Χ. Θ. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 873/22, 12/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A333 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 873/22 Ημερομηνία: 12/12/2022 Μεταξύ: Χ. Θ. Ενάγουσας -και- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόμενης Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Θεοδώρου Για Καθ' ου η Αίτηση: κος Νικολάου Αίτηση Ημερομηνίας 19/05/2022 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Παράλληλα με την καταχώρηση της αγωγής, καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση με την οποίαν οι Ενάγοντες ζητούν τις ακόλουθες ενδιάμεσες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους της και/ή οποιοδήποτε νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο, ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, να προχωρήσει σε εκποίηση και/ή εκποίηση διά πλειστηριασμού και/ή άλλως πως, του κάτωθεν περιγραφόμενου ακινήτου, που βαρύνεται με την υποθήκη υπ' αριθμόν [ ]/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους της και/ή οποιοδήποτε νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο, ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της, να συνεχίσει και/ή προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης της υπ' αριθμό [ ]/2008 υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και/ή του άνωθεν περιγραφόμενου ενυπόθηκου ακινήτου, διά πλειστηριασμού και/ή άλλως πώς και/ή της εκποίησης του σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 44(β) και 44(γ) του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως τροποποιήθηκε. Γ. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης υπ' αριθμόν [ ]/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας διά πλειστηριασμού και/ή άλλως πως και/ή της εκποίησης του άνωθεν περιγραφόμενου ενυπόθηκου ακινήτου, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της Αίτησης, είναι τα άρθρα 5, 21, 22, 27-33, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 2,4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τις Δ.39 και 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος 9/
- ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Ο Ενάγοντας έχει ετοιμάσει ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης εις την οποίαν περιέχονται τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Αίτηση. Εχει καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση για να παρεμποδιστεί η εκποίηση ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ] φ/σχ 30/13W/1 στη Λευκωσία στον Δήμο Λακατάμιας που είναι επιβαρυμένο με την υποθήκη [ ]/
- Έχει επιδοθεί σε εκείνην και στη μητέρα της ως εγγυητής και πρωτοφειλέτης δανείου μέσω επιδότη ειδοποίηση "τύπου Ι" την 20/12/2021 που την καλούσε να πληρώσει το ποσό των €126.118,12 πλέον τόκους εντός 45 ημερών. Η Εναγόμενη στις 02/02/2022 της επέδωσε προσωπικά και της μητέρας της Π. Θ. ως εγγυήτρια και πρωτοφειλέτις αντίστοιχα, μέσω ιδιώτη επιδότη, τις ειδοποιήσεις σύμφωνα με τους Τύπους «Ι» ημερομηνίας 20/12/2021 και την καλούσε να καταβάλει το ποσό των €126.118,12 πλέον τόκους εντός 45 ημερών. Η παράθεση των γεγονότων που αφορά η ενότητα αυτή, γίνεται κατόπιν πληροφόρησης που έλαβε από τη μητέρα της, προσωπικά εμπλεκόμενη σε αυτά, αλλά και στη βάση των στοιχείων και Τεκμηρίων με τα οποία η ίδια την εφοδίασε και έχει στην κατοχή της. Η ιστορική δε αναδρομή στο έτος 2002 και το πώς έκτοτε διαδοχικά κατέληξε σε προώθηση της παρούσας, καθίσταται αναγκαία προς στοιχειοθέτηση των απαιτήσεων της εναντίον της Εναγόμενης. Ανατρέχοντας αρχικά στο έτος 2002 και ειδικότερα περί τις 13/09/2002, η μητέρα της δυνάμει γραπτής συμφωνίας ιδίας ημερομηνίας, προχώρησε σε πώληση ενός διαμερίσματος με υπόγειο χώρο στάθμευσης στην Κάτω Λακατάμια (το «Διαμέρισμα») στον Σ. Ζ. (ο «Αγοραστής») στην τιμή των ΛΚ42.000 (ισόποσο σε €71.877,62) επί του ανεγειρόμενου οικοδομικού συγκροτήματος «[ ]» (η «Συμφωνία») Ανάμεσα σε άλλα, η συμφωνία προέβλεπε ρητά πως ο αγοραστής, υποχρεούτο να καταβάλει στη μητέρα της, το ποσό των ΛΚ1.000 με την υπογραφή της, όπως και έπραξε προκαταβολικά στις 06/09/2002 και όπως εξοφλήσει πλήρως το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος με την καταβολή του ποσού των ΛΚ41.000 στις 05/11/
- Με την τελική εξόφληση του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, η μητέρα της ανέλαβε την υποχρέωση όπως το ενωρίτερο, προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για έκδοση ξεχωριστού τίτλου του διαμερίσματος, προκειμένου να το μεταβιβάσει επ' ονόματι του αγοραστή. Παρά τις πιο πάνω ρητές πρόνοιες της συμφωνίας, ο αγοραστής κατέβαλε στη μητέρα της έναντι του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, μόνο το ποσό των ΛΚ1.000 στις 06/09/2002 (ως προκαταβολή) και στις 27/03/2003 το ποσό των ΛΚ7.
- Είχε δε καταθέσει σε επ' ονόματι της μητέρας της λογαριασμό, τον οποίον διατηρούσε σε τρίτο πιστωτικό ίδρυμα και συγκεκριμένα της Alpha Bank, το ποσό των ΛΚ31.500 με εναπομείναν ποσό εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, το ποσό των ΛΚ900 πλέον τους συμβατικούς τόκους. Μέχρι και σήμερα δε, ο αγοραστής εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο, ήτοι ποσό ΛΚ900, πλέον τόκους. Με τούτο το δεδομένο και βάσει των ρητών προνοιών της συμφωνίας, ουδέποτε υπείχε ούτε και υπέχει ακόμα και μέχρι σήμερα, υποχρέωση μεταβίβασης του διαμερίσματος στον αγοραστή η μητέρα της. Ο αγοραστής, είχε προχωρήσει σε δανειοδότηση από τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης (ο «Οργανισμός»), προκειμένου να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος. Εντούτοις αν και κατέβαλε έναντι αυτού τα προαναφερόμενα ποσά, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να οφείλει το ποσό των ΛΚ900 πλέον τους συμβατικούς τόκους, προς πλήρη εξόφλησή του. Περί το έτος 2007, ο κ. Ζ. πληροφορεί τη μητέρα της πως εξασφάλισε προέγκριση για δανειοδότηση από τη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λακατάμιας (η «ΣΠΕ») με ευνοϊκότερους όρους από αυτούς που διέπαν τη συμβατική του σχέση πιστωτή/δανειολήπτη με τον οργανισμό. Ένεκα απαιτήσεων της ΣΠΕ αφού η επ' ονόματι του μεταβίβαση του διαμερίσματος δεν είχε λάβει χώρα, να παραχωρήσει η ίδια προσωπική εγγύηση των απορρεουσών εκ της μεταξύ τους σύμβασης δανείου υποχρεώσεων του. Επιβεβαιώνει δε σε αυτήν πως μόλις ο ίδιος εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και εξοφλήσει εν όλω το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος και μεταβιβαστεί σε αυτόν επ' ονόματι του, θα εγγραφεί υποθήκη προς όφελος της ΣΠΕ και η εγγύηση της θα ακυρωθεί. Παράλληλα, ζητεί την έκδοση μέσω της ΣΠΕ εγγυητικής ίσης αξίας, με δικαιούχο τον ίδιο και πάλι κατά απαίτηση της πρώτης Βασιζόμενη πλήρως στις διαβεβαιώσεις και δεσμεύσεις του πως, μέσω της δανειοδότησης του από τη ΣΠΕ, θα διευθετήσει τις απορρέουσες εκ της συμφωνίας υποχρεώσεις του, καταβάλλοντας πλήρως το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος μετά τόκων, πράγμα που δεν έπραξε μέχρι και σήμερα και με την προοπτική και πεποίθηση πως όταν ο κ. Ζ. εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του και εξοφλήσει το εν όλω το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος θα μεταβιβαστεί αυτό επ' ονόματι του, παράλληλα θα εγγραφεί υποθήκη προς όφελος της ΣΠΕ και η εγγύηση της θα ακυρωθεί, συμφώνησε η μητέρα της όπως παραχωρήσει και παραχώρησε προσωπική εγγύηση στις απορρέουσες εκ της συμφωνίας δανείου μεταξύ αυτού και της ΣΠΕ υποχρεώσεις του. Ειδικότερα, στις 21/05/2007 δυνάμει συμφωνίας δανείου μεταξύ αυτής και του κ. Ζ., η ΣΠΕ παραχώρησε σε αυτόν υπό την προσωπική εγγύηση της μητέρας μου, μέσω εγγράφου συμφωνίας εγγύησης ιδίας ημερομηνίας, δάνειο ύψους ΛΚ45.
- Με την υπογραφή της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 21/05/2007, η ΣΠΕ εξέδωσε επιταγή ποσού ΛΚ27.483,19 με δικαιούχο τον οργανισμό, μέσω της οποίας εξοφλήθηκε ο επ' ονόματι του λογαριασμός με ισόποσο χρεωστικό υπόλοιπο. Σε κατοπινό στάδιο και σε διάφορες ημερομηνίες, η μητέρα της κλήθηκε από τη ΣΠΕ να καταβάλει κάποιο ποσό που αφορούσε εξ' όσων αντιλήφθηκε, στην εγγύηση που παρείχε για τις οφειλές του κ. Ζ. Δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει ούτε τη συχνότητα, ούτε το ακριβές συνολικό ποσό που εν τέλει κατέβαλε, ούτε το τι αυτό ακριβώς αφορούσε. Τόσο λόγω του χρόνου που παρήλθε έκτοτε, όσο και του ότι οι γνώσεις της περί των θεμάτων αυτών είναι μηδαμινές. Περί το έτος 2014, λαμβάνει επιστολή ημερομηνίας 05/02/2014 από τη ΣΠΕ. Μέσω αυτής, πληροφορείται την ύπαρξη εγγυητικής επιστολής με αριθμό 74/2007 με δικαιούχο τον κ. Ζ. και με περιεχόμενο διά του οποίου αυτολεξεί παρατίθενται τα ακόλουθα: «Σας υπενθυμίζουμε ότι η πιο πάνω εγγυητική επιστολή σας με δικαιούχο τον κ. Σ. Ζ. (ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ), λήγει στις 14/02/2014». Επειδή οι όροι της εγγυητικής δεν έχουν τηρηθεί, σας πληροφορούμε ότι θα προβούμε σε έκδοση του δανείου στο όνομα σας για εξόφληση του λογαριασμού του δικαιούχου, για ποσό €79.118,64 πλέον τόκοι από 01/01/2014». Αμέσως μετά αφού λήφθηκε η επιστολή αυτή, η μητέρα της αποτάθηκε στην τότε δικηγόρο της προκειμένου να της επεξηγηθεί το περιεχόμενο της επιστολής αυτής και ποιες οι νομικές συνέπειες της, αλλά και για να ενημερωθεί για το τι σημαίνει εγγυητική επιστολή. Η ίδια βεβαίως δεν ήταν σε θέση ούτε και είναι ένεκα τόσο των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει, όσο και του χρόνου που παρήλθε, αλλά και της πλήρους άγνοιας της για τη νομική υπόσταση τέτοιων εγγράφων, να προσδιορίσει κατά πόσο όντως είχε προχωρήσει σε αίτημα έκδοσης της εγγυητικής αυτής προς τη ΣΠΕ. Η τότε δικηγόρος της μητέρας της, ένεκα του ότι η μητέρα μου δεν είχε οιονδήποτε έγγραφο στην κατοχή της, που να αφορά το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, αλλά και της πλήρους άγνοιας της στα όσα εκεί σημειώνονται, απευθύνθηκε προς τη ΣΠΕ και αιτήθηκε εκ μέρους της μητέρας της πληροφόρηση για το πώς ακριβώς προέκυψε η εγγυητική επιστολή με αριθμό 74/2007 και ζήτησε αντίγραφα τυχόν εγγράφων που σχετίζονται με αυτήν. Μέσω της επαφής και επικοινωνίας που είχε η τότε δικηγόρος της μητέρας της με αντιπροσώπους της ΣΠΕ, έλαβαν από την ίδια αντίγραφα διαφόρων εγγράφων. Τα έγγραφα αυτά, ουδέποτε αποστάλθηκαν στη μητέρα της προηγουμένως, ουδέποτε υπεγράφησαν από αυτήν, ουδεμία υπογραφή φέρουν αυτής, ενώ εξ' όσων είναι σε θέση η ίδια να γνωρίζει και να θυμάται, ουδέποτε αιτήθηκε ή υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα προς τη ΣΠΕ είτε για έκδοση της εγγυητικής αυτής, είτε για ανανέωσή της. Πέραν τούτου, μέσω των εγγράφων με τα οποία μας εφοδίασε η ΣΠΕ, προκύπτει ότι διά του εγγράφου ημερομηνίας 06/05/2009 με τίτλο «Παράταση εγγυητικής επιστολής», δόθηκε παράταση ισχύος του εγγράφου με τίτλο «Εγγυητική Επιστολή» ημερομηνίας 17/05/2007 μέχρι και την 15/11/2009, ενώ η δήθεν νέα παράταση που δόθηκε μέσω επιστολής με ίδιο τίτλο στις 20/05/2010, δόθηκε παράταση από 15/05/2010 μέχρι 15/11/
- Προκύπτει επομένως, πως η εγγυητική αυτή, ακόμα και ορθά και νόμιμα να εκτελέστηκε, που δεν είναι η περίπτωση, είχε λήξει στις 15/11/2009 και οι δήθεν μετέπειτα ανανεώσεις της από 15/05/2010 είναι άκυρες. Αφού έλαβε τα υπό αναφορά στην παράγραφο 16 έγγραφα, η τότε δικηγόρος τους, λαμβάνοντας ως δεδομένη την ύπαρξη και νομική υπόστασή τους, αποστέλλει επιστολή στους δικηγόρους της Εναγόμενης ημερομηνίας 24/05/2016 (άνευ βλάβης δικαιωμάτων) και ζητεί πληροφόρηση αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν στη ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής. Η επιστολή αυτή δεν απαντήθηκε από τους δικηγόρους της Εναγόμενης. Μετά την παραλαβή από τη μητέρα της της επιστολής ημερομηνίας 05/02/2014, έλαβε νέα επιστολή της ΣΠΕ με ημερομηνία 29/08/2014 μέσω της οποίας η ΣΠΕ αναφέρεται σε καθυστερήσεις στο δάνειο και συγκεκριμένα 3.88 δόσεις ποσού €3.520,99 παραθέτοντας μάλιστα και ως στοιχεία του δανείου τον αριθμό [ ] -αρ. λογαριασμού τον [ ] και ημερομηνίας έκδοσης του δανείου, την 20/03/
- Ακολούθως και μετά την επαφή και επικοινωνία που είχε η ΣΠΕ με την τότε δικηγόρο της μητέρας της, αλλά και της αποστολής της επιστολής ημερομηνίας 24/05/2016 λαμβάνει νέα επιστολή ημερομηνίας 15/12/2016 μέσω της οποίας ενημερώνει εκ νέου τη μητέρα της πως «κατόπιν σχετικού σας αιτήματος σας ενημερώνουμε ότι στις 20/03/2014 έχει εκδοθεί δάνειο με αριθμό [ ] στο όνομα σας, για εξόφληση του λογαριασμού [ ] του δικαιούχου της πιο πάνω εγγυητικής Σ. Ζ.». Η μητέρα της κανένα αίτημα δεν έκανε για την έκδοση του δανείου αυτού στις 20/03/2014, ούτε και συναίνεσε στην έκδοσή του, ούτε καν ενημερώθηκε γι' αυτό από τη ΣΠΕ. Η μόνη πληροφόρηση και ενημέρωση της ΣΠΕ προς τη μητέρα της, αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τη μη τήρηση των υποχρεώσεων του κ. Ζ, τις οποίες ως αγοραστής του διαμερίσματος, είχε εγγυηθεί η ίδια προσωπικά διά της σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 21/05/2007 (Τεκμήριο 8 της παρούσας). Συγκεκριμένα μέχρι και την 05/02/2014, όποτε και έλαβε για πρώτη φορά η μητέρα της επιστολή της ΣΠΕ που να αναφέρεται στην υπό αναφορά εγγυητική επιστολή (Τεκμήριο 11 της παρούσας). Οι μόνες επιστολές που λάμβανε από αυτήν αφορούσαν καθαρά την ιδιότητα της ως εγγυητής του, «δυνάμει του άρθρου 12 των περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμων» στον οποίον οι επιστολές αυτές 29/02/2012, 29/06/2012, 31/07/2012, 31/08/2012 και 31/10/2012 με χρονολογική σειρά. Σε συνέχεια δε των επιστολών αυτών, η μητέρα της λαμβάνει επιστολή ημερομηνίας 11/02/2013, έναν χρόνο δηλαδή και πλέον, πριν την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 05/02/2014 (Τεκμήριο 11 της παρούσας), μέσω της οποίας την πληροφορεί για τον τερματισμό του λογαριασμού του κ. Ζ. τον οποίον είχε εγγυηθεί προσωπικά διά της σύμβασης εγγυήσεως ημερομηνίας 21/05/
- Μετά την κρίσιμη επιστολή της 05/02/2014 (Τεκμήριο 11 της παρούσας) οπότε και για πρώτη φορά η ΣΠΕ αναφέρεται σε εγγυητική επιστολή και έκδοση δανείου επ' ονόματι της μητέρας της, στην οποίαν προχώρησε όπως την πληροφόρησε με την επόμενη προς αυτήν επιστολή της ημερομηνίας 15/12/2016 (Τεκμήριο 16 της παρούσας), ξεκινά η ΣΠΕ να αποστέλλει επιστολές με κατονομαζόμενο πρόσωπο από την ίδια ως δανειολήπτη, τη μητέρα της με αναφορά ως αρ. λογαριασμού της, τον [ ] και ημερομηνία έκδοσης δανείου, την 20/03/
- Η δε τότε δικηγόρος της μητέρας της, πέραν των προφορικών και γραπτών οχλήσεων της προς την Εναγόμενη και τους δικηγόρους της, απέστειλε προς την Εναγόμενη επιστολή ημερομηνίας 01/08/2019, δυνάμει της οποίας ζητεί να την εφοδιάσει με την υπό αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 24/05/2016, σύμβαση. Δεν είχαν καμία ανταπόκριση. Στο μεσοδιάστημα είχε προωθηθεί και η αγωγή της μητέρας της με αριθμό 2682/2017, εναντίον της Εναγόμενης Με τη ΣΠΕ η οποία στην πορεία της υπόθεσης αυτής είχε μετονομαστεί σε «Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ», να μην συνεργάζεται ή να εφοδιάζει με τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα ή και στοιχεία που να τεκμηριώνουν το βάσιμο και νομικά όρθρο της απαίτησης της εναντίον της μητέρας της, σε σχέση τόσο με την «εγγυητική επιστολή», όσο και με τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 20/03/2014 την οποίαν η ίδια επικαλείτο, η μητέρα της προχώρησε κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε σε καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 2682/2017 εναντίον της, αξιώνοντας ανάμεσα σε άλλα: Α. Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή δόλια ρευστοποίησε την εγγυητική αντίθετα με τους όρους της εγγυητικής επιστολής με αριθμό 74/2007 ημερομηνίας 17/05/2007 που εξέδωσε η ίδια. Β. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται η ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής με αρ. 74/2007 που προέβηκε η Εναγόμενη στις 03/02/2014 με όλες τις συνέπειες της. Γ. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποίαν να ακυρώνεται η σύμβαση δανείου ημερομηνίας 20/03/2014 για το ποσό των €79.887,
- Η προώθηση της αγωγής αυτής, έγινε στη βάση της ούτω καλούμενης από την Εναγόμενη «συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 20/03/2014» και των σχετικών με την εγγυητική επιστολή εγγράφων με τα οποία εφοδίασε η ΣΠΕ την τότε δικηγόρο της μητέρας της, ως αυτά καταγράφονται στην παράγραφο 16 ανωτέρω (Τεκμήρια 12 και 13 της παρούσας). Διόρισαν νέους δικηγόρους και ζήτησαν αποκάλυψη εγγράφων στα πλαίσια της αγωγής και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανένα έγγραφο σχετικό με την εγγυητική επιστολή ή σχετικό με την ύπαρξη συμφωνίας ημερομηνίας 20/03/
- Η μητέρα της έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να τροποποιήσουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αγωγή 2686/
- Στα πλαίσια εκείνης της αγωγής η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αν κατόπιν αιτήματος της μητέρας της στις 20/03/2014 είχε εκδοθεί δάνειο με αριθμό [ ] στο όνομα της προκειμένου να εξοφληθεί ο λογαριασμός [ ] του δικαιούχου της ούτω καλούμενης εγγυητικής Σ. Ζ. Η μόνη σύμβαση, δυνάμει της οποίας η μητέρα της συμβλήθηκε με την Εναγόμενη και αφορά στον λογαριασμό [ ], είναι αυτή της 26/08/2008 η οποία μάλιστα συμπεριλαμβάνεται μέσα στα έγγραφα που αποκάλυψε η Ενάγουσα, ως αυτά που θα χρησιμοποιήσει κατά την ακρόαση της πιο πάνω αγωγής προς υπεράσπιση της. Δυνάμει της σύμβασης αυτής, ανοίχθηκε και λειτουργούσε επ' ονόματι της μητέρας της, ο τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. [ ] με όριο € 130.000 για περίοδο 10 ετών και συγκεκριμένα μέχρι την 26/8/2018, οπότε οιονδήποτε τυχόν υπόλοιπο του θα καθίστατο απαιτητό και πληρωτέο. Ο λογαριασμός αυτός, ουδέποτε συνδέθηκε με την ούτω καλούμενη εγγυητική επιστολή, με δικαιούχο τον κ. Ζ. και ουδεμία συμφωνία δανείου ή έκδοση δανείου έγινε, ως η Εναγόμενη επικαλείται, στις 20/3/2014, είτε με τον αριθμό [ ] είτε για χρέωση του αριθμού λογαριασμού [ ]. Ούτε ενημερώθηκε, ούτε συναίνεσε ούτε αποδέχτηκε ποτέ κάτι τέτοιο η μητέρα μου. Ως εξασφάλιση αποπληρωμής των απορρεουσών εκ της συμφωνίας ημερομηνίας 26/08/2006, η μητέρα της υποθήκευσε την ίδια ημερομηνία, δυνάμει εγγράφου υποθήκης με αριθμό [ ]/2008, το τότε επ' ονόματι της ακίνητο με Αριθμό Εγγραφής: [ ] ([ ]), Φύλλο/Σχέδιο: 30/13W1, Τεμάχιο: [ ], Οικόπεδο, Πόλη/Χωριό ή Ενορία: Άσπρες, Αγία Παρασκευή, Λακατάμια, (η «Υποθήκη»}. Περί τις 04/03/2009, η μητέρα της μεταβίβασε επ' ονόματι της Ενάγουσας, με τη συγκατάθεση της ΣΠΕ, το υποθηκευμένο ακίνητο. Παράλληλα, στις 04/03/2009, παραχώρησε προσωπικά δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ιδίας ημερομηνίας, εγγύηση μέχρι του ποσού των €130.000 ως εξασφάλιση του λογαριασμού ορίου ο οποίος ανοίχθηκε δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 26/08/2008 (Τεκμήριο 24). Μήτε η υποθήκευση της ακινήτου περιουσία, μήτε η παραχώρηση της προσωπικής της εγγύησης προς τη μητέρα της, συνδέθηκαν με οιονδήποτε τρόπο με την ούτω καλούμενη «εγγυητική επιστολή». Ούτε έλαβε οιανδήποτε ενημέρωση υπό την ιδιότητα της ως ενυπόθηκος οφειλέτης, αλλά και προσωπικός εγγυητής, προς εξασφάλιση των απορρεουσών εκ της συμφωνίας ημερομηνίας 26/08/2006 υποχρεώσεων της μητέρας της, για τη δήθεν νέα συμφωνία ημερομηνίας 20/03/2014, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε κατά την Εναγόμενη δάνειο με αριθμό [ ], επ' ονόματι της μητέρας της «για ποσό €79.118,64 πλέον τόκοι από 01/01/2014». Ούτε συναίνεσε, ούτε συγκατατέθηκε ούτε καν γνώριζε σε κάθε περίπτωση για τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας, όπως ούτε και για την ύπαρξη της κατ' ισχυρισμόν εγγυητικής επιστολής, αλλά και παρεπόμενων αυτής ανανεώσεων. Μόνη πληροφόρηση σε σχέση με αυτά τα στοιχεία έλαβαν τον τρόπο που άνωθεν έχει αναφέρει. Η ρευστοποίηση της ούτω καλούμενης «Εγγυητικής Επιστολής», είναι άκυρη και παράνομη. Πρωτίστως, ένεκα αμφισβήτησης της νομιμότητας, νομικής και πραγματικής υπόστασης του εγγράφου αυτού, για τους λόγους που έχει παραθέσει στην προηγούμενη ενότητα και μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους: I. Εξ' όσων είναι σε θέση να γνωρίζει και θυμάται η μητέρα της, ουδέποτε αιτήθηκε ή συναίνεσε στην έκδοση τέτοιας Εγγυητικής Επιστολής. II. Ακόμα και να υφίστατο τέτοια Εγγυητική Επιστολή, αυτή είχε λήξει στις 15/11/2009 και οι δήθεν μετέπειτα ανανεώσεις της από 15/5/2010 είναι άκυρες. ΙΙΙ. Ανυπαρξία της σύμβασης ημερομηνίας 20/3/2014 δυνάμει της οποίας, ως η ίδια η Εναγόμενη ισχυρίζεται, προχώρησε σε έκδοση δανείου για το ποσό των «€79.118,64 πλέον τόκοι από 1/1/2014». Ισχυρίζεται μάλιστα η Εναγόμενη και δη εγγράφως πως, αιτήθηκε η μητέρα της την έκδοση του δανείου αυτού, χωρίς να ευσταθεί κάτι τέτοιο. Μέσω τούτης της ανύπαρκτης σύμβασης, χρέωσε τον λογαριασμό της μητέρας της αρ. [ ] με αντίστοιχο ποσό, προκειμένου να ρευστοποιήσει την εγγυητική επιστολή και να εξοφλήσει λογαριασμό τρίτου προσώπου, αποκαλούμενου δικαιούχου της, του κ. Ζ. Προβάλλεται επίσης και διαζευκτική θέση, ότι ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει νομικά ισχυρό έγγραφο εγγυητικής με περιερχόμενο την επιστολή ημερομηνίας 13/03/2007 οι όροι της εγγυητικής δεν περιέχουν όρους για τη ρευστοποίηση της εγγυητικής. Ειδικότερα, διά του εγγράφου με τίτλο «Εγγυητική Επιστολή (Τεκμήριο 12), παρατίθενται αυτολεξεί τα ακόλουθα: "Κατά παράκληση του Αιτητή, κρατούμε στη διάθεση σας το ποσό των Λ.Κ.45.000 ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση από τον Αιτητή των υποχρεώσεων του δυνάμει στο μεταξύ σας πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 13/09/2002 σχετικά με την αγορά διαμερίσματος και αναλαμβάνουμε να σας πληρώσουμε το πιο πάνω ποσό χωρίς αναφορά στον Αιτητή και ανεξάρτητα από οποιανδήποτε ένσταση από μέρους του, σε πρώτη ζήτησή σας. - Εννοείται πάντοτε ότι η συνολική υποχρέωση της εταιρείας σύμφωνα με την εγγύηση, αυτή περιορίζεται στο πιο πάνω ποσό. - Η εγγύηση μας αυτή ισχύει μέχρι την ημερομηνία λήξεως. Οποιαδήποτε απαίτηση σύμφωνα με την εγγύηση αυτή πρέπει να υποβληθεί σε εμάς γραπτώς και έγκαιρα ώστε να βρίσκεται στα χέρια της εταιρείας μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Μετά την ημερομηνία αυτήν, οποιαδήποτε υποχρέωσης μας τερματίζεται και η εγγύηση μας θα θεωρείται άκυρη και χωρίς ισχύ, - Η παρούσα εγγυητική επιστολή πρέπει να επιστραφεί σε μας στη λήξη της. Η εγγυητική θα ενεργοποιείτο προς όφελος του αγοραστή στην περίπτωση που ο Αιτητής της εγγυητικής δεν εκπλήρωνε πιστά τις υποχρεώσεις της εκ του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 13/09/2022, ήτοι να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο του διαμερίσματος προκειμένου να το μεταβιβάσει επ' ονόματι του αγοραστή αμέσως μετά την εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Ο αγοραστής αρνείται μέχρι σήμερα να εξοφλήσει το εν λόγω υπόλοιπο, όμως δεν έχει ενεργοποιηθεί υποχρέωση της μητέρας της προς όφελος του αγοραστή και συνεπώς δεν υπάρχει παράβαση του πωλητηρίου εγγράφου. Με την επιστολή ημερομηνίας 03/02/2014 ζήτησε να ρευστοποιήσει την εγγυητική επειδή η μητέρα της δεν είχε προβεί στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου μέχρι 14/01/2014 όμως η μητέρα της δυνάμει των εν λόγω εγγράφων δεν είχε τέτοια υποχρέωση. Δεν της γνωστοποίησε ότι τελικός δικαιούχος της εγγυητικής ήταν η Εναγόμενη και ότι θα καταλήξει να οφείλει στη ΣΠΕ €100.
- Η άρνηση και παράλειψη της ΣΠΕ να γνωστοποιήσει τα πιο πάνω δεδομένα στη μητέρα της, η οποία διατηρούσε πελατειακή σχέση μαζί της καθ' όλους τους ουσιώδους χρόνους, καθιστά την ούτω καλούμενη εγγυητική, ακόμα και στην περίπτωση που τούτη ορθά και νόμιμα εκδόθηκε, άκυρη και παράνομη. Υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων και όφειλε να απέχει από την έκδοσή της. Ενήργησε δε κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων της και των καθηκόντων που υπείχε ως πιστωτικό ίδρυμα που συνεργάζετο με τη μητέρα της και είχε μεταξύ τους αναπτυχθεί σχέση πελάτη-τράπεζας. Υπήρξε αμελής και επέδειξε επαγγελματική αμέλεια και παράβαση καθήκοντος επιμέλειας έναντι στη μητέρα της. Από το σύνολο δε των δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση αυτήν και ο τρόπος με τον οποίον κατέληξε η ΣΠΕ να ρευστοποιεί την εν λόγω εγγυητική, καθίσταται ξεκάθαρο πως αυτή ενήργησε δόλια και με αλλότρια κίνητρα, προκειμένου να επωφεληθεί η ίδια από τη ρευστοποίηση. Ακόμα δε και να έγινε οποιοδήποτε αίτημα από τον αγοραστή-δικαιούχο για ρευστοποίηση της εγγυητικής, που δεν έγινε, η Εναγόμενη όφειλε να διασφαλίσει και διαπιστώσει κατά πόσο έχει επισυμβεί οιονδήποτε γεγονός που να την υποχρεώνει να προχωρήσει σε ρευστοποίησή της. Εδώ κανένα τέτοιο γεγονός δεν είχε επισυμβεί. Θα επωφεληθεί δε η ίδια η ΣΠΕ από τη ρευστοποίηση της εγγυητικής αφού μέσω αυτής, κατέληξε να επιδιώκει να εκποιήσει ακίνητη περιουσία της και να λάβει ποσά που χρέωσε σε λογαριασμό της μητέρας της, ως εξασφάλιση για την πληρωμή του οποίου εγγράφηκε η επίδικη υποθήκη. Μέσω της ρευστοποίησης, η ΣΠΕ χρέωσε τον λογαριασμό της μητέρας της με αριθμό [ ] ο οποίος ανοίχθηκε δυνάμει σύμβασης ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 26/08/
- Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της μητέρας της, εγγυήθηκε η ίδια και για περαιτέρω εξασφάλιση υποθήκευσε το ακίνητο της δυνάμει της υποθήκης [ ]/2008 για την οποία ζητείται αναστολή. Για την χρέωση του λογαριασμού, επικαλούνται νέα σύμβαση δανείου με τη μητέρα της ημερομηνίας 20/03/2014 για το ποσό των €79.
