Κ. Γ. Σ. ν. Γ. Λ. Π. κ.α., Αίτηση - Έφεση: 253/2020, 1/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση: 253/2020 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (ΚΕΦ.224) όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 80 Μεταξύ: Κ. Γ. Σ. Αιτητή/Εφεσείοντα και
- Γ. Λ. Π.
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 1/8/2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή- Εφεσείοντα: κ. Σ. Κυριακίδης. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1- Εφεσίβλητο: κ. Π. Λάμνησος. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2- Εφεσίβλητο: κα Τ. Μενοίκου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση Αίτηση - Έφεση η οποία καταχωρίστηκε στις 10/8/20 στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 13/7/20 για παραχώρηση δικαιώματος διάβασης στο ακίνητο του Εφεσίβλητου 1 διαμέσου του ακινήτου του Εφεσείοντα καθώς και διαμέσου ακινήτου τρίτου προσώπου (στο οποίο επιδόθηκε η υπό κρίση Αίτηση αλλά δεν εμφανίστηκε) καθορίζοντας αποζημίωση ύψους €4.300 υπέρ του Εφεσείοντα. Επιδιώκεται η ακύρωση και/ή τροποποίηση της ρηθείσας απόφασης και διαζευκτικά διάταγμα δια του οποίου να τροποποιείται η καθορισθείσα αποζημίωση σε ποσό ύψους €10.944 ή σε οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό και δίκαιο. Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 11, 11Α, 12, 12, 14, 80 και 85 του του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, οι Κανονισμοί 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9, 15, 16 και 17 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, οι Κανονισμοί 1-8 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή διόδου) Κανονισμών του 1967, τα άρθρα 23, 28 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα άρθρα 29, 30, 31, 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 7 και 9 και η Δ.64 Θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι αρχές του δικαίου της Επιείκειας, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο Εφεσείων προβάλλει 11 λόγους έφεσης. Συνοπτικά, προβάλλεται ότι η απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του Διευθυντή, είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων της απόφασης. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη αφού δεν γίνεται αναφορά στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης. Συνιστά επίσης λόγο έφεσης ότι η απόφαση παραβιάζει την αρχή της ισότητας και συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος του Εφεσείοντα με αναφορά στην καθορισθείσα αποζημίωση σε σχέση το δουλεύουν ακίνητο του τρίτου προσώπου διαμέσου του οποίου επίσης παραχωρήθηκε η επίδικη δίοδος. Προβάλλεται επίσης ότι η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει τον πυρήνα του δικαιώματος του Εφεσείοντα στην ιδιοκτησία καθότι η παραχωρηθείσα δίοδος καλύπτει τα 61 τ.μ. από τα συνολικά 68 τ.μ. του δουλεύοντος ακινήτου του Εφεσείοντα. Ακόμη, γίνεται ισχυρισμός ότι ο Διευθυντής και ο αντιπρόσωπος του προέβηκαν σε λανθασμένες μετρήσεις και εκτιμήσεις, δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και δεν τηρήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Η Αίτηση - Έφεση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Εφεσείοντα στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Σε ότι αφορά το ζήτημα της καθορισθείσας αποζημίωσης, προς υποστήριξη της θέσης του ότι η αποζημίωση υπολογίστηκε με αυθαίρετο τρόπο λέγει ότι όπως προκύπτει από το Πιστοποιητικό Εγγραφής του Δουλεύοντος Ακινήτου του Εφεσείοντα η αξία του την 1/1/2018 ανερχόταν σε €12.
- Ο Διευθυντής καταχώρισε την αιτιολογημένη απόφαση του στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σε αυτήν, αναφέρει ότι το ακίνητο του Εφεσίβλητου 1 είχε προς όφελος του εγγεγραμμένη δίοδο πλάτους 1,22 μέτρων εναντίον άλλου τεμαχίου (πρόκειται για το ακίνητο του τρίτου προσώπου που γίνεται αναφορά στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης) η οποία όμως ήταν ανεπαρκής για την προσπέλαση του στον δημόσιο δρόμο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο Εφεσίβλητος 1 αιτήθηκε τον καθορισμό επιπρόσθετου δικαιώματος πλάτους 2,44 μέτρων προς όφελος του ακινήτου του με καταβολή εύλογης αποζημίωσης με σκοπό την ικανοποιητική προσπέλαση του στον δημόσιο δρόμο και την αξιοποίηση του ακινήτου του. Ακολούθως, αφού αναφέρεται στις επιτόπιες έρευνες που διενεργήθηκαν από τον κτηματολόγο Ν. Χ., εκθέτει τους λόγους για τους οποίους η επίδικη δίοδος θεωρήθηκε ως η καταλληλότερη. Ειδικότερα, εξετάστηκαν όλες οι εναλλακτικές επιλογές και πιο συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ανατολικά και νότια του Δεσπόζοντος Ακινήτου υπάρχουν σπίτια γεγονός που καθιστούσε την παραχώρηση διόδου από αυτά ανέφικτη. Περαιτέρω αποκλείστηκε το ενδεχόμενο παραχώρησης διόδου βόρεια του Δεσπόζοντος Ακινήτου καθότι υπήρχε υψομετρική διαφορά και η ζημιά που θα προκαλείτο θα ήταν πολύ μεγάλη. Διαπιστώθηκε ότι με την παραχώρηση της επίδικης διόδου προκαλείται η μικρότερη δυνατή ζημιά, οχληρία και ταλαιπωρία και δεν επηρεάζονται δέντρα, καλλιέργειες ή κατασκευές. Περαιτέρω, γίνεται αναφορά και στην ύπαρξη τοίχου που είχε χτιστεί από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου διαμέσου του οποίου υπήρχε η υφιστάμενη δίοδος (και που επενέβαινε στο τεμάχιο του Εφεσείοντα) και που εμπόδιζε την άσκηση της διόδου και στο γεγονός ότι παρά το ότι μόλις πρόσφατα, ως αναφέρεται, γκρεμίστηκε μέρος αυτού προκειμένου να μπορεί ο Εφεσίβλητος 1 να εισέρχεται στο κτήμα του από την υφιστάμενη δίοδο, το γκρέμισμα του δεν βοήθησε την όλη κατάσταση λόγω της ύπαρξης καγκελόπορτας και αυλής στο τεμάχιο στο οποίο υπήρχε η υφιστάμενη δίοδος (σχετικά είναι τα Παραρτήματα 4 και 5 της Αιτιολογημένης Έκθεσης του Διευθυντή). Ως καταβλητέα αποζημίωση καθορίστηκε το ποσό των €4.300 το οποίο υπολογίστηκε στη βάση της συγκριτικής μεθόδου και παρατίθενται στην Έκθεση Εκτίμησης (Παράρτημα 6 της Αιτιολογημένης Έκθεσης του Διευθυντή) Πίνακας Συγκριτικών Πωλήσεων. Επισημαίνεται στη ρηθείσα εκτίμηση ότι το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα είναι λωρίδα γης αναξιοποίητη η οποία ως εκ του σχήματος και εμβαδού της δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε ανάπτυξη δεδομένο που αποτέλεσε τη βάση της μείωσης της αξίας του ακινήτου του Εφεσείοντα σε ποσοστό 30%. Ο Εφεσίβλητος 1 καταχώρισε στις 25/6/21 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία βασίζεται σε 10 λόγους ένστασης. Αυτοί συνοπτικά προβάλλουν το νόμιμο και ορθό της απόφασης του Διευθυντή. Σύμφωνα με τον Εφεσίβλητο 1, η απόφαση του διευθυντή είναι προϊόν δέουσας έρευνας και δεόντως αιτολογημένη και δεν παραβιάζει κανένα συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή. Προβάλλεται επίσης ότι η ιδιότητα του τεμαχίου του Εφεσίβλητου 1 ως περίκλειστου και/ή στερούμενου επαρκούς διόδου σε δημόσιο δρόμο δεν προσβάλλεται, ούτε προβάλλονται εναλλακτικές διόδους ή διαφορετικές λύσεις. Η Ένσταση του Εφεσίβλητου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου στην οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Ο Εφεσίβλητος 2 καταχώρισε στις 6/4/21 ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία βασίζεται σε 12 λόγους ένστασης. Εγείρει προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία ο Εφεσίβλητος 2 αντικανονικά προστέθηκε ως διάδικος κάτι που συνιστά ουσιώδη παρατυπία. Άνευ βλάβης της προδικαστικής του ένστασης, προβάλλει και αυτός το νόμιμο, ορθό και αιτιολογημένο της απόφασης του Διευθυντή η οποία δεν παραβιάζει κανένα συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή. Προβάλλεται ότι ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία, έλαβε χώρα δέουσα έρευνα και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε τεκμηριωμένος λόγος για την ανατροπή της απόφασης του Διευθυντή. Η Ένσταση του Εφεσίβλητου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Κτηματολόγου Ν. Χ. στην οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αποτελούν απλώς επανάληψη του περιεχομένου της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή που κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια που ο ομνύων επισυνάπτει είναι τα Παραρτήματα της ρηθείσας απόφασης, αναφορά στο περιεχόμενο της οποία έγινε ανωτέρω. Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν διαφάνηκε ότι τα ακόλουθα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα[1]: Υπέρ του ακινήτου του Εφεσίβλητου 1 (στο εξής το Δεσπόζον Ακίνητο) ενυπήρχε δίοδος πλάτους 1,22μ. διαμέσου γειτονικού με το τεμάχιο του Εφεσείοντα ακινήτου (στο εξής Υφιστάμενη Δίοδος, το Δουλεύον Ακίνητο του Τρίτου Προσώπου και το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα αντίστοιχα). Επειδή η Υφιστάμενη Δίοδος ήταν ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση του Δεσπόζοντος Ακινήτου, ο ιδιοκτήτης αυτού αιτήθηκε τον καθορισμό επιπρόσθετου δικαιώματος πλάτους 2,44 μέτρων προς όφελος του ακινήτου του με καταβολή εύλογης αποζημίωσης με σκοπό την ικανοποιητική προσπέλαση του στον δημόσιο δρόμο και την αξιοποίηση του ακινήτου του. Αφού ειδοποιήθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (σχετικό είναι το Παράρτημα 3 της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή) έλαβε χώρα επιτόπια εξέταση από τον κτηματολόγο Ν. Χ. στις 6/12/
- Ακολούθως, ο κτηματολόγος αφού εξέτασε το αίτημα του Εφεσίβλητου 1 εισηγήθηκε μετά την επιτόπια εξέταση τη διεύρυνση της Υφιστάμενης Διόδου με τον τρόπο που αυτή καταγράφηκε και σχεδιάστηκε στα Παραρτήματα 4 και 5 της Αιτιολογημένης Απόφασης του Διευθυντή. Για τον καθορισμό της αποζημίωσης διενεργήθηκε έκθεση Εκτίμησης (Παράρτημα 6 της Αιτιολογημένης Έκθεσης) με την αποζημίωση να καθορίζεται στο ποσό των €4.300 για το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου αφού εξέτασε τις εισηγήσεις των Κτηματολόγων εξέδωσε την απόφαση του ως αυτή εκτίθεται στις γνωστοποιήσεις (Τύπος Ν286) καθορίζοντας την κατεύθυνση της διόδου και την έκταση του δικαιώματος χρησιμοποιήσεως της διόδου καθώς και την αποζημίωση που θα έπρεπε να καταβληθεί τόσο στο Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα όσο και στο Δουλεύον Ακίνητο του Τρίτου Προσώπου ως αυτές εμφαίνονται στα δελτία που συνοδεύουν τις γνωστοποιήσεις Τύπος Ν286 (Παράρτημα 7 της Αιτιολογημένης Απόφασης). Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ως προβλέπεται από τον Κ.10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε να αντεξετάσει. Συνεπώς, το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Η παραχώρηση δικαιώματος διόδου διέπεται από το άρθρο 11Α του Κεφ.224, το οποίο προνοεί την παραχώρηση δικαιώματος παροχής διόδου έναντι πληρωμής εύλογης αποζημίωσης τόσο στην περίπτωση όπου το κτήμα είναι περίκλειστο όσο και στην περίπτωση όπου η υφιστάμενη δίοδος είναι ανεπαρκής για την κατάλληλη χρήση, ανάπτυξη ή εκμετάλλευση ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Διευθυντής προβαίνει στην παραχώρηση διόδου ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 11Α του Κεφ.224, όπως επίσης οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμοί του 1967, οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)του άρθρου 11Α, και γνωστοποιεί την απόφασή του στους ενδιαφερόμενους. Ο καθορισμός της θέσης της διόδου ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή, και οι εξουσίες αυτού καθορίζονται στο άρθρο 11Α του Κεφ. 224 αναγόμενες στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου.[4] Η σχετική εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή ως προς τον καθορισμό διόδου παρέχει την ευχέρεια έκδοσης οποιασδήποτε απόφασης κριθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της εξουσίας του δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.224 ακολουθεί τις αρχές με βάση τις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο παλαιότερα στη διοικητική του δικαιοδοσία και τώρα το Διοικητικό Δικαστήριο προβαίνει σε δικαστικό έλεγχο σε συνάρτηση με διοικητικές πράξεις ή αποφάσεις στον τομέα του δημόσιου δικαίου.[5] Με τη διαφορά ότι υπάρχει η δυνατότητα ο έλεγχος του Δικαστηρίου να μην περιοριστεί στον έλεγχο νομιμότητας μιας απόφασης αλλά να επεκταθεί στην ορθότητα αυτής με την εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκτείνεται, όχι μόνο στην ακύρωση, αλλά και στην τροποποίηση, αντικατάσταση της απόφασης και γενικότερα στη ρύθμιση των δικαιωμάτων των διαδίκων κατά το δίκαιο του πράγματος υποκαθιστώντας την απόφαση του Διευθυντή με δική του.[6] Ωστόσο, όπως είναι νομολογημένο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν υποκαθιστά εύκολα τη δική του διακριτική ευχέρεια με αυτή του Διευθυντή. Το πράττει μόνον όταν συντρέχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση. Η εξουσία που έχει ο Διευθυντής με βάση τον νόμο και τους κανονισμούς είναι ευρεία και είναι το πιο αρμόδιο πρόσωπο να αποφασίσει, ως ειδικός, τα θέματα που εγείρονται ενώπιον του. Το Δικαστήριο, στην απουσία συγκεκριμένων και ισχυρών λόγων δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του.[7] Το βάρος δε απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείων.[8] Σε ότι αφορά την προδικαστική ένσταση που εγείρεται εκ μέρους του Εφεσίβλητου 2 σε σχέση με τη συμπερίληψη του Διευθυντή ως διαδίκου στην υπό κρίση Αίτηση, στον Καν. 5
(2)των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 622/1956, αναφέρεται ρητώς πως όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι στη διαδικασία και πως ο Διευθυντής δεν συνενώνεται ως διάδικος εκτός εάν πρόκειται για διαδικασία δυνάμει των άρθρων 42, 44, 60, 61, 71 και 72 του Κεφ. 224 ή εκτός με διαταγή του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση η διαδικασία αφορά στο άρθρο 80 του Κεφ. 224 και δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου, επομένως ο Διευθυντής δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί ως διάδικος. Ο Κανονισμός 5
(3)προνοεί ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες ο Διευθυντής δεν είναι διάδικο μέρος, τότε ο αιτητής υποχρεούται να του επιδώσει πιστό αντίγραφο της αίτησης - έφεσης και σύμφωνα με τον Καν. 6
(2)ο Διευθυντής υποχρεούται να καταχωρίσει στο Δικαστήριο Έκθεση στην οποία παρατίθενται οι λόγοι που τον οδήγησαν στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Εν προκειμένω, ανεξαρτήτως της συμπερίληψης του Διευθυντή ως διαδίκου, η Αίτηση - Έφεση επιδόθηκε σε αυτόν και καταχωρίστηκε εκ μέρους του Έκθεση στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα και οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση της υπό κρίση απόφασης. Επομένως, παρόλο που ο Διευθυντής εσφαλμένα και παράτυπα συμπεριλήφθηκε ως διάδικος, εντούτοις καταχώρισε την προβλεπόμενη από τον Νόμο Έκθεση η οποία σαφώς και θα ληφθεί υπόψιν και θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης της Αίτησης - Έφεσης. Περαιτέρω, ο Διευθυντής ως διάδικος, εμφανίστηκε στη διαδικασία καταχωρώντας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και ένσταση. Από τη στιγμή που ο Διευθυντής καταχώρισε Έκθεση, δεν ήταν αναγκαία και η καταχώριση ένστασης η οποία καταχωρίστηκε εκ του περισσού. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως εκτός από την παράθεση των λόγων ένστασης, η ένορκη δήλωση του Κτηματολογικού γραφέα που συνοδεύει την ένσταση είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με την Έκθεση ως προς την περιγραφή των γεγονότων με την προσθήκη ισχυρισμών για την υιοθέτηση των λόγων ένστασης και περί της ορθότητας και συμφωνίας της υπό κρίση απόφασης με το Σύνταγμα. Με δεδομένο λοιπόν ότι εδώ δεν θα έπρεπε να είναι διάδικος ο Διευθυντής αλλά λανθασμένα και κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού κανονισμού κατέστη διάδικος, αυτό επάγεται ακυρότητα της διαδικασίας σε σχέση με τον Διευθυντή και η υπό κρίση Αίτηση-Έφεση είναι για αυτόν τον λόγο, απορριπτέα σε σχέση με τον Διευθυντή και απορρίπτεται. Η λανθασμένη συμπερίληψη του διευθυντή ως διαδίκου και η συνακόλουθη απόρριψη της Αίτησης σε σχέση με αυτόν για αυτόν τον λόγο, δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε απόρριψη την Αίτηση και σε σχέση με τον Εφεσίβλητο 1, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Δεν εντοπίζω να έχει προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του Εφεσίβλητου 1 λόγω της λανθασμένης συνένωσης του Διευθυντή ως διαδίκου και θα ήταν άδικο και ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης να απορριφθεί η αίτηση του Εφεσείοντα για αυτόν τον λόγο χωρίς να εξεταστεί η ουσία της. Ο Εφεσείων πέραν της υιοθέτησης στην ένορκη δήλωση του των λόγων έφεσης δεν παρουσίασε άλλη μαρτυρί που να θέτει εν αμφιβόλω ή να καταδεικνύει ως εσφαλμένες τις οποιεσδήποτε μετρήσεις έγιναν ή ότι έγινε λανθασμένη χρήση σχεδίων ή στοιχείων, ή ότι παραβιάστηκαν κανόνες διαδικαστικής φύσεως εκ μέρους του Διευθυντή κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην Προκοπίου ν Ryan
(2012)1Γ ΑΑΔ 1982, κρίθηκε ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη. Αμφισβήτηση της πρέπει να γίνεται με την παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Στην προκείμενη περίπτωση αυτό δεν έχει γίνει αφού δεν παρουσιάστηκε σχετική και αποδεκτή μαρτυρία επί του ζητήματος. Έχω διεξέλθει της απόφασης και κρίνω ότι δεν προκύπτει από την όψη της διαδικαστικό ή άλλο σφάλμα ή υπέρβαση εξουσίας, ούτε καταδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα λανθασμένες μετρήσεις. Στην πραγματικότητα, οι λόγοι Έφεσης οι οποίοι συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό υπέρβαση εξουσίας, μη τήρησης της ορθής και νενομισμένης διαδικασίας και διενέργειας λανθασμένων μετρήσεων (λόγοι έφεσης 1, 8 και 10), παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και μετέωροι χωρίς να εξειδικευθούν σε συνάρτηση με την επίδικη διαφορά. Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τους λόγους έφεσης που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό μη δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης τόσο σε σχέση με την παραχώρηση της επίδικης διόδου όσο και σε σχέση με την καθορισθείσα αποζημίωση, το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο και αυθαίρετο της απόφασης, την κατ' ισχυρισμό πραγματική πλάνη κατά τη λήψη της καθώς και τη μη δίκαια και κατά παράβαση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης εξέταση της υπόθεσης (λόγοι έφεσης 2 (πλην του ζητήματος της συνταγματικότητας που εξετάζεται σε άλλο σημείο της απόφασης) 3, 4, 7 και 9). Έχω διεξέλθει της απόφασης του Διευθυντή και διαπιστώνω ότι στην επίδικη απόφαση καταγράφονται τα χαρακτηριστικά της παραχωρηθείσας διόδου και εξηγούνται οι λόγοι προτίμησης της συγκεκριμένης λύσης. Διαφαίνεται από το σύνολο της απόφασης ότι ο Διευθυντής είχε σφαιρική γνώση του αντικειμένου για το οποίο επρόκειτο να αποφασίσει και ότι η λύση που επέλεξε ήταν η πλέον αρμόζουσα προς τις επί τόπου πραγματικές συνθήκες και το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκε η δίοδος. Έλαβε χώρα επιτόπια εξέταση προκειμένου να διαπιστωθεί η επί τόπου πραγματική κατάσταση η οποία μάλιστα αποτυπώθηκε και σε σχετικό σχεδιάγραμμα (Παράρτημα 5 της Αιτιολογημένης Απόφασης) με σκοπό την ορθή και δίκαιη κρίση αναφορικά με τον καθορισμό της διόδου. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι κατά την επιτόπια εξέταση ο αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εξέτασε κατά πόσο υπήρχαν οποιεσδήποτε άλλες εναλλακτικές λύσεις δημιουργίας διόδου διερχόμενης δια μέσου άλλων γειτονικών τεμαχίων λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες και τα δεδομένα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Προκύπτει ότι όλες οι πιθανές λύσεις αξιολογήθηκαν επιμελώς από τον αρμόδιο Κτηματολογικό Λειτουργό καθώς και οι λόγοι για τους οποίους αποφασίστηκε η συγκεκριμένη δίοδος. Αναφέρεται ευκρινώς στην απόφαση ότι εξετάστηκε και απορρίφθηκε το ενδεχόμενο παραχώρησης διόδου βόρεια, ανατολικά και νότια του Δεσπόζοντος Ακινήτου με τους λόγους να καταγράφονται και να αναλύονται με λεπτομέρεια στην Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ο Εφεσείων όχι μόνο δεν προσκόμισε μαρτυρία για την ύπαρξη άλλων εναλλακτικών ή ευχερέστερων λύσεων αλλά δεν πρόβαλε ούτε υπό τύπο ισχυρισμού ότι υπήρχαν εν προκειμένω εναλλακτικές και ευχερέστερες λύσεις. Άλλωστε, από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο (σχετική είναι η Έκθεση Εκτίμησης Παράρτημα 6 της Αιτιολογημένης Απόφασης) το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα είναι μία λωρίδα γης αναξιοποίητη και σύμφωνα με το σχήμα και εμφαδόν του δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε ανάπτυξη, ενώ στο Δουλεύον Ακίνητο του τρίτου προσώπου υπάρχει κατοικία. Σε ότι αφορά την καθορισθείσα αποζημίωση διαπιστώνω ότι αυτή δεν υπολογίστηκε αυθαίρετα ως προβλήθηκε από τον Εφεσείοντα αλλά κατόπιν διενέργειας έκθεσης εκτίμησης (Παράρτημα 6 της Αιτιολογημένης Απόφασης) με τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης να αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης και τις σχετικές συγκριτικές πωλήσεις που λήφθηκαν υπόψη να παρατίθενται σε σχετικό πίνακα. Επισημαίνω ότι αυτή δεν αμφισβητήθηκε από τον Εφεσείοντα με την παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Περαιτέρω, όπως καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο της Έκθεσης Εκτίμησης, η επιδίκαση αποζημίωσης ίσης με το 70% της αγοραίας αξίας γίνεται με αναφορά και έχει ως βάση τις πρόνοιες συγκεκριμένης εγκυκλίου που ρητά καταγράφεται στην Έκθεση, η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Εφεσείοντα. Επαρκώς εξηγείται επίσης η μείωση της αξίας σε ποσοστό 30% η οποία είχε ως βάση το αναντίλεκτο γεγονός ότι το σχήμα και εμβαδόν του Δουλεύοντος Ακινήτου του Εφεσείοντα δεν προσφέρονται για οποιαδήποτε ανάπτυξη. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Εφεσείων σε μία προσπάθεια του να στηρίξει το παράπονο του σε σχέση με την καθορισθείσα αποζημίωση αναφέρεται στην εκτίμηση του Κτηματολογίου κατά την 1/1/2018 ως αυτή εμφαίνεται στο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας και στην οποία καταγράφεται μεγαλύτερη αξία. Η ρηθείσα αναφορά όμως παραγνωρίζει αφενός, τόσο το γεγονός ότι αυτός δεν είναι ο ουσιώδης χρόνος καθότι η απόφαση λήφθηκε το έτος 2020 και αφετέρου, το ουσιώδες γεγονός ότι διενεργήθηκε έκθεση εκτίμησης σε σχέση με την αξία του Δουλεύοντος Ακινήτου του Εφεσείοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο η οποία έκθεση ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Εφεσείοντα, ούτε παρουσιάστηκε εκ μέρους του Εφεσείοντα αναλόγου βαρύτητας μαρτυρία. Στην πραγματικότητα, δεν τίθεται οτιδήποτε χειροπιαστό εκ μέρους του Εφεσείοντα που να καταδεικνύει ότι υπήρξε αυθαίρετος ή λανθασμένος υπολογισμός της αποζημίωσης που θα κληθεί να καταβάλει ο Εφεσίβλητος 1. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου στάθμισε όλους τους σχετικούς παράγοντες και στοιχεία, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της κάθε πιθανής λύσης συγκριτικά με άλλες και ορθά και όχι αυθαίρετα κατέληξε τόσο στον καθορισμό της επίδικης διόδου ως κατάλληλης και πρόσφορης κάτω από τις περιστάσεις λύσης όσο επίσης και στον καθορισμό της επίδικης αποζημίωσης. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι επαρκώς αιτιολογημένη ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για τους λόγους στους οποίους αυτή θεμελιώνεται. Ο Διευθυντής δεν περιορίζεται στη διατύπωση γενικών και αόριστων αναφορών που απλά αναπαράγουν τις πρόνοιες του Νόμου[9] αλλά αντιθέτως εκθέτει τις ενέργειες του και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση επιλέγοντας την επίδικη δίοδο. Τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του ο Διευθυντής για την άσκηση της ευχέρειας του είναι ευδιάκριτα στην προσβαλλόμενη απόφαση καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο δυνατό τον δικαστικό έλεγχο της κρίσης του. Δεν έχω διαπιστώσει παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ή πραγματική πλάνη ή οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια στη διαδικασία που να καθιστά νομικά τρωτή την απόφαση του Διευθυντή. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, οι σχετικοί λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι και συνακόλουθα, απορρίπτονται. Προχωρώ, τέλος, να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό παραβίαση της αρχής της ισότητας, παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος του Εφεσείοντα στην ιδιοκτησία και αντισυνταγματικότητας της απόφασης. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια.[10] Σε ότι αφορά τον 2ο λόγο έφεσης σύμφωνα με τον οποίο η απόφαση του Διευθυντή είναι αντισυνταγματική, καθίσταται σαφές ότι ο ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας τέθηκε σε αυτόν τον λόγο έφεσης γενικά και αόριστα και όχι εξειδικευμένα και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξεταστεί. Με τον 5ο λόγο έφεσης, ο Εφεσείων προβάλλει ότι η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει την αρχή της ισότητας και συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος του Εφεσείοντα. Στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης έχει συμπεριληφθεί το άρθρο 28 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει την αρχή της ισότητας. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης, ο Εφεσείων προβάλλει ότι για το Δουλεύον Ακίνητο του Τρίτου Προσώπου ο Διευθυντής καθόρισε την ανά τετραγωνικό μέτρο αποζημίωση σε διαφορετικό ποσό από το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα. Στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, εκδ. 2001 του Α.Ν.Λοϊζου, αναφέρεται στη σελ. 174 ότι: «Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το Άρθρο αυτό, από την έκφραση "ίσοι ενώπιον του νόμου" στην πρώτη παράγραφο και "δυσμενούς διάκρισης" στη δεύτερη, δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά προστατεύει μόνο από αυθαίρετη διάκριση χωρίς να αποκλείει εύλογες διαφοροποιήσεις. Αυτό ισχύει με την ίδια δύναμη στην ερμηνεία της πρώτης παραγράφου του Άρθρου 24, η οποία είναι μια πτυχή της γενικής αρχής της ισότητας (Argiris Mikrommatis v. The Republic 2 R.S.C.C. 125, 131). Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως των ακραίων ορίων. Ίση ρύθμιση υφίσταται όταν ενεργείται όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανομοίων. Η όμοια μεταχείριση για να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων. Αναφορικά με το δικαστικό έλεγχο, ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν πράγματι υπάρχει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων (Γιασεμίδου, δια του Αντιπροσώπου της Σόλωνος Σαρρή και Άλλοι ν. Δημοτικού Συμβουλίου και ΄Αλλων (Αρ.2)
(1996)3 Α.Α.Δ. 491, 499 - 500).» Περαιτέρω, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην ΚΟΤΖΙΑΠΑΣΙΗΣ κ.α. v. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. 107/2015, 26/4/2021: «Η θεμελιακή αρχή της ισότητας αποσκοπεί στην προστασία από αυθαίρετες παρεκκλίσεις, χωρίς όμως, ταυτόχρονα, να αποκλείει εύλογες διακρίσεις, δικαιολογημένες εκ της εγγενούς φύσεως των πραγμάτων. Εντέλει, η αρχή της ισότητας αποσκοπεί στην ουσιαστική και όχι στην αριθμητική ισότητα και εντοπίζεται παραβίασή της στην περίπτωση και μόνο όπου η διάκριση δεν έχει αντικειμενική και εύλογη δικαιολογία. Όπως σημειώνεται και στη Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 119, η συνταγματική διάταξη, ΄Αρθρο 28, έχει ως λόγο την ουσιαστική, σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα και αποβλέπει στην απόδοση των ίσων στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων.» Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι ο σχετικός λόγος έφεσης δεν έχει πραγματικό και νομικό έρεισμα. Πρόκειται για δύο διαφορετικά ακίνητα με διαφορετικά φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά με το σχετικό παράπονο του Εφεσείοντα να είναι υπό τις περιστάσεις αβάσιμο. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά έκαστου ακινήτου καθόρισε την αξία έκαστου ακινήτου ανά τετραγωνικό μέτρο χωρίς να διαπιστώνεται οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της ισότητας. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος έφεσης απορρίπτεται. Με τον 6ο λόγο έφεσης ο Εφεσείων προβάλλει ότι η απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει τον πυρήνα του δικαιώματος του Εφεσείοντα στην ιδιοκτησία. Στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης έχει συμπεριληφθεί το άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Προς υποστήριξη αυτού του λόγου έφεσης, ο Εφεσείων αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ενόψει της παραχώρησης συνολικής έκτασης 61 τ.μ. από τα 68 τ.μ. που καταλαμβάνει συνολικά το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα, του αποστερείται το δικαίωμα όπως απολαμβάνει, εκμεταλλεύεται, χρησιμοποιεί και αναπτύσσει την ιδιοκτησία του χωρίς να του έχει παραχωρηθεί επαρκής αποζημίωση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Evlogimenos and Others v. The Republic of Cyprus
(1961)2 R.S.C.C. 139: «Further, the Court in examining the provisions of Article 23 of the Constitution has proceeded on the well-settled principle that the right to property safeguarded by an Article such as this is not a right in abstracto but a right as defined and regulated by the law relating to civil rights in property and the word property in paragraph 1 of Article 23 has to be understood and interpreted in this sense.» Το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης, το οποίο δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς όπως αυτοί καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Στην Κουτσελίνη-Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 361 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 δεν είναι απόλυτο αλλά καθορίζεται και ρυθμίζεται από σχετικούς νόμους αναφορικά με αστικά δικαιώματα σε περιουσία. Στερήσεις ή περιορισμοί του δικαιώματος αυτού, όμως, δεν μπορούν να επιβληθούν εκτός όπως προβλέπεται από το Άρθρο 23 (Άρθρο 23.2). Η τρίτη παράγραφος του Άρθρου 23 προβλέπει ότι η άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας μπορεί να υποβληθεί, με Νόμο, εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς, απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Για κάθε τέτοιο όρο, δέσμευση ή περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της επηρεαζόμενης ιδιοκτησίας, θα πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, καθοριζόμενη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό δικαστήριο. Το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού.[11] Στην υπόθεση Δημητριάδη κ.ά. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 85, τονίστηκε πως ο χαρακτηρισμός των όρων που επιβάλλονται για τη χρήση ιδιοκτησίας ως «περιορισμών» δεν είναι καθοριστικός για τον προσδιορισμό του χαρακτήρα τους. Στη ρηθείσα απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και διέπουν την κρίση ως προς το βάσιμο των περιορισμών στη χρήση συγκεκριμένου ακινήτου και στο κατά πόσο οι εν λόγω περιορισμοί απολήγουν σε ουσιαστική εξουδετέρωση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Στην Δημητριάδη (ανωτέρω) εξηγείται ευκρινώς ότι το βάσιμο των περιορισμών στη χρήση ακινήτου κρίνεται με αναφορά και σε συνάρτηση με τους σκοπούς για τους οποίους επιβάλλονται και τη φύση της ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται. Περαιτέρω, εξηγείται ότι περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρησή της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή για το σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου, προορίζεται. Διευκρινίζεται επίσης ότι η ιδιοκτησία γης δεν παρέχει δικαίωμα χρήσης της για οικοδομικούς σκοπούς ή, γενικότερα, δικαίωμα για την οικοδομική ανάπτυξη του ακινήτου. Από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο (σχετική είναι η Έκθεση Εκτίμησης Παράρτημα 6 της Αιτιολογημένης Απόφασης) το Δουλεύον Ακίνητο του Εφεσείοντα είναι μία λωρίδα γης αναξιοποίητη η οποία σύμφωνα με το σχήμα και εμβαδόν της δεν προσφέρεται για οποιαδήποτε ανάπτυξη. Το γεγονός συνεπώς ότι η επίδικη δίοδος καλύπτει 61 τ.μ. από τα 68 τ.μ. της συνολικής έκτασης του Ακινήτου του Εφεσείοντα δεν αρκεί από μόνο του και δεν ισοδυναμεί με αποστέρηση της ιδιοκτησίας του Εφεσείοντα αφού είναι σαφές από τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, ως αυτές συνοψίσθηκαν πιο πάνω, ότι ζήτημα στέρησης ή αδράνειας της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να τίθεται χωρίς συνάρτηση με τη φύση της ιδιοκτησίας η οποία επηρεάζεται και τον σκοπό για τον οποίο, εξ αντικειμένου, προορίζεται σύμφωνα με τα σχετικά φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται. Εν προκειμένω, δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους του Εφεσείοντα ότι οι περιορισμοί που τέθηκαν στην ιδιοκτησία του Εφεσείοντα δεν επιτρέπουν τη χρήση της για τους σκοπούς για τους οποίους, η φυσική της κατάσταση την προοιωνίζει. Στην πραγματικότητα, από το ενώπιον του Δικαστηρίου, αναντίλεκτο μαρτυρικό υλικό, η φυσική κατάσταση του ακινήτου του Εφεσείοντα δεν προοιώνιζε τη χρήση της για οποιαδήποτε ανάπτυξη. Σαφώς λοιπόν στην προκείμενη περίπτωση, πρόκειται για περιορισμό ο οποίος ήταν αναγκαίος για τη χρήση ιδιοκτησίας προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, και εμπίπτει εντός των αναγνωρισμένων περιορισμών του άρθρου 23 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου πως η Απόφαση του Διευθυντή λήφθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11Α του Κεφ. 224 και δεν παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, κρίνω ότι ο Εφεσείων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ότι ο Διευθυντής άσκησε λανθασμένα τη διακριτική ευχέρεια η οποία του παρέχεται από το άρθρο 11Α του Κεφ. 224. Ο Εφεσείων απέτυχε να αποδείξει συγκεκριμένους και ισχυρούς λόγους ικανούς να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα συμπεράσματα του Διευθυντή. Κατά συνέπεια, η παρούσα Αίτηση - Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εφεσιβλήτων και εναντίον του Εφεσείοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009, Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ,. STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300. [2] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Peyiotis and another v. Polemitis
(1982)1 C.L.R. 442, Kafieros a.o. v. Theocharous a.o.
(1978)1 C.L.R. 619, Κραμβιάς κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 267). [5] Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά. (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1143, Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 412. [6] Χαραλάμπους v. Αντρέου, Πολ. Έφ. 474/12 και 474Α/12, ημ. 5.12.18, ΛΟΥΚΙΑ ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΑΡΙΣΤΟΚΛΗ κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 213/2011, 29/6/2016, Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Σταύρου κ.ά.
(2015)1 Α.Α.Δ. 711, Οικονόμου κ.ά. v. Φιλίππου, Πολ. Έφ. 366/11, ημ. 6.11.17, Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1982 Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 β Α.Α.Δ. 885, Αθανάση κ.α. ν. Χ" Μάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Georghiou ν. Hdjigeorghiou Ηjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58. Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944). [7] βλ. Peyiotis and another v. Polemitis (πιο πάνω), Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, Αριστοτέλους v. Χ" Κυριάκου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 100. [8] Παύλου κ.ά. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, Αθανάση κ.ά. ν. Χ''Μάμα κ.ά. (πιο πάνω), Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1248, Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 541, Koυντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου (πιο πάνω) και Ιωάννου κ.ά. ν. Σιακαλλή κ.ά., Πολ. Έφεση 290/2009 ημερ. 11.9.2013. [9] Αλέξη ν. Aristo Developers Ltd
(2009)1B A.A.Δ 834. [10] Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590 [11] Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο