← Κύπρος

Κ. Χ. ν. Α. Ο., Αρ. Αγωγής: 624/2021, 31/8/2022

Κ. Χ. ν. Α. Ο., Αρ. Αγωγής: 624/2021, 31/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A319 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 624/2021 Μεταξύ: Κ. Χ. Eνάγοντα και Α. Ο. Eναγόμενου Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2022 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ Λ. Διομήδους για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: καμία εμφάνιση. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει γενικές, ειδικές και επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία κακόβουλης, εκ προθέσεως και βίαιης επίθεσης που δέχτηκε από τον Εναγόμενο. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι κατά ή περί την 18/6/2016 και ενώ ο ίδιος βρισκόταν πάνω σε πεζοδρόμιο σε περιοχή της επαρχίας Λευκωσίας, ο Εναγόμενος επιτέθηκε στον Ενάγοντα οδηγώντας το όχημα του και κτυπώντας αυτόν ηθελημένα και βίαια. Παραθέτει λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί καθώς των ειδικών ζημιών που αξιώνει. Ο Ενάγων καταχώρισε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 12/3/

  1. Μετά την επίδοση του στον Εναγόμενο, αυτός δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και στις 24/3/2022 ακολούθησε η καταχώριση μονομερούς αίτησης με την οποία αξιώνεται η έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα. Ο Ενάγων επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες θέσεις του και αναφέρει ότι μετά την επίθεση μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με ασθενοφόρο όπου διαγνώστηκαν θλαστικά τραύματα στο κεφάλι, εγκαύματα τριβής δεξιού ώμου με άλγος και εξάρθρωση αυτού, εγκαύματα τριβής κοιλιακής χώρας, πρόσθιας επιφάνειας λεκάνης, αριστερού γλουτού οσφυϊκής χώρας και γλουτού, δεξιού και αριστερού άκρου χείρας και αντιβραχίωνα, αριστερού και δεξιού γόνατου και δεξιού ώμου. Διεγνώσθη επίσης με κάταγμα δεξιού ώμου και κάταγμα αριστερής κλείδας. Νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο από τις 18/6/2016 μέχρι τις 22/6/2016 και κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο του δόθηκαν οδηγίες για συντηρητική αντιμετώπιση των τραυματισμών του, του χορηγήθηκε ιώδιο και έγινε χρήση προστατευτικού καλύμματος. Έγινε ανάταξη του δεξιού ώμου και ανάρτηση με κολλάρο. Μετά από περαιτέρω εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε συμπτώματα ωλένιας νευρίτιδας αριστερού αγκώνα και παρεκτοπισθέν κάταγμα κλείδας αριστερά. Ως εκ τούτου, στις 11/7/2016 εισήχθη στο ορθοπεδικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και στις 16/7/16 υπεβλήθη σε χειρουργική αποκατάσταση (ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση αριστερής κλείδας και μεταφορά ωλένιου νεύρου στον αγκώνα). Η μετεγχειρητική πορεία του ήταν ομαλή και εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 18/7/
  2. Στις 28/7/2016 μετέβη στην κλινική καταγμάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου του αφαιρέθηκαν τα ράμματα. Υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο ο οποίος κρίθηκε ικανοποιητικός και υπήρξε ύφεση των αιμωδιών στην κατανομή του ωλενίου νεύρου. Στις 27/10/2017 επισκέφθηκε εκ νέου το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για κλινική εξέταση κατά την οποία δεν παρουσίασε συμπτώματα πίεσης ωλενίου νεύρου, ούτε συμπτώματα από τον αριστερό ώμο. Θα πρέπει επίσης να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης που θα προγραμματιστεί από τους θεράποντες ιατρούς του γεγονός που θα του προκαλέσει περαιτέρω πόνο και ταλαιπωρία. Προς υποστήριξη των όσων αναφέρει παρουσίασε στο Δικαστήριο Ιατρικά έγγραφα και πιστοποιητικά (Τεκμήρια 1-11). Στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάστηκε άλλη εκδοχή πλην της εκδοχής του Ενάγοντα, ώστε να απαιτείται από το δικαστήριο να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Wynne Barry ν. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Kωστάκη Δαυίδ Mαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου),

(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο».[1] Ο Ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τη δικογραφημένη του εκδοχή. Δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να εγείρει οποιαδήποτε δυσκολία ως προς την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η εκδοχή του ενάγοντα ιδωμένη και εξεταζόμενη υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνεται αξιόπιστη και συνακόλουθα αποδεκτή. Προς αποφυγή επανάληψης υιοθετώ τα όσα έχω καταγράψει πιο πάνω στη σύνοψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα, τα οποία καθίστανται και δικά μου ευρήματα. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[2] Όπως έχει περαιτέρω νομολογηθεί μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[3] Το αστικό αδίκημα της επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 26
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.» Στην Αγγλική απόφαση Letana v. Cooper
(1964)2 All E.R. 919, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την άσκηση βίας εναντίον προσώπου: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Όπως υποδεικνύεται, στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 93,το αστικό αδίκημα της Επίθεσης, όπως σκιαγραφείται στο άρθρο 26 του Κεφ. 148, περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινοδικαίου, της απειλής χρήσης βίας (assault) και της χρήσης βίας (battery). Στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα : (
  1. i)Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας, (
  2. ii)Η ύπαρξη πρόθεσης, (iii) Η έλλειψη συναίνεσης. Όσον αφορά τη χρήση βίας (battery) αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά) είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Τέλος, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα αναφέρεται επίσης ότι για την επίθεση γενικά δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Καθοδηγούμενη από τις αρχές που διέπουν τη νομική πτυχή του αστικού αδικήματος της επίθεσης και έχοντας κατά νου το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης ως αυτό διατυπώνεται στα ευρήματα στα οποία έχει προβεί το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι ο Ενάγων έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο Εναγομένος μέσω των ενεργειών του έχει διαπράξει το αστικό αδίκημα της επίθεσης εις βάρος του Ενάγοντα. Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση.[4] Στο σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, στις σελ. 99-100 αναφέρεται ότι και στο αδίκημα της επίθεσης όπως σε κάθε αστικό αδίκημα, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό (compensatory) χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. Επιπρόσθετα όμως το αστικό αδίκημα της επίθεσης παρέχει προστασία και έναντι της προσβολής προς το πρόσωπο του θύματος. Σχετικά διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμά McGregor on Damages, 20η έκδοση, 2018, παρ. 42-001, όπου αναφέρονται τα εξής: «In so far as an assault and battery results in physical injury to the claimant, the damages will be calculated as in any other action for personal injury. However, beyond this, the tort of assault affords protection from the insult which may arise from interference with the person. Thus a further head of damage is the injury to feelings, i.e. the indignity, mental suffering, disgrace and humiliation, that may be caused. Damages may thus be recovered by a claimant for an assault, with or without a technical battery, which has done him no physical injury at all. There may be a basic award of damages for the injury to the feelings and if the injury is aggravated by the defendant's conduct an additional award of aggravated damages or as with many court awards, the two can be run together ». Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018 στην παρ. 15-139 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Damages in trespass Any trespass to the person, however slight, gives a right of action to recover at least nominal damages. The defendant may still be liable in trespass for all the consequences flowing from the tort whether or not those consequences are foreseeable. Even where there has been no physical injury, substantial damages may be awarded for indignity, discomfort, or inconvenience.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι σε υποθέσεις επίθεσης λαμβάνεται υπόψη πέραν του πόνου και της ταλαιπωρίας που προκαλούν οι τραυματισμοί, εάν υπάρχουν τέτοιοι, και ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκαλείται από τα αισθήματα ντροπής, εξευτελισμού, ταπείνωσης, προσβολής της αξιοπρέπειας και ψυχικής αναστάτωσης που υφίσταται το θύμα. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες, λογικές και κοινωνικά αποδεκτές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.[5] Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις, η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν, έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία της ανικανότητας.[6] Η αυξητική βεβαίως τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση.[7] Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν ανάλογα με τα δεδομένα κάθε περίπτωσης, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα, αλλά και ως συγκριτικό όταν το Δικαστήριο ανατρέχει σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές θα μπορούσε να είναι βοηθητικές.[8] Περαιτέρω, προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση, γιατί κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης.[9] Επιπρόσθετα, όπως γίνεται δεκτό στη Νομολογία, όταν οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα.[10] Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20η έκδοση (ανωτέρω) αλλά και στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα Δίκαιο & Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ 99, στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων, σε υποθέσεις επίθεσης, μπορούν να περιλαμβάνονται και επαυξημένες αποζημιώσεις για τη βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του Ενάγοντα.[11] Στην Rowlands v Chief Constable of Merseyside [2006] EWCA Civ 1773 [2007] 1 WLR 1065 η οποία αφορούσε αγωγή για επίθεση, παράνομη κατακράτηση και κακόβουλη δίωξη λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Moore-Bick LJ στην παρ. 26 σε σχέση την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων: "It is now generally recognised that an award of aggravated damages is essentially compensatory in nature, notwithstanding the fact that it may have a punitive effect by increasing the overall amount the defendant is ordered to pay. That was explicitly acknowledged by Lord Woolf M.R. in Thompson as one can see from the passages cited earlier. Whether damages awarded to compensate the claimant for distress, humiliation and injury to feelings are treated as part of the basic damages (as Thomas L.J. suggested in Richardson v Howie [2004] EWCA Civ 1127, (unreported, 13 August 2004)) or are separately identified by the name of aggravated damages, the important factor to bear in mind is that they are primarily intended to be compensatory, not punitive. It follows that any injury for which compensation has been given as part of the award of basic damages should not be the subject of further compensation in the form of an award of aggravated damages. However, the distinction between basic and aggravated damages will continue to have a part to play as long as the right to recover for intangible consequences such as humiliation, injury to pride and dignity as well as for the hurt caused by the spiteful, malicious, insulting or arrogant conduct of the defendant attaches to some causes of action and not others." (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Ο συνήγορος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των €40,000 ως γενικές αποζημιώσεις και το ποσό των €15,000 ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω, εξετάζοντας το ζήτημα της απόδοσης γενικών αποζημιώσεων προς τον Ενάγοντα, έχω αντλήσει καθοδήγηση, στο βαθμό και υπό την έννοια που περιγράφεται ανωτέρω, από προηγούμενες αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν παρόμοιους τραυματισμούς, άλλοτε πιο σοβαρούς και άλλοτε λιγότερο σοβαρούς από την παρούσα υπόθεση.[12]Αφού έλαβα υπόψη μου το είδος των τραυματισμών του Ενάγοντα, τις σωματικές βλάβες και συνέπειες στην κατάσταση της υγείας του καθώς και τον πόνο και την ταλαιπωρία του Ενάγοντα από την επίδικη επίθεση όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των €30,000 ως γενικές αποζημιώσεις, το οποίο και επιδικάζω. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης του επίδικου αστικού αδικήματος και συνυπολογίζοντας τα αισθήματα ανασφάλειας, αγωνίας, ταπείνωσης και εξευτελισμού της τιμής και της αξιοπρέπειας του Ενάγοντα από την εις βάρος του επίθεση κρίνω ότι δικαιολογείται η επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων. Συνακόλουθα, κρίνω ότι στο κονδύλι των γενικών αποζημιώσεων θα πρέπει να προστεθούν και αποζημιώσεις ύψους €5.000. Σε ότι αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία.[13] Στην απόφαση Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα : «ο Ενάγοντας βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδική ζημία.» Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους το Ενάγοντα έχω ικανοποιηθεί ότι αυτός απέδειξε με θετικό τρόπο το ποσό ύψους €307,00 που αξιώνει και συνεπώς, αυτό το ποσό μπορεί να επιδικαστεί στον Ενάγοντα. Ο Ενάγων αξιώνει επίσης την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην Adrian Holdings Ltd ν. Kυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1836 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Στην Παπακόκκινου Βερεγγάρια Π. και Άλλη ν. Δημήτρη Κυριακίδη
(2010)1 ΑΑΔ 789 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων έχει ως πυρήνα τη συμπεριφορά του εναγόμενου και κάτω απ' αυτό το πρίσμα εξετάζεται ο τρόπος αντίδρασης του. Εάν η συμπεριφορά είναι ετσιθελική, πλήττουσα τα δικαιώματα των εναγόντων η αποζημίωση επιδικάζεται. Τούτο επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Εταιρεία Surebuild Construction Ltd v. Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου (Aρ. 2)
(2008)1(A) A.A.Δ. 550.» Στην απόφαση Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952, με παραπομπή στην απόφαση Papakokkinou (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τους παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των τιμωρητικών αποζημιώσεων. «Αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων λέχθηκε (βλ. σελ. 78-79) ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση.» Στην αγγλική υπόθεση Thompson and Hsu v Commissioner of Metropolitan Police [1998] QB 498 (CA) η οποία αφορούσε παράνομη κατακράτηση λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 516-517 σε σχέση με το ζήτημα της επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων:
(11)It should be strongly emphasised to the jury that the total figure for basic and aggravated damages should not exceed what they consider is fair compensation for the injury which the plaintiff has suffered. It should also be explained that if aggravated damages are awarded such damages, though compensatory are not intended as a punishment, will in fact contain a penal element as far as the defendant is concerned.
(12)in a case where exemplary damages are claimed . It should be explained to the jury: (
  1. a)that if the jury are awarding aggravated damages these damages will have already provided compensation for the injury suffered by the plaintiff as a result of the oppressive and insulting behaviour of the police officer and, inevitably, a measure of punishment from the defendant's point of view; (
  2. b)that exemplary damages should be awarded if, but only if, they consider that the compensation awarded by way of basic and aggravated damages is in the circumstances an inadequate punishment for the defendants; (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπό κρίση υπόθεση, επιδικάσθηκαν ήδη επαυξημένες αποζημιώσεις προς όφελος του Ενάγοντα σε σχέση με τη βλάβη στα αισθήματα, την τιμή και την αξιοπρέπεια του Ενάγοντα, οι οποίες σε συνδυασμό με τις γενικές αποζημιώσεις θεωρώ ότι είναι επαρκείς και συνεπώς, δεν τίθεται θέμα επιδίκασης και παραδειγματικών αποζημιώσεων. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι ακόμη και αν επρόκειτο για περίπτωση όπου θα ενδύκνειτο η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου, ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που λαμβάνεται σχετικά υπόψη, ώστε να μπορούν να προσδιορισθούν και να επιδικασθούν τέτοιες. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο Ενάγων σχετικές είναι οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ
  1. Έχει τονισθεί ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπό κρίση υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε στις 18/6/16, ενώ το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 12/3/
  2. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ήτοι 12/3/
  3. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου ως ακολούθως: (α) για το ποσό των €35,000 υπό μορφή γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων πλέον νόμιμο τόκο από 12/3/21 μέχρι εξόφλησης και, (β) για το ποσό €307,00 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων με νόμιμο τόκο από 12/3/21 μέχρι εξόφλησης μειωμένου όμως κατά το ήμισυ.[14] Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές επίσης είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Π. Ε. 335/2009, ημερ. 17/10/2014. [2] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [3] Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, [4] Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74. [5] Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Lankuntis v. Νικόλα
(2002)1Β Α.Α.Δ 1128, Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12.2.2014, ECLI:CY:AD:2014:A107, [6] Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74 - 75. [7] Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590 [8] Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029. [9] Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445. [10] Αντώνης Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Πτωχεύσαντος Λούη Αιμίλιου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339. [11] Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254. [12] ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΓΕΡΜΑΝΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 247/2013, 7/4/2020, ΣΟΦΙΑ ΣΠΥΡΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 29/12, 2/4/2018, Andreas V Vrondis & Sons (Constructions) Ltd ν. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 189/2011, 15/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A177, Προέστος ν. Προδρόμου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 326/2011, 12/4/2017, Novichkova Daria v. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111, Χρ. Χ. Θεοδοσίου ν. Κ. Διονυσίου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1121 Αντωνίου ν. Νικολάου κ.ά.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 136, Αποστολίδη ν. Ζούλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1695 [13] Κυριάκου Αθανασίου v. Δάφνης Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη, Αγωγή Ναυτοδικείου 92182
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 687. [14] Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.