ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Μ. Α. Β. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2603/2019, 12/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2603/2019 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- Μ. Α. Β.
- Π. Α.
- Α. Θ.
- Κ. Π. Ε. Εναγομένων ________________________________________________________________ Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 2/3/2021 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες Ημερομηνία: 12 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Κωνσταντίνου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Φ. Ιωάννου για Πιερίδης & Πιερίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 5/09/2019 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικώς Οπισθογραφημένο. Στις 11/6/2020 καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης. Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων ποσό ύψους €15.356,91 πλέον τόκο δυνάμει συμφωνίας δανείου. Στις 19/10/2019 καταχωρίστηκε σημείωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης από την Εναγόμενη 1 και στις 28/12/2020 καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπισης στο πλαίσιο της οποίας η Εναγόμενη 1 προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς αναφορά στους οποίους θα γίνει στη συνέχεια στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίος για τους σκοπούς εξέτασης της υπό κρίσης Αίτησης. Σημειώνεται ότι στις 12/4/22 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 δια των δικηγόρων που την εκπροσωπούν στην υπό κρίση Αίτηση. Στις 2/3/2021 καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να δώσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Υπεράσπισης της ως αυτές εμφαίνονται σε πίνακα που επισυνάπτεται στην υπό κρίση Αίτηση. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω πίνακα: «
- Παρ. 12 σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση ποιοι ήταν οι ετεροβαρείς όροι.
- Παρ. 13 ποιες είναι οι αυθαίρετες χρεώσεις, ποιες υπερχρεώσεις και ποια καθήκοντα παραβίασε η Ενάγουσα, ποιοι είναι οι παράνομοι τόκοι και οι αντικανονικές χρεώσεις.
- Παρ. 14 ποιοι είναι οι ετεροβαρείς όροι, σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση ποιοι ήταν οι ασαφείς όροι και γιατί οι ενάγοντες κωλύονταν να στείλουν τις επίδικες επιστολές.
- Παρ. 15 ποιες είναι οι ψευδείς παραστάσεις και σε τι συνίστατο ο δόλος, σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση.
- ποια είναι τα αυθαίρετα ποσά.
- Παρ. 20 σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση, η αθέμιτη επιρροή και ο οικονομικός εξαναγκασμός και οι ψευδείς παραστάσεις.
- Παρ. 24 Ποιες είναι οι αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις τόκων και ποιες οι αντικανονικές χρεώσεις.» Σε ότι αφορά τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης αυτή βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ 6 και Δ.48, ΘΘ. 1- 4, 9 (j). Η υπό κρίση Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Στο σώμα της υπό κρίση Αίτησης αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Αναφέρεται επίσης ότι οι λεπτομέρειες για τις οποίες έγινε η παρούσα αίτηση ζητήθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 15/1/
- Ανατρέχοντας στον φάκελο της δικογραφίας διαπιστώνω ότι αντίγραφο της ρηθείσας επιστολής έχει καταχωριστεί ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας προς υποστήριξη μονομερούς αίτησής της ημερομηνίας 18/2/21 για παράταση του χρόνου καταχώρισης απάντησης στην υπεράσπιση. Μεταξύ των λόγων που προβλήθηκαν για παράταση του χρόνου ήταν και η εκκρεμότητα της υπό κρίση Αίτησης και η ανάγκη να λάβει πρώτα η Ενάγουσα τις αιτούμενες λεπτομέρειες προτού ετοιμάσει το απαντητικό δικόγραφο της, εάν και εφόσον η χορήγηση των αιτούμενων λεπτομερειών εγκριθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε πριν την ολοκλήρωση των δικογράφων. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 16/9/2021 που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Εναγόμενου 3 εναντίον του οποίου εκκρεμεί πανομοιότυπη αίτηση. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Η αίτηση είναι αβάσιμη και η παρούσα διαδικασία ασκείται καταχρηστικά. - Η Έκθεση Υπεράσπισης συντάχθηκε σύμφωνα με τη Δ.19 Θ
- - Τα γεγονότα για τα οποία ζητούνται λεπτομέρειες προκύπτουν από έγγραφα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και το δικόγραφο της υπεράσπισης δεν μπορεί να θεωρηθεί αόριστο. - Έχουν εκτεθεί συνοπτικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που στηρίζουν την υπόθεση της Εναγόμενης και δεν υπάρχει πιθανότητα αιφνιδιασμού του αντιδίκου του. - Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν μαρτυρία και εάν αυτές δοθούν θα διαταχθεί η εναγόμενη να αποκαλύψει την μαρτυρία της, ενώ τα γεγονότα για τα οποία ζητούνται λεπτομέρειες θα διαφανούν από την αντεξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας, - Η αίτηση έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και δεν προηγήθηκε επιστολή με την οποία να ζητούνται λεπτομέρειες. - Η αίτηση είναι πρόωρη και καταχωρίστηκε πριν την καταχώρηση Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με την Δ.
