← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Μ. Μ., Α. Δ. Τ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 573/20, 28/11/2022

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Μ. Μ., Α. Δ. Τ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 573/20, 28/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A328 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 573/20 Ημερομηνία: 28/11/2022 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία, Ενάγουσας και

  1. Μ. Μ., Α. Δ. Τ. [ ], εκ Λευκωσίας
  2. Β. Π. Μ., άλλως Β. Μ., άλλως Π. Β. Τ. Π., Α. Δ. Τ. [ ], εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Ιωαννίδου Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Αποκίδης Αίτηση ημερομηνίας 02/08/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της αγωγής, οι Ενάγοντες αξιώνουν έναντι των Εναγομένων το ποσό των €419.529,72 πλέον τόκους 5.75% από 01/05/2019 επί του ποσού των €324.875 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως. Το οφειλόμενο ποσό ως είναι ισχυρισμός των Εναγόντων, προέκυψε δυνάμει συμφωνίας δανείου και αρχικό κεφάλαιο που παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους, ήταν το ποσό των Λ.Κ.210.
  3. Επίσης αξιώνουν την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου εναντίον της Εναγόμενης 2 με αριθμό εγγραφής [ ] Φ/Σχ. 21 Σχέδιο 55Ε1 Τμήμα 2 Τεμάχιο [ ] τοποθεσία Περνέρα. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Ως προς το επίδικο δάνειο που έγινε για στεγαστικούς σκοπούς, θέση των Εναγομένων ως η παράγραφος 5 της έκθεσης Υπεράσπισης, είναι ότι αρνούνται τέτοιους ισχυρισμούς και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Στη συνέχεια έχουν προβάλει με γενικό τρόπο χωρίς να καταπιαστούν με λεπτομέρειες, ισχυρισμούς για καταχρηστικές ρήτρες, παράνομους τοκισμούς, καταπίεση κατά τη σύναψη της συμφωνίας και ότι δεν υπέγραψαν τέτοια δανειοδοτική συμφωνία κτλ. Ζητούνται στα πλαίσια της ανταπαίτησης αναγνωριστικής φύσεως, διατάγματα που να αφορούν την εγκυρότητα των συμφωνιών και των συνεπειών αυτών σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό και/ή τις εξασφαλίσεις που είχε παραχωρήσει η Εναγόμενη
  4. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 4 Μαρτίου 2020 και Υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρήθηκαν την 16/09/
  5. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Σχεδόν έναν χρόνο μετά από την καταχώρηση της Υπεράσπισης και ανταπαίτησης, καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την οποίαν οι Εναγόμενοι έχουν ζητήσει όπως εκδοθούν τα ακόλουθα διατάγματα. (Α) Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων και/ή εντολοδόχων και/ή αντιπροσώπων αυτής από τους να προχωρήσει σε απόκτηση και/ή εκποίηση και/ή πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου υπ' αριθμόν εγγραφής [ ], Φ/Σχ.:21/55Ε1, Τμήμα: 2, Τεμάχιο:[ ], στον Δήμο Αγλατζιάς στη Λευκωσία μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ως παράνομες τις ειδοποιήσεις «Ι» και «ΙΑ» που επιδόθηκαν στους Εναγόμενους/Αιτητές διά των οποίων προωθήθηκε διαδικασία πλειστηριασμού και/ή απόκτησης του ακινήτου υπ' αριθμόν εγγραφής [ ], Φ/Σχ.: 21/55Ε1 Τμήμα 2, Τεμάχιο [ ] στον Δήμο Αγλατζιάς στη Λευκωσία σε περιόδους όπου ίσχυε αναστολή των πλειστηριασμών βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Τροποποιητικών Νόμων. (Γ) Παρεμπίπτον Διάταγμα το οποίο να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους αυτών και/ή υπαλλήλους και/ή οποιονδήποτε ενεργεί εκ μέρους αυτών και/ή οποιονδήποτε Επενδυτικό Ταμείο και/ή τη THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED στο οποίο έχει εκχωρηθεί και/ή πιθανόν να εκχωρηθούν στο μέλλον τα δάνεια των Εναγόντων και/ή οι υποθήκες αυτών και/ή οι αναφερόμενες στην παρούσα αγωγή υποθήκες και/ή δάνεια, όπως αναστείλουν και/ή σταματήσουν οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία πώλησης και/ή απόκτησης του ως άνω αναφερθέντος ακινήτου υπό Α. και Β. με οποιοδήποτε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό και/ή οποιοδήποτε πλειστηριασμό σε μεταγενέστερη ημερομηνία και/ή με ιδιωτική πώληση και/ή απόκτηση και/ή οποιαδήποτε μεταβίβαση του ακινήτου σε οποιοδήποτε πρόσωπο, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να αναστέλλονται οι νομικές συνέπειες που επιφέρουν οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας και/ή Τύπου «Ι» ημερομηνίας 01/09/2020 και 13/01/2022 ή και σε άλλες ημερομηνίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Γ

(2)αντίστοιχα του Κεφαλαίου VIA του Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε, για τον Πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Ε) Προσωρινό Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει την οποιανδήποτε πώληση και/ή εκποίηση και/ή μεταβίβαση και/ή διαδικασία πλειστηριασμού και/ή απόκτηση του ακινήτου μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Στ) Οποιοδήποτε άλλο ή περαιτέρω Διάταγμα ή θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό ή/και δίκαιο/α υπό τις περιστάσεις. (Ζ) Έξοδα της παρούσας Αιτήσεως, πλέον ΦΠΑ. Η νομική βάση της Αίτησης, είναι τα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, οι Διαταγές 48, 42, 41 και 64 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας θεσμών, του Κεφ.224 και του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965. Η Αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο Εναγόμενος 1 στην αγωγή. Παραδέχεται ότι έλαβαν οι Εναγόμενοι στεγαστικό δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.210.000 κατά ή περί το 2007. Μέχρι το 2013 που είχε συμβεί η οικονομική κρίση και το κούρεμα των καταθέσεων, είχαν προλάβει να πληρώσουν σε δόσεις το ποσό των €150.000. Επίσης παραδέχεται ότι η Εναγόμενη 2 παραχώρησε προς εξασφάλιση του δανείου την εν λόγω υποθήκη που περιγράφεται πιο πάνω. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα τους επέδωσε ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ για υπέρογκα ποσά παρά τις διαχρονικές τους πληρωμές και προσπάθειες τους για διευθέτηση. Η ειδοποίηση τύπου Ι φέρει ημερομηνία 01/09/2020. Ισχυρίζονται ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις μεταφέρθηκαν στη Themis Portofolio Management Holdings και προχώρησε η διαδικασία της εκποίησης κατά την περίοδο της αναστολής. Καταχωρήθηκε Αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού στις 25/06/2021 που αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Παρ' όλο που η Ενάγουσα συμφώνησε να αναστείλει τον πλειστηριασμό για να μελετήσει και παρ' όλο που γνώριζε ότι η πρόταση τους ήταν €388.000 για την πρώτη κατοικία, η οποία ήταν και η τιμή του πλειστηριασμού, επανήλθε με μαξιμαλιστικές θέσεις, ζητώντας €485.000 για την κατοικία, €40.000 για ένα δεύτερο ακίνητο και €40.000 από έναν εγγυητή ο οποίος ήταν ετοιμοθάνατος και για τον οποίον η Ενάγουσα είχε επίσημα ενημερωθεί από την Ιατρική αρχή και ο οποίος απεβίωσε στις 14/11. Ταυτόχρονα στις 06/10/2021, δηλαδή 13 μόνο εργάσιμες μέρες μετά από την αναστολή του πρώτου πλειστηριασμού, η Ενάγουσα προχώρησε με επίδοση ΝΕΩΝ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΝ «ΙΑ» με τις οποίες ενημερώθηκαν ότι προτίθενται να προχωρήσουν με πώληση στις 17/01/22 και ώρα 10:00. Παρέλαβαν την ειδοποίηση τύπου ΙΑ ημερομηνίας 06/10/2021 και καταχώρησαν Αίτηση και εκδόθηκε διάταγμα εκ συμφώνου με το οποίο ακυρώθηκε η ειδοποίηση και αποστελλόταν νέα ειδοποίηση. Στη νέα ειδοποίηση τύπου ΙΑ η Ενάγουσα άλλαξε την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης από €388000 σε €485000. Υπήρχε αύξηση της αξίας της κατοικίας κατά €120.000. Δεν τους επισκέφθηκε κανένας εκτιμητής για να εξηγηθεί αυτή η αύξηση της αξίας της κατοικίας. Ως διαφαίνεται από τις σχετικές ειδοποιήσεις, η Καθ' ης η Αίτηση τους ενημέρωνε, ότι τα αναφερόμενα ποσά είναι η προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Κάνοντας μίαν απλή έρευνα, φαίνεται ότι από τα εν λόγω ποσά όπως αυτά παρουσιάζονται στις σχετικές ειδοποιήσεις, απουσιάζουν και δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συμπεριληφθεί τα πιο κάτω: (Α) Δικηγορικά έξοδα τα οποία εκκρεμούν στις αγωγές οι οποίες υπάρχουν και αφορούν την επίδικη περιουσία. (Β) Η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης έχει ανέβει αδικαιολόγητα σχεδόν κατά €100.000 χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάτι που να καθιστά νόμιμη ή αναγκαία την εν λόγω μεταβολή. (Γ) Τα ποσά τα οποία αναφέρονται εντός της ειδοποίησης και αφορούν φόρους και υποχρεώσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν γνωρίζει πώς έχουν υπολογιστεί. (Δ) Τα ποσά τα οποία παρουσιάζονται ως οφειλόμενα είναι παντελώς λανθασμένα και έχει ως προς τούτο γίνει σχετική έρευνα από τον οικονομικό τους σύμβουλο. (Ε) Η ανάλυση της οικονομικής συμβούλου αποκαλύπτει υπερχρεώσεις συνολικού ύψους €204.901,54 μέχρι το έτος 2017 που είχε γίνει η ανάλυση. Αναλυτικά οι εν λόγω διαφορές καταγράφονται από τους οικονομικούς τους συμβούλους στο Τεκμήριο 8. Σε διαβούλευση που είχε ο ίδιος μαζί με την οικονομική τους σύμβουλο, τους ενημέρωσε ότι η τράπεζα όλα αυτά τα χρόνια επέβαλε παράνομες υπερχρεώσεις, ανατοκισμούς και επιτόκια τα οποία ήταν και είναι πρόδηλα παράνομα αφού δεν συμμορφώνονταν με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς, Οδηγίες και τις Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η οικονομική τους σύμβουλος έχει υπολογίσει τις υπερχρεώσεις στο ποσό των €204.901,54 μέχρι το έτος 2017 που είχε γίνει η ανάλυση. Η τράπεζα επέβαλε παράνομες υπερχρεώσεις, ανατοκισμούς και επιτόκια. Είναι θέση τους ότι οι τροποποιητικές συμφωνίες, συμφωνίες δανείου και συμφωνίες υποθήκες είναι άκυρες. Δεν παρασχέθηκε χρόνος στους Εναγόμενους να πάρουν ανεξάρτητη συμβουλή πριν τη σύναψη των συμφωνιών. Η ειδοποίηση ''ΙΑ'' η οποία τους είχε επιδοθεί, ουδεμία ισχύ θα πρέπει να έχει ενόψει των τροποποιήσεων οι οποίες κρίθηκαν μη αντισυνταγματικές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η όλη διαδικασία θα πρέπει να κριθεί από το παρόν Δικαστήριο παράνομη και εξ' υπαρχής άκυρη. Το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί μόνο την πρώτη και μοναδική τους κατοικία, αλλά πρόκειται για την επαγγελματική τους στέγη. Επισυνάπτει οικονομικές καταστάσεις στις οποίες εμφαίνονται ότι ο κύκλος εργασιών της εταιρείας εμπίπτει στην κατηγορία επαγγελματικής στέγης η οποία επωφελείτο των αναστολών μέχρι και σήμερα». Η Ενάγουσα παράτυπα και λανθασμένα προώθησε τη διαδικασία πλειστηριασμού αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, όπως επίσης παράνομα προτίθεται να αποκτήσει αυτό περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, όπου θα έχουν παρέλθει 6 μήνες από τη 2η αποτυχημένη προσπάθεια πλειστηριασμού του ακινήτου. Οι συμφωνίες περιέχουν ετεροβαρείς και καταχρηστικούς όρους πράγμα που πλήττει την εγκυρότητα των εν λόγω συμφωνιών. Ο επίδικος πλειστηριασμός αφορά τη μοναδική τους κατοικία και εκεί στεγάζεται και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας του Audere Ltd.. Ο επίδικος πλειστηριασμός αφορά ουσιαστικά όχι μόνο τη μοναδική του οικία στην οποίαν διαμένει με την οικογένεια του, αλλά και της επαγγελματική τους στέγης αφού εκεί στεγάζεται και είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας AUDERE Ltd. i. Η Βουλή έχει ψηφίσει τον νόμο για τις εκποιήσεις για να δοθούν τα κατάλληλα εργαλεία στις τράπεζες για να χρησιμοποιούνται με βάση τις αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας για να καμφθεί η αδιαλλαξία των δανειοληπτών όταν αυτοί δεν συνεργάζονται. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθότι έχουν δείξει γνήσιο ενδιαφέρον αλλά και πρωτοβουλία για να διευθετήσουν τις πιστωτικές τους διευκολύνσεις, κάτι που αποδεικνύεται από την αλληλογραφία και τις συνεχείς προτάσεις τους προς την Ενάγουσα. Σχετική αλληλογραφία επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 5. Σε σχέση με τις επαφές και τις προσπάθειες του για διευθέτηση των υποχρεώσεων τους προς την τράπεζα τα οποία καταδεικνύουν την καταχρηστική και καταπιεστική συμπεριφορά των Εναγόντων. Ειδικότερα: (α) Το 2017 διενήργησαν και παρέδωσαν στην Τράπεζα Κύπρου πολυσέλιδη και λεπτομερέστατη ανεξάρτητη μελέτη τίμιας αποτίμησης των πιστωτικών τους διευκολύνσεων και ζήτησαν αναδιάρθρωση για το ποσό των €378.000. Η τράπεζα ζήτησε κάτι περισσότερο και όταν το αποδέχτηκαν, η τράπεζα ανακάλεσε. (β) Συνέχισαν να πιέζουν και το 2018 η τράπεζα τους ενημέρωσε γραπτώς ότι θα μπορούσε να διευθετηθεί το θέμα με απόκτηση όλων των ακινήτων εκτός της πρώτης κατοικίας, συν €450.000 εκ των οποίων οι €100.000 θα δίνονταν από την Τράπεζα Κύπρου σε μορφή δανείου. Μόλις το αποδέχθηκαν και εξασφάλισαν τις €350Κ από άλλην τράπεζα, η Τράπεζα Κύπρου ανακάλεσε. (γ) Το 2020 με την έναρξη της πανδημίας, η Τράπεζα Κύπρου εισηγήθηκε προφορικά €400Κ (αντί €450Κ), αλλά η άλλη τράπεζα δεν μπορούσε να το εγκρίνει και έτσι ζήτησαν από την Τράπεζα Κύπρου να τους δώσει αυτή το δάνειο για 400Κ. Η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε. (δ) Κάποια στιγμή έμαθαν από τα ΜΜΕ ότι η Τράπεζα Κύπρου θα πωλούσε πακέτο ΜΕΔ και επικοινώνησαν με την Τράπεζα Κύπρου γραπτώς, ενημερώνοντας τους ότι ΔΕΝ αποδέχονται την πώληση των πιστωτικών τους διευκολύνσεων σε τρίτους ΚΑΙ λαμβάνοντας υπόψη ότι η πώληση των ΜΕΔ γινόταν στο 15-20%, πρόσφεραν μέχρι και 378Κ σε μετρητά για τη συνολική εξαγορά τους. Η τράπεζα δεν το δέχτηκε. (ε) Στη συνέχεια έλαβαν επιστολή από την τράπεζα και τον «επενδυτή» που θα αγόραζε τις πιστωτικές τους διευκολύνσεις που τους ζητούσε προσφορά για εξαγορά των πιστωτικών τους. Προσέφεραν €500Κ σε μετρητά, για τη συνολική εξαγορά τους. Με βάση τους δικούς τους υπολογισμούς οι Ενάγοντες θα είχαν κέρδος πέραν του 100% άμεσα. Οι Ενάγοντες απέρριψαν και πάλι την πρότασή τους. (στ) Μέσα στο 2021 συναντήθηκαν με την τράπεζα/επενδυτή, οι οποίοι τώρα ζητούσαν €863Κ για το όλο πακέτο. Τους πρόσφεραν μια λύση για €848Κ. Αρνήθηκαν και πάλι, με τη δαμόκλειο σπάθη των πλειστηριασμών να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια τους. (ζ) Τρεις μέρες πριν τις πρώτες δημοπρασίες (Ιούνιο 2021) και αφού είχαν προσεγγίσει στο 97% της αγοραίας αξίας των εξασφαλίσεων η Τράπεζα αρνήθηκε. Τελικά η τράπεζα πώλησε 4 διαμερίσματα τα οποία συμπεριλαμβάνονται στις εγγυήσεις/εξασφαλίσεις των χρεών τους και έλαβε ποσά πέραν των €263.960 ενώ προχώρησαν και με πλειστηριασμό 1 οικιστικού χωραφιού. (η) Όταν ζήτησαν από την τράπεζα να τους καθορίσει το ζητούμενο, η απάντηση ήταν ότι δεν υπάρχει ζητούμενο, ότι πρέπει να γίνει επαναξιολόγηση της αξίας των ακινήτων και ότι οι πλειστηριασμοί δεν μπορούν να ανασταλούν. (θ) Έχουν ήδη προσφύγει στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο καταγγέλλοντας την καταχρηστική και καταπιεστική συμπεριφορά και ενέργειες της τράπεζας στην περίπτωση μας ωστόσο η ενημέρωση που είχαμε ήταν ότι δεν δύναται να επέμβει εφόσον η τράπεζα προχώρησε σε νομικές διαδικασίες.» Σε επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας που υπογράφει ο επικεφαλής της υπηρεσίας διαχείρισης κρίσεων και ανάλυσης τραπεζικών κινδύνων, Κλεάνθης Ιωαννίδης, η οποία τέθηκε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών αναφέρεται ότι: «από το 2015 μέχρι και το 2020 έχουν πωληθεί από τις τράπεζες κατά τη διαδικασία του πρώτου πλειστηριασμού συνολικά 6 κατοικίες, με μέση αγοραία αξία περί τις €523.000» (Φιλελεύθερος 13 Ιουλίου 21). Από αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η κυπριακή οικονομία και το τραπεζικό σύστημα δεν κινδυνεύει από τις πρώτες κατοικίες. Όταν λοιπόν ένα τραπεζικό σύστημα, μέσα στο 2020 έχει χορηγήσει νέα δάνεια συνολικού ύψους περίπου €3.000.000.000 από τα οποία €866.000.000 (δηλαδή 28%) αφορούν δάνεια προς νοικοκυριά, δεν δύναται να επηρεάζεται από τα 3.000.000 που εισπράχθηκαν από πρώτες κατοικίες. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί, ότι μία τράπεζα που φέτος θα πληρώσει €100.000.000 για την εθελούσια αποχώρηση 550 υπαλλήλων της, σίγουρα δεν κινδυνεύει από τη μη πώληση των πρώτων κατοικιών των δανειοληπτών. Η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος είναι μεν αναγκαία και πολύ σημαντική αλλά αυτή δεν θα πρέπει να γίνεται σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και σε βάρος των σκληρά εργαζόμενων πολιτών που υπήρξαν θύματα της τραπεζικής ασυδοσίας, της φούσκας των ακίνητων και των απανωτών κρίσεων (2008, 2013) στην πραγματική οικονομία. Δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα των εκποιήσεων όλων των ειδών των ακινήτων, αλλά όχι για πρώτες και μονές κατοικίες και δη γι' αυτές που πραγματικά θα αφήσουν οικογένειες στον δρόμο, ιδίως στην παρούσα χρονική στιγμή εν μέσω της πανδημίας και αβεβαιότητας. Τονίζει την πολύχρονη σχέση τους με την τράπεζα και την αξιολόγηση τους από την τράπεζα ως «εξαίρετοι πελάτες» με rating 1.8 από τα 10, όπου το 1 αντιπροσωπεύει το καλύτερο και το 10 το χειρότερο. Η Ενάγουσα με το γνωστό και πολυδιαφημιζόμενο σύνθημα «Σκέψου το. Γίνεται» τους δελέαζε, υποκινούσε και πρόσφερε συνεχώς νέες πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια, που ήταν όντως αναγκαία σε μίαν αναπτυσσόμενη αγορά για μίαν εταιρεία που ήθελε να ευημερήσει με σκληρή δουλειά. Παραθέτει αυτούσιο απόσπασμα από τη συμφωνία που είχαν υπογράψει με την τράπεζα, το οποίο δεν δικαιολογεί τις σημερινές της ενέργειες. Νοείται ότι εάν το τοιούτο εκπλειστηρίασμα προέκυψε καθ' ολοκληρία ή μερικώς εκ της πωλήσεως οιασδήποτε οικίας, τούτο δεν διατίθεται προς εξόφληση τοιούτων απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων μέχρις ου γενώσιν επαρκείς κατά την κρίσιν του Επαρχιακού Δικαστηρίου διευθετήσεις προς στέγασιν του ενυπόθηκου οφειλέτου και της οικογένειας αυτού. Το Δικαστήριο υποχρεούται στη βάση της ευρωπαϊκής οδηγίας 93/13/ΕΟΚ να εξετάσει αυτεπάγγελτα καταχρηστικές ρήτρες που να επηρεάζουν τις καταναλωτικές συμφωνίες. Επιπρόσθετα τον Δεκέμβριο του 2007 οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να εφαρμόζουν τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε όλες τις συμβάσεις δανείων, κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Υπήρχε σχετική ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου με ημερομηνία 21/12/2007, την οποίαν οι κυπριακές τράπεζες περιλαμβανομένων και των Καθ' ων η Αίτηση δεν συμμορφώθηκαν συνεχίζοντας να χρεώνουν τους λογαριασμούς δανείων με παράνομα επιτόκια ως Τεκμήριο 13. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία, η οποία επιτάσσει προσωρινή προστασία αναστολής της εκποίησης μέχρι εκδίκασης της αγωγής και της καταχρηστικότητας των ισχυριζόμενων συμβάσεων δανείων και υποθηκών, υπερισχύει τόσο της κυπριακής νομοθεσίας όσο και του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρο 1Α και 179 του Συντάγματος). Ο δικηγόρος τους υπέβαλε πρόταση για καταβολή €430.000 σε μετρητά πλέον ακίνητο το οποίο θα τους παραχωρούσαν (με επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης στο REMU €140.000) ήτοι τους προσέφεραν €570.000 προς πλήρη διευθέτηση των οφειλών τους ενώ η Ενάγουσα επέμενε ότι επιθυμούσε την καταβολή €485.000 πλέον €40.000 από τον εγγυητή τους-για τον οποίον σημειώνω ότι τους είχαν ενημερώσει ότι δεν ήταν δυνατό να καταβάλει αυτό το ποσό λόγω σοβαρότατων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και εν τέλει απεβίωσε. Η καταχρηστική και κακόπιστη αυτή συμπεριφορά, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με την επιμονή απόκτησης της κατοικίας μας παντελώς καταχρηστικά αλλά και παράνομα. Στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν οι ιδιαίτερες περιστάσεις και τα ιδιάζοντα στοιχεία, ώστε να εγκρίνει τα αιτούμενα διατάγματα καθότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων η ζημιά για τους Αιτητές θα είναι ανεπανόρθωτη αν δεν ακουστεί η ουσία της υπόθεσης προς της απόκτησης του επίδικου ακινήτου. Αντίθετα η Ενάγουσα δεν θα υποστεί καμία απολύτως ζημιά αφού έχει ήδη εισπράξει από την πώληση των 4 διαμερισμάτων περισσότερα από ότι έχει πληρώσει στην Τράπεζα Κύπρου για την απόκτηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι η Ενάγουσα έχει επίσης αποκτήσει το μερίδιο του οικιστικού χωραφιού τους στην Καλαβασό. Η Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα έχει καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση και έχει προβάλει 10 λόγους ένστασης ως πιο κάτω: 1. Η παρούσα Αίτηση προωθείται εντελώς παράνομα και/ή καταχρηστικά και/ή παραπλανητικά αφού οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται με την παρούσα Αίτηση: (Α) Να προσβάλουν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα αναφορικά με την πώληση και/ή πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ. Σχ. 21/55Ε1, Τμήμα 2, Τεμάχιο [ ], (στο εξής το «Ενυπόθηκο Ακίνητο») (Β) Να αμφισβητήσουν τις συνέπειες που επιφέρουν οι ειδοποιήσεις τύπου «Ι» και/ή «ΙΑ» και/ή οποιεσδήποτε άλλες ειδοποιήσεις σχετικές με τη διαδικασία πώλησης και/ή πλειστηριασμού του Ενυπόθηκου Ακινήτου, ή (Γ) Να προβάλλουν επιχειρηματολογία που αφορά και/ή σχετίζεται είτε άμεσα είτε έμμεσα με τη διαδικασία του πλειστηριασμού και/ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου η οποία έγινε κατ' εφαρμογή του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 (ο «Νόμος»), καθότι: i. Έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που προβλέπει ο Νόμος για προσβολή της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο, ii. Οι Αιτητές με σχετική δήλωση των δικηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεσμεύθηκαν ότι δεν θα λάβουν οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο για αναστολή ή ακύρωση του πλειστηριασμού που θα καθοριστεί από την Ενάγουσα. 2. Άνευ βλάβης και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί των Αιτητών πως η διαδικασία πλειστηριασμού του Ενυπόθηκου Ακινήτου προωθήθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα καθότι προωθήθηκε σε περίοδο αναστολής των εκποιήσεων είναι εντελώς παραπλανητικοί και/ή αυθαίρετοι και/ή ανυπόστατοι. 3. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, δεν ικανοποιούνται ούτε οι προυποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 και/ή η σχετική με αυτό νομολογία για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και ειδικότερα: (Α) Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (Β) Δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας της Ανταπαίτησης των Αιτητών. (Γ) Οι Αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ή βλάβη από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι: (
  1. i)Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και εν τέλει πώλησης του επίδικου ακινήτου, έναντι του χρέους των Αιτητών, οι Αιτητές δεν πρόκειται να υποστούν καμία ζημιά και/ή η μόνη ζημιά που δύναται να υποστούν οι Αιτητές συνιστά οικονομική ζημιά η οποία δύναται να υπολογιστεί και να αποζημιωθεί σε χρήμα. (
  2. ii)Η Καθ' ης η Αίτηση έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης τους και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Ανταπαίτησης τους, ούτε και έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση. 4. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης καθώς: (Α) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (Β) Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συμβατικά δικαιώματα και/ή τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση που απορρέουν από τον Νόμο. (Γ) Οι Αιτητές δεν θα πάθουν ζημιά αφού ακόμη και αν πωληθεί το ενυπόθηκο Ακίνητο το αντίτιμο θα ανταλλαχθεί με το χρέος των Αιτητών προς την Καθ' ης η Αίτηση, μειώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το χρέος των Αιτητών προς την Καθ' ης η Αίτηση. (Δ) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει, αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση, διά της επίδικης σύμβασης υποθήκης, το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. 5. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση καθότι έχει παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών δανείου και υποθήκης που υπογράφτηκαν τον Μάιο του 2007, γεγονός που καθιστά την Αίτηση έκθετη σε απόρριψη. 6. Οι Εναγόμενοι κωλύονται από το να αμφισβητούν τη νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών διευκολύνσεων και υποθηκών καθότι με τις πράξεις τους έδωσαν στην τράπεζα την εντύπωση πως αποδέχοντο αυτές και η Καθ' ης η Αίτηση, στηριζόμενη σε αυτήν τη συμπεριφορά, προέβη σε ενέργειες επιζήμιες προς αυτήν. 7. Η παρούσα Αίτηση καταχωρείται από τους Αιτητές κακόπιστα και παραπλανητικά καθότι παρουσιάζουν και/ή αποκαλύπτουν γεγονότα επιλεκτικά ούτως ώστε αυτοί να μην δύνανται να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. 8. Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι γενικές και αόριστες και καταπιάνονται με άσχετα θέματα και/ή με θέματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και/ή με θέματα που δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της αγωγής, επομένως με τη μαρτυρία που παρουσιάζουν οι Αιτητές, δεν αποσείουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ώστε να εκδοθούν ώστε να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. 9. Τόσο η Αίτηση όσο και η ανταπαίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις των Αιτητών, οι οποίοι τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθούν την υστάτη και αφού ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου έχει ήδη διενεργηθεί, να εμποδίσουν της Καθ' ης η Αίτηση από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. 10. Οι Αιτητές κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους να προβάλουν ισχυρισμούς περί καταχρηστικότητας συμβατικών όρων και/ή παραστάσεων. Οι Αιτητές είναι με ελεύθερη τη βούληση τους που υποθήκευσαν το επίδικο ακίνητο, έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών και δεν μπορεί να τους επιτραπεί στο στάδιο αυτό να τις αμφισβητήσουν. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Κ.Α. υπάλληλος της Ενάγουσας που έχει αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η εν λόγω αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 04/06/2021 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 08/06/2021. Με την πιο πάνω υποκατάσταση και από την 01/10/2021, παρέχει υπηρεσίες στην Καθ' ης η Αίτηση δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών που υπογράφτηκε μεταξύ της Themis και της Καθ' ης η Αίτηση. Η Themis δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας, ανέλαβε μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Καθ' ης η Αίτηση, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων/εγγυήσεων και συναφών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αναφέρονται κατωτέρω. Την 24/05/2007 και μετά από αίτημα των Αιτητών για παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης, η τράπεζα συμφώνησε να παρέχει και/ή παρείχε στους Αιτητές πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή στεγαστικού δανείου. Για τον σκοπό αυτόν, την 24/05/2007, υπογράφτηκε μεταξύ της τράπεζας και των Αιτητών συμφωνία για παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης υπό μορφή στεγαστικού δανείου για το ποσό των Λ.Κ. 210.000,00 (στο εξής η «συμφωνία δανείου»). Επισυνάπτεται αντίγραφο της συμφωνίας δανείου ως Τεκμήριο 2. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Αιτητών με βάση τη συμφωνία δανείου, η Αιτήτρια 2 την 30/05/2007 υποθήκευσε την πιο κάτω ακίνητη περιουσία της προς όφελος της Ενάγουσας με βάση τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου υπ' αριθμόν [ ]/07, ημερομηνίας 30/05/2007, που η Αιτήτρια 2 υπέγραψε μαζί με το σχετικό έγγραφο υποθήκης, που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ανωτέρω υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ. 300.000,00 που αντιστοιχούσε σε €512.580, πλέον κυμαινόμενο επιτόκιο προς 5,7500% ετησίως από 30/05/2007, πληρωτέο την 02/06/2007 (στο εξής η «Υποθήκη με αριθμό Υ7680/07»). Επισυνάπτεται αντίγραφο της σύμβασης υποθήκης, δεόντως υπογεγραμμένη από την τράπεζα και την Εναγόμενη 2, ως Τεκμήριο 3. Η υποθήκη αφορούσε οικόπεδο με αριθμό εγγραφής [ ], Φύλλο 21, Σχέδιο 55Ε1, Τμήμα 2, Τεμάχιο [ ], τοποθεσία Περνέρα, Αγλαντζιά της Επαρχίας Λευκωσίας, ιδιοκτησία της Εναγόμενης 2, μερίδιο το όλο, προς όφελος της Ενάγουσας (στο εξής το «Ακίνητο»). Σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου με τίτλο «Έγγραφο Υποθήκης», το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Υποθήκης με αριθμό [ ], σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών δυνάμει της συμφωνίας δανείου, η τράπεζα θα δικαιούται μεταξύ άλλων, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε απευθείας, είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και να χρησιμοποιήσει το προϊόν της πώλησης προς μερική ή πλήρη εξόφληση των ανωτέρω οφειλών. Κατ' εφαρμογή των πιο πάνω και/ή των όρων της συμφωνίας δανείου, η τράπεζα παραχώρησε στους Αιτητές το συμφωνηθέν ποσό του δανείου και/ή κατέβαλε ολόκληρο το ποσό του δανείου, ήτοι Λ.Κ. 210.000,00 προς τους Αιτητές σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας δανείου. Κατά ή περί την 01/01/2008, υιοθετήθηκε το ευρώ ως νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και όλα τα δάνεια και/ή συναλλαγές συμπεριλαμβανομένων των επίδικων μετατράπηκαν σε ευρώ με βάση τη συναλλαγματική ισοτιμία €1=Λ.Κ. 0.585274. Την 10/04/2012 και μετά από αίτημα των Αιτητών για τροποποίηση των όρων της συμφωνίας δανείου, η τράπεζα απέστειλε επιστολή στους Αιτητές με την οποίαν τους ενημέρωσε για την έγκριση της για τροποποίηση των όρων της συμφωνίας δανείου αναφορικά με την αναστολή των δόσεων του δανείου και την αλλαγή της ημερομηνίας λήξης του δανείου. Οι Αιτητές αποδέχτηκαν το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 10/04/2012 και τους όρους και προϋποθέσεις για τροποποίηση των όρων της συμφωνίας δανείου και υπέγραψαν την επιστολή ημερομηνίας 10/04/2012 την 20/04/2012. Επισυνάπτεται αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 10/04/2012, δεόντως υπογραμμένη από τους Αιτητές και την Τράπεζα, ως Τεκμήριο 4. Η επιστολή ημερομηνίας 10/04/2012 και οι όροι και προϋποθέσεις της ως αυτοί περιέχονται στην εν λόγω επιστολή αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 23/04/2012 ως αυτή περιγράφεται κατωτέρω. Την 20/04/2012 οι Αιτητές υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία της συμφωνίας δανείου η οποία υλοποιούσε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 10/04/2012, αναφορικά με το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου που παρέμενε σε ισχύ και τροποποιούσε τα ανωτέρω όσον αφορά τη λήξη και/ή αποπληρωμή του δανείου. Η τροποποιητική συμφωνία υπογράφηκε από τους Αιτητές την 20/04/2012 και από την Τράπεζα την 23/04/2012 (στο εξής η «Πρώτη Τροποποιητική Συμφωνία»). Επισυνάπτεται αντίγραφο της πρώτης τροποποιητικής συμφωνίας, δεόντως υπογεγραμμένη από τους Αιτητές και την τράπεζα ως Τεκμήριο 5. Την 28/05/2013 και μετά από αίτημα των Αιτητών για περαιτέρω τροποποίηση των όρων της συμφωνίας δανείου, υπογράφηκε μεταξύ της τράπεζας και των Αιτητών τροποποιητική συμφωνία η οποία τροποποιούσε τη συμφωνία δανείου ως προς το πρόγραμμα αποπληρωμής της συμφωνίας δανείου. Οι Αιτητές αποδέχθηκαν το περιεχόμενο, τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν λόγω τροποποιητικής συμφωνίας και την υπέγραψαν την 23/05/2013 ενώ η τράπεζα την 28/05/2013 (στο εξής η «Δεύτερη Τροποποιητική Συμφωνία»). Επισυνάπτεται αντίγραφο της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας, δεόντως υπογεγραμμένη από τους Αιτητές και την τράπεζα, ως Τεκμήριο 6. Κατά περιόδους και ανάλογα με τις διαφοροποιήσεις και αυξομειώσεις των επιτοκίων, η τράπεζα προέβαινε στις ανάλογες χρεώσεις και χρέωνε τον λογαριασμό δανείου με το ανάλογο επιτόκιο ενημερώνοντας σχετικά τους Αιτητές. Την 31/10/2008 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ενημερώνοντας γραπτώς τον Αιτητή 1 ότι η προσαύξηση συγκεκριμένων δανείων που χορηγήθηκαν πριν την 31/12/2007 και που ήταν συνδεδεμένα με το βασικό επιτόκιο της τράπεζας θα αυξανόταν κατά 1.25%. Η τράπεζα ενημέρωσε επίσης τον Αιτητή 1, ότι ο λογαριασμός δανείου θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 6.25% το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της Ενάγουσας προς 3.75% προσαυξημένο 2.50%. Η αλλαγή αυτή τέθηκε σε ισχύ την 17/11/2008. Περαιτέρω τη 09/04/2009, η τράπεζα με δημοσίευση της στον Ημερήσιο Τύπο, ανακοίνωσε την αύξηση κατά 1.25% στο περιθώριο των δανείων που χορηγήθηκαν πριν την 01/01/2008 και/ή τα οποία ήταν συνδεδεμένα με το βασικό επιτόκιο της τράπεζας. Η αλλαγή αυτή τέθηκε σε ισχύ την 09/05/2009. Τέλος, την 17/03/2016, η τράπεζα με δημοσίευση της στον Ημερήσιο Τύπο ανακοίνωσε τη μείωση του επιτοκίου κατά 0.05% στα δάνεια που χορηγήθηκαν πριν την 01/01/2008. Κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου, οι Αιτητές παρέλειψαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους βάσει της συμφωνίας δανείου παραβιάζοντας τους όρους αυτής αφού ο λογαριασμός του δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις λόγω του ότι οι Αιτητές δεν κατέβαλλαν κανονικά τις δόσεις τους. Ενόψει των ανωτέρω, η Ενάγουσα απέστειλε σχετικές προειδοποιητικές επιστολές προς τους Αιτητές την 27/02/2015, την 18/05/2015, την 04/06/2015 και την 19/12/2018. Παρά τις πιο πάνω προειδοποιήσεις, οι Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν και αμέλησαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 27/02/2015, 18/05/2015, 04/06/2015 και 19/12/2018 και ουδέν ποσό κατέβαλαν στην τράπεζα έναντι των υποχρεώσεων τους βάσει της συμφωνίας δανείου. Η τράπεζα με βάση τη συμφωνία δανείου και ασκώντας τα δικαιώματα της, την 30/04/2019 απέστειλε στους Αιτητές ξεχωριστές επιστολές τερματισμού με τις οποίες τερμάτιζε τη συμφωνία δανείου και καθιστούσε ολόκληρο το χρεωστικό υπολοίπου, περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων, απαιτητό και καλούσε τους Αιτητές να εξοφλήσουν άμεσα το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Το χρεωστικό υπόλοιπο με βάση τη συμφωνία δανείου κατά ή περί την 30/04/2019 ήταν €419.529,72 πλέον τόκους προς 5.75% από 01/05/2019 επί ποσού €324.875,17 με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30/06 και 31/12. Παρά τα πιο πάνω οι Αιτητές μέχρι και σήμερα δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της ως άνω οφειλής τους προς την τράπεζα και εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €419.529,72 πλέον τόκους προς 5.75% από 01/05/2019 επί ποσού €324.875,17 με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο, ήτοι στις 30/06 και 31/12 μέχρι εξοφλήσεως. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Στις 04/09/2020 είχαν αποσταλεί ειδοποιήσεις τύπου Ι και στις 13/03/2021 οι Ενάγοντες προχώρησαν με την αποστολή ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ. Την 25/08/2021 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ενδιάμεση μονομερή Αίτηση με σκοπό να παρεμποδιστεί ο πλειστηριασμός. Την ημέρα που επιδόθηκε η Αίτηση και εμφανίστηκε για πρώτη φορά η Καθ' ης η Αίτηση, η πλευρά των Αιτητών προέβαλε πρόταση διευθέτησης και επειδή η πρόταση ήταν στο στάδιο της αξιολόγησης, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να ματαιωθεί ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός ημερομηνίας 21/09/2021 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση και το δικαίωμα να αποστείλει νέες ειδοποιήσεις. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν έκανε δεκτή την πρόταση και επιδόθηκε νέα ειδοποίηση πλειστηριασμού ημερομηνίας 06/10/2021 και ορίστηκε νέος πλειστηριασμός την 17/01/2022. Την 10/12/2021 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν νέα Αίτηση για να εμποδίσουν τον πλειστηριασμό και το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα διατάγματα. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση αλλά εν τέλει αποδέχθηκε εκ συμφώνου να εκδοθούν τα διατάγματα ματαίωσης του πλειστηριασμού, υπό την επιφύλαξη ότι οι Εναγόμενοι θα δεσμευθούν να μην λάβουν κανένα άλλο δικαστικό μέτρο για την ακύρωση του πλειστηριασμού. Στη συνέχεια η Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε νέες ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ την 13/01/2022 με νέα ημερομηνία πλειστηριασμού την 31/03/2022. Έγινε ο πλειστηριασμός αλλά δεν βρέθηκε ο αγοραστής. Δεν αληθεύει ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού έγινε κατά την περίοδο της νομοθετικής αναστολής των πλειστηριασμών και το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ακινήτων που καλύπτεται από τις νομοθετικές αναστολές. Καταρχάς σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι το υποθηκευμένο ακίνητο αποτελεί την επαγγελματική τους στέγη, οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία που να δείχνει ή να τείνει να καταδείξει ότι το εν λόγω ακίνητο χρησιμοποιείται ως χώρος στέγασης κάποιας επιχείρησης, παρά μόνο παρουσιάζουν ότι είναι το εγγεγραμμένο γραφείο μίας εταιρείας. Δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με τα άτομα που απασχολεί η εν λόγω εταιρεία ενώ και οι λογαριασμοί που παρουσιάζουν, πέραν του ότι είναι σε πρόχειρη μορφή (draft), είναι ελλιπείς και πεπαλαιωμένοι και ως εκ τούτου δεν δίνουν την πραγματική εικόνα στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι το υποθηκευμένο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία τους αρκεί να αναφερθεί ότι με βάση τον Ν.9/1965 κύρια κατοικία θεωρείται, μεταξύ άλλων, η κατοικία της οποίας η αξία δεν υπερβαίνει τις €350.000, πράγμα που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση αφού η εκτιμώμενη αξία του υποθηκευμένου ακινήτου ανέρχεται σε €485.000 σύμφωνα με τις εκτιμήσεις. Οι Αιτητές όπως προκύπτει από την ανταπαίτηση τους αλλά και την παράγραφο 2(XI) της Ε. Δ. Αιτητή, ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία δανείου, οι τροποποιητικές συμφωνίες που ακολούθησαν αυτής και οι παρεπόμενες και συνδεδεμένες με τη συμφωνία δανείου συμφωνίες, όπως και η επίδικη συμφωνία υποθήκης είναι άκυρες, παράνομες και άνευ έννομου αποτελέσματος λόγω του ότι αυτές δεν υπήρξαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών ή ότι δεν παρασχέθηκε αρκετός χρόνος στους Αιτητές να λάβουν προηγουμένως ανεξάρτητες νομικές συμβουλές και ότι ασκήθηκε στους Αιτητές αθέμιτος επηρεασμός από την τράπεζα της οποίας η συμπεριφορά, κατ' ισχυρισμό των Αιτητών, ήταν άδικη, αντισυμβατική και ενήργησε κατά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και εις βάρος των δικαιωμάτων τους. Στη βάση των ανωτέρω, με την ανταπαίτηση που προωθούν οι Αιτητές ζητούν μεταξύ άλλων ακύρωση της συμφωνίας δανείου καθώς και της συμφωνίας υποθήκευσης με αριθμό Υ7860/07. Υπάρχει ένορκη ρητή παραδοχή των Εναγομένων, ότι έλαβαν το στεγαστικό δάνειο ύψους Λ.Κ.210.000 και ρητή παραδοχή ότι η Εναγόμενη 2 παραχώρησε το επίδικο ακίνητο ως εξασφάλιση υποθηκεύοντας το ακίνητο. Δεν αρνούνται ότι οφείλουν το ποσό αλλά αρνούνται ότι οφείλουν το ύψος του ποσού. Όσον αφορά τη θέση των Αιτητών περί ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών, δανείου, τροποποιήσεων και της σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ7860/07 η Καθ' ης η Αίτηση, ισχυρίζεται ότι λόγω της συμπεριφοράς τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ίδιοι αποτάθηκαν στην τράπεζα για να λάβουν δάνειο και οι ίδιοι ζήτησαν αναδιάρθρωση ή τροποποίηση της συμφωνίας δανείου, ενώ με δική τους βούληση υπέγραψαν και τη σύμβαση υποθήκης προς εξασφάλιση του δανείου, δεν μπορεί να έχουν βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας στην ανταπαίτησή τους. Περαιτέρω, οι πιθανότητες επιτυχίας της ανταπαίτησης των Αιτητών ελαχιστοποιούνται ακόμη περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από το 2007 όταν και καταρτίστηκαν οι εν λόγω συμφωνίες δανείου και υποθήκης μέχρι και την 17/09/2021 που καταχωρήθηκε η ανταπαίτηση των Αιτητών. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των Αιτητών περί εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα γεγονότα από τα οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα περί πιθανότητας επιτυχίας. Παραλείπουν δηλαδή οι Αιτητές να αναφέρουν ποιες ήταν εκείνες οι παρακινήσεις, πιέσεις και ιδίως οι ψευδείς παραστάσεις οι οποίες έγιναν από την τράπεζα και τους έπεισαν, κατ' ισχυρισμόν τους, να υπογράψουν τις εν λόγω συμφωνίες. Κατά συνέπεια δεν δίδεται στο Δικαστήριο εκείνη η μαρτυρία που να μπορεί να αποφανθεί εάν υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας της ανταπαίτησης των Αιτητών. Το ενυπόθηκο ακίνητο εξασφαλίζει πέραν από την παρούσα οφειλή και άλλες οφειλές των Εναγομένων προς την Καθ' ης η Αίτηση που τις διεκδικεί η Καθ' ης η Αίτηση με τις αγωγές 478/2020, 631/2020, 631/2020, 633/2020 και 1545/2020. Το ενυπόθηκο ακίνητο δεν εξασφαλίζει ούτε καν το αρχικό κεφάλαιο που δόθηκε από την τράπεζα. Η όποια ζημιά δυνατόν να υποστούν οι Εναγόμενοι στην περίπτωση λάθους, είναι μονάχα χρηματική. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι φερέγγυα και έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους Εναγόμενους. Διαθέτει περιουσιακά στοιχεία αξίας €623.865,855 εκ των οποίων τα €24.546,800 είναι ρευστά στοιχεία και τα υπόλοιπα ακίνητα εγγεγραμμένα στο όνομα της. Εξαιτίας της υποθήκης έχει παραχωρηθεί ανέκκλητα στην Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα να πωλήσει το ακίνητο με οποιονδήποτε τρόπο επιθυμεί. Η αξία του ακινήτου υπερβαίνει το ποσό των €350.000 που μπορεί να αποτελέσει το μέγιστο ποσό αξίας κατοικίας, βάσει της οποίας ένας χρεώστης μπορεί να αιτηθεί τη συμμετοχή του σε διάφορα σχέδια αφερεγγυότητας και ο ορισμός κύριας κατοικίας δυνάμει του άρθρου 44ΙΕ του 9/65 περιλαμβάνει κατοικία που η εκτιμημένη της αξία δεν υπερβαίνει τις €350.000. Η εκτιμημένη αξία βάση εκτίμησης που έγινε από την εταιρεία Kikis Athinodorou & Associates ημερομηνίας 28/04/2021, ξεπερνά την προβλεπόμενη από τον νόμο αξία. Ακόμη και να ισχύει ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν δόσεις ύψους €150.000 στους Ενάγοντες, που δεν ισχύει, δεν διευκρινίζουν έναντι ποιου δανείου έδωσαν τις δόσεις. Παρόλο ότι αρχικά κατέβαλλαν δόσεις, στη συνέχεια από το 2013 σταμάτησαν να καταβάλλουν δόσεις και αυτό το συμπέρασμα προκύπτει από τους λογαριασμούς που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην ένσταση. Αρνείται τον ισχυρισμό των Αιτητών (βλ. παρ. 2(ΙΧ) της Ε. Δ. Αιτητή) ότι οι δύο εκτιμήσεις που έγιναν αναφορικά με το ακίνητο καθόρισαν την τιμή του πλειστηριασμού στις €388.000. Όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια 16 και 17 ανωτέρω, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που έγιναν για το ακίνητο, η αγοραία αξία του ακινήτου είναι €485.000. Ουσιαστικά αυτό που συνέβη με τις πρώτες ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερ. 12/03/2021 είναι ότι η τράπεζα είχε καθορίσει την επιφυλασσόμενη τιμή στο 80% της αγοραίας αξίας του ακινήτου, ήτοι στις €388.000. Ακολούθως μετά την αποτυχία εξεύρεσης μίας εξώδικης διευθέτησης μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και των Αιτητών, η Καθ' ης η Αίτηση όρισε την επιφυλασσόμενη τιμή στο 100% της αγοραίας αξίας του ακινήτου, σύμφωνα πάντοτε με τις αρχικές εκτιμήσεις. Η Καθ' ης η Αίτηση εξάσκησε τα δικαιώματα της ως αυτά προκύπτουν από τον Ν.9/1965 και σε κάθε περίπτωση είναι προς το συμφέρον των Αιτητών να πωληθεί το ακίνητο σε υψηλότερη τιμή καθότι με αυτόν τον τρόπο το ποσό που θα κατατεθεί έναντι των υποχρεώσεων των Αιτητών, σε περίπτωση πώλησης, θα είναι πολύ μεγαλύτερο. Απορρίπτει τον ισχυρισμό που προβάλλουν οι Αιτητές ότι η μεταβολή της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του ακινήτου ήταν καταχρηστική ή αντιδεοντολογική πόσο μάλλον τον αυθαίρετο ισχυρισμό ότι αυτό έγινε αποκλειστικά και μόνο επειδή αντιλήφθηκε η Καθ' ης η Αίτηση ότι οι Αιτητές θα διεκδικούσαν το ακίνητο». Μέσω της Ε. Δ. Αιτητή, οι Αιτητές προβάλλουν τις διάφορες προσπάθειες που έγιναν προκειμένου να εξευρεθεί μία λύση για εξώδικη διευθέτηση των υποχρεώσεων των Αιτητών. Απορρίπτει τους εντελώς αόριστους και ανυπόστατους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι η συμπεριφορά της τράπεζας ή της Καθ' ης η Αίτηση υπήρξε καταχρηστική ή κακόπιστη. Αντιθέτως η τράπεζα έδωσε πάρα πολλές ευκαιρίες στους Αιτητές να αναδιαρθρώσουνε τις υποχρεώσεις τους και δεν το έπραξαν. ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΚΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ Οι Αιτητές είναι οι Εναγόμενοι στη διαδικασία. Είναι η τρίτη φορά που καταχωρούν παρόμοια Αίτηση για να ματαιώσουν την πώληση του ακινήτου. Την πρώτη φορά ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε επειδή οι Εναγόμενοι έκαναν πρόταση διευθέτησης των οφειλών τους. Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή αλλά σημασία έχει ότι παραδέχονται ότι οφείλουν ποσό χρημάτων που πλησιάζει την αξία της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του ακινήτου. Καταχωρήθηκε δεύτερη Αίτηση και έγινε δεύτερη πρόταση διευθέτησης. Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν στα πλαίσια της διευθέτησης να μην εγείρουν οιοδήποτε ζήτημα που να αφορά την εγκυρότητα της επίδοσης των ειδοποιήσεων Ι και ΙΑ. (βλ. πρακτικό ημερομηνίας 12/01/2022). Στη συνέχεια είχαν αποσταλεί νέες ειδοποιήσεις και πραγματοποιήθηκε ο πλειστηριασμός χωρίς όμως να βρεθεί αγοραστής. Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί για να ματαιωθεί νομικό δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει στην αγορά του ακινήτου. Οι παράμετροι του συγκεκριμένου δικαιώματος, προδιαγράφονται στο άρθρο 44ΙΑ πιο κάτω που δίδει δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να αγοράσει ο ίδιος το ακίνητο στην πραγματική του αγοραία αξία στην περίπτωση που περάσουν έξι μήνες και έχει αποτύχει να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο με πλειστηριασμό ή με απευθείας αγορά σε τρίτο. -
(1)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησής του με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44Δ.
(2)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να συνεχίσει τις προσπάθειες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 44Ζ και 44Η, χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή. Η προαναφερθείσα δικονομική πορεία της υπόθεσης, καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει Υπεράσπιση ουσίας σε σχέση με το οφειλόμενο του χρέος και αυτός είναι ο λόγος που δεν προβάλλεται καμία Υπεράσπιση σε σχέση με την εγκυρότητα του τύπου και της επίδοσης των ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ. Ως προς το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την αγορά ή την πώληση του ακινήτου, αυτό το δικαίωμα προδιαγράφεται ρητώς στις διατάξεις του νόμου και οι Αιτητές δεν έχουν υποδείξει ότι η Καθ' ης η Αίτηση μετά την αποτυχία της πώλησης του ακινήτου κατά τη διάρκεια του πρώτου πλειστηριασμού έχει με την ακολουθούμενη διαδικασία, παραβιάσει πρόνοιες του νόμου που καθορίζουν τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος τους να πωλήσουν σε τρίτους ή να αγοράσουν οι ίδιοι το ακίνητο στην πραγματική του αξία. Ούτε και φαίνεται να προβάλλεται θέμα ουσίας σε σχέση με τις δανειοδοτικές υποχρεώσεις των Εναγομένων. Ήταν πρωτοφειλέτες του δανείου και εισέπραξαν το κεφάλαιο του δανείου, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.210.000 που αφορούσε εξόφληση δανείου με τη Λαϊκή Τράπεζα/Κυβέρνηση και ανακαίνιση κατοικίας. Κατά συνέπεια υπήρχε αντιπαροχή για την υπόσχεση των Εναγομένων να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους στη βάση της συμφωνίας δανείου. Το ίδιο ισχύει για τη συμφωνία της υποθήκης και η Εναγόμενη 2 παραχώρησε την υποθήκη ως εξασφάλιση για τα χρήματα που θα λάμβαναν οι Εναγόμενοι από το πιστωτικό ίδρυμα και για την υπόσχεση τους να αποπληρώσουν το δάνειο με τους όρους που καθορίζονται στη συμφωνία δανείου. Εκείνο που διαφαίνεται με τα επιμέρους θέματα που έχουν αναπτυχθεί με την Υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων, είναι ότι δεν προβάλλονται ουσιαστικά γεγονότα που να διαμορφώνουν πραγματική Υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας. Αντίθετα υπάρχει παραδοχή των Εναγομένων ότι έλαβαν τα χρήματα του δανείου και ότι οφείλουν αυτά τα χρήματα με τους νενομισμένους τόκους τους. Τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να πληρώνουν τις δόσεις τους το 2013 και ότι μέχρι τον Φεβρουάριο 2015 υπήρχε σύνολο καθυστερήσεων το ποσό των €
  1. Εγείρεται ζήτημα γενικά και αόριστα ότι οι εν λόγω συμφωνίες περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και ότι η τράπεζα εκμεταλλεύτηκε τη δεσπόζουσα θέση για να εξασφαλίσει την υπογραφή των Εναγομένων επί των επίδικων συμφωνιών. Δεν καταγράφονται γεγονότα στην Υπεράσπιση και ανταπαίτηση που να καθορίζουν ποιες ήταν οι καταχρηστικές ρήτρες των συμφωνιών, πώς αυτές οι ρήτρες είχαν αντίκτυπο στις συμφωνίες και πώς αυτές οι ρήτρες επηρεάζουν το ύψος του οφειλόμενου ποσού που οι Εναγόμενοι έτσι και αλλιώς παραδέχονται ότι οφείλεται. Ως προς τον ισχυρισμό ότι υπήρχε καταπίεση κατά τη σύναψη των συμφωνιών, και πάλι δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο από τα γεγονότα. Είχε συναφθεί δάνειο. Δεν έχει προβληθεί κάποιο γεγονός που να καταδεικνύει ότι οι συμφωνίες ήταν ειδικού χαρακτήρα του είδους που αυτά θα καθιστούσαν την τράπεζα σε δεσπόζουσα σχέση έναντι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή περίπτωση που εναποθέτει ειδικό-θετικό καθήκον στην τράπεζα πληροφόρησης σε σχέση με κινδύνους της συναλλαγής. Σε κάθε περίπτωση δεν προβάλλονται τα αναγκαία γεγονότα ώστε να εκφράζεται με σαφήνεια θέση που στηρίζεται σε τέτοια Υπεράσπιση. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για παράνομους ανατοκισμούς, προκύπτει ότι στη βάση της συμφωνίας χρεώθηκε κυμαινόμενο επιτόκιο 4.7% κατά τη σύναψη της συμφωνίας προσαυξημένο κατά 1.25% σε σχέση με το βασικό επιτόκιο της τράπεζας με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως. Η υποθήκη κάλυπτε το ποσό των Λ.Κ.300.000 πλέον τόκους. Υπήρξε μία προσαύξηση του επιτοκίου το 2008 για να διαμορφωθεί το επιτόκιο το οποίο ήταν κυμαινόμενο στο 6.2%. Ενόψει της ψήφισης του νόμου περί Φιλελευθεροποίησης των Επιτοκίων και το γεγονός ότι η τράπεζα αποτέλεσε το καθήκον της και ενημέρωσε τους οφειλέτες για την αλλαγή του κυμαινόμενου επιτοκίου, οι Εναγόμενοι δεν έχουν διαμορφώσει με την απαιτούμενη σαφήνεια Υπεράσπιση ότι το υπόλοιπο που καλούνται να εξοφλήσουν είναι το προϊόν παράνομου ανατοκισμού. Όμως ακόμη και να υπήρχε βάσιμο επιχείρημα σε σχέση με τους τόκους, αυτό αφορά το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να πληρώνουν από το 2013 και παραδέχονται ( βλ. Τεκμήριο 8 στην Αίτηση) ότι οφείλουν το ποσό των €372.276,07 με κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30/06/2016 το θέμα του τόκου δεν είναι βαρύνουσας σημασίας ενόψει της αξίας της εξασφάλισης και του ποσού που αποδέχονται οι Εναγόμενοι ότι πράγματι οφείλουν. Αναφορικά με το ζήτημα ότι η αξία της επιφυλαγμένης τιμής του ακινήτου αυξήθηκε με την τελευταία ειδοποίηση ΙΑ, ούτε και αυτό αποτελεί Υπεράσπιση. Το ότι το ακίνητο εκτιμήθηκε να έχει μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι αρχικά, βοηθά τους Εναγόμενους ούτως ώστε να μην παραμείνει υπόλοιπο ή για να υπάρχει μικρότερο υπόλοιπο μετά την πώληση του ακινήτου. Λανθασμένη εκτίμηση του ακινήτου σε χαμηλότερη αξία, θα μπορούσε να αποτελέσει Υπεράσπιση επειδή τη διαφορά στην αξία θα καλούσαν οι Ενάγοντες τους Εναγόμενους να την καταβάλουν. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι το ακίνητο έχει υπερτιμηθεί επειδή η αξία αυτή εκπονήθηκε με τη χρήση ανεξάρτητου εκτιμητή που ετοίμασε αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης του ακινήτου για να καθορίσει την αξία του ακινήτου. Επομένως η θέση αυτή βασίζεται σε αιτιάσεις. Οι πιο πάνω Υπερασπίσεις παρατίθενται πιο πάνω χωρίς να έχουν προβληθεί τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν τις εν λόγω Υπερασπίσεις. Με βάση την έκθεση απαιτήσεως, προκύπτει ότι η Ενάγουσα έχει προβάλει αξίωση που να αφορά το υπόλοιπο δανείου με αριθμό [ ] και με χρέωση του λογαριασμού των Εναγομένων 1 και 2 με αριθμό [ ] για ποσό ύψους €419.529,
  2. Οι Αιτητές δεν έχουν παραθέσει κανένα γεγονός που να θέτει σε αμφισβήτηση την εγκυρότητα της δανειακής σύμβασης ή του υπολοίπου που προκύπτει από αυτήν. Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξουν ότι η Εναγόμενη 2 είναι ενυπόθηκος οφειλέτης. Η υποθήκη ήταν εξασφάλιση σε σχέση με πιστωτική διευκόλυνση, που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 ύψους Λ.Κ.210.000 πλέον τόκο με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως. Το δάνειο θα έπρεπε να αποπληρωθεί με 360 δόσεις των Λ.Κ.1240 μηνιαίως. Με επιστολή ημερομηνίας 30/04/2019 το δάνειο αυτό τερματίστηκε εξαιτίας των καθυστερήσεων αποπληρωμής. Το υπόλοιπο του δανείου την ημέρα του τερματισμού ανήλθε στο ποσό των €419,529.72 πλέον τόκους. Ως προκύπτει από το έγγραφο υποθήκης, η εξασφάλιση με υποθήκη το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε επειδή η Τράπεζα Κύπρου συμφώνησε να παρέχει το δάνειο στους Εναγόμενους. Την 30/03/2012 οι Καθ' ων η Αίτηση ενέκριναν αίτημα των Εναγομένων για τροποποίηση των συμφωνηθέντων ώστε να ανασταλούν δύο δόσεις του δανείου για τον Μάιο και Ιούνιο 2012 και για να μεταβληθεί η ημερομηνία λήξης της αποπληρωμής του δανείου. Η υποθήκη για το ποσό των €512.580 εξακολουθούσε να υφίσταται ως εξασφάλιση. Το δάνειο τερματίσθηκε με επιστολή ημερομηνίας 30/04/2019 και πληροφορήθηκαν ότι επί του οφειλόμενου ποσού θα υπήρχε επιπρόσθετη επιβάρυνση τόκου υπερημερίας 2%. Σε σχέση με το επίδικο δάνειο, ο οικονομικός σύμβουλος των Εναγομένων είχε διαμηνύσει στην Καθ' ης η Αίτηση ότι η διαφορά τους σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, ήταν το ποσό των €47.979,39 κατά τις 30/06/2016 (Τεκμήριο 8 στην Αίτηση). Έγινε εισήγηση για την τακτοποίηση της οφειλής. Η διαφορά αυτή δεν επηρεάζει το θέμα της πώλησης και αγοράς του ακινήτου, διότι σε κάθε περίπτωση με την αγορά του ακινήτου (ακόμη και με την ψηλότερη εκτίμηση) δεν καλύπτεται το οφειλόμενο που οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι οφείλουν στη βάση των εκτιμήσεων των οικονομικών τους συμβούλων. Το ποσό των €204.901 που προβάλλουν οι Εναγόμενοι με την ένορκη τους δήλωση αφορά και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παραχωρήθηκαν που δεν είναι το αντικείμενο αυτής της αγωγής. Ενόψει των πιο πάνω, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος ματαίωσης της πώλησης σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο που ήταν νόμιμη εξασφάλιση και συμφωνημένο αντάλλαγμα για τα χρήματα που η Καθ' ης η Αίτηση παραχώρησε στους Εναγόμενους ως δάνειο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  3. Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
  4. Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  5. Την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία.
  6. Τη διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.
(1975)AC 396 το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο Ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του Ενάγοντα στον βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του Ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο Ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas 1 CLR 263
(1983)η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες, διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτήν τη θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, πληρείται εάν ο Ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. To κατά πόσο εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας εξαρτάται από την προβληθείσα Υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή. Η ανταπαίτηση περιορίζεται σε αξιώσεις για αναγνωριστικού τύπου διατάγματα που να αφορούν την εγκυρότητα των συμβάσεων και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ανταπαίτηση είναι τα ίδια με την Υπεράσπιση. Δεν εγείρεται καμία Υπεράσπιση με την απαιτούμενη σαφήνεια και αντίθετα οι Εναγόμενοι έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι από το 2017 προσεγγίζουν την Καθ' ης η Αίτηση με προτάσεις διευθέτησης των οφειλών τους. Τα όσα αναφέρουν για την αισχροκέρδεια των τραπεζών γενικά, της ασυδοσίας των τραπεζών και της φούσκας πληθωρισμού που δημιούργησαν οι τράπεζες, διατυπώνονται με τέτοια γενικότητα και ασάφεια που είναι αδύνατον να διακριβωθεί κατά πόσο αυτά αφορούν αυτήν τη συγκεκριμένη περίπτωση ενώ παράλληλα παραδέχονται ότι οφείλουν ένα υπέρογκο ποσό χρημάτων που δεν καλύπτεται από την αξία της υποθηκευμένης εξασφάλισης. Είναι γεγονός ότι οι Αιτητές επικαλούνται την ευρωπαϊκή οδηγία 93/13//Εκ για την προστασία καταναλωτών σε σχέση με πρόνοιες καταναλωτικών συμβάσεων που δεν έχουν τύχει διαπραγμάτευσης, αλλά δεν έχουν παραθέσει ίχνος μαρτυρίας για να υποδείξουν συγκεκριμένη ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, που θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση. Εκ του αποτελέσματος, δεν υπάρχει ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματά τους. Αυτό που συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση είναι το αντίθετο, ήτοι ότι οφείλεται μεγάλο ποσό χρημάτων που το επωφελήθηκαν οι Εναγόμενοι και που παραδέχονται ότι οφείλουν αλλά δεν το πληρώνουν για χρόνια. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Fashion Box SRL v Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες Αιτήσεις μεταξύ του Αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην Αίτηση, αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της Αίτησης να αποδείξει τα γεγονότα. Σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας, της συμφωνίας υποθήκης και τις υπόλοιπες Υπερασπίσεις που έχουν προβληθεί πιο πάνω, δεν έχουν εκτεθεί τα απαιτούμενα γεγονότα για να φανεί κατά πόσο αυτές οι θέσεις συνθέτουν πραγματική Υπεράσπιση στην αγωγή. Εγείρεται θέμα ότι οι επίδικες συμφωνίες, ήταν το προϊόν αθέμιτης επιρροής χωρίς να παρατίθενται τα αναγκαία γεγονότα που να συνθέτουν Υπεράσπιση βασιζόμενη στην Υπεράσπιση της αθέμιτης επιρροής ή της δεσπόζουσας θέσης της τράπεζας κτλ. Το ίδιο ισχύει για τον ισχυρισμό ότι υπήρχαν παράνομες υπερχρεώσεις και τοκισμοί. Δεν εκφράζεται τέτοια Υπεράσπιση με την απαιτούμενη σαφήνεια ώστε να έχω πεισθεί ότι τέτοια Υπεράσπιση, είναι πραγματική Υπεράσπιση στην αγωγή. Το ίδιο ισχύει για την υποχρέωση της τράπεζας να πληροφορήσει τους Εναγόμενους και/ή ενυπόθηκους οφειλέτες σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου και ότι χορηγήθηκαν οι χρηματικές διευκολύνσεις της τράπεζας. Οι πιστωτικές χορηγήσεις ήταν το αντάλλαγμα για την παροχή των προσωπικών εγγυήσεων των Εναγομένων και για την εξασφάλιση έναντι του χρέους που δόθηκε με τη μορφή της υποθήκης. Δεν καταγράφεται στην Υπεράσπιση ποιο είναι το γεγονός που αποτέλεσε τον λόγο οι Καθ' ων η Αίτηση να παραβιάσουν τις νομικές τους υποχρεώσεις έναντι των Αιτητών σε σχέση με την ιδιότητα τους ως πρωτοφειλέτες του χρέους ή ως ενυπόθηκοι οφειλέτες. Δεν έχει εκτεθεί κανένα γεγονός που να υποστυλώνει την δικογραφημένη Υπεράσπιση των Αιτητών ότι η συμφωνία δανείου και η συμφωνία της υποθήκης πρόκειται για άκυρη συμφωνία ως το προϊόν της καταπίεσης, πλάνης ή της αθέμιτης επιρροής. Στην περίπτωση που η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων δεν θεμελιώνεται με ουσιώδη γεγονότα, οι Υπερασπίσεις που έχουν προβληθεί συνιστούν απλά συμπεράσματα. Όλα όσα έχουν εκθέσει οι Εναγόμενοι στην έκθεση Υπεράσπισης ήταν αόριστα και ασαφή. Δεν είναι γνωστό γιατί θεωρούν ότι υπήρχε μεταξύ των μερών, που ήταν σχέση της τράπεζας και του πελάτη της, σχέση εμπιστοσύνης ώστε να θεωρείται πραγματική Υπεράσπιση ότι η τράπεζα κυριάρχησε έναντι της ελεύθερης θέλησης των Εναγομένων, που πράγματι επωφελήθηκαν και πήραν το δάνειο, συνήψαν συμφωνία που ήταν το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων και της ελεύθερης τους θέλησης. Αντίθετα προκύπτει ότι διαπραγματεύτηκαν τους όρους τους διότι κατάφεραν να τροποποιήσουν την αρχική συμφωνία ώστε οι όροι της αποπληρωμής του δανείου να έχουν καταστεί πιο ευνοϊκοί γι' αυτούς και για να εξασφαλίσουν και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις με πρώτη καθώς και δεύτερης υποθήκης επί του ιδίου ακινήτου που σήμερα η αξία του δεν καλύπτει όλο το οφειλόμενο ποσό στη βάση όλων των αγωγών που έχουν καταχωρηθεί εναντίον των Εναγομένων από τους Ενάγοντες. Ούτε και προβάλλεται κάποιο γεγονός που να επεξηγεί γιατί δεν είχαν το δικαίωμα οι Ενάγοντες να αποστείλουν επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, αφ' ης στιγμής δεν είχαν αποπληρωθεί οι καθορισμένες δόσεις του δανείου και είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι το δάνειο που είχε συναφθεί το 2007 ήταν σε υπερημερία. Δεν έχει άδικο η Καθ' ης η Αίτηση, ότι τα πιο πάνω ζητήματα δεν έχουν τεθεί ως Υπεράσπιση με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Δεν έχουν εκτεθεί συγκεκριμένα γεγονότα ώστε από αυτά να προκύπτει ότι εκφράζεται ολοκληρωμένη Υπεράσπιση ότι οι συμφωνίες δανείου και υποθήκες είναι άκυρες ως συμφωνίες που δεν έχουν γίνει με την ελεύθερη βούληση των Αιτητών. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το οφειλόμενο ποσό ενσωματώνει παράνομο ανατοκισμό, προμήθειες και χρεώσεις. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με την Υπεράσπιση ότι η συμφωνία περιέχει παράνομες και ποινικές ρήτρες που καθιστούν τις συμφωνίες άκυρες και μη εφαρμόσιμες. Με την Αίτηση τους οι Εναγόμενοι, δεν έχουν εκθέσει μαρτυρία που να υποστηρίζει ισχυρισμούς τους σε σχέση με τα πιο πάνω, για να καταδειχθεί ότι προβάλλεται συγκεκριμένη Υπεράσπιση στην αγωγή και για να εκτιμηθεί από τη μαρτυρία που προβάλλεται κατά πόσο αυτά που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπισή τους πρόκειται για βάσιμη Υπεράσπιση. Αναφέρονται σε παράνομες χρεώσεις, τοκισμούς και παράνομες ρήτρες χωρίς να παρατεθεί η συγκεκριμένη συμφωνία και πρόνοια αυτής που επιφέρει τέτοιο αποτέλεσμα. Γίνεται αναφορά σε ανεπίτρεπτη επιρροή και σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των λειτουργών της τράπεζας και των Αιτητών χωρίς να έχουν εκτεθεί τα γεγονότα της υπόθεσης ώστε να μπορεί να εξαχθεί κατά πόσο πράγματι κάτι τέτοιο έχει γίνει στην περίπτωση των Εναγομένων με αποτέλεσμα η ελεύθερη τους βούληση να έχει παρακαμφθεί προκειμένου να γίνει η σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Απουσιάζουν τα συγκεκριμένα αναγκαία γεγονότα, ώστε να εκφράζονται ολοκληρωμένα οι θέσεις που προβάλλονται και δεν μπορεί να εκτιμηθεί κατά πόσο αυτές οι γενικές και αόριστες τοποθετήσεις έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Γρηγορίου ν Σταύρου 1 ΑΑΔ 248
(1995). Οι Υπερασπίσεις των Αιτητών σε σχέση με τα πιο πάνω, δεν προσδίδουν έρεισμα στην παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς στο στάδιο της ακρόασης. Από την άλλην είναι αναντίλεκτο γεγονός, ότι οι Αιτητές υπέγραψαν τις συμφωνίες δανείου και υποθήκης. Υπήρχε αντιπαροχή για τα συμφωνηθέντα διότι χορηγήθηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις και δεν έχει αποπληρωθεί η οφειλή. Δεν είναι ορθό να τεθεί άλλο εμπόδιο στο νομικό δικαίωμα της Ενάγουσας να προχωρήσει με την αγορά και ή σε πώληση της εξασφάλισης προκειμένου να ανακτήσει το οφειλόμενο ποσό εφόσον δεν τίθεται πραγματικό και χειροπιαστό ζήτημα σε σχέση με τη νομιμότητα των συμφωνηθέντων. Ακόμη και εάν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ενσωματώνεται στο υπόλοιπο χρέωση που δεν δικαιολογείται, αυτός δεν είναι βάσιμος λόγος ματαίωσης της αγοράς και της μεταβίβασης του ακινήτου για να ανακτηθεί το οφειλόμενο ποσό ενόψει αποτυχίας των Αιτητών να καταπιαστούν με συγκεκριμένα γεγονότα για να καταφανεί ποιο μέρος του οφειλόμενου ποσού αποτελείται από υπερχρεώσεις και ενόψει του γεγονότος ότι η αξία του ακινήτου δεν θα καλύψει έτσι και αλλιώς το πραγματικό ποσό που οφείλεται. Το αίτημα τους στα πλαίσια ανταπαίτησης, είναι να εκδοθούν αναγνωριστικού είδους θεραπείες που θα έχουν ως αποτέλεσμα την ακύρωση των επίδικων συμφωνιών. Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα σε σχέση με τις πρακτικές των τραπεζών κατά παράβαση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας ή και ισχυρισμούς σε σχέση με υπερχρεώσεις τόκων και άλλων εξόδων, δεν έχουν τεθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια και τεκμηρίωση ώστε να έχει νόημα η εξέταση τέτοιων ζητημάτων στα πλαίσια της Αίτησης. Τα συγκεκριμένα αναγκαία γεγονότα ώστε να εκφράζονται ολοκληρωμένα οι θέσεις που προβάλλονται δεν έχουν εκτεθεί στις πραγματικές παραστάσεις των Αιτητών και έτσι δεν μπορεί να εκτιμηθεί κατά πόσο αυτές οι γενικές και αόριστες τοποθετήσεις έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που να έχει βάσιμες ελπίδες επιτυχίας. Ενόψει του γεγονότος ότι έχει τεθεί ενώπιον μου θετική και ικανοποιητική μαρτυρία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προχωρήσει νομότυπα με την αποστολή όλων των αναγκαίων ειδοποιήσεων ώστε να πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός και του γεγονότος ότι το ποσό που εξασφαλίζεται με το ενυπόθηκο ακίνητο είναι οφειλόμενο και βρίσκεται σε καθεστώς υπερημερίας με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται το συμβατικό δικαίωμα της εφεσίβλητης να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης στη βάση των διατάξεων του Μέρους VI του Ν. 9/1965, δεν συντρέχει σοβαρός και βάσιμος λόγος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κατά συνέπεια, είναι αναντίλεκτο γεγονός με βάση τις γραπτές παραστάσεις των μερών, ότι το χρέος είχε καταστεί απαιτητό με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να ασκήσει τα συμβατικά της δικαιώματα με βάση τη σύμβαση υποθήκης, όρος 4 (τεκμήριο επισυνάπτεται στην ένσταση) που προνοούσε ότι στην περίπτωση που το ποσό ήταν απαιτητό και ληφθούν νομικά μέτρα για ανάκτηση του ποσού των Λ.Κ. 300.000,00 και τόκων και σχετικά έξοδα η τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε απευθείας, είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής χωρίς οποιανδήποτε άλλην προειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Εφόσον δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, δεν είναι απαραίτητο να εξετασθεί η τρίτη προϋπόθεση όμως χάριν της πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς. ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΖΗΜΙΑ Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα, το ακίνητο δυνατόν να πωληθεί με τον πλειστηριασμό. Η αξία του ακινήτου καθορίζεται βάσει εκτίμησης στο ποσό των €485.000. Επί του ακινήτου υπάρχει επιβάρυνση Α υποθήκης και Β υποθήκης. Το ενυπόθηκο ακίνητο εξασφαλίζει οφειλές των Εναγομένων που είναι το αντικείμενο ακόμη πέντε αγωγών που καταχωρήθηκαν το 2020. Εάν προστεθούν οι συνολικές οφειλές που καλύπτονται από το ενυπόθηκο ακίνητο, δεν καλύπτει όλο το χρέος. Αντίθετα η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει πρόβλημα ρευστού κεφαλαίου στην περίπτωση που γίνει λάθος κατά την εκτίμηση των δεδομένων και επίσης κατέχει μεγάλης αξίας ακινήτων. Επομένως η Καθ' ης η Αίτηση μπορεί να αποζημιώσει τους Εναγόμενους με χρήμα ή με ακίνητο της αντίστοιχης αξίας εάν χρειασθεί. Παρόλο ότι οι Εναγόμενοι έχουν κάνει διάφορες προτάσεις για πληρωμή των οφειλών, κανένα ποσό δεν έχουν πληρώσει οικειοθελώς. Ματαιώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου δύο φορές ώστε οι Εναγόμενοι να διαπραγματευθούν την πληρωμή ποσού που οι ίδιοι παραδέχονται ότι οφείλουν, αλλά τέτοια πληρωμή δεν έγινε μέχρι στιγμής. Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι αναγκαία η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo, κάποτε όμως o Αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλή στην υπόθεση Bacardi Co v Vinco Ltd. 1 ΑΑΔ 788
(1996). «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd. v Muskita Aluminium 1 ΑΑΔ 2015
(2002)καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. .................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιος από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. .................................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Στην υπόθεση Loucas Panagiotou Estates Ltd. ν Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση Ε203/2013 ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου 2019, το Εφετείο επιβεβαίωσε την αρχή ότι με την ανεπανόρθωτη ζημιά δεν εννοείται μόνο υλική ζημιά με την αυστηρή της έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοσή του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον Αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Σε εκείνην την υπόθεση ως και στη δική μας, ήταν περίπτωση πώλησης του ακινήτου των Εφεσείοντων με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Η πλευρά της εφεσίβλητης είχε αντιτάξει στο επιχείρημα των Εφεσειόντων ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εξαιτίας της πώλησης του υποθηκευμένου ακίνητου, τη θέση ότι είχε τους οικονομικούς πόρους να αποζημιώσει τους Εφεσείοντες στην περίπτωση που η απόφαση για τον πλειστηριασμό του ακινήτου εν τέλει αποφασισθεί ότι ήταν λανθασμένη. Η πρωτόδικη κρίση ότι δεν είχε καταδειχθεί η προοπτική της ανεπανόρθωτης ζημιάς από την πώληση του ακινήτου σε διαδικασία πλειστηριασμού και η απώλεια αυτής επικυρώθηκε. Ο λόγος είναι επειδή δεν είναι αυτόματο συμπέρασμα ότι η απώλεια του ακινήτου δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ήταν λανθασμένη η απόφαση για την πώλησή του. Εκείνος που προβάλλει το επιχείρημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς θα πρέπει να το στοιχειοθετήσει και δεν είναι αρκετό να ισχυριστεί γενικά ο Εφεσείοντας ότι στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός 'θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας' στα χέρια του Εφεσείοντα. Στη δική μας την περίπτωση, δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ του συμπεράσματος ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και της μαρτυρίας που έχουν παραθέσει για να το αποδείξουν. Προβάλουν ως επιχείρημα ότι η επίδικη κατοικία είναι μοναδική τους κατοικία. Όμως η αξία του ακινήτου υπερβαίνει της αξίας ακινήτου των €350.000 που τυγχάνει προστασίας δυνάμει του άρθρου 62 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου /65 ως κύρια κατοικία. Ως προς τον ισχυρισμό ότι η οικία αυτή γίνεται χρήση ως επαγγελματική στέγη, δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι λειτουργεί το ακίνητο ως επαγγελματική στέγη με κύκλο εργασιών. Το ενυπόθηκο ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο έκτασης 585 τ.μ. με νέα κτήρια και ουδεμία μίσθωση. Ανάμεσα στα άλλα που είχαν προτείνει οι Εναγόμενοι για διευθέτηση του χρέους ήταν και την ενοικίαση της οικίας εντός ενός έτους για πληρωθεί μέσα σε 15 χρόνια το ποσό των €378.000 έναντι του χρέους. Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι Αιτητές δεν υποστηρίζει το συμπέρασμα των Αιτητών ότι δεν υπάρχουν άλλες επιλογές και ότι θα επέλθει η καταστροφή στην περίπτωση που η Ενάγουσα ασκήσει τα συμβατικά της δικαιώματα. Αντίθετα, τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου είναι ότι οι Αιτητές με τις επιλογές τους έχουν σπρώξει τα πράγματα σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, ενώ υπήρχε πάντα η ευκαιρία εξεύρεσης εναλλακτικής λύσης στο οικονομικό τους πρόβλημα. Τούτο εξάλλου προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης επειδή η Καθ' ης η Αίτηση σε δύο περιπτώσεις αποδέχθηκε να ματαιώσει πλειστηριασμό για να μελετήσει πρόταση των Εναγομένων για διευθέτηση των οφειλών τους. Το μόνο σίγουρο στη βάση αυτών των διεργασιών, είναι ότι κανένα ποσό δεν έχει πληρωθεί από τους Εναγόμενους οικειοθελώς και ότι το χρέος διογκώνεται και ξεπερνά την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου. Ως προς τη δυνατότητα της Themis Portfolio Management Holdings Ltd να αποζημιώσουν τους Αιτητές στην περίπτωση που ο πλειστηριασμός αποδειχθεί λανθασμένος, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον μου ότι η Themis Portfolio δεν είναι φερέγγυα εταιρεία. Το δικαίωμα της αποζημίωσης διασφαλίζεται επαρκώς σε κάθε περίπτωση. Με την πάροδο του χρόνου δημιουργείται ζήτημα πολύ πιο σοβαρό στην Καθ' ης η Αίτηση που ενώ παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στους Αιτητές με την αντιπαροχή της εξασφάλισης από το 2007 και παρά το γεγονός ότι οι Αιτητές έχουν παραβιάσει τα συμφωνηθέντα να στερείται τα συμβατικά της δικαιώματα από το 2013 με κίνδυνο από την χρόνια και συστηματική μη τήρηση των συμφωνηθέντων να επηρεασθεί η δυνατότητα της επιχείρησης τράπεζας να επιβιώσει ως πιστωτικό ίδρυμα. Αυτός ήταν και λόγος που μεταφέρθηκε η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση σε άλλο νομικό πρόσωπο (βλ. τεκμήριο 1 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης). Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν εκπληρώνεται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.