- Πήραν τα χρήματα για να εξοφλήσουν τον λογαριασμό του αγοραστή κ. Ζ και ακολούθως προχώρησαν εναντίον τους για την αρχική ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 26/08/
- Είναι θέση της ότι η υποθήκη δεν εξασφαλίζει το ποσό που απαιτεί η Εναγόμενη. Ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, όπως προκύπτει από την απαίτηση της εναντίον της Εναγόμενης αλλά και την απαίτησης της μητέρας της ως αυτή προωθείται μέσω της 2682/2017 αγωγής, προβάλλει εξειδικευμένους ισχυρισμούς και πιο συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, πως: Ι. Η επίδικη υποθήκη εξασφάλιζε σύμβαση παραχώρησης ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό της μητέρας της ο οποίος έληξε με μηδενικό υπόλοιπο και σε κάθε περίπτωση χωρίς καμία χρέωση του από τη μητέρα της, στις 26/08/
- ΙΙ. Η χρέωση ποσού από την Εναγόμενη στον επίδικο λογαριασμό που εξασφάλιζε η υποθήκη ήταν παράνομη, καταχρηστική, δόλια και συνεπώς άκυρη. Αφενός ένεκα ακυρότητας της ίδιας της εγγυητικής επιστολής δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη επικαλέστηκε δήθεν ενεργοποίηση για να χρεώσει τον εν λόγω λογαριασμό. Αφετέρου, ακόμα και να είχε οιαδήποτε δεσμευτική ισχύ και εγκυρότητα η εγγυητική αυτή επιστολή, αντισυμβατικά, δόλια και καταχρηστικά ρευστοποιήθηκε, αφού δεν συνέτρεχαν οι λόγοι και τα δεδομένα εκείνα που θα παρείχαν το δικαίωμα στην ίδια την Εναγόμενη να προχωρήσει σε τέτοια ρευστοποίηση. ΙΙΙ. Η σύμβαση που επικαλείται η Εναγόμενη, μεταξύ αυτής και της μητέρας της ημερομηνίας 20/03/2014 για το ποσό των €79.887,43 είναι ανύπαρκτη. Ουδέποτε αιτήθηκε η μητέρα της δανειοδότηση με αυτά τα στοιχεία από τη ΣΠΕ ή την Εναγόμενη. Επομένως, παράνομα και αυθαίρετα προχώρησε η ΣΠΕ στη χρέωση του επίδικου λογαριασμού για το ποσό αυτό, παράνομα και αυθαίρετα ενεργοποίησε τη διαδικασία εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας προς εξόφληση του ποσού αυτού. Παράλληλα, αφού ουδεμία χρήση του ορίου έγινε από τη μητέρα της και ουδεμία χρέωση του επίδικου λογαριασμού που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη, η υποθήκη αυτή θα έπρεπε να λήξει στην ημερομηνία λήξης του λογαριασμού αυτού, ήτοι στις 26/08/2018 και η Εναγόμενη κατά την ημερομηνία αυτήν, όφειλε να προχωρήσει σε ακύρωσή της, πράγμα που δεν έπραξε. ΙV. Η Εναγόμενη ενήργησε κατά παράβαση και παράλειψη του καθήκοντος επιμέλειας και φροντίδας και υπέδειξε αμελή ή και δόλια συμπεριφορά έναντι της μητέρας της και χωρίς πίστη (not in good faith) και κατά παράβαση των νόμιμων και από τους κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της και των εκπροσώπων της, προέβη σε παράνομη ρευστοποίηση της ούτω καλούμενης εγγυητικής. Η μητέρα της Αιτήτριας καταχώρησε δική της ένορκη δήλωση με την οποία επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας. Η Εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1, Η αίτηση είναι νομικά ή/και πραγματικά αβάσιμη ή/και αστήρικτη ή/και ανυπόστατη.
- Η παρούσα αγωγή και κατ' επέκταση η παρούσα αίτηση καταπιεστική ή/και επιπόλαιη ή/και ενοχλητική (frivolous and vexatious actions) λόγω της εμφανούς κατάχρησης της διαδικασίας που παρατηρείται από την επιδίωξη όμοιου σκοπού διά της υιοθέτησης παράλληλων ένδικων μέσων ή/και από την προώθηση πέραν της μίας διαδικασίας για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μία διαδικασία ή/και από την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας στην αγωγή με αριθμό 2682/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ της Π. Θ. και της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση («η Εναγόμενη»}.
- Υπήρξε υπερβολική ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της αίτησης από την Ενάγουσα - Αιτήτρια («η Ενάγουσα») ή/και υπήρξε καθυστέρηση στη διεκδίκηση των ισχυριζόμενων δικαιωμάτων από το μέρος της Ενάγουσας (laches).
- Η έγερση αυτής της αγωγής μόνο μετά την επίδοση Ειδοποιήσεων Τύπος «I» συμφώνως προς το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί τείνει να καταδείξει ότι η Ενάγουσα επιδιώκει τη διεκπεραίωση της αγωγής ή/και την τελεσίδικη διευθέτηση των επίδικων θεμάτων μέσα από την εξασφάλιση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
- Η παρούσα αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε αιτία αγωγής ή/και οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα για λογαριασμό της Ενάγουσας, καθότι τα φερόμενα ή/και ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα έχουν παραγραφεί συμφώνως προς τις πρόνοιες του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν. 66{Ι)/2012) όπως έχει τροποποιηθεί.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) όπως έχει τροποποιηθεί ή/και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο ή/και τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
- Η Ενάγουσα έχει αποτύχει να προσαγάγει οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να τεκμηριώνει ή/και να στοιχειοθετεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τους εγειρόμενους με την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία ισχυρισμούς ή/και έχει αποτύχει να αποσείσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους ή/και έχει αποτύχει να αναδείξει ότι πληρούνται ή/και ικανοποιούνται ή/και συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από τον Νόμο και τη νομολογία. Η Εναγόμενη έχει ή/και διατηρεί το δικαίωμα να προβεί στην εκποίηση ή/και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί.
- Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική ή/και δεν έγινε καλή τη πίστη ή/και σκοπεί αποκλειστικά και μόνο στην αποστέρηση του νόμιμου δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην εκποίηση ή/και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων.
- Όλες οι συμφωνίες που συνάφθηκαν κατά καιρούς ανάμεσα στην Εναγόμενη, την Ενάγουσα και τη μητέρα της, κ. Π. Θ., συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης συμφωνίας υποθήκευσης, είναι απολύτως νόμιμες ή/και νομότυπες ή/και νομικά ισχυρές ή/και δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει μεγάλη ή/και ανεπανόρθωτη ζημιά ή/και βλάβη στην Εναγόμενη, καθότι θα της αποστερηθεί το δικαίωμα εκποίησης ή/και πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως αυτό πηγάζει μέσα από την επίδικη συμφωνία υποθήκευσης ή/και τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί.
- Η εκποίηση και πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου σε κατοπινό στάδιο και μετά την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή δεν θα είναι αναποτελεσματική ή/και δεν θα επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα ή/και δεν θα δημιουργήσει συνθήκες ουσιαστικής μείωσης του χρέους της κυρίας Π. Θ. ή/και του ενυπόθηκου χρέους της Ενάγουσας λόγω και της επιβολής νόμιμης τοκοφορίας μέχρι το τέλος της δίκης.
- Οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη ήθελε υποστεί η Ενάγουσα από την εκποίηση και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου είναι πλήρως υπολογίσιμη ή/και μπορεί να αποκατασταθεί με τη θεραπεία των οικονομικών αποζημιώσεων.
- Η Εναγόμενη έχει την οικονομική ικανότητα ή/και δυνατότητα ή/και επιφάνεια να αποκαταστήσει την Ενάγουσα σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη ζημιά ή βλάβη ήθελε υποστεί από την εκποίηση και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μετά το τέλος της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ή/και να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό ήθελε αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο για την αποκατάσταση της Ενάγουσας.
- Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποδηλεί ότι η Εναγόμενη είναι αφερέγγυα ή/και δεν θα είναι σε θέση να αποκαταστήσει με οικονομικούς όρους τη ζημιά ή βλάβη που τυχόν να υποστεί Ενάγουσα από την εκποίηση και την πώληση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων.
- Η Εναγόμενη ανήκει σε κρατική επιχείρηση η οποία ελέγχεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου, η Εναγόμενη έχει τα εχέγγυα να αποκαταστήσει πλήρως την ενδεχόμενη ζημιά ή βλάβη που θα υποστεί ο Αιτητής από την εκποίηση και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου διά της καταβολής οικονομικών αποζημιώσεων. Η ένορκη δήλωση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Α.Α. στην υπηρεσία της Altamira, ενώ υπήρξε λειτουργός της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση και γνωρίζει την υπόθεση μέσω μελέτης του φακέλου της υπόθεσης. Ανέφερε ότι η ΣΕΔΙΠΕΣ ήταν συνεργατική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία λειτουργούσε σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 έως 2018 και τους Ειδικούς Κανονισμούς της. Από τις 03/09/2018 και εντεύθεν, η ΣΕΔΙΠΕΣ έπαψε να είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, κατέχοντας πλέον άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων. Μέσα στα πλαίσια αναδιοργάνωσης των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, η Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας συγχωνεύτηκε με τη ΣΕΔΙΠΕΣ, με την τελευταία να διαδέχεται εξ' ολοκλήρου τη Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας σε όλα τα δικαιώματα της και τις υποχρεώσεις της, αναλαμβάνοντας πλήρως το ενεργητικό και το παθητικό της. Πρόσφατα, ήτοι κατά ή περί τις 07/10/2022, η ΣΕΔΙΠΕΣ έχει μεταβιβάσει στην Εναγόμενη όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, καθιστώντας αναγκαία την καταχώρηση ειδοποίησης μετονομασίας που καταχωρήθηκε παράλληλα και ταυτόχρονα με την υποβολή της παρούσας ένστασης. Η Εναγόμενη είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, η οποία έχει εγγραφεί συμφώνως προς τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως έχει τροποποιηθεί, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο κατέχεται εξ' ολοκλήρου από τη ΣΕΔΙΠΕΣ. Η Εναγόμενη έχει στο χαρτοφυλάκιο της μεγάλο αριθμό μη εξυπηρετούμενων δανείων που είχαν παραχωρηθεί από Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα και μεταφέρθηκαν σε αυτήν για σκοπούς διαχείρισης από τη μητρική της εταιρεία, τη ΣΕΔΙΠΕΣ. Όπως και στην περίπτωση της ΣΕΔΙΠΕΣ, η Εναγόμενη έχει στην κατοχή της άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων, οι οποίες της επιτρέπουν να διεξάγει εργασίες διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων που είναι η κατ' εξοχή δραστηριότητά της. Εγείρει ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας, διότι η Ενάγουσα προωθεί παράλληλα και την αγωγή 2682/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου που η εκδίκαση της ακόμη εκκρεμεί. Στα πλαίσια των δικογράφων εκείνης της αγωγής, ζητείται απόφαση που απορρέει από τη δήθεν παράνομη ρευστοποίηση της επίδικης εγγυητικής με αριθμό 74/2007 και την ισχυριζόμενη λανθασμένη χρέωση του ποσού αυτού, σε τρεχούμενο λογαριασμό στο όνομα της μητέρας της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, τα επίδικα γεγονότα της προαναφερόμενης δικαστικής διαδικασίας συνοψίζονται μεταξύ άλλων στις συνθήκες λήψης της πιστωτικής διευκόλυνσης που εξασφαλίζεται με την επίδικη σε αυτήν τη δικαστική διαδικασία υποθήκη, στη νομιμότητα της εγγυητικής επιστολής με αριθμό 74/2007 και στο κατά πόσο η Εναγόμενη είχε δικαιωματικά προβεί στην εξαργύρωση του ποσού που εξασφαλιζόταν με την εγγυητική επιστολή και στο κατά πόσο το ποσό που οφείλεται σήμερα με τον λογαριασμό δανείου που σχετίζεται με την παρούσα δικαστική διαδικασία θα πρέπει να διαγραφεί ή όχι. Σύμφωνα με τα όσα κατατίθενται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, όλα τα πιο πάνω επίδικα θέματα εγείρονται και επαναλαμβάνονται και στην παρούσα διαδικασία, καλώντας εκ νέου το Δικαστήριο να εξετάσει σε μία δεύτερη δικαστική διαδικασία τα ζητήματα αυτά και να αποφασίσει σχετικά την τύχη της επίδικης υποθήκης. Αυτό το πράγμα δημιουργεί σαφέστατα πολλαπλότητα των διαδικασιών, πράγμα που είναι άκρως απαράδεκτο και καταχρηστικό και θα πρέπει να οδηγήσει τόσο στην απόρριψη της παρούσας Αίτησης, όσο και στην απόρριψη ολόκληρης της αγωγής διά της άμεσης καταστολής της κατάχρησης της διαδικασίας από το Δικαστήριο. Δεν έχει οποιανδήποτε αξία και σημασία το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται από μέρους της ενυπόθηκης οφειλέτιδας, δηλαδή της Ενάγουσας σε σύγκριση με την αγωγή με αριθμό 2682/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εγείρεται από μέρους της μητέρας της κ. Π. Θ.. Όπως προκύπτει μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα βασίζει κατ' ουσία το αγώγιμο της δικαίωμα για ακύρωση της επίδικης υποθήκης στη βάση της δήθεν παράνομης ή/και αντισυμβατικής ή/και δόλιας ή/και ανεπίτρεπτης χρέωσης από την Εναγόμενη του λογαριασμού που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη, δηλαδή του λογαριασμού με αριθμό [ ] που ανήκει στη μητέρα της (σαφής είναι η αναφορά στην επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού στις ειδοποιήσεις τύπος "Ι" που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας). Την ίδια στιγμή, ζητείται η ακύρωση της επίδικης υποθήκης, διότι η υποθήκη αυτή έχει κατ' ισχυρισμό λήξει ή/και ακυρωθεί ή/και απώλεσε οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα προς όφελος της Εναγόμενης λόγω της ισχυριζόμενης εξόφλησης των υποχρεώσεων που εξασφάλιζε. Όλες οι πιο πάνω απαιτήσεις θα έπρεπε δίχως άλλο να είχαν συμπτυχθεί και να είχαν εγερθεί στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2682/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κάτι που χωρίς κάποιον πρόδηλο λόγο και αιτιολογία, δεν έχει γίνει». Ως αποτέλεσμα της αδικαιολόγητης παράλειψης της Ενάγουσας και της μητέρας της να συμπεριλάβουν όλες τις απαιτήσεις σε μία δικαστική διαδικασία, η Εναγόμενη καλείται σήμερα να εκπροσωπηθεί σε δύο διαφορετικές δικαστικές διαδικασίες και να καταβάλει συναφώς δικηγορικά και δικαστικά έξοδα για δύο πολιτικές αγωγές που σχετίζονται με τα ίδια επίδικα γεγονότα. Καλείται επίσης να διαθέσει το προσωπικό της για την εις διπλούν προσκόμιση μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και σε σχέση με τις δύο αυτές διαδικασίες που αφορούν ταυτόσημα επίδικα ζητήματα. Κινδυνεύει να αντιμετωπίσει δύο αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις για τα ίδια ουσιαστικά ζητήματα, μέσα από τις οποίες είναι πέρα ως πέρα δυνατή ακόμη και η αντιφατική αξιολόγηση της ποιότητας των ίδιων μαρτύρων που θα αναφερθούν στα ίδια επίδικα θέματα, ενώ η υπερασπιστική τους γραμμή στην παρούσα δικαστική διαδικασία διατρέχει άμεσο και πραγματικό κίνδυνο να πληγεί ανεπανόρθωτα από τα όσα θα ειπωθούν στα πλαίσια της ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής με αριθμό 2682/2017 η οποία αναμένεται φυσιολογικά να προηγηθεί της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η μητέρα της Ενάγουσας στα πλαίσια εκείνης της αγωγής, δεν έχει λάβει μέτρα τροποποίησης των ισχυρισμών της. Περαιτέρω σημειώνει, ότι η παρούσα αγωγή και Αίτηση, καταχωρούνται με υπέρμετρη καθυστέρηση σε σχέση με τον χρόνο εξαργύρωσης της εγγυητικής και τη χρέωση του ποσού σε ανενεργό τρεχούμενο λογαριασμό το έτος
- Η Ενάγουσα ενημερώθηκε κατ' επανάληψη για την ύπαρξη αυτής της οφειλής ως ενυπόθηκος οφειλέτης και αμέλησε/παρέλειψε να προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου για να ζητήσει την απάλειψη της υποθήκης. Καταχώρησε αυτήν την αγωγή μόνο μετά την επίδοση της ειδοποίησης "τύπου Ι". Τα αγώγιμα δικαιώματα, έχουν παραγραφεί προς τις πρόνοιες του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66
(1)/
- Η επίδικη ρευστοποίηση της υποθήκης με αριθμό [ ]/2007 ή η εγγραφή της επίδικης υποθήκης, χρονολογούνται από τα έτη 2014 και 2008 αντίστοιχα. Ενώ διαρκούσε η διαδικασία, η Εναγόμενη έχει εκδώσει και έχει επιδώσει στην Ενάγουσα ειδοποίηση "τύπου ΙΑ" στην ενυπόθηκο οφειλέτη και θα έχει προγραμματιστεί ο πλειστηριασμός την 13/12/
- Πέραν
(1)της συμφωνίας για την πώληση του διαμερίσματος στον κ. Ζ. από τη μητέρα της Ενάγουσας, κ. Π. Θ. (Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας),
(2)της συμφωνίας δανείου της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας με τον κ. Ζ. (Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης του κ. Ζ.) και
(3)της σύμβασης εγγύησης που υπέγραψε η μητέρα της Ενάγουσας προς εξασφάλιση του δανείου που παραχωρήθηκε στον κ. Ζ. (Τεκμήριο 8 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας), αγνοεί και κατ' επέκταση αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 5-12 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας. Αμφισβητεί και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας απαίτησε την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης από την κ. Π. Θ., κάτι που είναι ψευδές, αναληθές και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μητέρα της Ενάγουσας προέβη στην υπογραφή της σύμβασης εγγύησης κατόπιν δικής της συνεννόησης με τον πελάτη της, τον κ. Ζ. και με ελεύθερη βούληση και συναίνεση χωρίς την παρεμβολή ή την παρότρυνση ή άλλως πως της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας και πρόκειται για έναν ισχυρισμό που καλείται η Ενάγουσα και η μητέρα τους να αποδείξουν αυστηρά ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Π. Θ. γνώριζε καλά ότι θα παρασχεθεί εγγύηση υπό μορφή εγγυητικής επιστολής και είχε υπόψη της την αρχική εγγυητική επιστολή με αριθμό [ ]/2007 και τις υπόλοιπες επιστολές με τις οποίες παρατάθηκε η ισχύος της εγγυητικής ή και είχε εξαργυρωθεί η εγγυητική περί τις 05/02/
- Εξαργυρώθηκε νόμιμα και το ποσό που αντλήθηκε από τη διαδικασία της ρευστοποίησης της εγγυητικής, κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος παρέμεινε ανενεργός από το έτος 2008 και ενεργοποιήθηκε τελικά στις 20/03/2014 μετά την εξαργύρωση και ρευστοποίηση της εγγυητικής. Την 28/07/2008 η Π.Θ. υπέβαλε αίτημα προς τη ΣΠΕ Λακατάμιας σε σχέση με λήψη δανείου για το ποσό των €130.000 που αφορούσε 2 εγγυητικές που εκδόθηκαν από τη ΣΠΕ, μία εκ των οποίων ήταν και η επίδικη εγγυητική επιστολή για το ποσό των €79.
- Η Ενάγουσα απέκρυψε επιμελώς να αναφερθεί στο συγκεκριμένο αίτημα και αλλάζει τα πράγματα διότι είναι ουσιώδης ως προς το ζήτημα πώς κατέληξε η Ενάγουσα να οφείλει το ποσό στη Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας. Μετά την υποβολή της Αίτησης, η ΣΠΕ είχε συνάψει γραπτή σύμβαση πιστώσεως με τη μητέρα της Ενάγουσας με βάση την οποίαν της χορηγήθηκε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €130.
- Το όριο αυτό δεν της παραχωρήθηκε εξ' αρχής διότι η ενεργοποίηση του ορίου ήταν απόλυτα συνυφασμένο με τη ρευστοποίηση των εγγυητικών για τις οποίες ζητήθηκε η παραχώρηση του δάνειου. Την ίδια ημέρα δηλαδή στις 26/08/2008, η μητέρα της Ενάγουσας ενέγραψε την υποθήκη με αρ. [ ]/2008 με βάση το οποίο υποθήκευσε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [ ] στη Κάτω Λακατάμια προς όφελος της ΣΠΕ προς εξασφάλιση του μέγιστου ποσού των €130.
- Το συγκεκριμένο ακίνητο μεταβιβάστηκε με τη συγκατάθεση της ΣΠΕ στο όνομα της Ενάγουσας το 2009 και έτσι επί του ακινήτου με το εμπράγματο βάρος να υφίσταται, δεν υπήρχε μεταβολή των δικαιωμάτων της ΣΠΕ Λακατάμιας. Η υποθήκη ενεγράφη προς εξασφάλιση του προαναφερόμενου ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, όταν και εφόσον θα ενεργοποιείτο στο μέλλον και στην περίπτωση που τελικά κάποια εκ των δύο ή και οι δύο εγγυητικές, θα ρευστοποιούνταν δημιουργώντας την ανάγκη για την εξασφάλιση αυτού του ποσού. Μετά από αλλεπάλληλες παρατάσεις της ισχύος της εγγυητικής από μέρους της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας μέχρι και το έτος 2014, επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια και ανοχή στην παράλειψη της κ. Π. Θ. να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις οι οποίες απέρρεαν από τη συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος με τον κ. Ζ. (σχετικές είναι οι επιστολές της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας που επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 12Α στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας), κατά ή περί τις 05/04/2014, η ΣΠΕ Λακατάμιας -Δευτεράς Λτδ όπως μετεξελίχτηκε και μετονομάστηκε τότε η Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας, προχώρησε στη νόμιμη και νομότυπη ρευστοποίηση της εγγυητικής με αριθμό 74/2007 για το ποσό των €79.118,64 (Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας), ενεργοποιώντας σχετικά το όριο που είχε παραχωρηθεί με την προαναφερόμενη σύμβαση πιστώσεως ημερομηνίας 26/08/2008 και κατ' επέκταση, τους όρους και τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας. Η μητέρα της Ενάγουσας κατέβαλλε ανελλιπώς και τα ποσά που αφορούσαν τα έξοδα ανανέωσης της εγγυητικής γι' αυτά τα χρόνια. Δυστυχώς, παρά την προσπάθεια που κατέβαλε να εντοπίσει αποδεικτικό στοιχείο της πληρωμής αυτών των ποσών, αυτό δεν κατέστη δυνατό μέσα στον περιορισμένο χρόνο που είχε για τη μελέτη της υπόθεσης και την υποβολή της παρούσας ένορκης δήλωσης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η Εναγόμενη θα είναι σε θέση να παρουσιάσει αυτό το στοιχείο στο Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα της προαναφερόμενης ενεργοποίησης του ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των €79.118,64 ο οποίος παρέμενε ανενεργός από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης πιστώσεως, η ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ, προχώρησε στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού με αριθμό [ ], μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν όλες οι κατά καιρούς χρεοπιστώσεις και ο οποίος κατά ή περί τις 31/12/2021, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €131.184,26 πλέον τόκους από τότε μέχρι σήμερα. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Εναγόμενης, εντούτοις ο προαναφερόμενος λογαριασμός παρουσίαζε κατά παράβαση των όρων και των προνοιών της σύμβασης πιστώσεως και κατ' επέκταση των συμβατικών υποχρεώσεων της μητέρας της Ενάγουσας, σοβαρές καθυστερήσεις και υπερβάσεις (σχετικές είναι οι επιστολές που αποστέλλονταν αλλεπάλληλα στην Ενάγουσα και οι οποίες παρουσιάζονται από την ίδια ως Τεκμήριο 19 στην ένορκη της δήλωσης). Η παράνομη και αντισυμβατική άρνηση, αμέλεια και παράλειψη της μητέρας της Ενάγουσας να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις και να εξοφλήσει το ποσό που οφειλόταν προς την Εναγόμενη, δημιούργησε και την ανάγκη για ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης που προβλέπεται από το Μέρος VIA του Ν.9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί, ούτως ώστε να ανακτηθεί ολόκληρη ή έστω μέρος της ληξιπρόθεσμης οφειλής της μητέρας της Ενάγουσας μέσα από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό. Ως αποτέλεσμα, η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση των απαιτούμενων από τον νόμο ειδοποιήσεων, ούτως ώστε να γίνει κατορθωτός ο ορισμός του πλειστηριασμού για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ο οποίος όπως έχει προγραμματιστεί για τις 13/12/
- Η Ενάγουσα δεν έχει καταγράψει λεπτομέρειες δόλιας ή απατηλής ή άλλως πως συμπεριφοράς από μέρος της ΣΠΕ, ώστε το Δικαστήριο να δεχθεί ότι η μητέρα της Ενάγουσας είχε προβεί στην εγγραφή της συγκεκριμένης υποθήκης προς εξασφάλιση του ποσού που ενδεχομένως θα ρευστοποιείτο από τη μία εκ των δύο εγγυητικών τις οποίες ζητήθηκε να εκδοθούν. Είναι αμφίβολο να γίνει δεκτή η θέση ότι η μητέρα της Ενάγουσας αποδεχόμενο το ακίνητο, να παραμείνει δεσμευμένο για 14 έτη και να μην το γνώριζε. Στην περίπτωση που η Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας ανέμενε την υπογραφή τέτοιας σύμβασης πιστώσεως κατά την εξαργύρωση του ποσού της εγγυητικής, ήταν ορατός και πραγματικός ο κίνδυνος όπως η μητέρα της Ενάγουσας δεν θα προσερχόταν για την υπογραφή τέτοιου δανείου, ούτε και θα προέβαινε στην εγγραφή οποιασδήποτε υποθήκης προς εξασφάλιση του ποσού που θα κατέβαλλε στη δικαιούχο της εγγυητικής. Ως εκ τούτου, η Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας ενήργησε καθ' όλα δικαιολογημένα και λογικά κατά τη συνομολόγηση των συμφωνιών σε χρόνο που δεν είχε αναχθεί η ανάγκη για καταβολή του ποσού αυτού, καθότι σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσε να είχε υποστεί σημαντική οικονομική ζημιά και βλάβη από την απουσία οποιασδήποτε εξασφάλισης που να διασφάλιζε την αποπληρωμή του ποσού που θα κατέβαλλε εκ μέρους και κατ' εντολή της μητέρας της Ενάγουσας. Προβάλλει τη θέση ότι δεν υπάρχει η περίπτωση ανεπανόρθωτη ζημιάς. Επί του οφειλόμενου ποσού συσσωρεύεται σταδιακά τόκος και η Εναγόμενη ως ενυπόθηκος δανειστής έχει περιουσιακά δικαιώματα επί του ακινήτου. Η Εναγόμενη δεν έχει πρόβλημα ρευστότητας και οι αποζημιώσεις είναι κατάλληλη αποζημίωση στην περίπτωση που ήθελε πετύχει η αξίωση της Ενάγουσας. Άλλωστε η Εναγόμενη είναι απόλυτα φερέγγυα και έχει όλα τα εχέγγυα και τα φόντα να καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στην αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Εναγόμενη είναι θυγατρική εταιρεία της ΣΕΔΙΠΕΣ που είναι κατ' ουσία μία κρατική επιχείρηση, υπό την έννοια ότι ελέγχεται κατά συντριπτική πλειοψηφία από την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς, ότι η Εναγόμενη θα είναι σε θέση να αποπληρώσει τις όποιες οικονομικές αποζημιώσεις κληθεί να καταβάλει στην Ενάγουσα και ουδεμία ανησυχία δεν θα πρέπει να υπάρχει ως προς τούτο. Η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μετοχικό κεφάλαιο της μητρικής της Εναγόμενης και μάλιστα κατέχοντας του μεγαλύτερου μέρους του εκδομένου κεφαλαίου, διασφαλίζει πλήρως ότι όποιο και να είναι το ποσό της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου στο τέλος της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, η Εναγόμενη θα εξεύρει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους και θα αποκαταστήσει την Ενάγουσα, αποκαθιστώντας πλήρως τη ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί από τυχόν αδικαιολόγητη εκποίηση και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Η έμμεση ιδιοκτησία της Εναγόμενης από την Κυπριακή Δημοκρατία διά μέσω της ΣΕΔΙΠΕΣ και το μέγιστο δυνατό εχέγγυο ασφάλειας και εγγύησης ότι η Ενάγουσα δεν κινδυνεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο να μην αποζημιωθεί και να μην αποκατασταθεί πλήρως και εξ' ολοκλήρου για οποιανδήποτε ζημιά ή βλάβη πιθανόν να υποστεί από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης, είναι φρόνιμο να ανατρέξει κάποιος στα τελευταία αποτελέσματα διαχείρισης της Εναγόμενης για το Β' τρίμηνο του 2022, στο οποίο φαίνεται αναντίλεκτα η οικονομική δυναμική και προοπτική της Εναγόμενης, πράγμα που καθιστά βέβαιη τη δυνατότητα αποπληρωμής της αγοραίας αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου. Ειδικότερα, με βάση τα αποτελέσματα διαχείρισης της Εναγόμενης, για τα πρώτα δύο τρίμηνα του έτους 2022 μόνο, έχει ταμειακές εισροές που ανέρχονται περίπου στο ποσό των €230.000.000, ενώ η αξία των περιουσιακών της στοιχείων υπολογίζεται ότι ανέρχονται στο ποσό των €5.577.000.000, πράγμα που πέραν από την οργανική της σχέση με την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία, φανερώνει ότι και από μόνη της είναι σε θέση να καταβάλει οποιεσδήποτε οικονομικές αποζημιώσεις και αν ήθελε κληθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο να καταβάλει στην Ενάγουσα. Η προοπτική της Εναγόμενης σύμφωνα και με το τεράστιο χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων δανείων που διατηρεί στο ενεργητικό της ως ανωτέρω, δίδει την εντύπωση ότι θα είναι πάντοτε σε θέση να ανταποκριθεί σε τυχόν υποχρεώσεις που θα δημιουργηθούν προς την Ενάγουσα από τυχόν αδικαιολόγητη πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου σε αυτό το στάδιο. Η Αιτήτρια-Ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και πρόσθεσε το εξής σημαντικό, ήτοι ότι η μητέρα της που επιβεβαιώνει όλα τα λεγόμενά της, ουδέποτε υπέγραψε Αίτηση προς τη ΣΠΕ Λακατάμιας για λήψη δανείου κατά η περί την 28/07/2002 «για 130.000 για δύο εγγυητικές». Το μόνο της αίτημα, ήταν για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €130.
- Το Τεκμήριο 5 επί της ένστασης, δεν συνδέεται με τη σύμβαση ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 26/08/
- Δεν συνδέεται με παράνομη ενέργεια η Εναγόμενη να εκδώσει δάνειο στο όνομα της μητέρας της στις 20/03/2014 για το ποσό των €80.000 και χρέωση του ποσού στον τρεχούμενο της λογαριασμό με αριθμό [ ] που ανοίχτηκε δυνάμει της σύμβασης ημερομηνίας 26/08/
- Το δε Τεκμήριο 5, είναι ξεκάθαρα αλλοιωμένο και παραποιημένο. Η Καθ' ης η Αίτηση επενέβη στην αλληλουχία και το περιεχόμενο του. Αρχικά τόσο στην πρώτη σελίδα του εγγράφου στο «ποσόν», υπάρχει χειρόγραφη σημείωση, όπου διαγράφηκε το ποσό των €78,000 και αναγράφηκε η φράση «€130,000 για δύο εγγυητικές» και δίπλα μια υπογραφή που ως προκύπτει από τη δεύτερη σελίδα του εγγράφου ομοιάζει με αυτή του γραμματέα/διευθυντή. Ακόμα, στην δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 5, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση δίπλα από την φράση για εγγυητική 13/2008, «& 74/2007». Όπως παραποίηση υπάρχει και στα αναγραφόμενα ποσοστά επιτοκίου. Σε ουδεμία από τις παραποιήσεις αυτές υπάρχει υπογραφή ή μονογραφή της μητέρας της. Σε ουδεμία σελίδα υπάρχει μονογραφή ή υπογραφή της. Υπάρχει στην σελίδα 2 του Τεκμηρίου 5, μια υπογραφή που ομοιάζει με αυτή της μητέρας της. Υπήρξε όμως σωρεία εγγράφων μεταξύ της μητέρας της και της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας. Αίτηση για παροχή όμως δανείου ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 ουδέποτε υπεγράφη από την ίδια. Το ίδιο δε το Τεκμήριο 5, η μητέρα της, όχι μόνο ουδέποτε υπέγραψε αλλά πρώτη φορά το είδε. Όταν την εφοδίασαν με αυτό οι δικηγόροι, αμέσως μετά την καταχώρηση της ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση. Δεν είναι τυχαίο που η ίδια γραμματοσειρά επί του σημείου που υπάρχει μία υπογραφή που ομοιάζει με αυτήν της μητέρας της, διαφέρει από τη γραμματοσειρά του περιεχομένου του υπόλοιπου εγγράφου-Τεκμήριου
- Το Τεκμήριο 5 δεν συνδέεται με την υπόθεση αυτήν, αναγράφονται και λανθασμένα στοιχεία επ' αυτού ως προς το πρόσωπο της μητέρας της. Ειδικότερα, αναγράφεται ως ημερομηνία γέννησης της μητέρας της η 01/01/1945 ενώ η μητέρα της γεννήθηκε στις 16/04/
- Η μητέρα της, θα προβεί άμεσα σε όλα τα αναγκαία και δέοντα διαβήματα, συμπεριλαμβανομένου προώθησης σχετικών καταγγελιών, σε σχέση με την παραποίηση και πλαστογράφηση του εν λόγω εγγράφου-Τεκμήριο
- Σε κάθε περίπτωση όμως, λόγω του ότι τα αγώγιμα δικαιώματα και των δύο αγωγών εκπηγάζουν από συγκεκριμένα κοινά πραγματικά περιστατικά, πρόθεση τους ήταν και είναι να προχωρήσουν άμεσα με Αίτηση συνεκδίκασης των δύο αγωγών. Τούτο δηλώθηκε και από τους δικηγόρους τους στα πλαίσια της αγωγής 2682/2017, όταν και από κοινού με τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση ζητούσαν αναβολή της, από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας, ένεκα των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προς εξώδικη διευθέτηση και των δύο, μέχρι και την αρνητική κατάληξή τους. Αν δεν μεσολαβούσαν οι διαδικασίες διευθέτησης και των δύο υποθέσεων που καθυστέρησαν την από πλευράς τους προώθηση των ενδιάμεσων δικαστικών διαβημάτων σε κάθε υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης της Αίτησης τροποποίησης της αγωγής στην 2682/2017 η οποία σχετίζεται με την ακυρότητα της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 20/03/2014 η οποία ως διεφάνη δεν υπάρχει, θα είχαν ολοκληρωθεί μέχρι σήμερα τα διαβήματα αυτά, σε κάθε υπόθεση και θα ήταν σε θέση να υποβάλουν το σχετικό αίτημα μας προς συνεκδίκαση τους. Και τούτο αφού αίτημα για συνεκδίκαση των υποθέσεων, είναι ορθότερο να υποβάλλεται μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, ώστε να υπάρχει επαρκές υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου, για να αποφασιστεί κατά πόσο οι υπό εξέταση αγωγές, περικλείουν κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα, το οποίο καθιστά επιθυμητή τη συνένωση τους. Σε κάθε περίπτωση τέτοιο αίτημα θα μπορούσε να προωθήσει και η Καθ' ης η Αίτηση. Ο Α.Α. εκ μέρους της Εναγόμενης, καταχώρησε με τη σειρά του συμπληρωματική ένορκη δήλωση και διαβεβαίωσε ότι το Τεκμήριο 5 επί της ένστασης, πρόκειται για γνήσιο έγγραφο που εκτελέστηκε από τη μητέρα της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα προβαίνει σε εμφανή κατάχρηση της διαδικασίας, καθότι καθίσταται φανερό μέσα από τα ίδια τα λεγόμενα της Ενάγουσας, ότι τα αγώγιμα δικαιώματα των δύο αγωγών εκπηγάζουν από κοινά πραγματικά περιστατικά και συνεπώς, θα έπρεπε να τεθούν εξ' υπαρχής επί τάπητος στην αγωγή με αριθμό 2682/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας». Η όποια ανάγκη για καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δεν είναι δυνατό να έχει δημιουργηθεί από την ενεργοποίηση των μέτρων εκποίησης με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965) όπως έχει τροποποιηθεί. Τα επικαλούμενα αγώγιμα δικαιώματα χρονολογούνται (και μάλιστα έχουν παραγραφεί) και φαίνεται να έχουν ανακύψει από τη δήθεν παράνομη, αντισυμβατική, δόλια, ανεπίτρεπτη και καταχρηστική χρέωση του λογαριασμού που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη, δηλαδή από εκεί που εκπηγάζουν και τα φερόμενα αγώγιμα δικαιώματα της μητέρας της Ενάγουσας στην αγωγή με αριθμό 2682/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το ότι η παρούσα αγωγή πρόκειται για καταχρηστική διαδικασία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ενώ έχει καταχωρηθεί η αγωγή με το παρόν ενδιάμεσο δικονομικό διάβημα μέχρι σήμερα, δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαιτήσεως. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το κατά πόσο δικαιούται η Ενάγουσα-Αιτήτρια ενδιάμεση θεραπεία για να ματαιώσει τον πλειστηριασμό, φαίνεται να εξαρτάται από την απάντηση τριών βασικών ερωτήσεων που καταγράφονται πιο κάτω σε σειρά σπουδαιότητας:
- Η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας βάσει της οποίας το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση για το δάνειο που παραχωρήθηκε στον πρωτοφειλέτη του δανείου Σ. Ζ.
- Υπάρχει ερώτημα κατά πόσο η παρούσα αγωγή συσχετίζεται ως προς τα επίδικα της θέματα και/ή σε σχέση με τις επιδιωκόμενες τις θεραπείες στην αγωγή 2682/17, ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του παρόντος αιτήματος χωρίς να ακουστεί ως δικονομικό διάβημα που καταχράται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
- Κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι αρκετά περίπλοκα, αλλά τα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν κατατεθεί από την Αιτήτρια και την Καθ' ης η Αίτηση, με εξαίρεση το Τεκμήριο 5, συνιστούν κοινό πλέγμα γεγονότων βάσει του οποίου, το βάσιμο του αιτήματος μπορεί να αξιολογηθεί. Διεξήλθα πρώτα του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και διαπίστωσα ότι οι θεραπείες που ζητούνται, αφορούν αναγνωριστικής/δηλωτικής φύσεως διατάγματα που αποσκοπούν στην ακύρωση και/ή την εξάλειψη της επίδικης υποθήκης ημερομηνίας 26/08/2008 [ ]/
- Το ενυπόθηκο οφειλόμενο σύμφωνα με την ειδοποίηση "τύπου Ι" που έχει αποσταλεί στην ενυπόθηκο οφειλέτη/Ενάγουσα, αφορά το ποσό των €126.118,12 πλέον τόκους. Οι δύο εκτιμήσεις που έχει προσκομίσει η Καθ' ης η Αίτηση, εκτιμούν την αγοραία αξία του ακινήτου στο ποσό των €185.000 και €208.000 αντίστοιχα. Κατά τις 13/09/2002, η μητέρα της Ενάγουσας είχε συνάψει πωλητήριο έγγραφο με κάποιον Σ. Ζ. για την πώληση διαμερίσματος. Ένας όρος του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ήταν η υποχρέωση της Ενάγουσας να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα με την εξόφληση τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος. Προσκόμισε ως αποδεικτικά στοιχεία, δύο αποδείξεις πληρωμής για το ποσό των €7.600 και €1.000 που έγιναν τα έτη 2003 και 2002 αντίστοιχα. Την 21/05/2007 η ΣΠΕ παραχώρησε δάνειο στον Σ. Ζ. και η μητέρα της Ενάγουσας ως αντάλλαγμα για το δάνειο που δόθηκε στον Σ. Ζ. υπέγραψε προσωπική συμφωνία εγγύησης της ίδιας ημέρας ώστε να παρέχεται η πίστωση και να συνεχίζει να παρέχεται η πίστωση στον Σ. Ζ. Παράλληλα η ΣΠΕ εξέδωσε επιταγή προς τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης για δανειοδοτικές υποχρεώσεις του Σ.Ζ. επί λογαριασμού [ ] το οποίο την 21/05/2007 είχε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ27.483,
- Το Τεκμήριο 12 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, είναι η εγγυητική επιστολή που εκδόθηκε την 17/05/2007 με δικαιούχο τον αγοραστή του διαμερίσματος Σ. Ζ. και της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας για το ποσό των ΛΚ45.000 για την πιστή εκπλήρωση από τον Αιτητή των υποχρεώσεων (μητέρα της Ενάγουσας) του δυνάμει μεταξύ τους πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 13/09/2002 σχετικά με την αγορά διαμερίσματος. Ήταν όρος της εγγύησης ότι θα είχε ισχύ μέχρι την ημερομηνία λήξης της και οποιαδήποτε απαίτηση πρέπει να υποβληθεί γραπτώς και έγκαιρα ώστε να βρίσκεται στα χέρια της εταιρείας (ΣΠΕ Λακατάμιας) μέχρι την ημερομηνία της λήξης της την 14/02/
- Στις 03/02/2014 η ΣΠΕ προέβη σε ρευστοποίηση της εγγυητικής 74/2007 (Τεκμήριο 13) επειδή η μητέρα της Ενάγουσας δεν είχε προχωρήσει στην εγγραφή του διαμερίσματος, ελεύθερο από κάθε επιβάρυνση στο όνομα του Σ. Ζ. Η επιστολή εγγύησης φαίνεται να ανανεώθηκε με αλλεπάλληλες επιστολές και η ημερομηνία της τελευταίας επιστολής καθόριζε την 14/02/2014 ως ημερομηνία λήξης. Εν τω μεταξύ η μητέρα της Ενάγουσας είχε λάβει αλληλογραφία από το 2008 και κατά καιρούς ότι ο Σ. Ζ. δεν ήταν συνεπής ως προς τις δανειοδοτικές του υποχρεώσεις και είχε καθυστερημένες πληρωμές. Η ρευστοποίηση της εγγυητικής 74/2007 έγινε επειδή ο Σ.Ζ δεν ήταν συνεπής με τις δανειοδοτικές του υποχρεώσεις και χρωστούσε μέχρι την 31/10/2012 το ποσό των €17.
- Η μητέρα της Ενάγουσας καταχώρησε την αγωγή 2687/17 και ζητούσε την έκδοση δηλωτικού χαρακτήρα διαταγμάτων για την ακύρωση της ρευστοποίησης της εγγυητικής και την απόφαση της ΣΠΕ να δανείσει στη μητέρα της Ενάγουσας το ποσό των €79.887 χρεώνοντας τον τρεχούμενο της λογαριασμό με όριο €130.000 ώστε να εξοφληθεί το δάνειο του Σ. Ζ. Με την κίνηση αυτήν, η μητέρα της Ενάγουσας έγινε από προσωπικά εγγυητής του δανείου, πρωτοφειλέτης σε δάνειο που χρεώθηκε στον τρεχούμενο της για να εξοφληθεί το δάνειο του πρωτοφειλέτη αγοραστή. Δηλαδή, αντί η ΣΠΕ να διεκδικήσει τα χρήματα από την εγγυητή της, της έδωσε δάνειο μέσω του τρεχούμενου που είχε συνάψει για να πληρώσει το δάνειο. Με λίγα λόγια η ΣΠΕ δάνεισε στη μητέρα της Ενάγουσας τα χρήματα για να εξοφλήσει τον πρωτοφειλέτη αντί να διεκδικήσει τα χρήματα από την ίδια υπό την ιδιότητα της ως εγγυητής του πρωτοφειλέτη. Κατά τις 26/08/2008 η μητέρα της Ενάγουσας είχε συνάψει σύμβαση πίστωσης με τη Νέα ΣΠΕ Λακατάμιας σε τρεχούμενο λογαριασμό και το όριο που της παραχωρήθηκε ήταν μέχρι €130.
- Κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι της Ενάγουσας, ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν φαίνεται να είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Η σύμβαση υποθήκης (Τεκμήριο 24) προνοούσε ότι η ενυπόθηκος οφειλέτης γνώριζε προσωπικά να καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή (ιδέ συμφωνία δανείου) (γ) το ποσό των €130.000 μαζί με τόκο. Η συμφωνία δανείου είναι το Τεκμήριο 23, ήτοι η συμφωνία για παροχή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και «οποτεδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού, καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο αμέσως». Στις 04/03/2009 ημέρα κατά την οποίαν διενεργήθηκε η μεταβίβαση στην Ενάγουσα χωρίς να απαλειφθεί η υποθήκη, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 5 επί της ένστασης, η γνησιότητα του οποίου αμφισβητείται έντονα από την Αιτήτρια, πρόκειται για αίτημα της μητέρας της Ενάγουσας (ημερομηνίας 28/07/2008) για την παροχή δανείου με την έκδοση δύο εγγυητικών επιστολών. Ο τρεχούμενος λογαριασμός χρεώθηκε με το ποσό των €79.887 την 20/03/
- ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ Προηγείται η εξέταση κατά πόσο το αίτημα θα πρέπει να εξεταστεί ενόψει της εκκρεμοδικίας στην αγωγή 2687/
- Οι διάδικοι διαφέρουν και οι θεραπείες που ζητούνται στις δύο αγωγές διαφέρουν. Στην προγενέστερη αγωγή, η μητέρα της Ενάγουσας επιδιώκει θεραπεία όπως κηρυχθεί παράνομη η ρευστοποίηση της εγγυητικής η οποία υπήρξε αιτία η ΣΠΕ να προχωρήσει ενόψει της ρευστοποίησης της εγγυητικής, στη χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο με το ποσό της ρευστοποίησης της εγγυητικής. Αμφισβητείται η νομιμότητα της ρευστοποίησης της εγγυητικής και αμφισβητείται κατά πόσο υπήρχε συμφωνία σε ισχύ που να επέτρεπε στη ΣΠΕ να προχωρήσει με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού. Θέση της Ενάγουσας στην αγωγή 2687/17, είναι ότι δεν είχε συνάψει συμφωνία κατά το έτος 2014 για δάνειο ώστε να είχε δικαίωμα η ΣΠΕ να χρεώσει τον τρεχούμενο λογαριασμό ενόψει της ρευστοποίησης της εγγυητικής. Με την παρούσα αγωγή επιδιώκεται η ακύρωση της υποθήκης [ ]/2008 από την Ενάγουσα. Την 04/03/2009 το επίδικο ακίνητο μεταβιβάσθηκε επ' όνοματι της Ενάγουσας και έτσι η εγκυρότητα της συμφωνίας υποθήκης κατά το έτος 2014 ενόψει της μεταβίβασης του ακινήτου το 2009 σε χρόνο που ο τρεχούμενος λογαριασμός με όριο (αντικείμενο της δανειακής σύμβασης) δεν είχε χρεωστικό υπόλοιπο, είναι όντως ξεχωριστό θέμα για το οποίο δεν υπάρχει αναφορά στην προγενέστερη αγωγή με διάδικο τη μητέρα της Ενάγουσας. Εκτιμώ ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων η επίλυση του ζητήματος της νομιμότητας της ρευστοποίησης της εγγυητικής και κατά πόσο αυτό έδωσε δικαίωμα στη ΣΠΕ να χρεώσει τον τρεχούμενο λογαριασμό, είναι προπαρασκευαστικό ή εμπερικλείει ζητήματος της νομιμότητας της υποθήκης. Αν κριθεί ότι η ρευστοποίηση και παράλληλη χρέωση του λογαριασμού έγινε παράνομα, τότε ανοίγει ο δρόμος για την εξάλειψη της υποθήκης δυνάμει του άρθρου 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 με διάταγμα του Δικαστηρίου. Προσδιορίζονται κοινά επίδικα θέματα που αφορούν τις δύο διαδικασίες, η επίλυση των οποίων στην πρώτη διαδικασία οριοθετούν το αποτέλεσμα στη δεύτερη διαδικασία, αλλά δεν την προεξοφλούν διότι παραμένει προς εκδίκαση το ζήτημα της μεταβίβασης της υποθήκης στο όνομα της Ενάγουσας, ενώ δεν υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης χρεωστικό υπόλοιπο που να αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, αντικείμενο της δανειακής σύμβασης και που είναι το αντάλλαγμα για την παραχώρηση της υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου. Οι σκοποί των δύο διαδικασιών δεν είναι ίδιοι και ενδεχομένως η μεταβίβαση του ακινήτου σε χρόνο που δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο επί του τρεχούμενου λογαριασμού, να έχει επιπτώσεις για την εγκυρότητα της υποθήκης. Παρόλο ότι υπάρχει και στις δύο διαδικασίες κοινό πραγματικό πλαίσιο, δεν υπάρχει βάσιμος λόγος να ανασταλεί η μία διαδικασία εν αναμονεί της επίλυσης της άλλης εξαιτίας του ενδεχόμενου να εκδοθούν αντικρουόμενες αποφάσεις για το ίδιο ζήτημα. Οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η Αιτήτρια καταχράται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προκειμένου να της απαγορευθεί να ασκήσει το νομικό της δικαίωμα με την καταχώρηση της παρούσα αγωγής και Αίτησης. Μόνο όταν συνυπάρχει η ταύτιση διαδίκων και η παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών που στην ουσία επιζητούν την ίδια θεραπεία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η παράλληλη προώθηση δεύτερης διαδικασίας συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (βλ. Κοζάκη ν. Κοζάκη 1 ΑΑΔ 1710
(2002).) Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι, "Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας." Ως υπέδειξα, πιο πάνω, η ταύτιση των δύο διαδικασιών δεν γίνεται αφηρημένα. Ένας διάδικος στερείται του δικαιώματος του να προσφύγει στο Δικαστήριο, μόνο εάν αποδειχθεί ότι οι δύο διαδικασίες απολήγουν στον ίδιο στόχο. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν αποδείξει ότι δημιουργείται δεδικασμένο στα πλαίσια της οριστικής επίλυσης αυτής της αγωγής σε σχέση με διαφορές που εγείρονται με την αγωγή 2687/
- Στην Αγγλική υπόθεση Christou v Haringey London Borough Council [2014] 1 All ER, το Εφετείο θεώρησε ότι πειθαρχική διαδικασία που είχε διεξαχθεί από τον εργοδότη εις βάρος του εργοδοτούμενου του, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερη νομική διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας στη βάση ότι αυτό προκαλούσε την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μία διαδικασία διέφερε από την άλλην σε ουσιαστικά ζητήματα, διότι η εμβέλεια της πρώτης διαδικασίας είχε ως στόχο την πειθαρχία του εργοδοτούμενου από τον ανώτερα ιεραρχικά προϊστάμενό του. Περαιτέρω, απουσίαζαν από την πρώτη πειθαρχική διαδικασία τα ελάχιστα εχέγγυα της δίκαιας δίκης ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του επηρεαζόμενου εργοδοτούμενου. The doctrine of res judicata did not apply to the exercise of disciplinary power by an employer, which was far removed from the process of litigation or adjudication to which the doctrine applied. The critical question was not the formality of the procedures, but rather whether they operated independently of the parties such that it was appropriate to describe their function as an adjudication between the parties. In that regard, it was wrong to describe the exercise of disciplinary power by the employer as a form of adjudication. The purpose of the procedure was not a determination of any issue which established the existence of a legal right, nor was it properly regarded as determining a dispute. In the employment context, the disciplinary power was conferred on the employer by reason of the hierarchical nature of the relationship. The purpose of the procedures was not to allow a body independent of the parties to determine a dispute between them, but typically to enable the employer to inform himself whether the employee had acted in breach of contract or in some other inappropriate way and, if so, to determine how that should affect future relations between them. It was true that sometimes the procedures would have been contractually agreed, but that did not alter their basic function or purpose. Even where the disciplinary procedures provided for a panoply of safeguards of a kind typically found in adjudicative bodies, that did not alter their basic function (see [47]-[52], below); Mattu v University Hospitals of Coventry and Warwickshire NHS Trust [2012] 4 All ER
- Δεν έχει υποδειχθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση, ότι η Αιτήτρια θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει προς επίλυση στην αγωγή 2687/2017 όλα τα θέματα που εμπίπτουν αποκλειστικά στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ούτε και υπάρχει αποτέλεσμα σε μίαν από τις δύο διαδικασίες ώστε να ειπωθεί ότι υπάρχει έστω και μερική συσχέτιση των θεμάτων μεταξύ των δύο διαδικασιών. Δεν υπάρχει αποτέλεσμα στην προγενέστερη αγωγή ώστε να θεωρηθεί ότι με οποιονδήποτε τρόπο έχει δημιουργηθεί το δεδικασμένο για οποιοδήποτε θέμα που να αφορά την παρούσα διαδικασία. Νοείται ότι αρχή της διαφύλαξης της δικαστικής διαδικασίας από καταχρήσεις, διαφέρει από την αρχή του δεδικασμένου. Σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου η οποία συνιστά ασπίδα εναντίον της έναρξης νέων δικαστικών διαδικασιών για το ίδιο θέμα, η αρχή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εφαρμόζεται συνήθως στην καταστολή καταχρηστικών περιττών δικαστικών διαβημάτων που αναγκαστικά εμπερικλείουν την επίλυση του ιδίου θέματος με την προγενέστερη διαδικασία ή που να αφορούν την επίλυση θέματος συναφή με το προηγούμενο που να αποτελεί μέρος της διαφοράς ή προπαρασκευαστικό θέμα που πρέπει να επιλυθεί ως συνέπεια των θεραπειών που ζητούνται με την πρώτη νομική διαδικασία σε εξέλιξη (issue estoppel). Δεν είναι ανάγκη να έχει επέλθει οριστική ή τελική κατάληξη επί του θέματος στην προγενέστερη διαδικασία. Το Δικαστήριο δύναται να περιφρουρεί τη δικαιοδοσία του για να εμποδίζει διάδικο από του να καταχράται τη δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέμα που εκδικάσθηκε ή θα μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια μίας προγενέστερης διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί τη δικαιοδοσία του από καταχρήσεις, θεωρείται επέκταση της εξουσίας του Δικαστηρίου να προβεί σε καταστολή διαδικασίας που αφορά την επίλυση διαφοράς που να έχει ήδη αποφασιστεί βάσει της αρχής του δεδικασμένου. (βλ. Henderson v Henderson
(1843)3 Hare 100.) Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει δικαστικό διάβημα επειδή αυτό καταχράται την εξουσία του Δικαστηρίου, προβαίνει στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Ελέγχει για να επιβεβαιωθεί ότι οι Αιτητές είχαν την ευκαιρία να θίξουν το θέμα και να ακουστούν επί του θέματος που τους απασχολεί αφενός και αφετέρου, ελέγχει και αξιολογεί τους σκοπούς που προωθούνται με τις δύο διαδικασίες και εάν κρίνει ότι οι δύο διαδικασίες έχουν τον ίδιο σκοπό, προστατεύει τον άλλον διάδικο από το ενδεχόμενο καταπίεσης που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δεύτερης πολλαπλής διαδικασίας εάν έχει να αντιμετωπίσει πανομοιότυπες διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες. Εκείνο που υποδείχθηκε στην απόφαση Christou πιο πάνω, είναι ότι δεν αναστέλλεται η διαδικασία εάν υπάρχει ο κίνδυνος, διάδικος να στερηθεί του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο για ζήτημα που δεν έχει εκδικασθεί προηγουμένως. 'Sir James Wigram V C did not consider that he was laying down a new principle, but rather that he was explaining the true extent of the existing plea of res judicata . Later decisions have doubted the correctness of treating the principle as an application of the doctrine of res judicata, while describing it as an extension of the doctrine or analogous to it. In Barrow v Bankside Members Agency Ltd [1996] 1 All ER 981, [1996] 1 WLR 257, Sir Thomas Bingham MR explained that it is not based on the doctrine in a narrow sense, nor on the strict doctrines of issue or cause of action estoppel. As May LJ observed in Manson v Vooght [1999] BPIR 376 at 387, it is not concerned with cases where a court has decided the matter, but rather cases where the court has not decided the matter. But these various defences are all designed to serve the same purpose: to bring finality to litigation and avoid the oppression of subjecting a defendant unnecessarily to successive actions . the difference to which I have drawn attention is of critical importance. It is one thing to refuse to allow a party to relitigate a question which has already been decided; it is quite another to deny him the opportunity of litigating for the first time a question which has not previously been adjudicated upon. This latter (though not the former) is prima facie a denial of the citizen's right of access to the court conferred by the common law and guaranteed by art 6 of the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms (Rome, 4 November 1950; TS 71
(1953); Cmd 8969). While, therefore, the doctrine of res judicata in all its branches may properly be regarded as a rule of substantive law, applicable in all save exceptional circumstances, the doctrine now under consideration can be no more than a procedural rule based on the need to protect the process of the court from abuse and the defendant from oppression. In Brisbane City Council v A G for Queensland [1978] 3 All ER 30 at 36, [1979] AC 411 at 425 Lord Wilberforce, giving the advice of the Judicial Committee of the Privy Council, explained that the true basis of the rule in Henderson v Henderson is abuse of process and observed that it— "ought only to be applied when the facts are such as to amount to an abuse, otherwise there is a danger of a party being shut out from bringing forward a genuine subject of litigation." Στην Αγγλική υπόθεση Ashmore v British Cool Corp.
(1990)2 Q.B. 338, το Εφετείο επεξήγησε ότι στις περιπτώσεις που η δεύτερη διαδικασία έχει το πραγματικό αποτέλεσμα έμμεσης επίθεσης (collateral attack) επί του αποτελέσματος στην πρώτη διαδικασία, αυτό συνιστά κατάχρηση διαδικασίας που απολήγει σε κατάπτωση της δικαστικής διαδικασίας και το Δικαστήριο έχει σε τέτοιαν περίπτωση, τη σύμφυτη εξουσία να προστατεύσει θεσμικά την ακεραιότητα της διαδικασίας από καταχρηστικές επιθέσεις στην πρώτη διαδικασία. "I do not accept the proposition advanced by counsel for the appellant Heath that when an issue has already been decided in proceedings between A. and B. it is prima facie an abuse of the process of the court for B. to seek to have the issue decided afresh in proceedings between himself and C. and that in such circumstances there is an onus on B. to show some special reason why he should be allowed to raise the issue against C. On the contrary, I consider that it is for him who contends that the retrial of the issue is an abuse of process to show some special reason why it is so. Since the cases in which the retrial of an issue (in the absence of an estoppel) has been disallowed as an abuse of process are so few in number, it would be dangerous to attempt to define fully what are the circumstances which should lead to a finding of abuse of process. Features tending that way clearly include the fact that the first trial was before the most appropriate tribunal or between the most appropriate parties for the determination of the issue, or that the purpose of the attempt to have it retried is not the genuine purpose of obtaining the relief sought in the second action, but some collateral purpose. It would in my judgment be a most exceptional course to strike out the whole or part of a defence in a commercial action, or to refuse leave to amend a defence in such an action, simply because the issue raised or sought to be raised had been decided in another commercial action brought against the same defendant by a different plaintiff. The facts that the first action had been fairly conducted and that the issue had been the subject oflengthy evidence and argument could not, in my view, be sufficient in themselves to deprive the defendant of his normal right to raise any issue which he is not estopped from raising." He then considered that procedural advantages to the defendants in the second trial was a reason why the amendment should not be struck out. Stephenson L.J. said, at p. 139: "Yet it is the duty of the judge and the Court of Appeal to shut out the defence if it is an abuse of the court's procedure to repeat it, in accordance with decisions of this court in Remmington v. Scoles [1897] 2 Ch. 1, and of the House of Lords in Reichel v. Magrath
(1889)14 App.Cas. 665, and Hunter v. Chief Constable of the West Midlands Police [1982] A.C.
- Every repetition of a defence (or claim) may be said to mount a collateral attack on a previous judicial decision, and to invite those derogatory references to 'a side wind' or 'a back door' which are in favour with advocates whose clients are not open to a frontal attack. But in my judgment it is only those defences (or claims) that are sham and not honest and not bona fide which abuse the process of the court and call for the exercise of its inherent jurisdiction to prevent such abuse." Στην παρούσα περίπτωση, το κοινό πλέγμα γεγονότων, παραπέμπει σε κοινά επίδικα ζητήματα ή σε ζητήματα στην πρώτη διαδικασία που η επίλυση τους θα επηρεάζει τη δεύτερη διαδικασία. Παρόλο ότι υπάρχει εν μέρει κοινό πλέγμα γεγονότων που να αφορά τις δύο διαδικασίες, αυτό δεν είναι κώλυμα για την προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Ακόμη και εάν το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι κάτι εν τέλει που θα κάνει χρήση ο Αιτητής, με κάποιον τρόπο στα πλαίσια της αγωγής για να προωθήσει τις θέσεις του, αυτός δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για να μην επιληφθώ της υπόθεσης επί της ουσίας μόνο με το ενδεχόμενο να γίνει μεταγενέστερη χρήση της απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια μελλοντικής διαδικασίας. Όμως αυτό δεν συνεπάγεται με την ταύτιση ή την ευθυγράμμιση των όλων θεμάτων και στις δύο αγωγές και η οριστική διαπίστωση του Δικαστηρίου επί αυτού του ζητήματος στα πλαίσια ενδιάμεσης Αίτησης, ενώ και οι δύο αγωγές εκκρεμούν είναι παρακινδυνευμένη ενόψει του γεγονότος ότι η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή είναι διαφορετική από την Ενάγουσα στην αγωγή 2687/
- Επομένως το αιτημα θα πρέπει να εξετασθεί επί της ουσίας και είναι σωστό το ερώτημα της κατάχρησης να εξεταστεί κατά το στάδιο που το Δικαστήριο θα επιληφθεί της αγωγής διότι είναι ενδεχόμενο εν τέλει να γίνει λάθος διάγνωση των περίπλοκων ζητημάτων που εγείρονται με τις δύο αγωγές στο πρώιμο στάδιο της ενδιάμεσης θεραπείας, πράγμα που σημαίνει ότι το αίτημα της Ενάγουσας θα απορριφθεί χωρίς να ακουστεί. ΣΟΒΑΡΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗ Προτού καταπιαστώ με το πρώτο ερώτημα της ουσίας εκ των τριών ερωτημάτων, κρίνω σκόπιμα να παραθέσω τις γνωστές γενικές αρχές που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να παρέχει ενδιάμεση, προσωρινή και επείγουσα θεραπεία ενόψει εκκρεμοδικίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/
- Με βάση το πιο πάνω άρθρο, το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
- Την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
- Την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία.
- Τη διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.
(1975)AC 396, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο Ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της Αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου, δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του Ενάγοντα στον βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του Ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο Ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος, είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas 1 CLR 263
(1983)η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν. 14/60 δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες, διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτήν τη θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, πληρείται εάν ο Ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. To κατά πόσο εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας, εξαρτάται από το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει πείσει ότι η σύμβαση υποθήκης είναι χωρίς νομικό αντίκρισμα. Ο όρος υποθήκη σύμφωνα με το άρθρο 2 των περί ερμηνευτικών διατάξεων του περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμου 9/1965 μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων, «σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινος χρέους ή υποχρεώσεως και περιλαμβάνει, χωρίς περιορισμό, τις μετά τη διάσπαση υποθήκες, όπως ο όρος αυτός αναφέρεται στο άρθρο 32Α». Στην προκειμένη, η σύμβαση υποθήκης εξασφαλίζει σύμβαση πίστωσης που αφορά χορήγηση στον πελάτη, ήτοι τη μητέρα της Ενάγουσας, πιστωτική διευκόλυνση μέχρι ποσού €130.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό για την περίοδο που αρχίζει την 26/08/2008 και λήγει 26/08/2018 οποτεδήποτε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο αμέσως. Επομένως, η αντιπαροχή για την παραχωρηθείσα υποθήκη ως εξασφάλιση αφορά μελλοντικό υπό αίρεση χρέος εφόσον η σύμβαση πίστωσης παραπέμπει σε χρεωστικό υπόλοιπο σε τρεχούμενο λογαριασμό. Κατά την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου στο όνομα της Ενάγουσας, δεν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο όμως η σύμβαση πίστωσης ήταν σε ισχύ και δεν είχε λήξει. Είναι αναντίλεκτο γεγονός, ότι δεν υπάρχει δανειοδοτική συμφωνία που συνομολογήθηκε το 2014 βάσει της οποίας η μητέρα της Ενάγουσας αποδέχθηκε να χρεωθεί ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός για να εξοφληθεί το δάνειο του Σ. Ζ. (Τεκμήριο 7). Το Τεκμήριο 8 πρόκειται για σύμβαση προσωπικής εγγύησης της μητέρας της Ενάγουσας σε σχέση με τη συμφωνία δανείου
- Η μητέρα της Ενάγουσας υποσχέθηκε να εγγυηθεί προσωπικά τον Σ. Ζ. για να του χορηγηθεί δάνειο. Στην περίπτωση υπερημερίας του δανείου, η ΣΠΕ θα μπορούσε να απαιτήσει πληρωμή από την εγγυήτρια του δανείου, όμως η προσωπική εγγύηση της μητέρας της Ενάγουσας, δεν έδωσε δικαίωμα στην τράπεζα να χρεώσει τον τρεχούμενο λογαριασμό. Δεν θα μπορούσε να υποχρεώσει μονομερώς την εγγυήτρια να δανειστεί χρήματα για να τους εξοφλήσει χωρίς τη σύμφωνη της γνώμη. Τα Τεκμήρια 7 και 8 θεμελιώνουν δικαίωμα της ΣΠΕ να διεκδικήσει την πληρωμή του χρέους από τη μητέρα της Ενάγουσας ως εγγυήτρια του Σ. Ζ. αλλά δεν θεμελιώνει το δικαίωμα της ΣΠΕ να υποχρεώσει τη μητέρα της Ενάγουσας να κάνει δάνειο μαζί τους για να εξοφλήσει το χρέος χρεώνοντας τρεχούμενο λογαριασμό που δεν είχε πιστωτικό υπόλοιπο. Οπότε το σοβαρό ζήτημα που προκύπτει, είναι κατά πόσο υπήρχε έγκυρο συμφωνητικό εργαλείο μεταξύ της ΣΠΕ και της μητέρας της Ενάγουσας για να μετατραπεί η μητέρα της Ενάγουσας από εγγυητής σε πρωτοφειλέτη ως απότοκο δανείου που της χορηγήθηκε από την τράπεζα χωρίς να το ζητήσει. Η διασύνδεση που προβάλει η Καθ' ης η Αίτηση είναι η εγγυητική επιστολή 74/
- Ως προς τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το Τεκμήριο 5 επί της ένστασης πιθανόν να μην είναι γνήσιο έγγραφο επειδή είναι χειρόγραφο αντίγραφο και δεν αναγνωρίζεται η υπογραφή της Αιτήτριας κλπ, θα συμφωνούσα με τον κ. Νικολάου ότι η συγκεκριμένη τοποθέτηση είναι γενική και αόριστη. Αντίθετα με αναφορά όλο το έγγραφο υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι είναι πολύ πιο πιθανόν το έγγραφο να είναι γνήσιο και να γνώριζε την ύπαρξη του η μητέρα της Ενάγουσας. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453 και Fashion Box SRL v Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα σε ενδιάμεσες Αιτήσεις μεταξύ του Αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην Αίτηση, αυτός που έχει το βάρος απόδειξης θα πρέπει κατά την ακρόαση της Αίτησης να αποδείξει τα γεγονότα. Το Τεκμήριο 5 φέρει ημερομηνία 28/07/2008 και αφορά αίτημα της μητέρας της Ενάγουσας για παροχή δανείου για εγγυητική 74/
- Γίνεται παραδεκτό στην αγωγή 2682/2017 ότι η Ενάγουσα ζήτησε την έκδοση της εγγυητικής επιστολής με δικαιούχο τον αγοραστή. Η συμφωνία πίστωσης Τεκμήριο 23, εγκρίθηκε την 26/08/2009 και ενδεχομένως αυτή να ήταν το αντάλλαγμα για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής 74/2007 την οποία η μητέρα της Ενάγουσας φρόντισε να ανανεώνει μέχρι το
- Όμως ακόμη και να ληφθεί υπόψη ως δεδομένο ότι το Τεκμήριο 5 είναι γνήσιο έγγραφο και ότι η μητέρα της Ενάγουσας προχώρησε στη σύναψη της σύμβασης πίστωσης με εξασφάλιση την υποθήκη και πάλι απουσιάζει η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών με λεκτικό που να προνοεί ρητώς ότι η ΣΠΕ είχε το δικαίωμα να χρεώσει τον τρεχούμενο της λογαριασμό παράλληλα με τη ρευστοποίηση της εγγυητικής. Από την όψη του το εν λόγω έγγραφο, περιέχει πρόνοια μόνο ότι είναι Αίτηση για παροχή δανείου για €130.000 για δύο εγγυητικές. Το τοπίο είναι νεφελώδες ως προς την ύπαρξη έγκυρου συμφωνητικού εργαλείου διά του οποίου να είχε το δικαίωμα η ΣΠΕ να χρεώσει τον συγκεκριμένο λογαριασμό με τη ρευστοποίηση της εγγυητικής. Όμως αυτό δεν είναι το μοναδικό και το πιο σοβαρό πρόβλημα στην υπόθεση της Καθ' ης η Αίτηση ως προς τη νομιμότητα της χρέωσης του λογαριασμού κατά τον χρόνο ρευστοποίησης της εγγυητικής. Εγείρεται και σοβαρό ζήτημα κατά πόσο η ΣΠΕ ενόψει του λεκτικού της εγγυητικής επιστολής Τεκμήριο 12, είχε το δικαίωμα να προχωρήσει σε τέτοια ρευστοποίηση ενόψει του γεγονότος ότι η υποχρέωση της Αιτήτριας να πληρώσει βάσει της εγγυητικής αφορούσε αδυναμία της να εκπληρώσει την πιστή εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που προνοούσε ότι είχε την υποχρέωση να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα, μόνο εάν ο αγοραστής εξοφλούσε το τίμημα του διαμερίσματος. Εάν κακώς ρευστοποιήθηκε η εγγυητική, τότε διά ποιον λόγο να προχωρήσει η ΣΠΕ στη χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού με όριο το 2014; Τέλος εγείρεται τρίτο σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κατά πόσο η σύμβαση υποθήκης εξασφάλιζε μελλοντική υπό αίρεση υποχρέωση ή χρέος της μητέρας της Ενάγουσας εφόσον κατά τον χρόνο που έγινε η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της Ενάγουσας, το 2009 ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός δεν είχε χρεωστικό υπόλοιπο και η σύμβαση υποθήκης αφορούσε εξασφάλιση για τη συμφωνία πίστωσης ημερομηνίας 26/08/
- Το γεγονός ότι η ΣΠΕ συγκατατέθηκε όπως πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση ενόψει της υποθήκης και η Ενάγουσα από το 2014 δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για εξάλειψη αυτής, συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι η εξασφάλιση εξακολουθούσε να κατοχυρώνει τη ΣΠΕ σε σχέση με μελλοντική υπό αίρεση υποχρέωση της μητέρας της Ενάγουσας. Η Αιτήτρια δεν επεξήγησε γιατί η μητέρα της εγγύηθηκε προσωπικά υποχρεώσεις του αγοραστή Σ. Ζ. το 2007 σε σχέση με αγοραπωλητήριο που εκτελέστηκε το 2002 και γιατί ενώ της κατέβαλε το ποσό των ΛΚ31500 με υπόλοιπο μόνο το ποσό των ΛΚ900 αυτή τον εγγυήθηκε το
- Δεν υπάρχει ικανοποιητική απάντηση για το γεγονός ότι εξακολουθούσε η μητέρα της Ενάγουσας να ζητεί την ανανέωση της εγγυητικής επιστολής μέχρι το 2014 ενόψει των πιο πάνω, παρά μόνο ότι θεωρούσε τον εαυτό της εγγυητής του δανείου του Σ. Ζ. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ενώ επικαλέστηκε δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή απατηλών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης και/ή της Νέας ΣΠΕ Λακατάμιας Λτδ για να ζητήσει ακύρωση και/ή διαγραφή της υποθήκης Υ12206/2008 που εγγράφηκε στο Κτηματολόγιο το
- Και ενώ φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι αυτή η βάση του αγώγιμου δικαιώματος, απέτυχε να παρουσιάσει πλήρη και επαρκή στοιχεία σχετικά με τον κατ' ισχυρισμόν δόλο ώστε το Δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσο υπήρχε δόλος εις γνώση των Εναγομένων ώστε να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος επί αυτής της βάσης. (βλ. Hellenic Bank Public Company v Alpha Panareti Public Ltd. 1 ΑΑΔ 1235
(2013). Ομως από την άλλην, στην αντίπερα θέση δημιουργείται εύλογα το ερώτημα γιατί οι Εναγόμενοι χρησιμοποίησαν δαιδαλώδεις μεθόδους για να εξασφαλίσουν υποθήκη επί του ακινήτου χωρίς να είναι κατανοητό από την όψη της σύμβασης υποθήκης ότι αυτή εξασφάλιζε την εγγυητική επιστολή. Επίσης είναι άξιον απορίας, γιατί η Καθ' ης η Αίτηση ως υποτιθέμενη ενυπόθηκος δανειστής που αφορούσε τη ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής το 2014 δεν κοινοποίησε γραπτώς την πρόθεση της να χρεώσει τον λογαριασμό της ενόψει της ρευστοποίησης ως κάτι που της το επέτρεπε κάποια συμφωνία να πράξει αναλόγως και αντ' αυτού αναφέρει μόνο (βλ. επιστολή τεκμήριο 16) ότι στις 20/03/2014 εκδόθηκε δάνειο με αριθμό [ ] στο όνομα της μητέρας της Ενάγουσας για εξόφληση του λογαριασμού του δικαιούχου της εγγυητικής Σ. Ζ. Περαιτέρω δεν έχει καταχωρήσει αγωγή για να διεκδικήσει το λαβείν της, δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση στην αγωγή 2682/17 και κατά τον χρόνο που διεξάγονταν διαπραγματεύσεις των μερών σε σχέση με το υποτιθέμενο οφειλόμενο χρέος επέλεξε την εξωδικαστηριακή οδό με την αποστολή ειδοποιήσεων Ι και ΙΑ στην Ενάγουσα. Την 11/02/2013 η ΣΠΕ τερμάτισε τον λογαριασμό [ ] του πρωτοφειλέτη (Σ. Ζ.) και κάλεσε τη μητέρα της Ενάγουσας ως εγγυητής του δανείου να εξοφλήσει το υπόλοιπο (Τεκμήριο 18). Στη συνέχεια με επιστολή ημερομηνίας 03/02/2014 (Τεκμήριο 13) ρευστοποίησε την εγγυητική και την κάλεσε, ενόψει του γεγονότος ότι δεν είχε εγγράψει το διαμέρισμα ελεύθερο από κάθε επιβάρυνση στο όνομα του Σ. Ζ. ώστε αυτό να υποθηκευθεί προς όφελος τους, να πληρώσει το υπόλοιπο του δανείου του Σ. Ζ., ήτοι το ποσό των €76.887 πλέον τόκους. Η δικηγόρος της μητέρας της Ενάγουσας απέστειλε απάντηση στην επιστολή ημερομηνίας 24/05/2016 και υπέδειξε στη ΣΠΕ το ερώτημα (από πού προκύπτει η υποχρέωση της πελάτισσας μου να μεταβιβάσει το διαμέρισμα μέχρι την 14/01/2014 Τεκμήριο 14). Ουδέποτε δόθηκε απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Πολλά είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν από την πράξη της ρευστοποίησης της εγγυητικής που δεν είναι επί του παρόντος να απαντηθούν, όμως αναδύεται εξαιτίας όλων των πιο πάνω ζήτημα νομιμότητας της πράξης των Καθ' ων η Αίτηση. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν Beogradska Bank 1 ΑΑΔ 225
(1999)στο στάδιο αυτό, δεν εξετάζεται η ουσία της αγωγής. Το άρθρο 22
(4)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, παρέχει εξουσία στους Δικαστές Επαρχιακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από βαθμό, να εκδίδουν οποιοδήποτε διάταγμα σε αγωγή, εφόσον όμως δεν διαγιγνώσκεται σ' αυτό η ουσία της. Σε κάθε περίπτωση όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι το πεδίο δεν είναι καθαρό σε σχέση με τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα ως προς τη νομιμότητα των πράξεων της Καθ' ης η Αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου συμφωνητικό έγγραφο που οριοθετεί με σαφήνεια τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών και εκ πρώτης όψεως φαίνεται βάσιμο το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι δεν υπάρχει καθαρή διασύνδεση μεταξύ των υφιστάμενων συμφωνητικών εγγράφων και τη δυνατότητα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης. Στην υπόθεση Χ' Οικονόμου ν Τράπεζα 1 ΑΑΔ 225
(1999), το Εφετείο επεξήγησε ότι η ορθή ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 του Περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμου 9/1965, επιτρέπει την υποθήκευση ακινήτου υπό μορφή εγγύησης τρίτου προσώπου. Όμως σε τέτοιαν περίπτωση, η δήλωση υποθήκης θα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 21(δ) να περιέχει τα ελάχιστα στοιχεία ώστε να προσδιορίζεται το μελλοντικό ή υπό αίρεση ποσό που θα οφείλεται και που θα εξασφαλίζεται από την εν λόγω υποθήκη. Παραθέτω το άρθρο 21(γ) πιο κάτω. Δηλώσεις ενυποθήκου οφειλέτου και ενυποθήκου δανειστού και προσαγόμενα έγγραφα 21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: .. (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη ... Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο που προνοεί για τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη σύσταση υποθήκης, ασφάλειας υφισταμένης, μελλούσης, υπό αίρεση υποχρέωση ή εγγύηση. 22.-
(1)Υποθήκη δύναται να συσταθή ως ασφάλεια διά την εκπλήρωσιν υφισταμένης, μελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού.
(2)Οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως ή περιοδικών πληρωμών ή υπολοίπου τρέχοντος λογαριασμού, υφίσταται δικαίωμα προτεραιότητος, ως προνοείται εν άρθροις 23 και 30, καθ' όσον αφορά ολόκληρον το εκάστοτε οφειλόμενον δυνάμει της υποθήκης ποσόν, από της ημερομηνίας καθ' ην το ακίνητον βαρύνεται διά ταύτης δυνάμει των διατάξεων του ως είρηται άρθρου 23.
(3)Την πληρωμήν του εξασφαλιζομένου δι' υποθήκης ποσού δύναται να εγγυηθή οιονδήποτε πρόσωπον. Εφόσον είναι θέση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι η συσταθείσα υποθήκη είχε σκοπό την εξασφάλιση της επιστολής εγγύησης πιστής εκτέλεσης 74/2007, θα έπρεπε η εγγυητική να περιληφθεί στη δήλωση της σύμβασης υποθήκης κατά την εγγραφή της ώστε να είναι ξεκάθαρο και γνωστό στον ενυπόθηκο οφειλέτη και τον διάδοχο της την Ενάγουσα, ποια ήταν η υποχρέωση που τελούσε υπό την αίρεση συγκεκριμένου γεγονότος. Το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης Χ' Οικονόμου πιο πάνω , είναι σχετικό διότι επεξηγεί ότι κάθε έγγραφο που είναι σχετικό με τη μέγιστη υποχρέωση για το οποίο είχε συσταθεί η υποθήκη θα πρέπει να συμπεριληφθεί στη σύμβαση υποθήκης σύμφωνα με το άρθρο 21. Έχουμε μελετήσει τα θέματα που εγέρθηκαν ενώπιον μας και έχουμε την άποψη πως οι σημειώσεις που αναφέρονται στο έντυπο της υποθήκης, πράγματι είναι επεξηγηματικές. Ο τύπος της υποθήκης που καθορίζεται από το άρθρο 21
(2)του νόμου, διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1), όπου καθορίζονται τα στοιχεία εκείνα που πρέπει να διαλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις. Μεταξύ αυτών των στοιχείων είναι η σύμβαση υποθήκης και η βεβαίωση αποδοχής της. Ο όρος "υποθήκη" μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων, σημαίνει "επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινος χρέους ή υποχρεώσεως"· και σύμφωνα με το άρθρο 22
(1), "υποθήκη" δύναται να συσταθεί "προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον δια δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού". Συνεπώς, η σύσταση υποθήκης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη χρέους, γιατί σύμφωνα με τα πιο πάνω, είναι δυνατή η σύσταση της προς εξασφάλιση και μελλούσης ή υπό αίρεση υποχρέωσης, περιλαμβανομένης και υποχρέωσης αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον δια δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού. Ακόμα σύμφωνα με το άρθρο 22, η σύσταση υποθήκης μπορεί να γίνει ως ασφάλεια υφιστάμενης, μελλούσης ή υπό αίρεση υποχρέωσης και λαμβάνοντας υπόψη πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθορίζεται στο άρθρο 2, σαν ο κύριος ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου του, χωρίς να αναφέρεται σε πραγματικούς οφειλέτες, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως είναι δυνατή η υποθήκευση ακινήτου υπό μορφή εγγύησης τρίτου προσώπου και σαν ενυπόθηκος οφειλέτης να εμφανίζεται ο εγγυητής. Το Τεκμήριο 4 είναι η σύμβαση και δήλωση υποθήκης ακινήτου σύμφωνα με τον τύπο που προνοεί ο Νόμος και η αναφορά στη Σύμβαση και τη Δήλωση πως "η παρούσα συμφωνία θα διέπεται υπό τους όρους του επισυναπτομένου εγγράφου ημερομηνίας 24.8.83", ορθά αναγράφηκε και ορθά επισυνάφθηκε το έγγραφο αυτό, που είναι το Τεκμήριο 4Α, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Σύμβασης Υποθήκης. Ακόμα, ορθά αναγράφηκε το ποσό των £30.000 σαν το οφειλόμενο ποσό πού είναι φανερό από το περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων, πως ήταν το μέγιστο της πιθανής υποχρέωσης του εφεσείοντα προς εξασφάλιση του οποίου συνεστήθη η υποθήκη, παρόλο που αν αναγραφόταν η διευκρίνιση αυτή, θα ήταν προτιμότερο. Η αναφορά της μεγίστης πιθανής υποχρέωσης, έπρεπε να γίνει στη σύμβαση υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 21. Ακόμα, έχουμε την άποψη πως οι όροι της υποθήκης δεν περιορίζονται από το άρθρο 21 μόνο στον τύπο της υποθήκης που το άρθρο αυτό καθορίζει, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β), "ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη την χρήσιν ετέρων παρόμοιας φύσεως τύπων, ως και την αναγκαίαν υπό τας περιστάσεις τροποποίησιν των εν τω Δευτέρω Παραρτήματι εκτιθεμένων τοιούτων· οιαδήποτε δε απόκλισις τοιούτου ή τροποποιημένου τύπου εκ των αντιστοίχων τύπων των εκτιθεμένων εν τω Δευτέρω Παραρτήματι, εφ' όσον δεν πρόκειται περί ουσιαστικής διαφοράς, ουδόλως επηρεάζει το έγκυρον ή το κανονικόν του τοιούτου τύπου". Έχουμε τη γνώμη πως η επισύναψη του Τεκμηρίου 4Α, ήταν αναγκαία για να προσδιορίσει επακριβώς τη συμφωνία των μερών και δεν αποτελεί απόκλιση ουσιαστικής διαφοράς από τον καθορισμένο τύπο για να επηρεάσει το έγκυρο ή το κανονικό του τύπου της υποθήκης. Εξάλλου, η δήλωση υποθήκης έγινε αποδεκτή από τον Διευθυντή Κτηματολογίου και το ακίνητο του εφεσείοντα βαρύνεται δια της πληρωμής του εξασφαλισμένου ποσού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23. Ο εφεσείων δεν υπόβαλε έφεση κατά της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποδεκτεί την υποθήκη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 51 του Νόμου. Το θέμα της πρόνοιας στο Τεκμήριο 4Α περί της μη περαιτέρω επιβάρυνσης του ενυπόθηκου κτήματος, δεν θα μας απασχολήσει, γιατί δεν εγέρθηκε και ούτε συζητήθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι όντως δημιουργείται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, επειδή η εγγυητική επιστολή με αρ. 74/2008 ημερομηνίας 17/05/2007, που προσδιόριζε ότι το μέγιστο της υποχρέωσης για την οποίαν είχε συσταθεί η υποθήκη για το ποσό των ΛΚ45.000 και που το κρατούσε προς όφελος της Αιτήτριας της εγγυητικής, ο ενυπόθηκος οφειλέτης υπό την αίρεση της μη πιστής εκτέλεσης της συμφωνίας πωλητηρίου εγγράφου, θα έπρεπε να επισυναφθεί στα έγγραφα της υποθήκης για να προσδιορίζεται ακριβώς η συμφωνία των μερών ως προς το ποιοι ήταν οι ουσιώδεις και αναγκαίοι όροι της υποθήκης. Εφόσον τα πιο πάνω αναγκαία στοιχεία δεν εμφανίζονται στον καθορισμένο τύπο της υποθήκης κατά πάσα πιθανότητα να επηρεάζεται το έγκυρο ή το κανονικό του τύπου της υποθήκης. Ως προς το ζήτημα της παραγραφής, η αγωγή αφορά αξίωση της Ενάγουσας για ακύρωση της υποθήκης επειδή αυτή διευθετήθηκε ή έληξε και/ή απώλεσε έννομα αποτελέσματα έναντι της Εναγόμενης. Η συγκεκριμένη αξίωση παραπέμπει σε νομικό δικαίωμα για εξάλειψη της υποθήκης με απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 36 του περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμου όταν ο «ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη» Σε κάθε περίπτωση επί αγωγής που το αντικείμενο της είναι η εγκυρότητα της υποθήκης, σχετικό είναι το άρθρο 5 του περί Παραγραφής Νόμου 66
(1)2012 που προβλέπει ότι «καμιά αγωγή επί ή για ή σε σχέση με υποθήκη ή ενέχυρο δεν εγείρεται μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την ημέρα που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής». Κατά συνέπεια ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κρίνω επίσης ότι εκπληρώνεται και η τρίτη προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς. ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ ΖΗΜΙΑ Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι αναγκαία η έκδοση προσωρινού διατάγματος για τη διατήρηση του status quo, κάποτε όμως o Αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλή στην υπόθεση Bacardi Co v Vinco Ltd. 1 ΑΑΔ 788
(1996). «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd. v Muskita Aluminium 1 ΑΑΔ 2015
(2002)καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. .................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. .................................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Στην υπόθεση Loucas Panagiotou Estates Ltd. ν Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση Ε203/2013 ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου 2019, το Εφετείο επιβεβαίωσε την αρχή ότι με την ανεπανόρθωτη ζημιά δεν εννοείται μόνο υλική ζημιά με την αυστηρή της έννοια. Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο χωρίς την έκδοσή του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στον Αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Σε εκείνην την υπόθεση ως και στη δική μας, ήταν περίπτωση πώλησης του ακινήτου των Εφεσειόντων με τη διαδικασία του πλειστηριασμού. Η πλευρά της εφεσίβλητης είχε αντιτάξει στο επιχείρημα των Εφεσειόντων, ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εξαιτίας της πώλησης του υποθηκευμένου ακίνητου, τη θέση ότι είχε τους οικονομικούς πόρους να αποζημιώσει τους Εφεσείοντες στην περίπτωση που η απόφαση για τον πλειστηριασμό του ακινήτου εν τέλει αποφασισθεί ότι ήταν λανθασμένη. Η πρωτόδικη κρίση ότι δεν είχε καταδειχθεί η προοπτική της ανεπανόρθωτης ζημιάς από την πώληση του ακινήτου σε διαδικασία πλειστηριασμού και η απώλεια αυτής επικυρώθηκε. Ο λόγος είναι επειδή δεν είναι αυτόματο συμπέρασμα ότι η απώλεια του ακινήτου δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι ήταν λανθασμένη η απόφαση για την πώληση του. Εκείνος που προβάλλει το επιχείρημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς θα πρέπει να το στοιχειοθετήσει και δεν είναι αρκετό να ισχυριστεί γενικά ο εφεσείοντας ότι στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός «θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας» στα χέρια του εφεσείοντα. Όντως επίκειται πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου στις 13/12 και ώρα 10:00 π.μ. Οι Καθ' ων οι Αίτηση έχουν αναπτύξει τη θέση, ότι δεν υπάρχει κάτι το ειδικό και συγκεκριμένο σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο και ότι σε κάθε περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση έχει μεγάλο οικονομικό εκτόπισμα με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να παρέχει αποζημιώσεις στην περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Το αντικείμενο της αγωγής, είναι η προσβολή της νομιμότητας της υποθήκης επί του ακινήτου. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Κυρή Σάββα πιο πάνω, δεν είναι μόνο η οικονομική ζημιά που έχει σημασία, αλλά υπάρχουν κι άλλα μεταβλητά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στο κριτήριο αυτό. Το πιο σημαντικό όπως υποδείχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Ιορδάνους ν. P. S. Seamless Gutters Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αριθμός 4/22 ημερομηνίας 08/11/2022, είναι ότι θα πρέπει να γίνει αναφορά στις διαβλεπόμενες επιπτώσεις στους διαδίκους από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και να ισοζυγιστούν τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία για να υιοθετηθεί με αιτιολογημένη απόφαση εκείνη η πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ως προς την εγκυρότητα της συμφωνίας υποθήκης, κάτι που αφαιρεί το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης. Το ποσό που αξιώνει η Καθ' ης η Αίτηση από την πώληση του κατ' ισχυρισμόν ενυπόθηκου ακινήτου, είναι το ποσό των €126.118,12 με 6% τόκο από τις 20/12/2021 το οποίο οφείλεται σύμφωνα με τη σύμβαση υποθήκης αριθμός [ ]/2008. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει διενεργήσει δύο εκτιμήσεις του ακινήτου από τις οποίες διαφαίνεται ότι η αγοραία αξία του ακινήτου υπερβαίνει το ύψος του κατ' ισχυρισμόν ενυπόθηκου οφειλόμενου ποσού. Ενόψει αυτού διαφαίνεται ότι η πορεία με τον λιγότερο κίνδυνο της αδικίας είναι η διατήρηση της επικρατούσας κατάστασης των πραγμάτων και όχι η αλλοίωση της με την πώληση του ακινήτου, το οποίο αξίζει περισσότερο από το ενυπόθηκο οφειλόμενο ποσό. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια έχει καταχωρήσει αγωγή με αποκλειστικό σκοπό το ζήτημα της εγκυρότητας της υποθήκης. Επιδόθηκε στην Αιτήτρια ειδοποίηση "τύπου ΙA" για πώληση του ακινήτου, ενώ η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε καταχώρησε αγωγή για να διεκδικήσει το οφειλόμενο ποσό ή ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής 2682/17. Επιπρόσθετα η Καθ' ης η Αίτηση έλαβε ειδοποίηση "τύπου ΙΑ" ενώ τα μέρη ευρίσκονταν γύρω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων προς εξεύρεση συναινετικής λύσης για την τακτοποίηση του εν λόγω οφειλόμενου ποσού. Είναι λάθος να επιτραπεί η αιφνίδια πώληση του ακινήτου ενώ εγείρεται σοβαρό ζήτημα νομιμότητας της υποθήκης. Είναι πιο συνετό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να ακουστεί ως προς τα σοβαρά ζητήματα που προκύπτουν από την αγωγή. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος A της Αίτησης μόνο και το A τροποποιείται για να αφορά μόνο τον πλειστηριασμό που έχει προγραμματιστεί στις 13/12/2022 και ώρα 10:00 το πρωί. Η Ενάγουσα θα υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €150.000. Το διάταγμα θα ισχύει μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α. Ε. Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο