← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Θ. Γ. Γ. κ.α., Γενική Αίτηση: 353/2020, 24/8/2022

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Θ. Γ. Γ. κ.α., Γενική Αίτηση: 353/2020, 24/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A316 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 353/2020 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Αιτήτριας και

  1. Θ. Γ. Γ.
  2. Π. Γ.
  3. Κ. Γ. Γ. Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 24/8/2022 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Β. Χριστοφόρου για ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Α. Καρσιάδου για ΑΡΓΥΡΟΥ & ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια αιτείται την καταχώριση και εγγραφή διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 6/6/2013 που εκδόθηκε υπέρ της και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στο βιβλίο αποφάσεων του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Α. Ανδρέου, πρώην λειτουργού ανάκτησης χρεών της Αιτήτριας και τώρα στην υπηρεσία της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής ο Ανδρέου και η Ένορκη Δήλωση Ανδρέου). Σύμφωνα με τον Ανδρέου περιήλθαν στην Αιτήτρια τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού αριθμού συνεργατικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της Περιφερειακής Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λευκωσίας. Οι συγχωνεύσεις, μετονομασίες και μεταβιβάσεις εργασιών σε σχέση με την Αιτήτρια περιλαμβάνονται με λεπτομέρεια στις παραγράφους 6 - 9 (Τεκμήριο 2) της Ένορκης Δήλωσης Α. Σύμφωνα με τον Α., η Αιτήτρια ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μια εκ των οποίων, είναι και αυτή που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τους Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ανδρέου, στις 6/6/2013 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση όπως το ποσό των €25.000 όριο πίστωσης πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 6/6/2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι εξόφλησης πλέον €170 έξοδα πληρωθούν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα από τους Καθ' ων η Αίτηση και τον κ. Μ. Ο. (στο εξής η Διαιτητική Απόφαση). Η Διαιτητική Απόφαση που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1 εκδόθηκε σύμφωνα με τον Ανδρέου δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού με όριο πίστωσης. Η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στον Καθ' ου η Αίτηση 2 στις 6/6/2013 έναντι της υπογραφής του επί εντύπου το οποίο ο Ανδρέου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Σε ότι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 η Διαιτητική Απόφαση γνωστοποιήθηκε σε αυτούς με ιδιώτη επιδότη με τον Α. να καταθέτει ως Τεκμήριο 4 τις σχετικές ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Η Διαιτητική Απόφαση δεν έχει σύμφωνα με τον Α. εφεσιβληθεί εντός 21 ημερών από τη γνωστοποίηση της στους Καθ' ων η Αίτηση και έχει καταστεί τελεσίδικη. Η έγκριση της υπό κρίση Αίτησης είναι σύμφωνα με τον Α. αναγκαία ώστε να δυνηθεί η Αιτήτρια να εισπράξει το λαβείν της. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 καταχώρισαν στις 16/2/21 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας 7 λόγους ένστασης (στο εξής η Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3). Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καταχώρισε στις 26/10/21 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προβάλλοντας 8 λόγους ένστασης (στο εξής η Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2). Οι λόγοι ένστασης είναι σχεδόν ταυτόσημοι και συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η υπό κρίση Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι η νομική βάση της είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής, χωρίς αναφορά στη Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. - Η Διαιτητική Απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. - Η Διαιτητική Απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί επειδή είναι ανεπίτρεπτα ασαφής και/ή ασυνάρτητη. - Η Διαιτητική Απόφαση δεν μπορεί να εγγραφεί επειδή διατάσσει την πληρωμή τραπεζικού λογαριασμού, δεν καθορίζει τον χρόνο εντός του οποίου πρέπει να γίνει η πληρωμή, αναφέρεται σε εναγόμενους ενώ εκδόθηκε στα πλαίσια διαιτησίας. - Η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. - Η Διαιτητική Απόφαση είναι αναιτιολόγητη επειδή ο Διαιτητής κατά την έκδοση της δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του καθ' ου η Αίτηση ο οποίος αμφισβήτησε το ύψος της οφειλής. Η Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 (στο εξής ο Γ. και η Ένορκη Δήλωση Γ.). Η Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κ. Δημοσθένους δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση 2 (στο εξής ο Δημοσθένους και η Ένορκη Δήλωση Δημοσθένους). Τόσο ο Γ. όσο και ο Δημοσθένους επαναλαμβάνουν και υιοθετούν τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, σε ότι αφορά το ζήτημα της κατάχρησης αναφέρουν ότι η Αιτήτρια καταχώρισε ακόμα μία πανομοιότυπη αίτηση σε σχέση με την Διαιτητική Απόφαση, την υπ' αριθμό 371/2020 αίτηση εναντίον όμως άλλου προσώπου με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να επιζητεί, κατά τη θέση τους, την εγγραφή της υπό εξέταση διαιτητικής απόφασης εις διπλούν. Σύμφωνα με το άρθρο 52

(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985 (στο εξής ο Νόμος) διαφορές πιστωτικών ιδρυμάτων και μελών ή οφειλετών παραπέμπονται στον Έφορο ο οποίος επιχειρεί συνδιαλλαγή (άρθρο 52
(2)(α) του Νόμου) ή τις παραπέμπει σε διαιτησία (άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου). Σε περίπτωση που η διαφορά παραπέμπεται σε διαιτησία οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι μια ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης (άρθρο 52
(4)του Νόμου). Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταληφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου (άρθρο 52
(5)του Νόμου). Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο, σε αίτηση ως η παρούσα, περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52 του Νόμου και δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξετασθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου. Στην Νικολάου ν Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1Α ΑΑΔ 707 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της υπό κρίση Αίτησης και το εύρος της εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση τέτοιας φύσεως αιτήσεων: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, 831 διευκρινίστηκε ότι η απόφαση του Διαιτητή δεν είναι αντικείμενο της διαδικασίας για την εγγραφή της στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Π.Ε. 87/11, ημερομηνίας 20.6.2014 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Στην Παπαγεωργίου ν Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοτριμιθιάς Πολιτική Έφεση 192/2013, 19/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:A327 το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας: «Το σχετικό άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αρ. 22/85, προνοεί ότι εάν η απόφαση του διαιτητή με βάση το εδάφιο
(2)δεν εφεσιβληθεί συμφώνως του εδαφίου
(4), τότε η διαιτητική απόφαση καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ως να ήταν απόφαση Δικαστηρίου είναι τυπική. Αποτελεί ζήτημα τύπου η διαδικασία από την άποψη ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε θα πρέπει να καταχωρηθεί στα αρχεία του Πρωτοκολλητείου ως να ήταν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου για να δυνηθεί ο πιστωτής να προχωρήσει με την εκτέλεση της. Λέχθηκε επίσης ότι η αίτηση προς εγγραφή και εκτέλεση επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο για να προβάλει, εάν επιθυμεί, ένσταση με αναφορά, όμως, μόνο στο επίδικο θέμα της αίτησης, της προώθησης, δηλαδή, της εγγραφής και εκτέλεσης της. Τα ίδια λέχθηκαν και στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Πίκολου ν. Νέας ΣΠΕ Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707. Επιβεβαιώθηκε εκεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την εν λόγω διαδικασία δεν ελέγχει την ορθότητα της απόφασης του διαιτητή παρά μόνο δίδεται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, η ευχέρεια να προβάλει ο,τιδήποτε έχει σχέση με τις προϋποθέσεις εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης. Αυτό διότι βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση από το Δικαστήριο ότι αυτή φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε δεόντως στον οφειλέτη. . Η τελεσιδικία της διαιτητικής απόφασης που τεκμαίρεται νομοθετικά δυνάμει του άρθρου 52
(5), δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών.» Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι το Δικαστήριο καμία αρμοδιότητα έχει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς που παραπέμφθηκε σε διαιτησία, ούτε και να αναθεωρήσει την απόφαση του διαιτητή. Πρέπει να περιοριστεί στην εξέταση θεμάτων που αφορούν την προώθηση της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης. Ζητήματα που αφορούν την ουσία της διαιτητικής απόφασης δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή της. Τέτοια θέματα μπορούν να εγερθούν και να εξεταστούν μόνο σε διαδικασία έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης. Το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει εάν η διαιτητική απόφαση που επιδιώκεται να εγγραφεί φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης, κατά πόσο αυτή γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα εναντίον του οποίου ή των οποίων στρέφεται καθώς και ότι έχει εκπνεύσει η περίοδος των 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στους ενδιαφερόμενους χωρίς να υποβληθεί έφεση.[1] Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε να αντεξετάσει. Συνεπώς, το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Επιβάλλεται να εξεταστεί κατά προτεραιότητα ο λόγος ένστασης που προβλήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 (οι Καθ' ων η Αίτηση δεν ήγειραν αυτόν τον λόγο ένστασης) ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη αφού η Αιτήτρια παρέλειψε κατά τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση 2 να βασίσει την υπό κρίση Αίτηση στη Δ.47[4] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: Η Αίτηση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως έχουν τροποποιηθεί, μέχρι σήμερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στις Δ.48 Θ. 1-9, Δ.64, επί του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2 και 21, επί του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2 και 52, επί των περί Συνεργατικών εταιρειών θεσμών και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στους θεσμούς 78 και 79, επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επί οποιασδήποτε άλλης καθοδηγητικής Νομολογίας, καθώς επίσης και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και γενικής πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ουσιαστική δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση Αίτησης είναι το άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85) το οποίο έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης και που προνοεί τα ακόλουθα: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτή εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Όπως επισημάνθηκε στην Παπαγεωργίου (ανωτέρω) η πιο πάνω νομοθετική πρόνοια δημιουργεί τεκμήριο τελεσιδικίας και δίδει το έναυσμα για την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης ως εξωδικαστικού διατάγματος δυνάμει της Δ.47 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Είναι γεγονός ότι στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης δεν έχει συμπεριληφθεί η πιο πάνω δικονομική διάταξη. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης.[5] Καθίσταται σαφές ότι η Δ.47 θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμεί με παρατυπία. Το ερώτημα όμως που επιπρόσθετα θα πρέπει να απαντηθεί είναι, κατά πόσον, η παρατυπία αυτή είναι θεραπεύσιμη με βάση τις πρόνοιες της Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι οι πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στον οποίο έγινε αναφορά από τη συνήγορο της Αιτήτριας, δεν τυγχάνουν εφαρμογής αφού η παραπομπή δεν γίνεται στα πλαίσια αυτού του νόμου (βλ. Παπαγεωργίου, ανωτέρω). Στην Koza Michael David v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012, 24 Νοεμβρίου 2017 η οποία αφορούσε αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου και της επίδοσης αυτού, κρίθηκε πρωτόδικα ότι η παράλειψη καταγραφής στο σώμα της αίτησης των εφεσειόντων του δικαιοδοτικού της βάθρου - εν προκειμένω της Δ.16, θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, την καθιστούσε νομικά αστήρικτη και καταδικασμένη σε απόρριψη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"» Οι παραπάνω παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ως προς τη συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην πρωτόδικη διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας είναι ορθή. Μπορεί δε να λεχθεί, χωρίς δυσκολία, ότι η συμμετοχή αυτή με την καταχώριση ένστασης στη διαδικασία της αίτησης των εφεσειόντων, χωρίς οι εφεσίβλητοι να εγείρουν θέμα παρατυπίας, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα που αυτή τους παρείχε. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της παρατυπίας. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο. Συμμετέχοντας δε στη διαδικασία, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις τους. Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειοντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία.» Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν με αυστηρότητα παρατυπίες, σε βαθμό μάλιστα που, χωρίς άλλο, οδήγησαν σε απόρριψη της αίτησης. Τόσο στην Χριστοφόρου v Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 743 όσο και στην Φλουρέντζου κα ν Cashgrove Betting Ltd κα
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 393, παράλειψη περίληψης του ορθού δικονομικού βάθρου οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης. Πιο ελαστική προσέγγιση υιοθετήθηκε στην Koza Michael David (ανωτέρω). Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι αφενός η Αιτήτρια δεν επιδίωξε να διορθώσει αυτήν την παρατυπία, παρά μόνο κατά το στάδιο των αγορεύσεων της, και αφετέρου, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ήγειρε ρητά και ξεκάθαρα το ζήτημα αυτό χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραιτήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο από του να προβάλει αυτήν την παρατυπία. Επαναλαμβάνω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 δεν ήγειραν τέτοιο ζήτημα. Δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό της βάθρο. Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω ότι συμμετέχοντας στη διαδικασία ο Καθ' ου η Αίτηση 2, υποστήριξε τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις του, βασίζοντας μάλιστα την ένσταση του στη Δ.47. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν εντοπίζω να έχει προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός (prejudice) του Καθ' ου η Αίτηση 2 λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Από την άλλη και υπό αυτές τις περιστάσεις, δηλαδή του μη δυσμενούς επηρεασμού του Καθ' ου η Αίτηση 2, θα ήταν κατά την κρίση μου άδικο και ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης να απορριφθεί η αίτηση της Αιτήτριας για αυτόν τον λόγο χωρίς να εξεταστεί η ουσία της. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της της θεραπείας της συγκεκριμένης παρατυπίας εκδίδοντας σχετικό διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε τη γενική εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του με αποτέλεσμα την καταστολή καταχρηστικών διαδικασιών. Ο έλεγχος της διαδικασίας επιβάλλει όπως διασφαλίζεται απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία με ενιαία προσέγγιση. Η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.[6] Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ' όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ' ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφ' ετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του.[7] Ο ισχυρισμός περί κατάχρησης έχει ως πραγματικό υπόβαθρο την καταχώριση άλλης παρόμοιας φύσεως αίτησης σε σχέση όμως με κάποιο άλλο εγγυητή και όχι τους καθ' ων η Αίτηση στο πλαίσιο της οποίας η Αιτήτρια έχει κατ' ισχυρισμό εξασφαλίσει εναντίον του εν λόγω προσώπου σχετικό διάταγμα εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης. Αυτό, κατά τους Καθ' ων η Αίτηση είναι καταχρηστικό επειδή η Αιτήτρια επιζητεί την εγγραφή της υπό εξέτασης διαιτητικής απόφασης εις διπλούν. Είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι ο ισχυρισμός περί κατάχρησης στερείται πραγματικού ερείσματος. Η εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης στο πλαίσιο άλλης παρόμοιας διαδικασίας σε σχέση όμως με άλλο πρόσωπο και όχι τους Καθ' ων η Αίτηση δεν έχει το αποτέλεσμα που εισηγούνται οι Καθ' ων η Αίτηση. Τέτοιο διάταγμα για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, σε περίπτωση που εκδόθηκε τέτοιο, στρέφεται και αφορά μόνο το τρίτο πρόσωπο εναντίον του οποίου κατ' ισχυρισμό εκδόθηκε και δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τους Καθ' ων η Αίτηση. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η υπό κρίση Αίτηση χρησιμοποιείται από την Αιτήτρια για αλλότριους και καταπιεστικούς σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί, ήτοι την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης έτσι ώστε στη συνέχεια να δυνηθεί η Αιτήτρια να προχωρήσει σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για την εκτέλεση της και συνακόλουθα, την είσπραξη του λαβείν της. Με άλλα λόγια, δεν έχουν εν προκειμένω τεθεί τέτοια στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύουν ότι η υπό κρίση Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση δεν αποβλέπει στην ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας για την εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος ένστασης είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση η Διαιτητική Απόφαση Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση Α. περιλαμβάνει τους διάδικους, τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό, το οφειλόμενο ποσό, έξοδα και ημερομηνία έκδοσης της. Καταγράφονται επίσης τα ονόματα των διαδίκων που είναι πρωτοφειλέτες καθώς και τα ονόματα των εγγυητών. Οι Καθ' ων η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση είναι εγγυητές και η ιδιότητα τους αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί. Υπογράφεται επίσης από τον Διαιτητή. Αναφέρεται ξεκάθαρα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 παρουσιάστηκε και αναγνώρισε την υπογραφή του. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 και ακόμα ένας εγγυητής το όνομα του οποίου καταγράφεται δεν παρουσιάστηκαν παρά το ότι τους επιδόθηκε η ειδοποίηση για παραπομπή σε διαιτησία. Ως προς δε το λεκτικό της απόφασης του διαιτητή, εντοπίζονται κάποιες αδυναμίες στο λεκτικό της απόφασης, όχι όμως τέτοιες που να την καθιστούν μη έγκυρη ή ασαφή και αόριστη και μη δυνάμενη να εγγραφεί. Εμφανώς, είναι σαφές ότι η διαδικασία και απόφαση αφορά και αναφέρεται στους Καθ' ων η Αίτηση ως εγγυητές (έστω αναφερόμενη σε αυτούς ως εναγόμενοι), σαφές είναι και το ποσό που οι Καθ' ων η Αίτηση καλούνται μέσω της απόφασης να πληρώσουν, ασφαλώς, σε εκείνους που το απαιτούν, ήτοι την Αιτήτρια. Η υποχρέωση σαφώς προκύπτει να είναι άμεση με τους Καθ' ων η Αίτηση να οφείλουν να καταβάλουν το ρηθέν ποσό αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με όλους τους εγγυητές. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση της Διαιτητικής Απόφασης και δεν εφεσίβαλαν αυτήν, με αποτέλεσμα η εν λόγω απόφαση να έχει καταστεί τελική απόφαση. Σε ότι αφορά τα παράπονα των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αμφισβήτησε κατά την ακρόαση της διαιτησίας το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ο διαιτητής αγνόησε τους ισχυρισμούς και προέβη στην έκδοση της απόφασης χωρίς να κάνει αναφορά σε αυτούς, είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι πέραν του ότι έχουν προβληθεί με γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς τη δέουσα εξειδίκευση γεγονός που τα καθιστά απορριπτέα, πρόκειται για ζητήματα που συναρτώνται με την ορθότητα και ουσία της Διαιτητικής Απόφασης και ως τέτοια, υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών ως αυτές συνοψίσθηκαν πιο πάνω, δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης αφού το Δικαστήριο καμία αρμοδιότητα έχει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς που παραπέμφθηκε σε διαιτησία, ούτε και να αναθεωρήσει την απόφαση του διαιτητή. Καταληκτικά, η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι η Διαιτητική Απόφαση εμπεριέχει όλα εκείνα τα αναγκαία χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τρόπο σύνταξης και δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Εκδίδεται διάταγμα ως το Αιτητικό Α της Αίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Χριστοφή ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών
(2014)1Β ΑΑΔ 1183, 1190 - 1191, ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ-ΑΝΑΓΥΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 92/14, 22/4/2021, ΠΑΡΑΣΧΟΥ v. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 93/14, 22/4/2021 [2] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Η Δ.47 προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Whenever provision is made in any Law enabling enforcement by a Court of an order made under the Law, or the removal of such order into a Court for enforcement, application may be made ex parte to the Court or a Judge to enter the order in its book of orders, and upon leave being given the order sought to be enforced may be entered in the book of civil orders in the case of an order removed into the Supreme Court, and in the book of orders on originating applications in the case of an order removed into the District Court,
  3. The application shall be accompanied by the order sought to be enforced and any certificate or other document which may by Law be required, and shall be enumbered and filed as an originating application.
  4. It shall not be necessary to draw up the leave given under Rule 1 of this Order; but the order sought to be enforced when entered shall be signed by a Judge of the Court, and thereupon may be enforced as an order of the Court.» [5] Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 Kozinskaya River Limited κ.ά Πολιτική Έφεση Αρ. Ε43/2013, ημερομηνίας 23.3.2017 [6] Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217) Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Παπόρη ν. Maskin Fabriken «SIO» Α/S
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1037 Loukos Trading Co. Ltd κ.ά.ν. Ρεινμποου Πλητσιηγκ Και Νταιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1014 και Zuckerman On Civil Procedure - Principles and Practice, Sweet & Maxwell, σελ. 618 κ.επ [7] Ποινική Έφεση αρ. 90/2011 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά. ημερ. 11.09.2013). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.