← Κύπρος

Γ. Κ. ν. Α. Χ., Aρ. Αγωγής: 4621/2017, 24/8/2022

Γ. Κ. ν. Α. Χ., Aρ. Αγωγής: 4621/2017, 24/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4621/2017 ΜΕΤΑΞΥ: Γ. Κ. Ενάγοντα και Α. Χ. Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 28/2/22 για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης Ημερομηνία: 24 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Ν. Μαλλούρη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 13/12/2017 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο. Αξιώνεται εναντίον του Εναγόμενου η επιδίκαση ποσού ύψους €65,000.00 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από 30/10/2015 ως συμφωνηθέν ποσό και/ή ως συμφωνηθείσες αποζημιώσεις για ζημιές που ο υπέστη ο Ενάγων συνεπεία κατ' ισχυρισμό παράβασης εκ μέρους του Εναγόμενου των όρων γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 27/10/

  1. Στις 3/5/2018 καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγόμενου στο πλαίσιο της οποίας παραδέχεται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας πλην όμως ισχυρίζεται ότι οι όροι δεν ήταν όπως τους περιγράφει ο Ενάγων, ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε αρνήθηκε να υλοποιήσει οποιαδήποτε υποχρέωση του και ότι είναι ο Ενάγων που δεν προχώρησε ποτέ σε υλοποίηση των υποχρεώσεων του. Μετά την ολοκλήρωση των δικογράφων και αφού αμφότερες οι πλευρές συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων καθώς και για καταχώριση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων μαζί με σύνοψη της μαρτυρίας τους, η αγωγή ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση χωρίς να έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Την 1/3/21 ο Ενάγων καταχώρισε μονομερή αίτηση στο πλαίσιο της οποίας επιδίωξε την έκδοση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει δύο χωράφια οι λεπτομέρειες των οποίων καταγράφηκαν στο αιτητικό της αίτησης (στο εξής η Αίτηση για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος). Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε στοιχειοθετηθεί ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος και διέταξε την επίδοση της Αίτησης για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος στον Εναγόμενο ο οποίος εμφανίστηκε και στις 13/9/2021 καταχώρισε ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου. Ακολούθως, η Αίτηση για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος ορίστηκε για ακρόαση και πριν την ημερομηνία ακρόασης καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου η υπό κρίση Αίτηση. Με την υπό κρίση Αίτηση ο Ενάγων επιζητεί την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει και να διατάσσει την αντεξέταση του Εναγόμενου επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του η οποία συνοδεύει την ένσταση στην Αίτηση για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και ειδικότερα επί του περιεχομένου των παραγράφων 5, 6, 7, 9, 10, 12 και
  2. Ο Ενάγων ουσιαστικά επιδιώκει την αντεξέταση του Εναγόμενου επί του συνόλου της ένορκης δήλωσης του. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο Εναγόμενος προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, όπως για παράδειγμα ότι ο ίδιος έχει τιμήσει την επίδικη συμφωνία, ότι η Αίτηση για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος έγινε για εκδικητικούς λόγους, ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να αξιολογήσει την περιουσία του Εναγόμενου, ότι ο Ενάγων προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι η δέσμευση των ακινήτων θα προκαλέσει ζημιά στον Εναγόμενο και ότι ο Ενάγων δεν έχει καλή υπόθεση. Κατά τη θέση του του ομνύοντα είναι ανάγκη να αντεξεταστεί ο Εναγόμενος επειδή δεν είναι δυνατόν οι ρηθέντες ισχυρισμοί να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Ο Καθ' ου η Αίτηση φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρισε στις 11/3/2022 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 6 λόγους ένστασης. Συνοπτικά , προβάλλεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι ελλιπής και αναφέρονται σε αυτήν ανακρίβειες, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλέσει ζημιά στον Ενάγοντα αλλά αντίθετα θα προκαλέσει ζημιά στον Εναγόμενο και ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε σε μία προσπάθεια ταλαιπωρίας και πίεσης του Εναγόμενου και όχι γιατί υπάρχει πραγματική ανάγκη για αντεξέταση του. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση, επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3rd ed. Vol 21 p. 418,419 para. 878, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Επίσης, στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας, τονίζεται στη σελ. 677 ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος αλλά είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας. Περαιτέρω, στην υπόθεση Αναφορικά με Αίτηση Λ. Μήλου κ.ά.

(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39 Θ.1. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αίτηση για αντεξέταση ομνύσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδείχνει ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων. Για το λόγο αυτό το σχετικό αίτημα απορρίπτεται». Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενός ομνύοντα είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Η αντεξέταση επιτρέπεται σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό συζήτηση αίτηση και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκταση της σε ζητήματα αδιάφορα για την εξέταση της.[1] Ένα τέτοιο αίτημα εξετάζεται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και το Δικαστήριο, συνυπολογίζει κατά πόσο, με την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, δυνατό να προκληθεί καθυστέρηση καθώς επίσης και κατά πόσο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία για κρίση επί της επίδικης διαφοράς, ώστε να κρίνεται μη αναγκαία η αντεξέταση. Εν πάση περιπτώσει, ένα τέτοιο αίτημα, θα πρέπει να προωθείται με τρόπο που να προσδιορίζονται με κάθε σαφήνεια, αφενός οι ισχυρισμοί του ομνύοντα επί των οποίων επιθυμεί ο αιτητής να αντεξετάσει και αφετέρου, ο σκοπός για τον οποίο επιζητείται η αντεξέταση. Στο τέλος της ημέρας, η σημαντικότερη παράμετρος κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης ή αν προκύπτει ως ανάγκη λόγω κάποιας εξαιρετικής περίστασης, πάντα όμως σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας και στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Κατά την εκδίκαση αιτήσεων για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής με τελικά ευρήματα ή οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ των μερών.[2] Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων του άρθρου 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων και του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή και να το οριστικοποιήσει. Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[3] Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές καθίσταται σαφές ότι πολύ σπάνια μπορεί να γίνεται δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα σε αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και αν θα επιτραπεί η αντεξέταση, αυτή πρέπει να είναι πολύ περιορισμένη, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Έχοντας προδιαγράψει τη νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτημάτων όπως το υπό κρίση αίτημα, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, η έγκριση του αιτήματος αντεξέτασης. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[4] Επισημαίνω ωστόσο ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[5] Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, τα όσα έχουν τεθεί από τον ομνύοντα προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Οι αναφορές του ομνύοντα προς υποστήριξη του υπό κρίση αιτήματος διακρίνονται από τέτοια γενικότητα, αοριστία και ασάφεια με τρόπο ώστε οι ρηθείσες αναφορές να μην μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν ικανοποιητικές για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των παραγράφων επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση και έχοντας κατά νου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αίτησης για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων, καθίσταται σαφές ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκές μαρτυρικό υλικό για κρίση επί της επίδικης διαφοράς. Περαιτέρω, καθίσταται σαφές ότι δεν εξειδικεύεται με αναφορά στο περιεχόμενο της κάθε παραγράφου για την οποία επιδιώκεται η αντεξέταση τι είναι αυτό για το οποίο επιδιώκεται να αντεξεταστεί ο ομνύων και σε τι θα εξυπηρετήσει η αιτούμενη αντεξέταση. Η αναφορά περί ανάγκης να μην παραμείνουν οι όποιοι ισχυρισμοί προβάλλονται αναντίλεκτοι δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας λαμβάνοντας υπόψη τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές ως αυτές έχουν συνοψισθεί ανωτέρω, σύμφωνα με τις οποίες το Δικαστήριο σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης αφού μια τέτοια προσπάθεια θα ισοδυναμούσε με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο η αναγκαιότητα του επιδιωκόμενου εγχειρήματος πόσο μάλλον η ύπαρξη οποιασδήποτε εξαιρετικής περίστασης για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Τουναντίον, αυτό το οποίο στην πραγματικότητα φαίνεται να επιδιώκεται με ανεπίτρεπτο τρόπο από την πλευρά του Αιτητή είναι η αντεξέταση του Εναγόμενου επί παντός επιστητού και ειδικότερα επί των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του με ορατό τον κίνδυνο, σε περίπτωση έγκρισης της υπό κρίση Αίτησης, η εκκρεμούσα διαδικασία να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Είναι εμφανές ότι οι θέσεις των διαδίκων σε σχέση τα επίδικα περιστατικά είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο αλλά και μη επιτρεπτό να αποφασιστούν έξω από το πλαίσιο της δίκης. Το τι πραγματικά έχει διαμειφθεί μεταξύ των διαδίκων κατά τη διάρκεια των επίδικων περιστατικών για τα οποία υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές είναι ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά τη δίκη οπόταν και θα έχει την ευκαιρία, στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης όπου η κάθε πλευρά θα προσκομίσει τη μαρτυρία της, μέσα από τη διαδικασία της αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού, να δεχτεί μαρτυρία και να απορρίψει άλλη προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα. Συνεπώς, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε τίποτα δεν θα εξυπηρετήσει την ενδιάμεση αυτή διαδικασία αφού τα όποια συγκρουόμενα γεγονότα θα κριθούν από το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο της υπόθεσης και αφού η μαρτυρία που θα προσκομιστεί από τις δύο πλευρές τεθεί στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιστάσεων. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όχι απλά δεν θα βοηθήσει στην απόφανση επί της Αίτησης για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος, αλλά αντίθετα, θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της πορείας της προκαλώντας την περιπλοκή των επίδικων θεμάτων και την πρόκληση αχρείαστης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Εναγομένου και εναντίον του Αιτητή- Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελ. 216, παρ. 311. [2] The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788 [3] Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236. ΠΟΛΥΒΙΟΥ κ.α. v. M.C.N.V. GEORGIOU TRADING CO. LTD κ.α., Πολιτική Έφεση ΑΡ. E74/2014, 12/1/2022 [4] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [5] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.