ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ν. ANDIVE INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 574/2013, 22/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A315 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 574/2013 Μεταξύ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Eνάγουσας και ANDIVE INVESTMENTS LTD Eναγόμενης Ημερομηνία: 22 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα Χ. Χριστοδούλου για ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κα Α. Ξυψιτή για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει την καταβολή ποσού ύψους €7.820,00 από την Εναγόμενη σε σχέση με υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν στην Εναγόμενη από την Ενάγουσα. Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι περί το έτος 2008 η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη την ετοιμασία στατικών και αντισεισμικών μελετών για 13 σπίτια έναντι συμφωνηθέντος και/ή εύλογου ανταλλάγματος. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι για την παροχή των υπηρεσιών της η Ενάγουσα θα εξέδιδε τιμολόγια τα οποία η Εναγόμενη θα ξοφλούσε εντός εύλογου χρόνου. Η Ενάγουσα ετοίμασε και παρέδωσε τις επίδικες μελέτες στην Εναγόμενη και στις 12/9/08 εξέδωσε στο όνομα της τιμολόγιο με το αξιούμενο ποσό το οποίο δεν πληρώθηκε. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε οτιδήποτε με την Ενάγουσα. Είναι η δικογραφημένη θέση της ότι όλες οι συμφωνίες για την ετοιμασία των διαφόρων μελετών για την ανέγερση των σπιτιών στα οποία αναφέρεται η Ενάγουσα έγιναν με τον αρχιτέκτονα κ. Νικολαΐδη τον οποίο η Εναγόμενη έχει ξοφλήσει. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα παρουσίασε δύο
(2)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο κ. Σ. Π., Πολιτικός Μηχανικός ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας (ΜΕ1) και δεύτερος μάρτυρας ο κ. Κ. Ν., αρχιτέκτονας (ΜΕ2). Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσε μαρτυρία ένας
(1)μάρτυρας, ο κ. Μ. Μ., διευθυντής της Εναγόμενης (ΜΥ1). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι είναι Πολιτικός Μηχανικός και βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Περί το 2008 ήρθαν σε συμφωνία με την Εναγόμενη για την εκπόνηση στατικής και αντισεισμικής μελέτης για 13 σπίτια έναντι εύλογου ανταλλάγματος ώστε να μπορέσει η Εναγόμενη να εκδώσει άδεια οικοδομής. Την Εναγόμενη είχε συστήσει στην Ενάγουσα ο κ. Ν. (ΜΕ2) ο οποίος ανέλαβε την αρχιτεκτονική μελέτη για τα 13 σπίτια και με τον οποία η Ενάγουσα είχε συνεργαστεί αρκετές φορές. Η στατική και αντισεισμική μελέτη παραδόθηκε στην Εναγόμενη στις 4/9/2008 με σχετική επιστολή παράδοσης που υπογράφηκε από τον κ. K. ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης. Για την ετοιμασία της μελέτης η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο το οποίο απέστειλε στην κα L. διευθύντρια και ιδιοκτήτρια της Εναγόμενης και το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι μίλησε τηλεφωνικά με την πλευρά της Εναγόμενης που του έδωσε τις προδιαγραφές και την εντολή να εκπονήσει προς όφελος της στατικές και αντισεισμικές μελέτες. Κληθείς να κατονομάσει τα πρόσωπα με τα οποία είχε μιλήσει ανέφερε ότι το ένα πρόσωπο ήταν αυτό που παρέλαβε την επίδικη μελέτη θέτοντας την υπογραφή του (Τεκμήριο 2), ο κ. I. K. και το άλλο ήταν η κα Ν. τα ονόματα των οποίων καταγράφει, όπως ανέφερε, στις χειρόγραφες σημειώσεις του επί του τιμολογίου (Τεκμήριο 3). Ανέφερε ότι ανά διαστήματα είχε μιλήσει και με άλλα άτομα από την Εναγόμενη πλην όμως δεν θυμόταν τα ονόματα τους επειδή έχουν περάσει, όπως ανέφερε, αρκετά χρόνια. Σε σχέση με το γεγονός της διόρθωσης του ονόματος στο οποίο αρχικά εκδόθηκε το τιμολόγιο και ειδικότερα ότι αυτό αρχικά εκδόθηκε στο όνομα του αρχιτέκτονα κ. Ν. και στη συνέχεια διορθώθηκε από τον ίδιο ανέφερε ότι αυτό έγινε εκ παραδρομής και μόλις αντιλήφθηκε το λάθος το διόρθωσε. Ανέφερε επίσης ότι όσα χρόνια συνεργάζεται με τον κ. Ν. τις μελέτες του τις προωθούσε σε αυτόν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ενώ στην περίπτωση της Εναγόμενης επειδή ακριβώς ήταν πελάτης δικός του και όχι του κ. Ν. ήταν η πρώτη και μόνη φορά που είχε τυπώσει στο γραφείο τις επίδικες μελέτες τις οποίες υπέγραψε ο ίδιος ο ΜΕ1, ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις τις υπέγραφε ο κ. Ν. Ο ΜΕ2 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι η συμφωνία που ο ίδιος είχε συνάψει με την Εναγόμενη αφορούσε μόνο την αρχιτεκτονική μελέτη την οποία ετοίμασε και για την οποία πληρώθηκε. Σε σχέση με την στατική και αντισεισμική μελέτη σύστησε την Ενάγουσα και δεν είχε καμία εμπλοκή στη συμφωνία που έγινε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης ούτε έλαβε οποιαδήποτε πληρωμή για τις υπηρεσίες Πολιτικού Μηχανικού. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν συνήθιζε να κάνει στατικές μελέτες και συνεργαζόταν με άλλους πολιτικούς μηχανικούς για την ετοιμασία τους. Στο παρελθόν συνεργαζόταν με διάφορους πολιτικούς μηχανικούς αλλά όταν βρήκε τον ΜΕ1 και έμεινε ευχαριστημένος μαζί του συνεργαζόταν μόνο με αυτόν. Ερωτηθείς για τον τρόπο συνεργασίας τους γενικά, ανέφερε ότι του έδιδε αυτός οδηγίες για την ετοιμασία των στατικών μελετών και τον πλήρωνε ο ίδιος. Στην επίδικη περίπτωση δεν έγινε αυτό επειδή οι ίδιοι ως γραφείο ανέλαβαν μόνο την αρχιτεκτονική μελέτη, αρνήθηκαν να κάνουν τη στατική μελέτη και του ζήτησαν να τους συστήσει πολιτικό μηχανικό, με τον ίδιο να τους συστήνει τον ΜΕ
- Ο ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Εναγόμενης από τις 16/4/2013 μέχρι σήμερα. Στη θέση του διευθυντή αντικατέστησε την κα. Έ. Λ. η οποία είναι και μέτοχος, όπως ανέφερε. Μετά τον διορισμό του ως διευθυντή ενημερώθηκε για τις εργασίες και όλες γενικά τις υποθέσεις της Εναγόμενης από την κα. Λ. Διευθύντρια επίσης ήταν και η κα Ν. Σ. μέχρι τις 10/12/
- Γνωρίζει ότι η Εναγόμενη ήθελε να αναπτύξει ένα κτήμα που είχε στην Λάρνακα και η κα Σ. διόρισε το γραφείο του κ. Ν. για να ετοιμάσει τα σχέδια για την έκδοση της απαιτούμενης άδειας οικοδομής. Ανέφερε επίσης ότι από ότι ο ίδιος γνωρίζει, η Εναγόμενη δεν έκανε κάποια συμφωνία με τους Ενάγοντες και δεν έδωσε οδηγίες σε αυτούς για την ετοιμασία οποιωνδήποτε σχεδίων. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που έλαβαν χώρα οι επίδικες συμφωνίες είτε με τον κ. Ν. είτε με τον κ. Π. για την εκπόνηση των επίδικων μελετών ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση και η γνώση του στηρίζεται σε ό,τι του έχουν μεταφέρει. Την πληροφόρηση για την παρούσα υπόθεση την έλαβε από την κα Λ. και από άλλους υπάλληλους της εταιρείας. Συμφώνησε ότι ο κ. Ν. είχε αναλάβει μόνο τις αρχιτεκτονικές μελέτες και περαιτέρω συμφώνησε ότι η Ενάγουσα εκπόνησε τις επίδικες στατικές και αντισεισμικές μελέτες για τα επίδικα σπίτια. Συμφώνησε επίσης ότι η Ενάγουσα δεν πληρώθηκε για τις επίδικες μελέτες. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος πιστεύει ότι κάποιος άλλος έδωσε οδηγίες στον ΜΕ1 να κάνει τις επίδικες μελέτες και όχι η Εναγόμενη. Ερωτηθείς ως προς το ποιο είναι το πρόσωπο που υπέγραψε ότι παρέλαβε τις επίδικες μελέτες ανέφερε ότι όταν ρώτησε πληροφορήθηκε ότι ήταν κάποιος γνωστός της κας Σ. πρώην μετόχου της Εναγόμενης. Σε σχέση με τα ονόματα που χειρόγραφα φαίνονται στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 3) ανέφερε ότι αυτοί μπορεί να ήταν υπάλληλοι της Εναγόμενης. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Ο ΜΕ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του, ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Εξήγησε με συνοχή το τι διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι στην επίδικη περίπτωση η Ενάγουσα ανέλαβε την ετοιμασία των επίδικων μελετών κατόπιν συμφωνίας απευθείας με την Εναγόμενη με την εμπλοκή του ΜΕ2 να περιορίζεται στο γεγονός της σύστασης τους στην Εναγόμενη. Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι δεν διορίστηκε από τον ΜΕ2 για την επίδικη εργασία. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα δεν έχει κλονιστεί. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για μάρτυρα που προσπάθησε συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να παραποιήσει γεγονότα. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. Θετική ήταν η εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο σε σχέση με τον ΜΕ2 ο οποίος απαντούσε αυθόρμητα και με ειλικρίνεια τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Ήταν σταθερός και σαφής στη θέση του ότι το αρχιτεκτονικό του γραφείο ανέλαβε στην επίδικη περίπτωση μόνο την αρχιτεκτονική μελέτη και σύστησε την Ενάγουσα για την ετοιμασία της στατικής μελέτης στην οποία η Εναγόμενη αποτάθηκε με την παρέμβαση του οποίου να περιορίζεται μόνο στη σύσταση της Ενάγουσας. Τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε συνάδουν απόλυτα με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τον ΜΥ1 ο ίδιος συμφώνησε και δέχτηκε τόσο το γεγονός της ετοιμασίας των επίδικων μελετών από την Ενάγουσα όσο και το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν πληρώθηκε. Μάλιστα, σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης σύμφωνα με την οποία όλες οι συμφωνίες για την ετοιμασία των διάφορων μελετών για την ανέγερση των επίδικων σπιτιών έγιναν με τον αρχιτέκτονα κ. Ν., συμφώνησε και δήλωσε ευθαρσώς ότι ο κ. Ν. είχε αναλάβει μόνο τις αρχιτεκτονικές μελέτες και περαιτέρω συμφώνησε ότι η Ενάγουσα εκπόνησε τις επίδικες στατικές και αντισεισμικές μελέτες για τα επίδικα σπίτια. Για το μοναδικό ουσιαστικά θέμα που παρέμεινε υπό αμφισβήτηση, ήτοι τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης, η μαρτυρία του και δη η θέση του ότι δεν συνάφθηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και ότι κάποιο άλλο πρόσωπο (που δεν κατονόμασε) αλλά όχι η Εναγόμενη έδωσε οδηγίες στην Ενάγουσα να ετοιμάσει τις επίδικες μελέτες δεν προέρχονταν από δική του άμεση και προσωπική γνώση (ούτε θα μπορούσαν άλλωστε αφού όπως ευθαρσώς δήλωσε διορίστηκε διευθυντής μετά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και συγκεκριμένα το 2013) αλλά στηρίζονταν στα όσα του ανέφεραν άλλα πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα την έλαβε από την κα Λ. μέτοχο της εναγόμενης και από άλλους υπαλλήλους της εναγόμενης που δεν κατονόμασε. Πρόκειται λοιπόν για πρόσωπο χωρίς άμεση γνώση των γεγονότων. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν καν στην υπηρεσία της Εναγόμενης. Ο ίδιος ανέλαβε τη θέση του διευθυντή στην Εναγόμενη περί τα 5 χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα. Επομένως, όλα όσα κατέθεσε σε σχέση με τα πρωτογενή γεγονότα συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[6] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[7] Ο ΜΥ1 περιορίστηκε να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι την πληροφόρηση για την παρούσα υπόθεση την έλαβε από την κα Λ. και από άλλους υπαλλήλους της εταιρείας που δεν κατονόμασε ούτε και αναφέρθηκε στη σχέση, εμπλοκή και ανάμιξη αυτών των προσώπων με τα επίδικα γεγονότα. Δεν μπορεί επομένως να εξακριβωθεί εάν η μαρτυρία του είναι πρώτου βαθμού εξ ακοής ή ακόμα πιο απομακρυσμένη από τις αρχικές δηλώσεις ή την πρωτογενή μαρτυρία. Δεν εξήγησε επίσης πότε έλαβε την πληροφόρηση για τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και δεν γνωρίζω εάν τα όσα ανέφερε περιήλθαν σε γνώση του αμέσως μετά τον διορισμό του ως διευθυντή, πέντε χρόνια περίπου μετά τα γεγονότα, ή εάν ήρθαν σε γνώση του μεταγενέστερα - υπενθυμίζω ότι μεταξύ της μαρτυρίας του και των επίδικων γεγονότων μεσολάβησαν περί τα 12 χρόνια. Συνεπώς δεν μπορώ να εκτιμήσω εάν και πως μπορεί να επηρεάστηκε η μνήμη του προσώπου από το οποίο έλαβε πληροφορίες για τα γεγονότα που κατέθεσε. Περαιτέρω, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία των εν λόγω προσώπων από το Δικαστήριο προκειμένου αυτοί να αντεξεταστούν, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για την Εναγόμενη, που έχουν παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρες στη διαδικασία τα πρόσωπα που έκαμαν τις αρχικές δηλώσεις. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Στην πραγματικότητα, η Εναγόμενη θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Με αυτά τα δεδομένα, δεν θα ήταν κατά την κρίση μου ασφαλές να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και να βασιστώ σε αυτή για να καταλήξω σε ευρήματα. Όχι διότι πρόκειται για μάρτυρα αναξιόπιστο αλλά γιατί τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου σε σχέση με την εξ ακοής μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο δεν μου επιτρέπουν να της αποδώσω τα εχέγγυα της εγκυρότητας, ακεραιότητας και πιστότητας που κατά την κρίση μου πρέπει να χαρακτηρίζουν την εξ ακοής μαρτυρία πριν αποδοθεί σε αυτήν βαρύτητα. Υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία εν προκειμένω, κρίνω, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης ή για τα οποία υπάρχουν παραδοχές στα δικόγραφα[8], προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά: Το 2008 η Εναγόμενη διόρισε τον αρχιτέκτονα κ. Ν. (ΜΕ2) ο οποίος ετοίμασε αρχιτεκτονική μελέτη για 13 σπίτια της Εναγόμενης και ο οποίος πληρώθηκε για την αρχιτεκτονική μελέτη που εκπόνησε. Το αρχιτεκτονικό γραφείο του ΜΕ2 δεν ανέλαβε τη στατική και αντισεισμική μελέτη για τα 13 αυτά σπίτια και σύστησε την Ενάγουσα για την ετοιμασία της με την οποία το αρχιτεκτονικό γραφείο του ΜΕ2 διατηρούσε συνεργασία. Περί το ίδιο έτος, ήτοι το 2008 η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη την εκπόνηση των στατικών και αντισεισμικών μελετών για τα επίδικα 13 σπίτια έναντι εύλογου ανταλλάγματος ώστε να μπορέσει η Εναγόμενη να εκδώσει άδεια οικοδομής. Η Ενάγουσα ετοίμασε στατικές και αντισεισμικές μελέτες για τα επίδικα 13 σπίτια οι οποίες παραδόθηκαν στην Εναγόμενη στις 4/9/2008 με σχετική συνοδευτική επιστολή παράδοσης που υπογράφηκε από τον κ. K. ο οποίος τις έλαβε εκ μέρους της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα για την εκπόνηση των επίδικων μελετών εξέδωσε το τιμολόγιο ημερομηνίας 12/9/2008 (Τεκμήριο 3) για ποσό ύψους €7.820,
- Το ρηθέν τιμολόγιο προωθήθηκε με τηλεομοιότυπο στην Εναγόμενη (Τεκμήριο 14 και 14
(1)) και ακολούθως αφού αναθεωρήθηκε προωθήθηκε στην Εναγόμενη αναθεωρημένο τιμολόγιο (Τεκμήριο 14
(2)). Στο αναθεωρημένο τιμολόγιο έλαβε χώρα έκπτωση ύψους €2.300,00 με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό του αναθεωρημένου τιμολογίου να ανέρχεται στο ποσό των €5.520,00. Δεν καταβλήθηκε στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό για τις επίδικες στατικές και αντισεισμικές μελέτες. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[9] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[10] Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[11] Σε ότι αφορά την προδικαστική ένσταση περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας και ανατρέχοντας στις αγορεύσεις των συνηγόρων της Εναγόμενης παρατηρώ ότι η θέση αυτή δεν προωθήθηκε από την πλευρά της Εναγόμενης με αποτέλεσμα να έχει εγκαταλειφθεί. Ειδικότερα, στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης, η υπεράσπιση προώθησε και υποστήριξε μόνο δύο ζητήματα, ήτοι
(1)την ανυπαρξία της Ενάγουσας με την παράλληλη εισήγηση απόρριψης της αγωγής στη βάση του ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη της και
(2)ότι στη βάση της μαρτυρίας του ΜΥ1 για την οποία έγινε εισήγηση ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτή, δεν συνάφθηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Σε σχέση με το ζήτημα της αμφισβήτησης της οντότητας της Ενάγουσας παρατηρώ τα ακόλουθα: είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι αυτή αποτελεί Συνεταιρισμό Πολιτικών Μηχανικών ο οποίος είναι εγγεγραμμένος και υφιστάμενος σύμφωνα με τους Νόμους της Δημοκρατίας (παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαίτησης). Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης η Εναγόμενη αρνείται αυτόν τον ισχυρισμό. Στη μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, επανέλαβε τη δικογραφημένη θέση του. Μάλιστα, κατά την αντεξέταση του από τη συνήγορο της Εναγόμενης όταν του ζητήθηκε να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με τον Συνεταιρισμό ερώτηση στην οποία αυτός ανταποκρίθηκε λέγοντας ότι έχει συνέταιρο και ότι η ευθύνη τους είναι προσωπική, ρωτήθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης τι θέση έχει στον εν λόγω Συνεταιρισμό με τον ΜΕ1 να απαντά ότι είναι διευθυντής. Η ύπαρξη του του Συνεταιρισμού όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε σε αυτό το στάδιο της αντεξέτασης από τη συνήγορο της Εναγόμενης αλλά αυτή (δηλαδή η ύπαρξη του) αποτέλεσε τη βάση για τις ερωτήσεις που τέθηκαν. Δεν παραγνωρίζω ότι στο τέλος της αντεξέτασης του ΜΕ1 του έγινε μία γενική υποβολή μη συνάδουσα με την προηγούμενη γραμμή της αντεξέτασης ότι η Ενάγουσα δεν είναι συνεταιρισμός την οποία ο ΜΕ1 αρνήθηκε. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί πιο πάνω, έχει αποδεχτεί στην ολότητα της τη μαρτυρία του ΜΕ1 και συνεπώς η εισήγηση περί μη απόδειξης της ύπαρξης της Ενάγουσας κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται. Περαιτέρω, σημειώνω πως, εν πάσει περιπτώσει, αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας ή ύπαρξης του ενάγοντα είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Lioufis & Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά
(1996)1 ΑΑΔ 773: «Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D; Escompte de Multhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειται στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575).» (οι υπογραμμίσεις και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την εν λόγω αρχή σχετικά πρόσφατα στις υποθέσεις ΜΟΔΕΣΤΟΥ κ.α. v. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 339/2013, 26/7/2021 και ARTESA TRADING CO LIMITED κ.α. ν. CREDIT BANK OF MOSCOW Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, 3/4/2018. Στην ARTESA (ανωτέρω) επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι υποθέσεις Lioufis and Co. Ltd - ανωτέρω - και Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, δείχνουν ότι όπου αγωγή εγείρεται από ανύπαρκτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η ορθή διαδικασία είναι η υποβολή αίτησης για διαγραφή ώστε να σταματήσει στη ρίζα της η ίδια η αγωγή. Η αμφισβήτηση εξουσίας ενάγοντα να εγείρει αγωγή εξ ονόματος του ιδίου ή άλλου προσώπου δεν είναι ζήτημα που επιλύεται μέσω της υπεράσπισης.» Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω και έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της. Σε ότι αφορά το ύψος του ποσού που δικαιούται η Ενάγουσα θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΥ1 από τη συνήγορο της Ενάγουσας και αναφερόμενη στα τιμολόγια που προωθήθηκαν στην Εναγόμενη (πρόκειται για τα τεκμήρια 14
(1)και
(2)) έγινε η ακόλουθη δήλωση από τη συνήγορο της Ενάγουσας την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: «Ε. Επιπλέον σας υποβάλλω ότι λόγω των συνεχών επικοινωνιών που είχαν οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους, ο Ενάγοντας αναγκάστηκε και έκανε έκπτωση στους Εναγόμενους έτσι ώστε να τον πληρώσουν. Σας παραπέμπω στο Τεκμήριο 14, στην τρίτη σελίδα, που φαίνεται ότι από το ποσό των 7 χιλιάδων περίπου.αποσύρω, που φαίνεται ότι έγινε έκπτωση ύψους 2000 ευρώ». Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι το Τεκμήριο 14
(2)παρουσιάστηκε κατά τη μαρτυρία του ΜΥ1 και το περιεχόμενο του όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας αλλά στη βάση αυτού έγινε και η πιο πάνω υποβολή από τη συνήγορο της Ενάγουσας. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14
(2)που είναι το αναθεωρημένο τιμολόγιο που σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου προωθήθηκε στην Εναγόμενη διαπιστώνεται ότι έλαβε χώρα έκπτωση συνολικού ύψους €2.300 με το συνολικό οφειλόμενο ποσό που προέκυψε μετά την έκπτωση να ανέρχεται σε ποσό ύψους €5.520,00. Πρόκειται σαφώς για δήλωση η οποία δεσμεύει την Ενάγουσα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση HAMISI MWINYI SELMANI κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 235/2013, 5/6/2015, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της δέσμευσης των διαδίκων από δηλώσεις των δικηγόρων τους: «Το δικαϊκό μας σύστημα αναγνωρίζει στους δικηγόρους θεσμικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Σύμφωνα με τη νομολογία η έκταση της εξουσίας του δικηγόρου είναι τόσο ευρεία ώστε να έχει και τη δυνατότητα να συμβιβάζει την υπόθεση στην απουσία του πελάτη του. Η συγκεκριμένη εξουσία «περιλαμβάνει και την ήσσονα εξουσία του δικηγόρου να προβαίνει σε δηλώσεις στα πλαίσια της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη του» (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1Ε ΑΑΔ 556 και Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1A ΑΑΔ 92). Όπως είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να αναφέρουμε στην υπόθεση Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 126/10, ημερ. 24.4.2015, «Ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στη βάση της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (ostensible authority) οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει δεσμεύουν τον πελάτη του (βλ. μεταξύ άλλων, Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, Πιερίδου ν. Στυλιανίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 954, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 343).». Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό δεν είναι €7.820,00 αλλά €5.520,00 και είναι την επιδίκαση αυτού του ποσού που δικαιούται η Ενάγουσα. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €5.520,00 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C
- [6] Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015, ECLI:CY:AD:2015:A
- Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 6/11 ημερ. 15/07/2016 [7] Άρθρο 27, Κεφ.
- [8] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [9] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [10] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [11] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο