← Κύπρος

Π. Σ. κ.α. ν. ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ, NISDAL (CONTRUCTIONS) LIMITED, Αρ. Γεν. Αίτησης: 268/21, 20/10/2022

Π. Σ. κ.α. ν. ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ, NISDAL (CONTRUCTIONS) LIMITED, Αρ. Γεν. Αίτησης: 268/21, 20/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A321 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Γεν. Αίτησης: 268/21 Ημερομηνία: 20/10/2022 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2011 (81

(1)/2011) ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΥΣ:
  1. Π. Σ., εκ [ ], [ ] αρ. 7
  2. Π. Σ. υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας συζύγου του Μ. Σ. Αιτητών ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ, NISDAL (CONTRUCTIONS) LIMITED, H. E. 80218, εκ [ ] αρ. 4, Τ. Κ. [ ], ή [ ] 22, [ ] [ ], τηλ. [ ] Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας: 17/03/2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Μ. Γ. Φλωρίδης Για Καθ' ων η Αίτηση 3: κος Α. Θέμης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν όπως εκδοθεί διάταγμα το οποίο να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν συμπληρωματικά ένορκη δήλωση εις απάντηση των ισχυρισμών των Καθ΄ ων η Αίτηση 3 που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και συγκεκριμένα στις διαταγές 39 και
  3. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η Αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Αιτητής
  4. Η κυρίως Αίτηση αφορά αίτημα του να καταχωρηθεί πωλητήριο έγγραφο που είχε γίνει για την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο και το οποίο είχε συναφθεί μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας Nisdal Limited HE ως πωλήτρια και των Αιτητών. Οι Καθ' ων η Αίτηση 3 έχουν καταχωρήσει ένσταση στην εν λόγω Αίτηση και έχουν αναφερθεί σε υποθήκες που καταχωρήθηκαν ως εμπράγματα βάση στο Κτηματολόγιο επί του ακινήτου και που μέχρι σήμερα βαραίνουν το ακίνητο που σήμερα είναι η κατοικία των Αιτητών. Προκύπτει ότι μετά την καταχώρηση της Αίτησης από το έτος 2015, η τότε Συνεργατική Κεντρική τράπεζα ενέκρινε την απαλλαγή της κατοικίας τους χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Περί τις 23/02/20009 η ΣΠΕ Λατσιών δυνάμει συμφωνίας δανείου, παραχώρησε δάνειο ύψους €160.000 στους Γ. Χ. (Α.Δ.Τ. [ ]) και Μ. Χ. (Α.Δ.Τ. [ ]). Προς εξασφάλιση αυτής της πιστωτικής διευκόλυνσης συστάθηκε η Υποθήκη [ ]/2009 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής [ ], Φ/Σχ. [ ], τεμ. [ ] στα Λατσιά, για το ποσό των €160.000 πλέον τόκους. Επισυνάπτεται προς τούτο η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης ως Τεκμήριο
  5. Τα στοιχεία εγγραφής του ενυπόθηκου αυτού ακινήτου προέκυψαν μετά από εκσυγχρονισμό εγγραφής και/ή διαχωρισμό του ενυπόθηκου ακινήτου που βαρύνετο από την υποθήκη [ ]/
  6. Αντίγραφο της επιστολής απαλλαγής ημερομηνίας 23/03/2015 που έγινε άνευ βλάβης επισυνάπτεται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επίδοσης με το ακόλουθο περιεχόμενο: ''Θέμα: Απαλλαγή/μεταβίβαση ενυπόθηκων με αρ. 0/[ ] και 0/[ ] Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα σας πληροφορούμε ότι η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, έχει εγκρίνει την απαλλαγή των ενυπόθηκων ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/[ ] και 0/[ ] από όλες τις υποθήκες που βαρύνονται με την καταβολή του πιο κάτω ποσού: 1) Αρ. εγγρ. 0/[ ] κατοικία Μ. Τ. καταβολή €11.210 στο δάνειο με αρ. [ ] 2) Αρ. εγγρ. 0/[ ] κατοικία Π. Σ. χωρίς καμία είσπραξη.'' Η Καθ' ης η Αίτηση 3 έχει καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) η Αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη. (β) το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (γ) δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή τα στοιχεία που επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν εις γνώση των Αιτητών πολύ πριν την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης και/ή δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της κυρίως Αίτησης. (δ) τυχόν έγκριση της Αίτησης, θα προκαλούσε τον κατακερματισμό της διαδικασίας, την καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως Αίτησης, καθώς και τη δημιουργία εξόδων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Α.Α. λειτουργός του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών της Καθ' ης η Αίτηση
  7. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων συμπεριλαμβανομένου τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με τις υποθήκες [ ]/2000 και [ ]/
  8. Οι εν λόγω υποθήκες συστάθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 2 και επιβαρύνουν το ακίνητο μέχρι σήμερα. Αυτά τα γεγονότα δεν είναι ανάγκη να προβληθούν ξανά. Ο ισχυρισμός ότι λήφθηκε γνώση των επιστολών ημερομηνίας 23/03/2015 μετά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή 3038/20 εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και
  9. Στις 27/10/2020 ο Αιτητής καταχώρησε Αίτηση για προσωρινό διάταγμα και στη βάση της ένορκης δήλωση που υποστήριζε την Αίτηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι είχε λάβει την εν λόγω επιστολή στις 22/10/
  10. Δεν είναι αλήθεια ότι έλαβε γνώση της επιστολής με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 30/11/
  11. Οπότε η εξήγηση του Αιτητή για τη μη παρουσίαση του εγγράφου στην κυρίως Αίτηση είναι ανεδαφικός. Στην παράγραφο 5 ΕΔ Σ. αναφέρεται ότι λόγω των ισχυρισμών της Καθ' ης η Αίτηση 3 για τις υποθήκες της, πρέπει να τεθεί η θέση των Αιτητών. Επίσης στην παράγραφο 7 ΕΔ Σ. αναφέρεται ότι η αναγκαιότητα για την καταχώρηση της Αίτησης προέκυψε μετά από τις δηλώσεις στην ένορκη δήλωση ημερ. 13/02/
  12. Περαιτέρω, στην παράγραφο 8 ΕΔ Σοφοκλέους, αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση 3 δεν ήταν προβλεπτοί κατά την καταχώρηση της Αίτησης. Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους 5, 7 και 8 της ΕΔ Σ. είναι αβάσιμοι, εφόσον οι Αιτητές γνώριζαν πολύ καλά ότι το επίδικο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση 3, λόγω της επιστολής ημερ. 23/03/2015 που είχαν στη διάθεση τους από το
  13. Η γνώση αυτή καταμαρτυρείται και από την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Σο. που συνόδευε την Αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Για να υπάρχει απαλλαγή της υποθήκης θα έπρεπε να πληρωθεί το ποσό των €11,210 σε συγκεκριμένο λογαριασμό δανείου και το ποσό αυτό μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί. Περαιτέρω, οι επιστολές δεν απευθύνονται προς τους Αιτητές. Η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα περιπλέξει και θα καθυστερήσει τη διαδικασία, επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση θα πρέπει να απαντήσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η κυρίως Αίτηση έχει κατατεθεί δυνάμει του άρθρου 11 του περί Πώλησης Ακινήτων Νόμου ( Ειδική Εκτέλεση) 81
(1)/2011 το οποίο προνοεί ως ακολούθως: 12. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής Αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση για συμβάσεις οι οποίες παραμένουν σε ισχύ και συνομολογήθηκαν σε οποιονδήποτε χρόνο, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για τον σκοπό αυτόν χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η προθεσμία κατάθεσής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντα με τον παρόντα Νόμο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. Ήταν θέση των Αιτητών ότι πραγματοποιήθηκε πώληση μέρος του εγγεγραμμένου ακινήτου και ανέγερση διώροφης κατοικίας για την οποίαν εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος την 25/11/2011 βάσει πωλητηρίου εγγράφου που δεν κατατέθηκε έγκαιρα σε σχέση με τον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας. Για διάφορους λόγους που επικαλούνται οι Αιτητές, δεν κατόρθωσαν έγκαιρα να πραγματοποιήσουν την κατάθεση του πωλητηρίου και τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα τους και αυτός ήταν ο λόγος που αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ζητώντας καθυστερημένα την κατάθεση του πωλητηρίου. Ως προς τις συνέπειες κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου ακίνητης ιδιοκτησίας στο Κτηματολόγιο, σχετικό είναι το άρθρο 5 του Ν. 81
(1)πιο κάτω: 5.
(1)Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: Νοείται ότι, όταν η ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης είναι τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του πωλητή, το εμπράγματο βάρος βαρύνει ολόκληρη την ακίνητη ιδιοκτησία που περιλαμβάνεται στην εγγραφή που υπάρχει στο όνομα του πωλητή και, με τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για το εν λόγω τμήμα, το εμπράγματο βάρος περιορίζεται μόνο επί του τμήματος της ακίνητης ιδιοκτησίας το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, σε περίπτωση που πριν από την κατάθεσή της σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη η οποία επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης, ο αγοραστής δύναται να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή, σύμφωνα με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, το ποσό του ενυπόθηκου χρέους που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης, όπως το ποσό αυτό καθορίζεται στις διατάξεις των εδαφίων
(4),
(5)και
(6)του άρθρου 7 και ο ενυπόθηκος δανειστής υποχρεούται να το αποδεχτεί ως ποσό που καταβλήθηκε έναντι του ενυπόθηκου χρέους και στην περίπτωση αυτή το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης προηγείται του εμπράγματου βάρους της προϋπάρχουσας αυτού υποθήκης, ανεξάρτητα από την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους: Νοείται ότι, αναφορικά με συμβάσεις που είναι κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο ή που έχουν συνομολογηθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται νοουμένου ότι έχει προσαχθεί για το σκοπό αυτό, η γραπτή συγκατάθεση του πωλητή και του ενυπόθηκου δανειστή.
(3)Το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης μέχρι την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος Νόμου, ή καταβολής αποζημίωσης σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του παρόντος άρθρου, εξασφαλίζει το εκάστοτε ποσό που ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του τιμήματος πώλησης ή το εκάστοτε ποσό της αξίας του αντικειμένου της αντιπαροχής.
(4)Το εμπράγματο βάρος ισχύει μέχρι την ακύρωση ή την απόσυρση της κατάθεσης της σύμβασης με την οποία δημιουργείται ή μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας κατάθεσης έφεσης εναντίον δικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η διαγραφή της κατάθεσης και σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση. ..
(7)Η κατάθεση σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν επενεργεί ούτως ώστε να ματαιώσει ή να καθυστερήσει την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία δυνατό να είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο πριν από την ημερομηνία της κατάθεσης αυτής. Το πιο πάνω άρθρο είναι σχετικό ως προς τις συνέπειες κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου αφού στο ακίνητο αυτό συνυπάρχουν εμπράγματα βάρη επί του ακινήτου που προηγούνται της κατάθεσης του πωλητηρίου και αφορούν εξασφάλιση για χρέος που έχει δημιουργήσει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ή άλλη υποχρέωση του ιδιοκτήτη αναφορικά με χρέος τρίτου προσώπου. Κατά συνέπεια, η ετεροχρονισμένη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου δεν διαταράσσει τη σειρά προτεραιότητας εγγραφής εμπράγματων βαρών και η υφιστάμενη υποθήκη εξαλείφεται μόνο εάν ο αγοραστής του ακινήτου προσφέρει χρήματα προς εξόφληση του χρέους που διασφαλίζει το εμπράγματο βάρος. Επίσης ως προκύπτει από το εδάφιο
(7)του άρθρου 5, η κατάθεση πωλητηρίου εγγράφου δεν μπορεί να εμποδίσει την πώληση του ακινήτου που έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της Αίτησης σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, μεταξύ άλλων, και προσώπων που είχαν προγενέστερες εγγραφές εμπράγματων βαρών επί του ακινήτου. Όμως δεν θεωρώ ότι η παράλειψη των Αιτητών στην αρχική Αίτηση να αναφερθούν στις υποθήκες που αφορούν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, πρόκειται για απόκρυψη ενόψει των προνοιών του νόμου που επιτρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει διακριτική εξουσία στην περίπτωση εκπρόθεσμης κατάθεσης πωλητηρίου εγγράφου ανάλογα με την περίπτωση, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. Εξάλλου καμία μεταβίβαση του ακινήτου θα ήταν εφικτή με επίκληση των διατάξεων άλλων νομοθεσιών εκτός και εάν ακολουθήσουν άλλα διαβήματα για τα οποία λαμβάνει γνώση ο ενυπόθηκος δανειστής και συμμετέχει στη διαδικασία. Οπότε η παράλειψη των Αιτητών να κάνουν αναφορά σε υποθήκες που επιβαρύνουν το ακίνητο, δεν του εμποδίζει αυτόματα το δικαίωμα να ακουστεί στα πλαίσια αυτής της Αίτησης και σε κάθε περίπτωση αυτό το επιχείρημα μπορεί να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκδίκασης της κυρίως Αίτησης. Σημασία έχει ότι ο Αιτητής έχει προχωρήσει στην επίδοση της κυρίως Αίτησης στον ενυπόθηκο δανειστή ως αποτέλεσμα του οποίου αυτός λαμβάνει μέρος στη διαδικασία. Εφόσον υπάρχουν προγενέστερες υποθήκες επί του ακινήτου, κάθε γεγονός που να αφορά την πληρωμή, ικανοποίηση ή την εξάλειψη της υποθήκης είναι σχετικό να ληφθεί υπόψη. Σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει ορθά κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να πραγματοποιηθεί η καταχώρηση του πωλητηρίου για την προστασία του αγοραστή. Η παρούσα διαδικασία είναι αυτοτελής, το Δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει κατά πόσο θα πρέπει να επιτρέψει την εκπρόθεσμη κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου με βάση τα δεδομένα ενώπιον του και είναι αντιληπτό στη βάση του λεκτικού της σχετικής πρόνοιας, ότι το θέμα αυτό αποφασίζεται μεταξύ άλλων, στη βάση των αρχών της επιείκειας. Εφόσον ο νόμος αναγνωρίζει αυτοτελές νομικό δικαίωμα στον Αιτητή να αιτηθεί την εκπρόθεσμη κατάθεση πωλητηρίων εγγράφων ακίνητης περιουσίας, νοείται ότι το ένδικο μέσο το οποίο θα χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει τη θεραπεία δεν θα είναι ενδιάμεσο αλλά εναρκτήριο αίτημα. Η Δ.1 κ.2 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι η λέξη «cause» σημαίνει τα ακόλουθα: ««cause» includes any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant; Η Δ.1 κ.2 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι οι λέξεις «defendant» και «plaintiff» σημαίνουν τα ακόλουθα: «defendant» includes any person served with any writ of summons or process, or served with notice of, or entitled to attend any proceedings; «plaintiff» includes every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter-claim) against any other person by any form of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, motion, summons or otherwise». Επομένως, στα πλαίσια εναρκτήριας Αίτησης με την οποίαν προωθείται αυτοτελές νομικό δικαίωμα, ο Αιτητής είναι εκείνος που ζητεί τη συγκεκριμένη θεραπεία που προβλέπεται από τον νόμο και ο Καθ' ου η Αίτηση εκείνος που έχει έννομο συμφέρον από το αποτέλεσμα της Αίτησης και δικαιούται να συμμετέχει στη διαδικασία. Σκοπός των ένορκων δηλώσεων στα πλαίσια της εναρκτήριας Αίτησης στην οποίαν διεκδικείται το συγκεκριμένο νομικό δικαίωμα, είναι επιβεβαίωση γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωση του Αιτητή ώστε αυτός να αποδείξει ότι δικαιούται τη συγκεκριμένη θεραπεία. Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση, δηλαδή η ένορκη δήλωση της ένστασης επιβεβαιώνει ενόρκως γεγονότα που καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται τέτοια θεραπεία. Επομένως, στην περίπτωση που υπάρχουν γεγονότα που αμφισβητούνται μεταξύ των δύο αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και το γεγονός ότι είναι σημαντικό προς τη χορήγηση ή όχι της θεραπείας που ζητείται με την Αίτηση, είναι δίκαιο να δοθεί ευκαιρία στον διάδικο να συμπληρώσει τη μαρτυρία του προφορικά ή άλλοσπως, ώστε η αληθινή εικόνα σε σχέση με τα γεγονότα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ή και να δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο να αντεξετάσει εκείνον που έκανε την αρχική δήλωση. Σε παρόμοιες Αιτήσεις (π.χ. εκκαθάρισης εταιρειών) που προωθούνται με εναρκτήρια Αίτηση που επιβεβαιώνεται με ένορκη δήλωση, είναι σύνηθες να επιτρέπεται να δοθεί προφορική μαρτυρία ή μαρτυρία επιπρόσθετη ενόρκως στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπάρη για άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari (Πολιτική Αίτηση Αρ. 206/2013) 3 Δεκεμβρίου 2013, επεξηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης, επιβεβαιώνει τα λεχθέντα της Αίτησης αλλά στην περίπτωση που αυτά αμφισβητούνται με την ένσταση, το Δικαστήριο πάντοτε έχει τη διακριτική εξουσία να επιτρέψει προφορική μαρτυρία ή άλλη συμπληρωματική μαρτυρία εάν αυτό είναι δίκαιο και προς επίλυση των σημαντικών επίδικων πραγματικών ζητημάτων της υπόθεσης. «Η υπό κρίση απόφαση δόθηκε στα πλαίσια Αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιον μου προς υποστήριξη της Αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί τοις αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd ημερομηνίας 28.05.1990, η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. JosephancoTrading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ
  1. Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
  2. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, αναφέρεται: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Οι υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου 1 Α. Α.Δ. 510
(2008)και Messios & Sons Ltd. v Ανδρέα Λεωνίδα 1 Α.Α.Δ 195
(2010)δεν είναι απόλυτα σχετικές διότι σε εκείνες τις υποθέσεις, ο Αιτητής επιχειρούσε να καταθέσει συμπληρωματική μαρτυρία ενόρκως στα πλαίσια ενδιάμεσων Αιτήσεων. Η παρούσα υπόθεση αφορά μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εναρκτήριου ένδικου μέσου, όπου το Δικαστήριο υποχρεούται να προβεί σε ευρήματα γεγονότων προς επίλυση των αντικρουόμενων πραγματικών ζητημάτων και διά να αποφανθεί εάν θα εκδώσει τη θεραπεία που επιζητείται με το εναρκτήριο ένδικο μέσο. Αναμφίβολα το ζήτημα της πληρωμής, ικανοποίησης και της εξάλειψης του χρέους που αφορά την προγενέστερη υποθήκη, είναι σημαντικό πραγματικό ζήτημα προς επίλυση στα πλαίσια της εναρκτήριας Αίτησης για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο θα πρέπει να επιτραπεί η εκπρόθεσμη κατάθεση του πωλητηρίου υπό τις περιστάσεις και ανάλογα με την περίπτωση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα βοηθήσει το Δικαστήριο να επιλύσει με δίκαιο τρόπο τα πραγματικά ζητήματα που προσφέρονται προς επίλυση στα πλαίσια της εναρκτήριας Αίτησης. Το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση 3 δεν επηρεάζεται επειδή θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν με δικούς τους ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η Αίτηση και επιτρέπεται η κατάθεση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτή να καταχωρηθεί το αργότερο εντός 10 ημερών. Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν εντός 25 ημερών από την κατάθεση και παραλαβή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η Aίτηση 3 όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. . (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.