Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ ν. Σ. Μ., Αρ. Γενικής Αίτησης: 316/16, 8/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A327 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Γενικής Αίτησης: 316/16 Ημερομηνία: 08/11/2022 Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και Αναφορικά με τη Διαιτησία ημερ. 14/01/2014 Μεταξύ Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ Απαιτητών και Σ. Μ. Καθ' ης η Απαίτηση και Αναφορικά με την πιο πάνω Διαιτησία και σύμφωνα με τον Περί Διαιτησία Νόμο Κεφ. 4 και αναφορικά με την Αίτηση της Σ. Μ. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Πιερίδου Για Καθ' ων η Αίτηση: κος Βαρκάρης Αίτηση Ημερομηνίας 21/02/2022 Στα πλαίσια Γενικής Αίτησης, η Αιτήτρια ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο καταχώρησε Αίτηση με την οποίαν ζήτησε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραμερίζεται ο διορισμός Διαιτητή λόγω κακής διαχείρισης της Διαιτησίας. Περαιτέρω καταχωρήθηκε κι άλλη Αίτηση με την οποίαν η Αιτήτρια ζητούσε την έκδοση διατάγματος με το οποίο το Δικαστήριο να αναγνωρίζει ότι η Διαιτησία ημερομηνίας 14/01/2014 μεταξύ της εταιρείας Μάριου και Σάββα Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ και της Αιτήτριας κριθεί άκυρη χωρίς νομική ισχύ. Εκείνη η Αίτηση εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου
- Παραθέτω πιο κάτω την κατάληξη του Δικαστηρίου. «Πράγματι έχει καταχωρηθεί από πλευράς Αιτητών η Αίτηση ημερομηνίας 21/10/2016 στην οποίαν οι Αιτητές ζητούσαν «Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η φερόμενη ως απαιτητική εταιρεία Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ, είναι ανύπαρκτη εταιρεία» και για το οποίο αιτητικό 26/04/2017 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα. Αυτό όμως δεν αφήνει να θεωρηθεί δεδομένο ότι και κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας Διαιτησίας με τη Σ. Μ. οι Απαιτητές ήταν εταιρεία ανύπαρκτη. Για όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας». Στη συνέχεια η Αιτήτρια έχει καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση με την οποίαν να ζητά τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή και/ή τερματισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της πιο πάνω Διαιτησίας και της Γενικής Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο γιατί η απαιτητική εταιρεία ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΛΤΔ, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2017 διατάχθηκε και δηλώθηκε ανύπαρκτη εταιρεία με αποτέλεσμα τόσο η Διαιτησία όσο και η Γενική Αίτηση να παραμείνουν άνευ αντιδικίας. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω και/ή επιπλέον Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω φερόμενη ως απαιτητική εταιρεία ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΛΤΔ δεν νομιμοποιείται, ως ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2017, να εμφανίζεται και/ή εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου. 99777255 Γ. Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στη Σ. Μ., Αιτήτρια στην πιο πάνω Γενική Αίτηση να την αποσύρει, ενόψει του γεγονότος ότι η Διαιτησία και η εν λόγω Γενική Αίτηση παρέμειναν άνευ αντιδίκου ή/και αντιδικίας, με Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2017, δυνάμει του οποίου η απαιτητική εταιρεία στη Διαιτησία και Καθ' ης η Αίτηση στη Γενική Αίτηση ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΛΤΔ, διατάχθηκε και δηλώθηκε ανύπαρκτη εταιρεία. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή και/ή τερματισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της πιο πάνω Διαιτησίας η οποία ως προαναφέρθηκε παρέμεινε άνευ αντιδικίας αφού η απαιτητική εταιρεία ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΛΤΔ, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2017 διατάχθηκε και δηλώθηκε ανύπαρκτη εταιρεία. Ε. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο. Η Αίτηση βασίζεται στις Διαταγές 48, 27, 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και επί των άρθρων 2, 8, 26 και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
- Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, καθότι εκδόθηκε διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/04/2017 το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου στην Αίτηση των Απαιτητών Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ ημερομηνίας 21/10/2016 και διά του οποίου διατάχθηκε και δηλώθηκε ότι η φερόμενη ως Απαιτητή στη διαδικασία της Διαιτησίας, ήτοι την εταιρεία Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ είναι ανύπαρκτη εταιρεία. Στην Αίτηση αυτήν, έχει καταχωρηθεί ένσταση και έχουν προβληθεί οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Α. Η Αίτηση είναι νομικώς και ουσιαστικώς ανύπαρκτος και πρωτοφανής και υπάρχει δεδικασμένο. Β. Η Αίτηση είναι καταχρηστική των εξουσιών του Δικαστηρίου και αποτελεί αυθαιρεσία, αφού εκφεύγει των οδηγιών του Δικαστηρίου για καταχώρηση αγορεύσεων όσον αφορά το μόνο εναπομείναν μετέωρο αιτητικό της κυρίως Αίτησης μετά την απόρριψη της 2ης Αίτησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 24/03/2017 όπου ζητούσε ουσιαστικά τα ίδια αιτητικά όπως της παρούσας Αίτησης με άλλη φρασεολογία. Γ. Η Αίτηση είναι εν πάση περιπτώσει υπερμέτρως καθυστερημένη και δείγμα καθαρής κωλυσιεργίας και καθυστέρησης διαδικασίας. Δ. Η Αιτήτρια κωλύεται και ή εμποδίζεται και ή παρατήθη των ισχυρισμών της. Ε. Η Αίτησης είναι εν πάση περιπτώσει τελείως αβάσιμη και ανεδαφική και αποτελεί προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου όσον αφορά τα ορθά γεγονότα. Στ. Η Αίτηση είναι εν πάση περιπτώσει ανύπαρκτος αλλά και εκφεύγει ή και είναι εντός των ορίων της κυρίας Αιτήσεως ή του αιτητικού αυτής. Ζ. Η Αίτηση είναι παράτυπος και στηρίζεται επί ανύπαρκτου βάσεως και λανθασμένης νομικής βάσεως. Η. Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού δεν υπάρχει ουσιαστικώς αλλά και νομικώς Καθ' ου η Αίτηση. Θ. Η Αίτηση είναι μετέωρη. Ι. Με την παρούσα δευτέρα Αίτηση της, η Αιτήτρια επιδιώκει-προσπαθεί να προσθέσει και άλλα αιτητικά εις την κυρίως Αίτηση της ημερομηνίας 07/07/2016, γεγονός το οποίο συνιστά παράβαση κάθε αρχής ή θεσμού ορθής διαδικασίας και δίκης, αλλά και εκτός δικογράφησης. Ια. Δεν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι διάδικοι. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχω διεξέλθει προσεκτικά του δικογραφικού φακέλου της υπόθεσης, προκειμένου να κατανοήσω τι έχει συμβεί στη διαδικασία. Προκύπτει ότι τα μέρη αντί να ασχοληθούν με την ουσία της Διαιτησίας, ήτοι να διαπιστωθεί κατά πόσο η διαδικασία Διαιτησίας έχει προκαλέσει εκ του αποτελέσματος της έννομο συμφέρον για τους διαδίκους, έχουν καταπιαστεί με τυπικό σφάλμα στον τίτλο της Διαιτησίας, ήτοι το σωστό όνομα της κατασκευαστικής εταιρείας που το αντρόγυνο Αιτητών στην κυρίως Αίτηση (ημερομηνίας 07/07/2016) προσέλαβαν για να αγοράσουν και να αναγείρουν την οικία τους. Η αρχική Αίτηση αφορούσε αξίωση των ιδιοκτητών της ανεγειρόμενης οικίας να παραμερισθεί ο διορισμός του Διαιτητή εξαιτίας κακοδιαχείρισης στη διαδικασία δυνάμει του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
- Στη συνέχεια, οι δικηγόροι της κατασκευαστικής εταιρείας που απαιτούσαν όπως γίνει η Διαιτησία για να πληρωθούν για την εργασία που εκτέλεσαν, καταχώρησαν ένσταση και ήγειραν για πρώτη φορά ζήτημα ότι δεν μπορεί να προχωρήσει η Αίτηση ως έχει επειδή το όνομα της εταιρείας ως έχει στη διαδικασία της διαφοράς Διαιτησίας είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Στη συνέχεια εκτός από ένσταση στην Αίτηση, καταχώρησαν και δική τους Αίτηση ημερομηνίας 21/11/2016 με την οποίαν ζητούσαν απόρριψη της κυρίως Αίτησης επειδή η εν λόγω εταιρεία που αναγράφεται στον τίτλο είναι ανύπαρκτη. Προς υποστήριξη εκείνης της Αίτησης, οι Απαιτητές καταχώρησαν ένορκη δήλωση με την οποίαν υποστήριξαν ότι η πραγματική εταιρεία που κατασκεύασε την κατοικία που είναι το αντικείμενο της διαφοράς Διαιτησίας, είναι οι Marios & Savvas Georgiou Constructions Ltd. Στα πλαίσια της Αίτησης αυτής στην οποίαν ουδέποτε καταχωρήθηκε ένσταση, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ως το πρώτο αιτητικό της Αίτησης, ήτοι αναγνωριστική απόφαση ότι εταιρεία με τον τίτλο Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ, είναι ανύπαρκτη. Στη συνέχεια οι Αιτητές επωφελούμενοι της έκδοσης του διατάγματος, καταχώρησαν την Αίτηση ημερομηνίας 24/03/2017 με την οποίαν ζητούσαν διάταγμα για την ακύρωση της διαδικασίας της Διαιτησίας, επειδή ως ήταν θέση τους, αυτή αφορούσε διαφορά με έναν εκ των δύο διαδίκων να είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε αιτιολογημένη απόφαση (βλ. πιο πάνω) και απέρριψε την εν λόγω Αίτηση. Δεν είναι ορθό ή επιθυμητό να διεξέλθω του σκεπτικού εκείνης της απόφασης, όμως δεν είναι δυνατόν να μην σχολιάσω την ενέργεια των Αιτητών να καταχωρήσουν την Αίτηση 24/03/2017 η οποία αποσκοπούσε στη ματαίωση ή στο να καταστεί άνευ αντικειμένου η κυρίως Αίτηση που οι ίδιοι θεωρούσαν ότι αφορούσε διαδικασία Διαιτησίας με πραγματικό πρόσωπο. Επίσης είναι άξιον απορίας γιατί καταχώρησαν την αρχική Αίτηση που αφορούσε διαφορά για την ανέγερση της κατοικίας τους εναντίον ενός προσώπου ανύπαρκτου. Πρόκειται για τακτικισμό στον χειρισμό της διαδικασίας που όντως έχει οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα. Η μετέπειτα δικονομική συμπεριφορά των αρχικών Αιτητών δεν διορθώνει τη σύγχυση που έχει προκύψει από την αλλεπάλληλη καταχώρηση πολλαπλών δικονομικών διαβημάτων στη διαδικασία, που στόχο έχουν την εν τέλει ματαίωση της διαδικασίας Διαιτησίας. Επί του τύπου και της ουσίας, το παρόν δικονομικό διάβημα είναι επανάληψη της Αίτησης ημερομηνίας 24/03/2017 που έχει ήδη αποφασισθεί με αιτιολογημένη απόφαση ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου
- Δεν έχει σημασία ότι οι Αιτητές με το παρόν δικονομικό διάβημα ζητούν αναστολή και η απόρριψη της διαδικασίας Διαιτησίας αντί ακύρωση της διαδικασίας Διαιτησίας επειδή αυτή είναι χωρίς νομική ισχύ επειδή η απαιτητική εταιρεία ήταν νομικά ανύπαρκτη. Οι δύο διαδικασίες που προηγούνται η μία της άλλης είναι πανομοιότυπες, αφού και οι δύο Αιτήσεις είχαν κοινό σκοπό τη ματαίωση της διαδικασίας Διαιτησίας για τον ίδιο λόγο που προβάλλεται ότι ένας εκ των δύο που συμμετέχουν στη διαδικασία της Διαιτησίας είναι ανύπαρκτος διάδικος. Επειδή το θέμα έχει ήδη αποφασισθεί το επανάνοιγμα του ζητήματος με δεύτερη ενδιάμεση Αίτηση, παραπέμπει σε κατάχρηση της διαδικασίας. Πρόκειται για δεύτερη ενδιάμεση Αίτηση στη διαδικασία με την οποίαν οι Αιτητές απασχολούν το Δικαστήριο δεύτερη φορά, επειδή απέτυχε η πρώτη διαδικασία και επανέρχονται με νέο διάβημα με την ελπίδα ότι αυτό θα επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Επειδή οι σκοποί των δύο διαδικασιών είναι ίδιοι, οι διαφορές αφορούν τα ίδια μέρη και υπάρχει και στις δύο διαδικασίες κοινό πραγματικό πλαίσιο η επανάληψη του ιδίου αιτήματος, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (βλ. Κοζάκη ν. Κοζάκη 1 ΑΑΔ 1710
(2002).) Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι, "Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας." Η ταύτιση των δύο διαδικασιών δεν γίνεται αφηρημένα. Στην Αγγλική υπόθεση Christou v Haringey London Borough Council [2014] 1 All ER, το Εφετείο θεώρησε ότι πειθαρχική διαδικασία που είχε διεξαχθεί από τον εργοδότη εις βάρος του εργοδοτούμενου του, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερη νομική διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας στη βάση ότι αυτό προκαλούσε την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μία διαδικασία διέφερε από την άλλην σε ουσιαστικά ζητήματα, διότι η εμβέλεια της πρώτης διαδικασίας είχε ως στόχο την πειθαρχεία του εργοδοτούμενου από των ανώτερα ιεραρχικά προϊστάμενο του. Περαιτέρω, απουσίαζαν από την πρώτη πειθαρχική διαδικασία τα ελάχιστα εχέγγυα της δίκαιας δίκης ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του επηρεαζόμενου εργοδοτούμενου. The doctrine of res judicata did not apply to the exercise of disciplinary power by an employer, which was far removed from the process of litigation or adjudication to which the doctrine applied. The critical question was not the formality of the procedures, but rather whether they operated independently of the parties such that it was appropriate to describe their function as an adjudication between the parties. In that regard, it was wrong to describe the exercise of disciplinary power by the employer as a form of adjudication. The purpose of the procedure was not a determination of any issue which established the existence of a legal right, nor was it properly regarded as determining a dispute. In the employment context, the disciplinary power was conferred on the employer by reason of the hierarchical nature of the relationship. The purpose of the procedures was not to allow a body independent of the parties to determine a dispute between them, but typically to enable the employer to inform himself whether the employee had acted in breach of contract or in some other inappropriate way and, if so, to determine how that should affect future relations between them. It was true that sometimes the procedures would have been contractually agreed, but that did not alter their basic function or purpose. Even where the disciplinary procedures provided for a panoply of safeguards of a kind typically found in adjudicative bodies, that did not alter their basic function (see [47]-[52], below); Mattu v University Hospitals of Coventry and Warwickshire NHS Trust [2012] 4 All ER 359. Η αρχή της διαφύλαξης της δικαστικής διαδικασίας από καταχρήσεις, διαφέρει από την αρχή του δεδικασμένου. Σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου η οποία συνιστά ασπίδα εναντίον της έναρξης νέων δικαστικών διαδικασιών για το ίδιο θέμα, η αρχή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, εφαρμόζεται συνήθως στην καταστολή καταχρηστικών περιττών δικαστικών διαβημάτων που αναγκαστικά εμπερικλείουν την επίλυση του ιδίου θέματος με την προγενέστερη διαδικασία ή που να αφορούν την επίλυση θέματος συναφούς με το προηγούμενο που να αποτελεί μέρος της διαφοράς ή προπαρασκευαστικό θέμα που πρέπει να επιλυθεί ως συνέπεια των θεραπειών που ζητούνται με την πρώτη νομική διαδικασία σε εξέλιξη ( issue estoppel). Δεν είναι ανάγκη να έχει επέλθει οριστική ή τελική κατάληξη επί του θέματος στην προγενέστερη διαδικασία. Το Δικαστήριο δύναται να περιφρουρεί τη δικαιοδοσία του για να εμποδίζει διάδικο από του να καταχράται τη δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέμα που εκδικάσθηκε ή θα μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια μίας προγενέστερης διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί τη δικαιοδοσία του από καταχρήσεις θεωρείται επέκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου να προβεί σε καταστολή διαδικασίας που αφορά την επίλυση διαφοράς που να έχει ήδη αποφασιστεί βάσει της αρχής του δεδικασμένου. ( βλ. Henderson v Henderson
(1843)3 Hare 100.) Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει δικαστικό διάβημα επειδή αυτό καταχράται την εξουσία του Δικαστηρίου προβαίνει στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Ελέγχει για να επιβεβαιωθεί ότι οι Αιτητές είχαν την ευκαιρία να θίξουν το θέμα και να ακουσθούν επί του θέματος που τους απασχολεί αφενός και αφετέρου ελέγχει και αξιολογεί τους σκοπούς που προωθούνται με τις δύο διαδικασίες και εάν κρίνει ότι οι δύο διαδικασίες έχουν τον ίδιο σκοπό προστατεύει τον άλλον διάδικο από το ενδεχόμενο καταπίεσης που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δεύτερης πολλαπλής διαδικασίας εάν έχει να αντιμετωπίσει πανομοιότυπες διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες. Εκείνο που υποδείχθηκε στην απόφαση Christou πιο πάνω, είναι ότι δεν αναστέλλεται η διαδικασία εάν υπάρχει ο κίνδυνος διάδικος να στερηθεί του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο για ζήτημα που δεν έχει εκδικασθεί προηγουμένως. 'Sir James Wigram V C did not consider that he was laying down a new principle, but rather that he was explaining the true extent of the existing plea of res judicata . Later decisions have doubted the correctness of treating the principle as an application of the doctrine of res judicata, while describing it as an extension of the doctrine or analogous to it. In Barrow v Bankside Members Agency Ltd [1996] 1 All ER 981, [1996] 1 WLR 257, Sir Thomas Bingham MR explained that it is not based on the doctrine in a narrow sense, nor on the strict doctrines of issue or cause of action estoppel. As May LJ observed in Manson v Vooght [1999] BPIR 376 at 387, it is not concerned with cases where a court has decided the matter, but rather cases where the court has not decided the matter. But these various defences are all designed to serve the same purpose: to bring finality to litigation and avoid the oppression of subjecting a defendant unnecessarily to successive actions . the difference to which I have drawn attention is of critical importance. It is one thing to refuse to allow a party to relitigate a question which has already been decided; it is quite another to deny him the opportunity of litigating for the first time a question which has not previously been adjudicated upon. This latter (though not the former) is prima facie a denial of the citizen's right of access to the court conferred by the common law and guaranteed by art 6 of the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms (Rome, 4 November 1950; TS 71
(1953); Cmd 8969). While, therefore, the doctrine of res judicata in all its branches may properly be regarded as a rule of substantive law, applicable in all save exceptional circumstances, the doctrine now under consideration can be no more than a procedural rule based on the need to protect the process of the court from abuse and the defendant from oppression. In Brisbane City Council v A G for Queensland [1978] 3 All ER 30 at 36, [1979] AC 411 at 425 Lord Wilberforce, giving the advice of the Judicial Committee of the Privy Council, explained that the true basis of the rule in Henderson v Henderson is abuse of process and observed that it— "ought only to be applied when the facts are such as to amount to an abuse, otherwise there is a danger of a party being shut out from bringing forward a genuine subject of litigation." Στην Αγγλική υπόθεση Ashmore v British Cool Corp.
(1990)2 Q.B. 338, το Εφετείο επεξήγησε ότι στις περιπτώσεις που η δεύτερη διαδικασία έχει το πραγματικό αποτέλεσμα έμμεσης επίθεσης (collateral attack) επί του αποτελέσματος στην πρώτη διαδικασία, αυτό συνιστά κατάχρηση διαδικασίας που απολήγει σε κατάπτωση της δικαστικής διαδικασίας και το Δικαστήριο έχει σε τέτοιαν περίπτωση, τη σύμφυτη εξουσία να προστατεύσει θεσμικά την ακεραιότητα της διαδικασίας από καταχρηστικές επιθέσεις στην πρώτη διαδικασία. "I do not accept the proposition advanced by counsel for the appellant Heath that when an issue has already been decided in proceedings between A. and B. it is prima facie an abuse of the process of the court for B. to seek to have the issue decided afresh in proceedings between himself and C. and that in such circumstances there is an onus on B. to show some special reason why he should be allowed to raise the issue against C. On the contrary, I consider that it is for him who contends that the retrial of the issue is an abuse of process to show some special reason why it is so. Since the cases in which the retrial of an issue (in the absence of an estoppel) has been disallowed as an abuse of process are so few in number, it would be dangerous to attempt to define fully what are the circumstances which should lead to a finding of abuse of process. Features tending that way clearly include the fact that the first trial was before the most appropriate tribunal or between the most appropriate parties for the determination of the issue, or that the purpose of the attempt to have it retried is not the genuine purpose of obtaining the relief sought in the second action, but some collateral purpose. It would in my judgment be a most exceptional course to strike out the whole or part of a defence in a commercial action, or to refuse leave to amend a defence in such an action, simply because the issue raised or sought to be raised had been decided in another commercial action brought against the same defendant by a different plaintiff. The facts that the first action had been fairly conducted and that the issue had been the subject oflengthy evidence and argument could not, in my view, be sufficient in themselves to deprive the defendant of his normal right to raise any issue which he is not estopped from raising." He then considered that procedural advantages to the defendants in the second trial was a reason why the amendment should not be struck out. Stephenson L.J. said, at p. 139: "Yet it is the duty of the judge and the Court of Appeal to shut out the defence if it is an abuse of the court's procedure to repeat it, in accordance with decisions of this court in Remmington v. Scoles [1897] 2 Ch. 1, and of the House of Lords in Reichel v. Magrath
(1889)14 App.Cas. 665, and Hunter v. Chief Constable of the West Midlands Police [1982] A.C. 529. Every repetition of a defence (or claim) may be said to mount a collateral attack on a previous judicial decision, and to invite those derogatory references to 'a side wind' or 'a back door' which are in favour with advocates whose clients are not open to a frontal attack. But in my judgment it is only those defences (or claims) that are sham and not honest and not bona fide which abuse the process of the court and call for the exercise of its inherent jurisdiction to prevent such abuse." Οι Αιτητές είχαν την ευκαιρία να αναπτύξουν τις θέσεις τους στην προγενέστερη διαδικασία και το Δικαστήριο με ενδιάμεση αιτιολογημένη απόφαση, έκρινε ότι δεν ετίθετο θέμα ακύρωσης της Διαιτησίας για τον λόγο ότι ένας εκ των συμμετεχόντων στη διαδικασία της διαδικασίας είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Η παρούσα διαδικασία στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα και είναι δεύτερη προσπάθεια των Αιτητών να πετύχουν ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα καταστρατηγώντας έμμεσα το αποτέλεσμα της πρώτης διαδικασίας. Μόνο για τον λόγο αυτόν, θα απέρριπτα την παρούσα Αίτηση. Ως προς την ουσία της Αίτησης, το γεγονός ότι δεν υπάρχει εταιρεία με την ονομασία Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ, δεν οδηγεί αυτόματα στο συμπέρασμα ότι η Διαιτησία είναι άνευ αντικειμένου ως διαφορά με ανύπαρκτο πρόσωπο. Εκείνο που προκύπτει από το πραγματικό θεμέλιο της κυρίως Αίτησης, είναι ότι οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι αγόρασαν οικία από εταιρεία και ότι αυτή η εταιρεία είχε αναλάβει να τους κατασκευάσει κατοικία. Πρόκειται για πραγματική διαφορά. Στις ερμηνευτικές διατάξεις (άρθρο 2) του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 "συvυπoσχετικό" σημαίvει γραπτή συμφωvία για τηv υπoβoλή υφιστάμεvωv ή μελλovτικώv διαφoρώv σε Διαιτησία, είτε o Διαιτητής κατovoμάζεται σ' αυτήν, είτε όχι. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το συγκεκριμένο συνυποσχετικό αλλά προκύπτει στη βάση των γεγονότων που πλαισιώνουν την αρχική Αίτηση ότι υπάρχει πραγματική διαφορά εξ' ου και οι Αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση αυτήν για να αξιώσουν την παύση του Διαιτητή στα πλαίσια της διαφοράς. Με βάση τη δικογραφία εντός του φακέλου, προκύπτει ότι το πραγματικό όνομα των Απαιτητών στη διαδικασία της Διαιτησίας, είναι οι ίδιες λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες και με μετάφραση της λέξης «Κατασκευαί» στην αγγλική γλώσσα Marios & Savvas Georgiou Constructions Ltd. Δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου που να υποστηρίζει ότι η διαφορά είναι πλασματική, ήτοι να αφορά συνυποσχετικό με οντότητα που δεν υπήρχε. Αντίθετα έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι υπάρχει εταιρεία με την οποίαν συμβλήθηκαν οι Αιτητές για την αγορά και την ανέγερση της κατοικίας τους με την οποίαν έχουν διαφορές. Στα πλαίσια της Διαιτησίας το όνομα της εταιρείας, έχει καταγραφεί με ελληνικούς χαρακτήρες αντί λατινικούς χαρακτήρες και η λέξη «construction» είχε μεταφραστεί στα ελληνικά ως «Κατασκευαί». Έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι πιθανόν να έγινε λάθος στη διατύπωση του ονόματος ενός εκ των δύο συμβαλλομένων της διαφοράς όταν παραπέμφθηκε η διαφορά σε Διαιτησία. Στην περίπτωση που γίνει τυπικό λάθος στην ονομασία ενός εκ των δύο διαδίκων, θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Δ.25 Θ.5 να διορθωθεί το λάθος ακόμη και κατά την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο Δικαστήριο ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τα σχόλια του Εφετείου E.G. Falekkos Ltd. v Reana Manufacturers Ltd.,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 443, είναι επεξηγηματικά ότι σε περίπτωση τυπικού λάθους στο όνομα ενός εκ των διαδίκων η ενδεδειγμένη διαδικασία για διόρθωση του τυπικού λάθους είναι Αίτηση με βάση τη Δ.25 Κ.5. «Είναι η θεωρημένη μας άποψη, υπό το φως των πιο πάνω, ότι η απόφαση στην υπόθεση Pearlman ορθώς εκφράζει τη νομική θέση και στην Κύπρο όπου αφορά την άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 θ.5 καθώς και συμφυούς εξουσίας του να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή και μετά την έκδοση της απόφασης». Με ανάλογο τρόπο οι ίδιες αρχές θα πρέπει να επικρατούν στην περίπτωση διαφοράς που έχει παραπεμφθεί σε Διαιτησία στη βάση συνυποσχετικού. Όταν επί παραδείγματι, είναι καθαρό ότι το όνομα του Εναγόμενου στον τίτλο της αγωγής έχει γραφτεί με λάθος ορθογραφία ή έχει γραφτεί λάθος αλλά δεν είναι τόσο αλλοιωμένο που να μην αντιληφθεί κάποιος ότι πρόκειται για το σωστό πρόσωπο και αυτό το λάθος αποκαλυφθεί όταν ο Ενάγοντας επιχειρήσει να εκτελέσει την απόφαση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διόρθωση του λάθους ακόμη και μετά την έκδοση της τελικής ετυμηγορίας του Δικαστηρίου είναι πράγμα που θα αλλάξει το ουσιαστικό και λειτουργικό μέρος της απόφασης. Στην E.G. Falekkos Ltd. το Εφετείο θεώρησε ότι το ζήτημα αλλαγής του ονόματος του Εναγόμενου μετά την έκδοση της απόφασης ήταν εντελώς τεχνικό ζήτημα ενόψει και του γεγονότος ότι η εταιρεία ήγειρε το ζήτημα της λάθος ονομασίας μόνο στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης και η εταιρεία εναντίον της οποίας στρεφόταν η αγωγή ήταν η μοναδική νομική οντότητα με τέτοιο όνομα και δεν υπήρχε άλλη νομική οντότητα με το λανθασμένο όνομα. Οι Αιτητές δεν έχουν εγείρει ζήτημα ότι υπάρχει άλλη ξεχωριστή νομική οντότητα με την ονομασία Μάριος και Σάββας Γεωργίου Κατασκευαί Λτδ και οι Αιτητές και Απαιτητές αντιλήφθηκαν ότι η διαδικασία Διαιτησίας αφορούσε τους ίδιους, διαφορετικά δεν θα καταχωρούσαν την κυρίως Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι οι Αιτητές δεν έχουν επηρεασθεί δυσμενώς από τη λανθασμένη διατύπωση του ονόματος της Απαιτήτριας κατασκευαστικής εταιρείας και εκμεταλλεύονται το λάθος για να πετύχουν την ακύρωση της διαδικασίας. Δεν είναι ορθό να θυσιαστεί η πραγματική απονομή της δικαιοσύνης για ένα τεχνικό λάθος που εάν διορθωθεί, δεν θα αλλάξει καθόλου τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων στα πλαίσια της διαδικασίας Διαιτησίας και κατόπιν εξέτασης των ζητημάτων ουσίας που εγείρονται με την κυρίως Αίτηση. Ως εκ τούτου απορρίπτεται η Αίτηση και τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο