «διαπιστώθηκε ότι κατάλληλο για την δίοδο ήτο και το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 610.».[14] (δηλαδή το ακίνητο του Εφεσείοντα). Στο υπόμνημα που επισυνάπτεται ως Παράρτημα ΙΒ1 της Αιτιολογημένης Απόφασης αναφέρεται ότι η προτεινόμενη δίοδος (δηλαδή από το τεμάχιο του Εφεσείοντα) ήταν ήδη κατασκευασμένη από την Αιτήτρια επαναλαμβάνοντας ότι επρόκειτο για γεφύρι το οποίο κατασκευάστηκε από την Εφεσίβλητη υπεράνω του ποταμού θεωρώντας ότι επρόκειτο για το κοινό σύνορο των γειτονικών τεμαχίων με τη συνέχεια του γεφυριού να διαμοιράζει το τεμάχιο του Εφεσείοντα. Στο Παράρτημα ΙΓ υποδεικνύεται με πράσινο χρώμα η επιτόπου θέση του περάσματος από το τεμάχιο του Εφεσείοντα που αποτελεί ουσιαστικά την προέκταση του γεφυριού. Είναι σαφές από το περιεχόμενο της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή ότι ο καθοριστικός παράγοντας που έλαβε υπόψη του προς όφελος της επίδικης διόδου από το τεμάχιο του Εφεσείοντα είναι το γεγονός ότι επί τόπου, η προτεινόμενη δίοδος είχε ήδη κατασκευαστεί από την Εφεσίβλητη. Σχετικές είναι οι ακόλουθες αναφορές στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή: «Κατά την επιτόπια έρευνα διαπιστώθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε ήδη κατασκευάσει γεφύρι υπεράνω του ποταμού όπως φαίνεται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Γ». Είχε επίσης παραχωρήσει οικειοθελώς δικαίωμα διάβασης από το ακίνητο με αρ. τεμαχίου [ ]. το οποίο επίσης ανήκει στην εφεσίβλητη.» Περαιτέρω, σχετικές επί του προκειμένου είναι και οι ακόλουθες αναφορές στο Υπόμνημα Παράρτημα ΙΒ1 της Αιτιολογημένης Απόφασης: «κατά την επιτόπια εξέταση. διαπιστώθηκε ότι η προτεινόμενη δίοδος. ήταν ήδη κατασκευασμένη από την αιτήτρια. . Πρόκειται για γεφύρι, πλάτους 4,80 μέτρων, το οποίο κατασκευάστηκε από την αιτήτρια υπεράνω του ποταμού, θεωρώντας ότι επρόκειτο για το κοινό σύνορο των γειτονικών τεμαχίων. Στην χωρομετρική εργασία που έγινε διαφάνηκε ότι το γεφύρι κατασκευάστηκε σε σημείο που η συνέχεια του διαμοίραζε το τεμάχιο [ ].[15] . Λαμβάνοντας υπόψη την επί τόπου κατάσταση.κρίθηκε ότι η ήδη κατασκευασμένη δίοδος, παρόλο που διαμοιράζει το δουλεύον ακίνητο δεν προκαλούσε μεγαλύτερη ζημιά ή οχληρία από την ήδη υπάρχουσα.» Από τα πιο πάνω προκύπτει με τρόπο αδιαμφησβήτητο ότι το βασικό και καθοριστικό κριτήριο στην τελική κρίση και απόφαση του Διευθυντή για την επιλογή της συγκεκριμένης διόδου ήταν το γεγονός ότι αυτή είχε ήδη κατασκευαστεί από την Εφεσίβλητη. Είχε με άλλα λόγια κατασκευαστεί από την Εφεσίβλητη μία γέφυρα η προέκταση της οποίας διαμοίραζε το τεμάχιο του Εφεσείοντα. Ενώ το γεγονός της ανέγερσης της γέφυρας από την Εφεσίβλητη και η επί τόπου θέση της απασχόλησε τον Διευθυντή και ήταν αδιαμφησβήτητα ουσιώδες γεγονός για αυτόν αφού αποτέλεσε τον αποφασιστικό και καθοριστικό παράγοντα για την κατεύθυνση της επίδικης διόδου, την ίδια στιγμή, δεν φαίνεται να τον απασχολεί η νομιμότητα ή μη της ανέγερσης της προκατασκευασμένης αυτής γέφυρας από την εφεσίβλητη, ούτε προκύπτει από την Απόφαση του κατά πόσο έλαβε ή όχι υπόψη του αυτήν την παράμετρο ή κατά πόσο τον προβλημάτισε με οποιοδήποτε τρόπο αυτό το γεγονός, ούτε και εξηγείται κατά πόσο η απόφαση του θα ήταν η ίδια σε περίπτωση που τίθετο ζήτημα νομιμότητας της ανέγερσης της γέφυρας. Με άλλα λόγια εγείρονται σοβαρές και εύλογες αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο η κατεύθυνση της επίδικη διόδου θα ήταν η προσφορότερη και καταλληλότερη κατά την γνώμη του Διευθυντή λύση σε περίπτωση που τίθετο πράγματι ζήτημα νομιμότητας της κατασκευής πάνω στην οποία ο ίδιος βασίστηκε για να καθορίσει την κατεύθυνση της επίδικης διόδου. Επιπρόσθετα, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Υπομνήματος Παράρτημα ΙΒ1 της Αιτιολογημένης Απόφασης συναντάται και η ακόλουθη αναφορά: «Πριν την έκδοση της απόφασης του Διευθυντή, έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες για διακανονισμό και παραχώρηση της διόδου οικειοθελώς, χωρίς ποτέ ο Εφεσείοντας να διαμαρτυρηθεί για την προκατασκευή της διόδου, αλλά απαιτούσε ότι έπρεπε να αποζημιωθεί σε μεγαλύτερη αξία από την απόφαση του Διευυντή.» Πρόκειται για μία αναφορά που επίσης δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά σε σχέση με το ζήτημα της επάρκειας της έρευνας αφού δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό επηρέασε την Απόφαση του Διευθυντή η αντίληψη που φαίνεται να υπήρχε από την πλευρά του Κτηματολογίου περί μη κατ' ισχυρισμό διαμαρτυρίας του Εφεσείοντα για την προκατασκευή της διόδου ή σε ποιο βαθμό επηρέασε τη διαδικασία έρευνας της προσφορότερης και καταλληλότερης λύσης και λήψης απόφασης εκ μέρους του Διευθυντή η επικαλούμενη μη εκδήλωση διαμαρτυρίας από τον Εφεσείοντα, η οποία, ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, από τη στιγμή που δεν προέκυψε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών για την παραχώρηση της διόδου, δεν φαίνεται να σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με το ζητούμενο, ήτοι την αναζήτηση της προσφορότερης και καταλληλότερης υπό τις περιστάσεις λύσης. Περαιτέρω, προκύπτουν επίσης και οι ακόλουθες ασάφειες, κενά και ελλείψεις στην αιτιολόγηση της Απόφασης του Διευθυντή. Ενώ γίνεται αναφορά ότι εξετάστηκε η εναλλακτική λύση της κατεύθυνσης της διόδου διαμέσου του τεμαχίου [ ] διαπιστώθηκε ότι αυτό βρισκόταν σε επίπεδο 4 μέτρων χαμηλότερα από το αιτούμενο ακίνητο. Πέραν του ότι δεν εξηγείται τι αυτό συνεπάγεται, η διαπίστωση αυτή δεν συνάδει με το γεγονός ότι στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή στην παράγραφο 11 αναφέρεται ότι λήφθηκε υπόψη για τη λήψη της επίδικης απόφασης η οικειοθελώς παραχωρούμενη δίοδος από το τεμάχιο [ ] (σχετικά είναι τα Παραρτήματα Ι και ΙΑ της Αιτιολογημένης Απόφασης) χωρίς να εξηγείται πως αυτό συνάδει με το γεγονός ότι το εν λόγω τεμάχιο βρίσκεται σε επίπεδο 4 μέτρων χαμηλότερα από το ακίνητο της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, στην παράγραφο 11 της Αιτιολογημένης Απόφασης αναφέρεται ότι η Κτηματολόγος εισηγήθηκε την παραχώρηση της διόδου όπως φαίνεται με πράσινο και λιλά χρώμα στο σχεδιάγραμμα ΙΓ με το λιλά χρώμα να περιγράφεται ως «επέμβαση» χωρίς όμως να εξειδικεύεται με οποιοδήποτε τρόπο αυτή η αναφορά. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, τα παράπονα του Εφεσείοντα τόσο σε σχέση με το ζήτημα της επάρκειας και πληρότητας της έρευνας όσο και σε σχέση με το ζήτημα της αιτιολόγησης της Απόφασης του Διευθυντή είναι βάσιμα. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, δεν έχει ικανοποιηθεί ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης έχει λάβει χώρα η διερεύνηση εκ μέρους του Διευθυντή όλων των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν βάση για ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το αντικείμενο της έρευνας και τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε κρίση ότι η έρευνα που έλαβε χώρα εν προκειμένω ήταν πλήρης και επαρκής. Περαιτέρω, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, αναδύεται ότι ταυτόχρονα, δεν έχουν εκτεθεί με πληρότητα, συνοχή και σαφήνεια τα κριτήρια βάσει των οποίων ο Διευθυντής κατέληξε στην επίδικη απόφαση γεγονός που καθιστά ατελή και αδύνατο τον δικαστικό έλεγχο αφού δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να αντιληφθεί και κυρίως να ελέγξει τη διεργασία και στοιχεία βάσει των οποίων ο Διευθυντής κατέληξε στο ζητούμενο, ήτοι ότι η επίδικη δίοδος ήταν η προσφορότερη και καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις λύση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης. Σε ότι αφορά το μέρος του αιτητικού της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης για τροποποίηση της απόφασης του Διευθυντή αυτό είναι υποκείμενο σε απόρριψη αφού, αφενός δεν έχω ενώπιόν μου όλα τα στοιχεία που θα μου παρείχαν τη δυνατότητα να υποκαταστήσω την κρίση του Διευθυντή με δική μου και αφετέρου, δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι ιδιοκτήτες των τεμαχίων δια μέσου των οποίων εισηγήθηκε ο Εφεσείων να κατευθυνθεί η δίοδος όπως αυτή υποδείχθηκε με καφέ χρώμα στο τοπογραφικό σχέδιο Τεκμήριο Β στην υπό κρίση Αίτηση - Έφεση. Συνακόλουθα, η υπό κρίση Αίτηση - Έφεση επιτυγχάνει και η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 10/8/15 παραμερίζεται και ακυρώνεται. Διατάσσεται η διεξαγωγή νέας επιτόπιας εξέτασης.[16] Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης, τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή - Εφεσείοντα και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση - Εφεσίβλητης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παράγραφος 16 της Ένορκης Δήλωση Μ. [2] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Hamisi Mwinyi Selmani v ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ποινική Έφεση Αρ. 235/2013, ημ. 5/6/2015, El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.α.
(1992)1B ΑΑΔ 1255, 1270. [5] Mitsui And Co. Ltd And Others V Rockwell Marine Ltd And Another
(1989)1 CLR 112, ημερ. 22/2/1989. [6] Peyiotis and another v. Polemitis
(1982)1 C.L.R. 442, Kafieros a.o. v. Theocharous a.o.
(1978)1 C.L.R. 619, Κραμβιάς κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 267). [7] Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 412. [8] Χαραλάμπους v. Αντρέου, Πολ. Έφ. 474/12 και 474Α/12, ημ. 5.12.18, ΛΟΥΚΙΑ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 213/2011, 29/6/2016, Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Σταύρου κ.ά.
(2015)1 Α.Α.Δ. 711, Οικονόμου κ.ά. v. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 366/11, ημ. 6.11.17, Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1982 Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 β Α.Α.Δ. 885, Αθανάση κ.α. ν. Χ" Μάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Georghiou ν. Hdjigeorghiou Ηjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58. Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944). [9] Peyiotis and another v. Polemitis (πιο πάνω), Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, Αριστοτέλους v. Χ" Κυριάκου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100. [10] Παύλου κ.ά. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, Αθανάση κ.ά. ν. Χ''Μάμα κ.ά. (πιο πάνω), Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1248, Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 541, Koυντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου (πιο πάνω) και Ιωάννου κ.ά. ν. Σιακαλλή κ.ά., Πολ. Έφεση 290/2009 ημερ. 11.9.2013. [11] Παράγραφος 3 της Ένορκης Δήλωσης [12] Βλ. επίσης Πισσάς ν. Δημοκρατίας
(1974)3 Α.Α.Δ. 476, Pioneer Candy Ltd v. Stelios Tryfon and Sons Ltd
(1981)1 C.L.R. 540Κυριακίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 298,Δημοκρατία ν. Χατζηγεωργίου
(1994)3 Α.Α.Δ. 574, Πιπερίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 134, Παύλου ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, Φράγκου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ 270, Σάββα κ.α. ν. Κώστα
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1944 και Δημοκρίτου ν. Κολοσσιάτη κ.α.
(2007)1Α Α.Α.Δ. 235), Δαγτόγλου,Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, 3η έκδοση, 1992, παρα. 636, 646 και 647. [13] Δημοκρατία κ.α. ν. Κοινότητα Πυργών κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 503, Ε.Ε.Υ. ν. Ζάμπογλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Υπουργού Μεταφορών κ.α.
(1999)3 Α.Α.Δ. 447, Κυθραιώτης ν. Δημοκρατία
(2009)3 Α.Α.Δ. 99 και Χωματένος ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 120). [14] παράγραφος 6 της Αιτιολογημένης Απόφασης. Η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. [15] Πρόκειται για το τεμάχιο του Εφεσείοντα. [16] Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 CLR 442 και Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 ΑΑΔ 973. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.