← Κύπρος

Evgenia Michaelidou Developments Limited ν. O. N., Αρ. Αγωγής: 2087/21, 30/11/2022

Evgenia Michaelidou Developments Limited ν. O. N., Αρ. Αγωγής: 2087/21, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A330 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 2087/21 Ημερομηνία: 30/11/2022 Μεταξύ: Evgenia Michaelidou Developments Limited (HE27265), εκ Λευκωσίας Ενάγουσα Και O. N. ([ ], [ ], Μαροκινό Διαβ.), εκ [ ], 7, [ ] όροφος, Διαμέρισμα [ ], [ ], Λευκωσία, Κύπρος, Λευκωσία Εναγομένης Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Κ. Κληρίδης για Φοίβο & Χρήστο Κληρίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση: κος Κ. Παντελή για Ορφανίδη Χριστοφίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση Ημερομηνίας 23/08/2022 Η αγωγή καταχωρήθηκε την 9 Σεπτεμβρίου 2021 και οι θεραπείες που ζητεί η Ενάγουσα, είναι μεταξύ άλλων, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης για παράνομη επέμβαση σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει στην ενάγουσα στην οδό [ ]. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε την 23/08/2022 και η Ενάγουσα έχει ζητήσει την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων. «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη προσωπικά ή και διά των όποιων αντιπροσώπων αυτής από του να εισέρχεται ή και διαμένει ή και παραμένει ή και καθ' οιονδήποτε τρόπο ενεργεί ή και επεμβαίνει επί του διαμερίσματος αρ. [ ], Φ/Σχ. [ ], Τμήμα 24, Τεμάχιο [ ], Ενορία Αγίου Αντωνίου, στην οδό [ ] 7, [ ] όροφος, [ ], Λευκωσία, Κύπρος ιδιοκτησίας της Εναγούσης μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη προσωπικά ή και διά των όποιων αντιπροσώπων αυτής όπως παύσει να εισέρχεται ή και διαμένει ή και παραμένει ή και καθ' οιονδήποτε τρόπο ενεργεί ή και επεμβαίνει επί του διαμερίσματος αρ. [ ], Φ/Σχ. [ ], Τμήμα 24, Τεμάχιο [ ], Ενορία Αγίου Αντωνίου, στην οδό [ ] 7, 4ος όροφος, [ ], Λευκωσία, Κύπρος ιδιοκτησίας της Εναγούσης μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η νομική βάση της Αίτησης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 144/60, το άρθρο 43 του Κεφ. 6 , το άρθρο 43 του Κεφ. 148 και η Διαταγή 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Τα γεγονότα της Αίτησης περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει η διευθύντρια και μοναδική μέτοχος της Ενάγουσας εταιρείας Ι.Τ. Αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε το πατρικό της σπίτι στο οποίο διέμενε ο πατέρας της μαζί με την Εναγόμενη σύζυγο του πατέρα της από τον Δεκέμβριο 2018 μέχρι τον θάνατο του την 19/06/

  1. Ο πατέρας της είχε παντρευτεί την Εναγόμενη το
  2. Ήταν αντιληπτό από την αρχή της διαμονής τους στο εν λόγω διαμέρισμα, ότι η παραμονή τους εκεί θα ήταν προσωρινή και ότι το ακίνητο θα παραδίδετο στην ομνύουσα όταν θα το είχε ανάγκη για να το κατέχει. Την 01/03/2016 ο πατέρας της συνέταξε διαθήκη η οποία έδιδε όλη την περιουσία του στα παιδιά του και άφησε στη σύζυγο του το χρηματικό ποσό των €300.000 υπό την προϋπόθεσή ότι αυτή θα προχωρούσε με την αποποίηση άλλων κληρονομικών δικαιωμάτων. Κατά την 02/01/2019 ο πατέρας της μεταβίβασε όλες τις μετοχές της Ενάγουσας εταιρείας και κατ' επέκταση το ακίνητο στη θυγατέρα του, επειδή ήθελε την κατοχή του ακινήτου να περιέλθει στην κόρη του. Δεν υπήρχε πρόθεση του αποβιώσαντα η Εναγόμενη να παραμείνει στο ακίνητο. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ζήτησε επανειλημμένως τόσο γραπτώς, όσο και προφορικά από την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση να εκκενώσει το ακίνητο και να του παραδώσει την ελευθέρα κατοχή του, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση. Αντιθέτως, η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση αρνείται μέχρι και σήμερα να εκκενώσει το ακίνητο. Στις 30/12/2021 πληροφορήθηκαν από τους ιδιοκτήτες/ένοικους των διαμερισμάτων που βρίσκονται κάτω από το επίδικο ακίνητο ότι μετά τις έντονες βροχοπτώσεις υπήρξαν ασταμάτητες διαρροές νερού στα διαμερίσματα τους, νερό το οποίο προέρχετο από το επίδικο ακίνητο. Η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση δεν ανταποκρίθηκε στα τηλεφωνήματα και στα κουδούνια των ιδιοκτητών των άλλων διαμερισμάτων, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να επικοινωνήσουν με την Ενάγουσα εταιρεία ζητώντας να προβεί σε ενέργειες προκειμένου να περιοριστούν οι ζημιές. Ενόψει των ανωτέρω, εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας αλλά και των διευθυντών αυτής, στάλθηκε επιστολή και τηλεφώνημα την 30/12/2021 προς το νομικό συμβούλιο της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση ούτως ώστε να επιτραπεί η πρόσβαση στο επίδικο ακίνητο με στόχο να επιδιορθωθούν τα προβλήματα και να περιοριστεί η ζημιά. Στην εν λόγω επιστολή δεν υπήρξε η οποιαδήποτε ανταπόκριση, αντιθέτως αγνόησαν πλήρως τόσο τις γραπτές όσο και τις προφορικές εκκλήσεις να επιδιορθώσουν το ακίνητο ή τουλάχιστον να επιτρέψουν να το επιδιορθώσουν με στόχο αντιπρόσωποι τους να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για περιορισμό των ζημιών αλλά και περιορισμό του κινδύνου στους γείτονες. Σημαντικό και το γεγονός ότι ως ιδιοκτήτες του ακινήτου είχαν εκτεθεί ανεπανόρθωτα στους γείτονες οι οποίοι τους θεωρούν υπεύθυνους ως ιδιοκτήτες. Ουδέποτε όμως έγιναν επιδιορθώσεις και ουδέποτε τους επιτράπηκε είσοδος. Υπάρχει πλήρης σιωπή από την Εναγόμενη η οποία αποφεύγει να τοποθετηθεί επί του θέματος. Σε ακολουθία των όσων ουσιαστικά ήθελα να αποφύγει η Ενάγουσα, στις 25/07/2022 η Ενάγουσα/Αιτήτρια παρέλαβε επιστολή ημερομηνίας 20/07/2022 από τον Δήμο Λευκωσίας, με την οποίαν ενημερώθηκε ότι ο Δήμος έχει κηρύξει το επίδικο ακίνητο ως επικίνδυνη οικοδομή. Στην επιστολή αναφέρεται ότι η οικοδομή παρουσιάζει διάφορες φθορές, όπως πτώση τμημάτων επιχρισμάτων και ότι επιβάλλεται η λήψη μέτρων για άρση οποιωνδήποτε κινδύνων που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη σε πρόσωπα που διαμένουν εντός της οικοδομής, σε πρόσωπα που διαμένουν σε γειτονική οικοδομή ή ακόμα και σε διερχομένους. «Οι πράξεις και παραλείψεις της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση, έχουν ξεκάθαρα προκαλέσει την υφιστάμενη κατάσταση και οδήγησαν τον Δήμο Λευκωσίας στο να κηρύξει το επίδικο ακίνητο ως επικίνδυνο. Για σκοπούς του Δήμου Λευκωσίας, ο μόνος υπεύθυνος είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου και δεν τον ενδιαφέρει κατά πόσο υπάρχει δικαστική διαδικασία σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ή κατά πόσο για την κατάσταση του ακινήτου και την πρόκληση της επικινδυνότητας ευθύνεται η Εναγόμενη παράνομη επεμβασίας. Προς τούτο αναφέρουν και στην επιστολή τους Τεκμήριο 6 προς την ιδιοκτήτρια Ενάγουσα/Αιτήτρια ότι ''στην περίπτωση που εσείς αμελήσατε ή αδυνατείτε να προβείτε στις πιο πάνω ενέργειες εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ο Δήμος Λευκωσίας δύναται να εισέλθει αυτεπάγγελτα στην οικοδομή σας και να προβεί σε όλα τα απαραίτητα μέτρα για άρση της επικινδυνότητας. Σημειώνεται ότι τα έξοδα για οποιαδήποτε μέτρα λάβει ο Δήμος Λευκωσίας καταβάλλονται από τον ιδιοκτήτη. Περαιτέρω σε περίπτωση που δεν προβείτε στις πιο πάνω ενέργειες, ο Δήμος Λευκωσίας δύναται να σας επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι και €20.000 σύμφωνα με το άρθρο 15Ε του περί Ρυθμίσεως οδών και Οικοδομών Νόμου ή και να προωθηθεί ποινική υπόθεση εναντίον σας, σύμφωνα με το άρθρο 15Δ του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου». Η Εναγόμενη παραμένει στο ακίνητο παράνομα και είναι παράνομη επεμβασίας και προκαλεί με τις πράξεις και παραλείψεις της ζημιά στο ακίνητο και στα γειτονικά του διαμερίσματα και έχει προκαλέσει αυτό να κηρυχθεί επικίνδυνο και να εκθέσει τους ιδιοκτήτες του ακινήτου σε διοικητικά προστίματα και ποινικές διώξεις από τρίτους. Η εναγόμενη έχει παραβιάσει κατάφορα το δικαίωμα της Ενάγουσας στην ακίνητη της ιδιοκτησία. Στο επίδικο ακίνητο έχουν προκληθεί τεράστιες φθορές και βλάβες, τέτοιες μάλιστα που έχουν οδηγήσει τον Δήμο Λευκωσίας να κηρύξει το ακίνητο ως επικίνδυνη οικοδομή. Στην επιστολή του Δήμου Λευκωσίας Τεκμήριο 6, έχουν επισυναφθεί και φωτογραφίες που έβγαλε ο Δήμος και στις οποίες φαίνεται και ζημιά. Η επιστολή είναι επίσης ξεκάθαρη ότι υπάρχει στενή προθεσμία για άρση της επικινδυνότητας. Υπάρχει σαφής κίνδυνος πρόκλησης μόνιμων ζημιών στο ακίνητο, ζημιών οι οποίες ενδεχομένως να μην επιδιορθώνονται με απλή επισκευή αλλά ίσως χρειαστεί να γκρεμιστεί μεγάλο μέρος του ακινήτου προκειμένου να καταστεί αυτό ασφαλές. Η άρνηση της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση να επιτρέψει την είσοδο μας στο ακίνητο ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους, καθώς ως αναφέρεται και στην επιστολή του Δήμου Λευκωσίας ημερομηνίας 20/07/2022, κινδυνεύουν τόσο οι ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων και η ίδια η Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, όσο και οι διερχόμενοι πολίτες οι οποίοι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν την κακή κατάσταση του ακινήτου και εντελώς ανυποψίαστοι μπορεί να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και να τραυματιστούν σοβαρά από την πτώση των επιχρισμάτων/μπετόν. Ευθύνη για οποιαδήποτε είτε αστική, είτε ποινική δίωξη θα έχει η Ενάγουσα/Αιτήτρια, αλλά ενδεχομένως και η Ενάγουσα ως διευθύντρια της εταιρείας. Εάν δηλαδή προκληθεί σοβαρή σωματική βλάβη σε διερχόμενο η ανεπανόρθωτη ζημιά είναι φανερή. Θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα με στόχο την αποφυγή αυτού του ενδεχομένου. Σε αντίθετη περίπτωση με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα μπορέσει η Ενάγουσα άμεσα να άρει την επικινδυνότητα του επίδικου ακινήτου, να συμμορφωθεί πλήρως με τις οδηγίες του Δήμου Λευκωσίας και να περιορίσει τη ζημιά σε αυτήν που έχει γίνει μέχρι σήμερα από την Εναγόμενη χωρίς να επεκταθεί περαιτέρω και πριν υλοποιηθεί η λογική προειδοποίηση του Δήμου για τραυματισμό διερχομένων. Εάν συνεχίσει η συμπεριφορά της Εναγόμενης, ο κίνδυνος είναι όχι μόνο ορατός, αλλά ζημιά θα προκληθεί σε κάποιον με μαθηματική ακρίβεια. Ο Δήμος Λευκωσίας όρισε χρονικό περιθώριο 6 εβδομάδων εντός των οποίων η Ενάγουσα εταιρεία είναι υποχρεωμένη να ξεκινήσει εργασίες για την επισκευή της οικοδομής προκειμένου να αρθεί η επικινδυνότητά της. Από την 25/07/2022 είχε μεταβεί στο εξωτερικό και επέστρεψε Κύπρο την 01/08/2022 και κατά την επιστροφή της, είχε διαγνωσθεί θετική στον κορωνοϊό και αυτό ήταν εμπόδιο στην ετοιμασία της παρούσας Αίτησης. Στη συνέχεια απουσιάζει ο δικηγόρος της στο εξωτερικό και επέστρεψε στις 19/08/2022 με αποτέλεσμα η Αίτηση αυτή να καταχωρηθεί παρά μόνο στις 23/08/
  3. Η Εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  4. «Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων».
  5. «Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των άρθρων 4, 5 & 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος».
  6. «Οι Ενάγοντες Αιτητές δεν προσέρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο κατά παράβαση των αρχών της επιείκειας, καθότι απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα κατά την Αίτησή τους για έκδοση του επίδικου διατάγματος».
  7. «Δεν πληρείται στην παρούσα περίπτωση το στοιχείο του κατ' επείγοντος».
  8. «Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη, ελαττωματική, άνευ αντικειμένου, ανεδαφική και νόμω και ουσία αβάσιμη».
  9. «Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι έχουν καλή αιτία αγωγής ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση (arguable case)
  10. «Ακόμα και αν υπήρχε πιθανότητα οι Ενάγοντες/Αιτητές να δικαιούντο σε θεραπεία, γεγονός το οποίο απορρίπτεται από την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση, δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή και επειδή θα υπήρχε η δυνατότητα κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των Εναγόντων/Αιτητών με την επιδίκαση αποζημιώσεων, ο δίκαιος υπολογισμός των οποίων θα ήταν αδύνατος».
  11. «Οι Ενάγοντες/Αιτητές με τα αιτούμενα διατάγματα υπό «Α» & «Β» ζητούν όπως λάβουν την ίδια θεραπεία που ζητούν με το αιτητικό «Δ» στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και/ή με την έκδοση του θα αποφασιστεί τελεσίδικα και η αγωγή και/ή οι Ενάγοντες επιζητούν έκδοση τελεσίδικης απόφασης στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας και/ή η αμφισβητούμενη Αίτηση είναι ανεπιθύμητη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη».
  12. «Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ελαττωματική και/ή χωρίς την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας». Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει η Εναγόμενη. Ήταν σύζυγος του αποβιώσαντα Μ.Τ. και είναι Κύπρια υπήκοος. Το εν λόγω διαμέρισμα ήταν η συζυγική της εστία και ζει στην εν λόγω οικία από το
  13. Ο γάμος τελέστηκε στις 15/4/
  14. Ο σύζυγος της ήταν μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας.. Της είχε αναφέρει εν ζωή ότι θα εξακολουθούσε να κατοικεί στη συζυγική τους εστία. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι το διαμέρισμα ήταν προσωρινή λύση στέγασης του ζεύγους. Απορρίπτει ως γεγονός ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της είχε μεταφέρει τις μετοχές του στα παιδιά του όταν ήταν ζωντανός και από έρευνα που έγινε στον Έφορο Εταιρειών η μεταφορά των μετοχών έγινε στις 10/01/2020 δηλαδή μετά τον θάνατο του συζύγου της. Αναφορικά με τις παραγράφους 11-13, παραδέχεται μόνο ότι οι δικηγόροι που εκπροσωπούν την εταιρεία έστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους του. Οι δικηγόροι των δύο πλευρών είχαν συζητήσεις για όλα τα θέματα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Δεν έχει πρόβλημα να παρέχει πρόσβαση στους επαγγελματίες για να αξιολογήσουν κατά πόσο το επίδικο διαμέρισμα είναι η αιτία των προβλημάτων του κτηρίου. Ωστόσο οποιαδήποτε δομικά προβλήματα στους εξωτερικούς τοίχους του κτηρίου, δεν μπορούν να αποδοθούν στους ιδιοκτήτες ή τους ενοίκους των διαμερισμάτων αλλά είναι ευθύνη της διαχειριστικής επιτροπής του κτηρίου να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διορθώσει αυτά τα θέματα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφαλαίου
  15. Αναφορικά με τις παραγράφους 14-15 αγνοεί και γι' αυτό δεν παραδέχεται ότι η Ενάγουσα έλαβε αυτό το γράμμα από τον Δήμο Λευκωσίας. Η κα Τ. είναι μέλος του συμβουλίου του Δήμου Λευκωσίας, κάτι το οποίο δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 λίστα με τα μέλη του συμβουλίου του Δήμου Λευκωσίας όπως φαίνεται στην επίσημη ιστοσελίδα του. Περαιτέρω, το γράμμα του Δήμου Λευκωσίας απευθύνεται σε όλους τους ιδιοκτήτες του κτηρίου και γίνεται μία γενική αναφορά ότι το κτήριο είναι επικίνδυνο χωρίς να αναφέρει ότι τα δομικά προβλήματα του κτηρίου οφείλονται στο επίδικο διαμέρισμα. Οι εξωτερικοί τοίχοι και τα δομικά προβλήματα που εντοπίζονται από τον Δήμο Λευκωσίας μπορούν να διορθωθούν χωρίς την είσοδο στο επίδικο διαμέρισμα, με την τοποθέτηση σκαλωσιών στον εξωτερικό περίμετρο του κτηρίου. Ο σύζυγος της, της είχε υποσχεθεί ότι θα διέμενε στο εν λόγω διαμέρισμα καθ' όλην τη διάρκεια της ζωής της. Δεν προκαλεί ζημιά στο διαμέρισμα αυτό ή σε άλλο διαμέρισμα στο κτήριο. Διαμένει νόμιμα στο επίδικο διαμέρισμα σύμφωνα με τις παραστάσεις και/ή την υπόσχεση του μακαριστού Μ. Τ. ο οποίος δρούσε ως αξιωματούχος της Ενάγουσας ότι θα ζει στη συζυγική τους εστία μέχρι το τέλος της ζωής του. Επιπλέον, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχει προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στο κτήριο είτε στους εσωτερικούς και/ή εξωτερικούς τοίχους και/ή σε οποιονδήποτε γείτονα και αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ανεδαφικοί. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση να ακουστεί κατά την ακρόαση. Περαιτέρω, δεν υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται θεραπεία για τους λόγους που αναφέρει πιο πάνω. Αν η Ενάγουσα έχει δίκαιο για την απαίτηση της είναι δυνατό να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα αξιώνει απώλεια της ενοικιαστικής αξίας του διαμερίσματος και γενικές αποζημιώσεις. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η Ενάγουσα κλήθηκε από οποιονδήποτε από τους γείτονες να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό για ζημιές. Η απονομή αποζημιώσεων είναι επαρκής θεραπεία σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποδείξει την υπόθεσή της. Τέλος, η Ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς μπορεί να προχωρήσει με τις απαραίτητες εργασίες για επιδιόρθωση των εξωτερικών τοίχων του διαμερίσματος μέσω της διαχειριστικής επιτροπής του κτηρίου. Ακόμα ένα σημαντικό θέμα που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα, η οποία κίνησε τις διαδικασίες με την πρόφαση ότι παρέλαβε το γράμμα που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της κας Τ., δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο την έκθεση που ζητήθηκε εντός 20 ημερών από το δημαρχείο, ενισχύοντας περαιτέρω την πεποίθηση του ότι χρησιμοποιούν το εν λόγω γράμμα σαν πρόφαση για να την βγάλουν έξω από το διαμέρισμα. Περαιτέρω, το χρονικό περιθώριο που έθεσε το δημαρχείο έχει ήδη παρέλθει και κανένας από τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες δεν έχει συμμορφωθεί με τις οδηγίες του δημαρχείου». Στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, δεν θα ήταν δίκαιο ή εύχερο να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα καθότι θα έχει άμεσες ζημιογόνες συνέπειες στη ζωή του. Θα υποχρεωθεί να φύγει από το διαμέρισμα όπου έχει σχεδιάσει να διαμένει για το υπόλοιπο της ζωής του στη βάση των υποσχέσεων που του έγιναν από τον μακαριστό άνδρα της υπό την ιδιότητα του ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Ενάγουσας. Περαιτέρω, η παρούσα κατάσταση της αγοράς ακινήτων, ειδικά στη Λευκωσία, είναι τόσο περίπλοκη. Δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα διαμερίσματα και οι τιμές ενοικίων είναι πολύ ψηλές. Η Ενάγουσα καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση και αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας στηρίζεται στο νομικό της δικαίωμα να κατέχει το ακίνητο και να σταματήσει την παρέμβαση στην κατοχή και απόλαυση αυτής της περιουσίας, ενόψει του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εν λόγω ακίνητης περιουσίας. Το κατά πόσο θα πρέπει να χορηγηθεί ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα, εξαρτάται από το βάσιμο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Ενάγουσας σε αντιπαραβολή του νομικού δικαιώματος της Εναγόμενης να κατέχει την περιουσία. Στον βαθμό που υπάρχει ισχυρή μαρτυρία εκ πρώτης όψεως ότι η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου και παράλληλα ότι η Εναγόμενη είναι παραβάτης που παρεμβάλλει παράνομα στο δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης του ακινήτου, συντρέχουν καλοί λόγοι έκδοσης του προστακτικού διατάγματος Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα, πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  16. Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
  17. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  18. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία.
  19. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.

(1975)AC 396, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο Ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου, δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του Ενάγοντα στον βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του Ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο Ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος, είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas 1 CLR 263
(1983), η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες, διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτήν τη θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, πληρείται εάν ο Ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Η Αιτήτρια ζητεί όπως απαγορευθούν οι παράνομες επεμβάσεις. Έχει προσκομιστεί τίτλος ιδιοκτησίας και η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου. Η ομνύουσα στην Αίτηση είναι μέτοχος της εταιρείας που είναι ιδιοκτήτης της οικίας και οι μετοχές περιήλθαν στην ιδιοκτησία της δυνάμει μεταφοράς των μετοχών που έγιναν επ' ονόματι της ενώ βρισκόταν ακόμη σε ζωή ο πατέρας της. Η Ενάγουσα έχει προσκομίσει επίσημο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών διά του οποίου προκύπτει ότι η ΙΤ, είναι μέτοχος της εταιρείας και ότι η τελευταία αλλαγή στη μετοχική σύνθεση της εταιρείας διενεργήθηκε την 02/01/2019 ημερομηνία κατά την οποίαν ο πατέρας της Ι.Τ. βρισκόταν εν ζωή. Οι πρόνοιες του άρθρου 113 που προβλέπουν ''ότι το μητρώο μελών αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία οποιωνδήποτε θεμάτων που απαιτούνται ή εξουσιοδοτούνται από τον Νόμο αυτόν να καταχωρούνται σε αυτό'' δεν αφήνουν περιθώριο υιοθέτησης των θέσεων της Εναγόμενης ότι η μεταβίβαση διενεργήθηκε μετά τον θάνατο του αποβιώσαντα. Το έγγραφο που παρουσίασε η Εναγόμενη στα πλαίσια της ένστασης για να επιχειρηματολογήσει ότι η μεταβίβαση έγινε μεταγενέστερα του θανάτου παραπέμπει στην υποβολή του εντύπου ΗΕ57 που σύμφωνα με το άρθρο 113Α συνιστά η κοινοποίηση της πράξης της μεταφοράς και όχι την πράξη της μεταφοράς. Η Εναγόμενη δεν έχει προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας για να υποστηρίξει ότι η μεταφορά των μετοχών δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και ούτε έχει ισχυριστεί κάποιο γεγονός που να θέτει εν αμφιβόλου τη γνησιότητα της μεταφοράς των μετοχών κατά τον χρόνο που αυτή διενεργήθηκε. Επομένως, παραμένει αναντίλεκτο γεγονός ότι ιδιοκτήτης του ακινήτου είναι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη δεν έχει συμφέρον στο νομικό πρόσωπο που είναι η ιδιοκτήτης του ακινήτου. Μοναδικό της επιχείρημα είναι ότι ο αποβιώσαντας της είχε υποσχεθεί ότι θα είχε το δικαίωμα να ζει στο διαμέρισμα για όλην της τη ζωή. Δεν έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας για να υποστηρίξει ότι κάτι τέτοιο έγινε ή ότι ήταν μέσα στις προθέσεις του αποβιώσαντα να υλοποιήσει τέτοιαν πρόθεση. Αντίθετα ο ατεκμηρίωτος ισχυρισμός της Εναγόμενης, φαίνεται να καταρρίπτεται από τις πράξεις του αποβιώσαντα. Πέραν της μεταφοράς των μετοχών ενώ βρισκόταν σε ζωή, ο αποβιώσαντας δεν φαίνεται ότι τέτοια υπόσχεση μετουσιώθηκε ώστε να συμπεριληφθεί στη διαθήκη του αποβιώσαντα που συντάχθηκε μετά τον γάμο του με την Εναγόμενη. Όμως ακόμη και για χάριν συζήτησης να θεωρηθεί ότι η Εναγόμενη θα μπορούσε να διεκδικήσει μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα ως νόμιμος κληρονόμος του, οι εν λόγω μετοχές δεν συνθέτουν μέρος της κληρονομιάς του αποβιώσαντα σύμφωνα με τον ορισμό του όρου με βάση το άρθρο 2 του Κεφ. 195 επειδή οι μετοχές δεν ήταν κιvητή ιδιoκτησία και ακίvητη ιδιoκτησία η oπoία κατεχόταν από τον αποβιώσαντα από πρόσωπo κατά τoν θάvατo τoυ. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton ν Δέρμοσακ Λτδ 1 ΑΑΔ 1453
(1992)και Fashion Box SRL v Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1805, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες Αιτήσεις μεταξύ του Αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην Αίτηση, αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της Αίτησης να αποδείξει αυτά τα γεγονότα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά διατάγματα είναι ελαστική και δεν περιορίζεται από τους αυστηρούς και τεχνικούς κανόνες της απόδειξης, όμως αυτό δεν απαλλάσσει τους Αιτητές από του να αποδείξουν θετικά τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται για να καταδείξουν ότι έχουν δικαίωμα κατοχής στον χώρο και ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτήν, η μαρτυρία αυτή υπήρξε συντριπτική ενώ αντίθετα η Εναγόμενη έχει προβάλει μονάχα έναν ισχυρισμό ότι ο αποβιώσαντας της είχε υποσχεθεί ότι θα μπορούσε να μείνει στο διαμέρισμα για πάντα ενώ φαίνεται ότι στην πράξη φαίνεται να φρόντισε ο αποβιώσαντας με τις πράξεις του να αποκλείσει τέτοιο ενδεχόμενο. Επομένως ο ισχυρισμός της Εναγόμενης είναι σε διάσταση με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου για να αποδειχθεί ο ισχυρισμός περί υπόσχεσης που έχει προβάλει. Η ίδια υπέγραψε δήλωση με την οποίαν αποδέχθηκε όπως αποποιηθεί όλων των κληρονομικών της δικαιωμάτων προκειμένου να λάβει από την κληρονομία το ποσό των €300.000. Η Ενάγουσα έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον της Εναγόμενης βασιζόμενη στην παράνομη επέμβαση. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, προνοεί ότι η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιανδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιανδήποτε παράνομη πρόκληση ζημίας ή
(3)με παράνομη παρέμβαση σε τέτοιαν περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, Sweet & Maxwell , 1954 Chapter 16 par. 899 επεξηγείται ότι οποιαδήποτε αδικαιολόγητη ενόχληση που επηρεάζει το δικαίωμα κατοχής άλλου προσώπου σε ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να αποτελέσει παράνομη επέμβαση. Είναι αρκετό κάποιος να εισέλθει στο ακίνητο απρόσκλητος για να θεμελιωθεί αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση. Οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας, δικαιούται να εγείρει αξίωση εναντίον άλλου προσώπου για παράνομη επέμβαση. Για να θεωρείται κάποιος ότι είναι κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας, πρέπει να αποδείξει ότι έχει τον φυσικό έλεγχο της ακίνητης ιδιοκτησίας. Συνεπώς, το θέμα της κατοχής είναι πραγματικό ζήτημα που εξαρτάται από τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς. (Clerk & Lindsell on Torts , Chapter 16 par. 906). Στην περίπτωση κτηριακών εγκαταστάσεων, η κατοχή αποδεικνύεται με πραγματική φυσική κατοχή του ακινήτου ή εάν δεν έχει την πραγματική φυσική κατοχή του ακινήτου, δηλαδή να είναι μέσα στο κτήριο ο ίδιος, αποδεικνύεται με το να αποδείξει ότι έχει στην κατοχή του το κλειδί του κτηρίου με το οποίο έχει ελεύθερη πρόσβαση στις κτηριακές εγκαταστάσεις. ( Clerk & Lindsell on Torts, Chapter 16 par 906) Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, τεκμαίρεται ότι είναι και κάτοχος του ακινήτου εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις ότι κάποιο άλλο πρόσωπο έχει την πραγματική φυσική κατοχή του ακινήτου. Όμως εάν μεταξύ δύο προσώπων υπάρχει διαφορά σε σχέση με το ποιος είναι ο πραγματικός κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας, υπάρχει μαχητό Τεκμήριο ότι κάτοχος είναι το πρόσωπο που είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου. (Clerk & Lindsell on Torts, Chapter 16 par. 906). Θεωρώ ότι τα πιο πάνω γεγονότα δημιουργούν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, η Ενάγουσα έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η Ενάγουσα έχει ισχυρή νομική βάση για να στηρίξει το δικαίωμα κατοχής ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Επίσης είναι αδιαμφησβήτητο το γεγονός, ότι η Εναγόμενη είχε εισέλθει νόμιμα στο ακίνητο με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, όμως αυτό αποσύρθηκε κατά την ημερομηνία που ο ιδιοκτήτης του υποστατικού απέσυρε τη συγκατάθεση αυτήν. Το διαμέρισμα δεν αποτέλεσε μέρος της κληρονομιάς και αυτό το φρόντισε ο αποβιώσαντας πριν τον θάνατο με τη μεταφορά των μετοχών και αφού φρόντισε η Εναγόμενη να υπογράψει έγγραφο να αποποιηθεί αξίωση έναντι του διαμερίσματος προκειμένου να λάβει το ποσό των €300.000. Επομένως η Εναγόμενη, διαμένει στο υποστατικό χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη και χωρίς νομικό ή συμβατικό δικαίωμα παραμονής της στο διαμέρισμα. Είναι αντιληπτό ότι ενόψει της μακρόχρονης κατάληψης του ακινήτου, γιατί η συνέχιση της παραμονής της Εναγόμενης στο ακίνητο ως παραβάτης με ολική στέρηση της κατοχής του πραγματικού ιδιοκτήτη του υποστατικού, παρεμβαίνει καταλυτικά σε όλα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του ιδιοκτήτη του ακινήτου και τη διαιώνιση της παρανομίας. Ουδείς θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι ενόψει της ικανοποίησης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, ότι η συνέχιση της ολικής στέρησης υποστατικού της κατοχής του υποστατικού στον κατά Τεκμήριο ιδιοκτήτη του, ισοδυναμεί με κατάργηση των δικαιωμάτων του με τρόπο που ανεπανόρθωτα θα ζημιώσει εάν αφεθεί η επικρατούσα κατάσταση των πραγμάτων να συνεχιστεί. Η Εναγόμενη δεν έχει προτείνει και δεν είναι σε θέση να καταβάλει αποζημιώσεις που να αντανακλούν το μέγεθος της ζημιάς που η Ενάγουσα έχει ήδη υποστεί και συνεχίζει να υφίσταται. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή, που να προκαλέσει τη λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996), το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι ''θεμελιώδης αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνην την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη''. Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo, κάποτε όμως o Αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα ως ακολούθως, ως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi πιο πάνω. «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum, είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd. v Muskita Aluminium 1 ΑΑΔ 2015
(2002), καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το Δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον Ενάγοντα, είτε στον Εναγόμενο είτε και στους δύο, εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. .............................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποίαν τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους, δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της Αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιος από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνην του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες Αιτήσεις, δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποίαν θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μία δραστηριότητα την οποίαν προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν από την άλλην, ο Εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μίας καθιερωμένης επιχείρησης, το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να την δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα, ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές, ενώ ο Ενάγων έχει μία δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν ο Εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος, παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποίαν θα υποστεί η επιχείρηση του Ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο Εναγόμενος δεν εμποδιστεί. .............................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα Δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον Ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο Εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον Εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά, το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του Ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον Εναγόμενο, το Δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο Ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο Εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλην, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του Ενάγοντα να αποζημιώσει τον Εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα, δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το Δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο Ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Στην υπόθεση Zena Company Ltd. v Demenian Catering Ltd 1 ΑΑΔ
(2011), το Εφετείο επεξήγησε ότι η εισήγηση ότι η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη, περιλαμβάνει πέραν από το χρηματικό και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη υλική ζημιά που προκύπτει από την ολική στέρηση της κατοχής του ακινήτου. Ενόψει του ότι η εκ πρώτης όψεως ιδιοκτήτης του υποστατικού είναι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη παραβάτης, καταλυτική σημασία για την εξίσωση της εξισορρόπησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων, είναι το κριτήριο της διαιώνισης της κατάστασης παρανομίας του νόμου που απολήγει στην παρεμβολή περιουσιακών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα. Το ότι η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη, υποστηρίζεται επίσης από το γεγονός ότι το κτήριο έχει ανάγκη από επείγουσες επιδιορθώσεις και οι Ενάγοντες αδυνατούν να τις διενεργήσουν. Το ότι η κατάσταση επείγει, διαφαίνεται ακόμη από το γεγονός ότι αναγνωρίζονται οι Ενάγοντες ως πρόσωπα υπόλογοι έναντι της αρμόδιας αρχής για την επιτέλεση των καθηκόντων τους ως ιδιοκτήτες. Δεν υπάρχει απάντηση στο επιχείρημα των Εναγόντων ότι θα υποστούν όχι μόνο καταστροφή της περιουσίας τους από τη συνεχιζόμενη παράνομη κατοχή, αλλά και προσωπικές κυρώσεις εξαιτίας της αδυναμίας τους να επιδιορθώσουν και να αναχαιτίσουν την καταστροφή του κτηρίου. Η απάντηση της Εναγόμενης ότι οι τυχόν ζημιές αφορούν την εξωτερική επιφάνεια του κτηρίου, δεν την βοηθά διότι γεγονός παραμένει ότι δεν έχει συμβάλει θετικά στο να μην προκληθούν οι ζημιές ή να τις επιδιορθώσει ώστε να πείσει ότι λειτουργεί να διασφαλίσει την επικρατούσα κατάσταση των πραγμάτων ενόψει της εκκρεμοδικίας. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το προσωρινό μέτρο αποδίδει στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, δικαιολογείται το μέτρο ενόψει του ότι η Ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου δεδομένα που καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου δεν αμφισβητείται και η Εναγόμενη είναι παραβάτης επί αυτού. Υπό τέτοιες συνθήκες δηλαδή των περιπτώσεων που εκ πρώτης όψεως η Εναγόμενη είναι παράνομη παραβάτης επί του ακινήτου ως επεξηγήθηκε στην Ιρλανδέζικη απόφαση The Governor and Company of the Bank of Ireland and Tom Kavanagh v Brian O'Donnell and Mary Patricia O'Donnell [2016] 2 IR
  1. [2015] IECA 73, το ισοζύγιο της ευχέρειας ευνοεί την έκδοση της ενδιάμεσης θεραπείας. Η Εναγόμενη δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία για να καταδείξει ότι υπό τις σημερινές συνθήκες έχει δικαίωμα να κατέχει το ακίνητο. Όπως υποδείχθηκε από το Ιρλανδέζικο Δικαστήριο στην υπόθεση Bank of Ireland πιο πάνω, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το εν λόγω διάταγμα χωρίς να προβεί σε ευρήματα ή διαπιστώσεις επί των αντίστοιχων δικαιωμάτων των μερών επί του ακινήτου στα πλαίσια της οριστικής επίλυσης της αγωγής. Μοναδική διαπίστωση του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, είναι ως επεξήγησε το Δικαστήριο στη σκέψη 107 της απόφασης είναι ως ακολούθως: [107] It is important to emphasise that the court is not determining any issue of fact or law in dispute between the parties in relation to the substantive issues in the proceedings in this judgment. It is only considering and determining whether the respondents have made out a strong case to be entitled to the relief sought. Οι κύριοι λόγοι που το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει ότι έχουν ισχυρή υπόθεση επί του ζητήματος του δικαιώματος να κατέχουν την περιουσία, είναι ότι η Ενάγουσα ήταν και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της περιουσίας. Οι μετοχές της εταιρείας μεταβιβάσθηκαν επ' ονόματι της θυγατέρας του όταν ο αποβιώσαντας βρισκόταν εν ζωή και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι αυτό ήταν ειδικό κληροδότημα ενόψει επικείμενου θανάτου του αποβιώσαντα ως προνοεί το Κεφ.
  2. Κατά συνέπεια το διαμέρισμα ουδέποτε αποτέλεσε μέρος της κληρονομιάς του αποβιώσαντα και σε κάθε περίπτωση η Εναγόμενη αποποιήθηκε το δικαίωμα της σε κάθε περιουσία, ενόψει καταβολής σε αυτή λήψης €300.
  3. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρούσε καλόπιστα ότι ο αποβιώσαντας της είχε υποσχεθεί να της κληροδοτήσει το διαμέρισμα ενόψει της απόφασης της να λάβει χρήματα. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει ότι έχουν ισχυρή υπόθεση ότι η Εναγόμενη δεν έχει δικαίωμα να διαμένει στο εν λόγω διαμέρισμα ενόψει του γεγονότος ότι το αποποιήθηκε προκειμένου να λάβει τα χρήματα που αποφάσισε να της κληροδοτήσει ο αποβιώσαντας σύζυγος της. Κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτήν, όπως και στην περίπτωση της Bank of Ireland πιο πάνω, οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει ότι έχουν ισχυρή υπόθεση και ότι κατά πάσα πιθανότητα θα πετύχουν ουσιαστική θεραπεία μετά το πέρας της αγωγής και έτσι το ισοζύγιο της ευχέρειας τους ευνοεί, διότι η καταβολή των αποζημιώσεων δεν θα ήταν ικανοποιητική αποζημίωση για τους Ενάγοντες ενόψει της οικονομικής αδυναμίας της Εναγόμενης, αλλά και τις ζημιές που παρατηρούνται στο ακίνητο που η Εναγόμενη αδυνατεί ή παραλείπει να συμβάλει για να τις επιδιορθώσει. Οι Αιτητές έχουν προθυμοποιηθεί να καταθέσουν σε μετρητά ποσό χρημάτων για τυχόν ζημιές που ήθελε προκύψουν στην περίπτωση που εν τέλει πετύχει η Εναγόμενη στην αγωγή ενόψει της έκδοσης του διατάγματος στο παρόν στάδιο. Σε κάθε περίπτωση η απόδοση της περιουσίας στους νόμιμους κατόχους της περιουσίας στο στάδιο αυτό μειώνει το ανυπολόγιστο κόστος που θα επιφέρει η συνεχιζόμενη παρέμβαση της Εναγόμενης εάν αυτή επιτραπεί να συνεχιστεί μέχρι το πέρας της αγωγής. Εκδίδεται το διάταγμα ως η Αίτηση, νοουμένου ότι η Αιτήτρια-Ενάγουσα καταθέσει το ποσό των €150.000 σε μετρητά στο Δικαστήριο ή με αμετάκλητη τραπεζική εγγύηση προς όφελος της Εναγόμενης που θα έχει διάρκεια μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα Αίτησης επιδικάζονται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενης και υπέρ της Αιτήτριας-Ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.