- - Οι Αιτητές δεν καταχώρησαν απάντηση με την οποία θα μπορούσαν να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης για τους οποίους ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και συνεπώς, κρίνεται απρόσφορη η οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο αυτής. Είναι βασική αρχή ότι η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συνεπώς, τη βάση επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης.[1] Η Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θέτει το πλαίσιο καταρτισμού ενός δικογράφου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της ρηθείσας διαταγής, κάθε δικόγραφο πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του, ανάλογα με την περίπτωση, και όχι τη μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν αυτά τα γεγονότα. Τα δικόγραφα, πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την αντίδικη πλευρά να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες.[2] Στην υπόθεση Kapatais v. The London Lancashire Insurance Co Ltd (V24) 1 CLR 66 με παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική του 1959 καθώς και στο σύγγραμμα Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου «ουσιωδών γεγονότων» (material facts) που πρέπει να περιλαμβάνονται στα δικόγραφα.: «Under the heading "All Material Facts" in the Annual Practice, 1959, p. 447, the following is stated: "The general rule is thus stated by Cotton, L.J., in Philipps v. P., 4 Q.B.D. p. 139 :— 'In my opinion it is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they have to meet when the case comes on for trial. Each party must plead all the material facts on which he means to rely at the trial ; otherwise he is not entitled to give any evidence of them at the trial. No averment must be omitted which is essential to success. Those facts must be alleged which must, not may, amount to a cause of action (West Rand Co. v. Rex,
(1905)2 K.B. 399 ; see Ayers v. Hanson,
(1912)W.N. 193)". Again in Odgers, On Pleading and Practice, 16th Edition, p. 86, under the question "What facts are material" the following appears: "The word 'material' means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action, and if any one 'material' fact is omitted, the statement of claim is bad". (Per Scott, L.J., in Bruce v. Odhams Press, Ltd.,
(1936)1 K.B. at p. 712). The same principle applies to defenses"». Περαιτέρω, καθίσταται σαφές ότι το κατά πόσο οι αιτούμενες σε κάθε περίπτωση λεπτομέρειες θα πρέπει να διαταχθεί να δοθούν, προδιαγράφεται συνήθως από τη δικογραφία και είναι προδήλως γι' αυτό που η αίτηση για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών δεν είναι απαραίτητο, και είναι συνήθως αχρείαστο, να συνοδεύεται από υποστηρικτική ένορκη δήλωση.[3] Είναι επίσης νομολογημένο ότι η παροχή λεπτομερειών δεν είναι επιτρεπτή για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα ή όταν γίνεται προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας.[4] Στο The Annual Practice 1958, σελ. 461, αναφέρονται τα εξής: «each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars will therefore be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 110 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «The practice as to particulars demands in every pleading such a sufficiency of detail as will elucidate the issues to be tried and prevent "surprise" at the trial. No hard-and-fast line can be laid down as to the degree of particularity which is required of the pleader and which an opponent may demand of him when formulating his claim or defence. The precise degree of particularity required in any particular case cannot of course be predicated, but as much certainty and particularity must be insisted on as is reasonable having regard to the circumstances and the nature of the acts alleged.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings and Practice, 21η Έκδ., σελ. 432 καταγράφονται σχετικά τα εξής: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered». Οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα συνοψίζονται στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157 στο πιο κάτω απόσπασμα, όπου αφού υπογραμμίζεται ότι η Δ.19 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 θ.4, σημειώνεται πως από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο πιο πάνω θεσμών: «.ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα - και όχι μαρτυρία - δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση υπαγορεύεται για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.1146, 1152 αναφέρεται ότι: «Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται τη διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως υποστηρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στα δικόγραφα.» Όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικόγραφο ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικόγραφο. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στο δικόγραφο, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο.[5] Το απαύγασμα της νομολογίας αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα είναι πως ο κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που ο αντίδικος του θα παρουσιάσει εναντίον του. Έχει το δικαίωμα να γνωρίζει, κατά τρόπο σαφή και ολοκληρωμένο, τη φύση και την έκταση της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση για να μπορεί όχι μόνο να ετοιμάσει τη δική του υπόθεση αλλά και να μην βρεθεί προ εκπλήξεως κατά τη δίκη. Κατά συνέπεια, εκεί όπου χωρίς τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, ο αιτητής δεν θα γνωρίζει τι θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη, το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την επί του προκειμένου διακριτική εξουσία του και να διατάξει την παροχή των αιτουμένων λεπτομερειών. Οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σκοπό έχουν να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα και όχι να εκμαιεύσουν τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Τo Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτηση για λεπτομέρειες θα πρέπει να έχει κατά νου τη θεραπεία και τις αξιώσεις που επιζητούνται με την αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρείται η αίτηση για λεπτομέρειες. Ο βαθμός λεπτομέρειας που σε κάθε περίπτωση είναι δυνατό να θεωρείται επαρκής, θα εξαρτηθεί άμεσα από τη φύση και τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Δεν είναι δυνατό η ενασχόληση με το αίτημα για παροχή λεπτομερειών να απομονώνεται από τα ουσιαστικά δικαιώματα και τη θεραπεία η οποία αξιώνεται με την αγωγή, η οποία θα πρέπει πάντα να βρίσκεται στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που αποφασίζει αν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της πλευράς του αιτητή. Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των αιτούμενων λεπτομερειών. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Ξεκινώ πρώτα από τον λόγο ένστασης ο οποίος συναρτάται με το νομότυπο της υπό κρίση Αίτηση, ήτοι ότι αυτή θα έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και δεν είναι αρκετός ο πίνακας ο οποίος επισυνάφθηκε στην αίτηση ο οποίος περιέχει τις λεπτομέρειες που ζητούνται. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αιτήσεις που στηρίζονται στη Δ.19 θ.6 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δεν χρειάζεται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση εκτός αν ζητήσει διαφορετικά το Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεν έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Σχετική είναι η υπόθεση Kassapi v. Louca (ανωτέρω). Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα των λεπτομερειών, θεωρώ ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση προκύπτουν σαφώς και φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι νομότυπη και αποκαλύπτει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται εφόσον αυτοί προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Συνεχίζω με τον λόγο ένστασης ο οποίος άπτεται του χρόνου καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης. Προβλήθηκε η θέση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη καθότι καταχωρήθηκε πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες. Για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια και αυτός ο λόγος ένστασης είναι απορριπτέος. Καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο της Δ.19 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιληφθεί και εγκρίνει αιτημάτων όπως το υπό εξέταση αίτηση ακόμα και πριν την καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης και συνεπώς, πριν τη συμπλήρωση των δικογράφων, η οποία ενεργοποιεί τις πρόνοιες της Δ.30 για έκδοση κλήσης για οδηγίες στο πλαίσιο της οποίας βεβαίως, μπορούν να ζητηθούν, μεταξύ άλλων, και η έκδοση οδηγιών για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η αίτηση καταχωρίστηκε πριν την καταχώρηση απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης, ο χρόνος για την καταχώριση επιδιώκεται να παραταθεί με την Αίτηση ημερομηνίας 18/2/21 ενόψει της εκκρεμότητας της υπό κρίση Αίτησης. Η υποβολή του αιτήματος στο στάδιο που αυτό υποβλήθηκε, ήτοι πριν την έκδοση Κλήσης για οδηγίες, δεν καθιστά το αίτημα πρόωρο. Άλλωστε, όπως ξεκάθαρα διαφαίνεται από την αίτηση της Ενάγουσας για παράταση του χρόνου καταχώρισης απάντησης στην Έκθεση Υπεράσπισης, κρίθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας αναγκαίο να χορηγηθούν οι αιτούμενες με την υπό κρίση Αίτηση λεπτομέρειες, εάν και εφόσον το αίτημα της εγκριθεί, προτού η Ενάγουσα καταχωρίσει το απαντητικό δικόγραφο της, και αυτό είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου απόλυτα εύλογο και δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης οι οποίοι άπτονται της ουσίας του αιτήματος για παροχή λεπτομερειών. Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου σε σχέση με τους οποίους ζητείται η παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών. Στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης, δικογραφείται, μεταξύ άλλων, από την Εναγόμενη 1 ότι η συμφωνία δανείου περιέχει πολύ ετεροβαρείς όρους τους οποίους η Ενάγουσα ενσωμάτωσε στη συμφωνία δανείου για να νιώθει πλήρως εξασφαλισμένη και ότι η Ενάγουσα ασκώντας ψυχική πίεση στην Εναγόμενη 1 την εξανάγκασε να υπογράψει τη συμφωνία δανείου με αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1, η συμφωνία να μην είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης των μερών αλλά άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης, δικογραφείται, μεταξύ άλλων, από την Εναγόμενη 1 ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή θα πρέπει να ακυρωθεί συνεπεία ψευδών παραστάσεων. Περαιτέρω, δικογραφείται ότι τα αξιούμενα ποσά είναι λανθασμένα και ότι περιλαμβάνονται σε αυτά παράνομοι τόκοι, χρεώσεις αντικανονικές και παράνομες και/ή έχουν υπολογιστεί ποσά που δεν έπρεπε να υπολογιστούν. Στις παραγράφους 15, 20 και 24 της Έκθεσης Υπεράσπισης, δικογραφείται, μεταξύ άλλων, από την Εναγόμενη 1 ότι στη συμφωνία δανείου περιέχονται γενικοί και/ή ασαφείς και/ή αόριστοι και/ή επαχθείς για την εναγόμενη 1 όροι που την καθιστούν άκυρη και/ή ακυρώσιμη, ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη συνεπεία δόλου, ψευδών παραστάσεων, ψυχικής πίεσης, αθέμιτης επιρροής και οικονομικού καταναγκασμού, ότι οι ενάγοντες κωλύονταν να αποστείλουν τις επιστολές που αφορούν την παρούσα αγωγή τις οποίες αρνείται ότι έλαβε και ότι περιλαμβάνονται στην αξίωση της Ενάγουσας ποσά τα οποία έχουν χρεωθεί αυθαίρετα και παράνομα. Καθίσταται σαφές από την πιο πάνω παράθεση των δικογραφημένων ισχυρισμών της Εναγόμενης 1 ότι αυτή δεν φανερώνει ποιοι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι κατά τη θέση του ετεροβαρείς, ασαφείς, γενικοί, αόριστοι και επαχθείς. Το ίδιο ισχύει και με τις δικογραφημένες θέσεις της οι οποίες συναρτώνται με τις κατ' ισχυρισμό παράνομες και αντικανονικές χρεώσεις και τόκους. Συγκεκριμένα, η ασάφεια και η αοριστία της υπεράσπισης φανερώνεται από το γεγονός ότι ενώ προβάλλεται ότι υπάρχουν εν προκειμένω παράνομες και αντικανονικές χρεώσεις καθώς και παράνομοι τόκοι καθώς και ότι έχουν υπολογιστεί ποσά που δεν έπρεπε να υπολογιστούν, καθώς και ποσά αυθαίρετα και παράνομα εντούτοις, δεν υποδεικνύεται οποιοδήποτε ποσό ως τέτοιο, δηλαδή ως παράνομη και αντικανονική χρέωση ούτε και εξειδικεύονται με οποιοδήποτε τρόπο τα κατ' ισχυρισμό ποσά που υπολογίστηκαν ενώ δεν θα έπρεπε να είχαν υπολογιστεί, ούτε παρατίθεται οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία εδράζεται η κατ' ισχυρισμό αυθαιρεσία και παρανομία στον υπολογισμό των ποσών και τόκων που χαρακτηρίζονται ως τέτοια από την Εναγόμενη 1. Δεν υπάρχει αμφιβολία κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 υποδηλώνουν ότι η εναγόμενη 1 έχει, ως πραγματικό γεγονός, εντοπίσει χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό που θεωρεί ότι έγιναν ενώ δεν έπρεπε να γίνουν, καθώς και ενέργειες αυθαίρετες και παράνομες εκ μέρους των Εναγόντων και ότι οι εν λόγω εσφαλμένες χρεώσεις και ενέργειες έχουν διογκώσει αυθαίρετα και αντισυμβατικά το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο αν και αρνείται, προσθέτει ευθαρσώς ότι εξαιτίας ακριβώς των παράνομων αυτών χρεώσεων το υπόλοιπο είναι πολύ λιγότερο. Εντούτοις, δικογραφικά, δεν εξειδικεύει με οποιοδήποτε τρόπο τους ρηθέντες ισχυρισμούς, ούτε παραθέτει οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία εδράζει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Περαιτέρω, ενώ προβάλλεται εκ μέρους της Εναγόμενης 1 η θέση ότι αυτή έχει υποστεί ψυχική πίεση από την Ενάγουσα, ότι έγιναν σε αυτήν ψευδείς παραστάσεις με τρόπο ώστε κατά τη θέση της να εγείρεται ζήτημα ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας δανείου, εντούτοις, δεν αναφέρει τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η κατ' ισχυρισμό ψυχική πίεση που ασκήθηκε εναντίον της και η οποία μάλιστα την εξανάγκασε κατά τη θέση της να υπογράψει την επίδικη συμφωνία, ούτε αναφέρει ποιες ήταν οι παραστάσεις που της έγιναν. Ενώ λοιπόν, δικογραφικά επικαλείται τη δημιουργία ενός νομικού αποτελέσματος εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, ήτοι της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης, εντούτοις, δεν αναφέρει τα γεγονότα αυτά στο δικόγραφο της. Περαιτέρω, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για ψευδείς παραστάσεις, σύμφωνα με τη Δ.19 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις περιπτώσεις όπου ο διάδικος επικαλείται και στηρίζεται σε δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, θα πρέπει να παρέχει και εξειδικεύει τις λεπτομέρειες αυτών, κάτι που ξεκάθαρα η εναγόμενη 1 δεν έπραξε στην υπό εξέταση περίπτωση. Η ίδια γενικότητα ασάφεια και αοριστία χαρακτηρίζει και τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 περί κωλύματος της Ενάγουσας να αποστείλει τις επιστολές που αφορούν την παρούσα αγωγή χωρίς να παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα επί των οποίων η Εναγόμενη 1 εδράζει τους ισχυρισμούς της περί ύπαρξης κωλύματος. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης 1 δεν περιλαμβάνουν σε λογική έκταση ισχυρισμούς αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων η Εναγόμενη 1 θα βασιστεί και θα προωθήσει κατά την ακρόαση. Πρόκειται για γενικές, ασαφείς και αόριστες αναφορές, δυνάμενες να προκαλέσουν αμηχανία και αδυναμία σχηματισμού ευκρινούς και πλήρους εικόνας για τη θέση που η ενάγουσα θα κληθεί να αντιμετωπίσει για τα συγκεκριμένα ζητήματα κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η εξειδίκευση τέτοιου είδους ισχυρισμών από το στάδιο της δικογραφίας, είναι ουσιώδους σημασίας, εφόσον τέτοια εξειδίκευση άπτεται άμεσα του επιβεβλημένου δικογραφικού καθορισμού της πραγματικής αξίας της επίδικης διαφοράς[7] επιτρέποντας έτσι στην άλλη πλευρά να γνωρίζει κατά τρόπο σαφή και ολοκληρωμένο τη φύση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση. Στην προκείμενη περίπτωση δεν επιδιώκεται αλίευση μαρτυρίας, ως διατείνεται στην ένσταση της η Εναγόμενη 1, αλλά μόνο δέουσα αποκάλυψη των λεπτομερειών που περιβάλλουν τις διάφορες υπερασπίσεις, ώστε διάδικοι και δικαστήριο να γνωρίζουν την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση. Συνακόλουθα, οι λεπτομέρειες που ζητούνται στον Πίνακα που επισυνάπτεται στην υπό κρίση Αίτηση (με εξαίρεση τις πιο πάνω αναφορές στον εν λόγω πίνακα), είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δικαιολογημένες και αναγκαίες αφού αφορούν σε γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει η Ενάγουσα για να έχει μία σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα της φύσης και έκτασης της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεσή της στο Δικαστήριο με μαρτυρία, έτσι ώστε να μην βρεθεί σε μειονεκτική θέση κατά τη δίκη. Τέλος, προβάλλεται επίσης η θέση ότι δεν προηγήθηκε της υπό κρίση Αίτησης η αποστολή επιστολής με την οποία να ζητούνται οι αιτούμενες λεπτομέρειες. Με βάση τη Δ.19 θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πριν την καταχώριση αίτησης για λεπτομέρειες ο αιτών αυτές δύναται να τις ζητήσει με επιστολή. Από τον φάκελο της υπόθεσης μπορεί να διαπιστωθεί ότι η εν λόγω θέση είναι ανεδαφική. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, στον φάκελο της υπόθεσης υπάρχει καταχωρημένη τέτοια επιστολή των αιτητών και κατά συνέπεια, η εν λόγω θέση απορρίπτεται. Άλλωστε, η μη προώθηση επιστολής πριν την καταχώρηση αιτήσεων όπως η υπό κρίση αίτηση δεν συνιστά λόγο απόρριψης της αίτησης παρά μόνο παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά το στάδιο της επιδίκασης των εξόδων της αίτησης.[8] Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα παροχής των αιτούμενων λεπτομερειών εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ως αυτές εμφαίνονται στον Πίνακα που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση. Οι λεπτομέρειες να τεθούν στη διάθεση της ενάγουσας από την πλευρά της εναγόμενης 1 εντός 30 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τσαγγάρη ν Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472 [2] Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, 721 [3] Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R.666, 668 [4] Libyan National Supply Corporation v. Achaia Shipping Ltd
(1975)12 J.S.C. 1807, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ.1146 και Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 718. [5] Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669), ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ν. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E229/2014, 10/7/2018 [6] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [7] βλ. άρθρο 22
(5)Ν.14/60 [8] Δ.19 Θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο