V.K. CITI HOMES LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ, Αρ. Αγωγής: 3427/12, 8/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3427/12 V.K. CITI HOMES LTD Ενάγοντες ‑και‑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 8/7/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Χ. Τσίγκης Για Εναγόμενο: κ. Στ. Σάββα για Παπαντωνίου και Παπαντωνίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ A. Τα επίδικα θέματα Οι Ενάγοντες, που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά τον χρόνο της ακρόασης ενώπιόν μου τελούσαν υπό διαχείριση ‑ παραλαβή (βλέπε Τεκμήριο 7), αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου 7.289,13 ευρώ, ως συμφωνηθέν ποσό για εκπόνηση αρχιτεκτονικών και μηχανολογικών σχεδίων για λογαριασμό του Εναγόμενου. Το ποσό αυτό πληρώθηκε από τους Ενάγοντες, οι οποίοι ασχολούνται με ανέγερση και πώληση οικιών και άλλες συναφείς εργασίες, σε αρχιτέκτονα που ετοίμασε τα αρχιτεκτονικά σχέδια (6.000 ευρώ) και σε πολιτικό μηχανικό που ετοίμασε τα στατικά σχέδια (1.289,13 ευρώ) για την ανέγερση της οικίας του Εναγόμενου. Αξιώνεται από τον Εναγόμενο η καταβολή των ποσών αυτών βάσει συμφωνίας προς τούτο. Το ξεχωριστό ποσό των 1.500 ευρώ που ζητούσαν οι Ενάγοντες διά του (Β) του αιτητικού τους, ως αμοιβή για παροχή υπηρεσιών, δεν το προώθησαν ενώπιόν μου και ως εκ τούτου θεωρώ πως το εγκατέλειψαν. Η, δε, πλευρά του Εναγόμενου αναφέρει ότι αυτός συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες για την αγορά μόνο ενός οικοπέδου στον Άγιο Ανδρέα Λευκωσίας διά γραπτής συμφωνίας, την οποία και εξόφλησε στο ακέραιο κατά το 2009 (βλέπε Τεκμήρια 8 και 9). Ποτέ δεν υπήρξε μεταξύ του και των Εναγόντων γραπτή ή προφορική συμφωνία για την ανέγερση της οικίας του ή συμφωνίας ότι θα πλήρωνε τον αρχιτέκτονα που ετοίμασε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τον πολιτικό μηχανικό που ετοίμασε τα στατικά σχέδια, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Η θέση του ήταν ότι, οι συζητήσεις του με τους Ενάγοντες για την ανέγερση της οικίας του παρέμειναν σε επίπεδο διαπραγματεύσεων και ποτέ δεν ευόδωσαν ώστε να υπάρξει μεταξύ τους σχετική συμφωνία. Αν τελικά συμφωνούσε με τους Ενάγοντες για την ανέγερση οικίας στη βάση προσφοράς που θα του έδιναν, τότε και μόνο τότε θα επωμιζόταν τα προαναφερόμενα έξοδα. Εν τέλει, ο Εναγόμενος δεν συμφώνησε με τους Ενάγοντες να του ανεγείρουν οικία στο οικόπεδο που του πώλησαν και έτσι δεν είναι υπόλογος στην πληρωμή οποιωνδήποτε υπηρεσιών προς αυτούς. Με το πέρας της ακρόασης τα ακόλουθα γεγονότα προέκυψαν ως αδιαμφισβήτητα μεταξύ των μερών. Αποτελούν, δε, αυτόματα ευρήματά μου. ‑ Ο Εναγόμενος αγόρασε σε χρόνο προγενέστερο του επίδικου, δηλαδή το 2009, οικόπεδο στον Άγιο Ανδρέα από τους Ενάγοντες και τους εξόφλησε πλήρως, (Τεκμήρια 8 και 9). ‑ Τα αρχιτεκτονικά σχέδια (Τεκμήριο 3) ετοιμάστηκαν από αρχιτέκτονα της επιλογής των Εναγόντων και συγκεκριμένα τον ΜΕ2 και οι Ενάγοντες τον πλήρωσαν 6.000 ευρώ. ‑ Τα στατικά σχέδια ετοιμάστηκαν από πολιτικό μηχανικό (Τεκμήριο 4) της επιλογής των Εναγόντων και οι Ενάγοντες πλήρωσαν τον ΜΕ2 για να τα δώσει στον πολιτικό μηχανικό ποσό 1.289,13 ευρώ. ‑ Έγιναν κατ' ιδίαν συναντήσεις μεταξύ του ΜΕ2, του ΜΕ1 και του Εναγόμενου για να συζητηθούν λεπτομέρειες των σχεδίων. ‑ Ο Εναγόμενος ουδέποτε πλήρωσε για τα σχέδια αυτά τους Ενάγοντες, ενώ οι ίδιοι τα πλήρωσαν στον ΜΕ2 και στον πολιτικό μηχανικό, ως προαναφέρεται. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι το μοναδικό επίδικο ερώτημα εν προκειμένω είναι αν υπήρξε γραπτή ή προφορική συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων, διά του ΜΕ1, και του Εναγόμενου για πληρωμή των επίδικων ποσών. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητά τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Ενώπιόν μου μαρτύρησαν ο Ευάγγελος Γεωργίου, διευθυντής των Εναγόντων (ΜΕ1) και ο Nasser Abdellatif, αρχιτέκτονας (ΜΕ2) για την πλευρά των Εναγόντων ενώ για την πλευρά του Εναγόμενου μαρτύρησε ο ίδιος. Ο ΜΕ1 ανέφερε πως κατά ή περί τον Ιούλιο του 2009 και αφού ο Εναγόμενος είχε αγοράσει από τους Ενάγοντες το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 1/[ ], φύλλο 21, σχέδιο 450302, τμήμα 1, τεμάχιο [ ], στον Άγιο Ανδρέα, στον Δήμο Λευκωσίας, οι Ενάγοντες εξέδωσαν προσφορά ανέγερσης κατοικίας προς τον Εναγόμενο που ανέρχετο σε ποσό €376.000 χιλιάδες, ποσό που συμπεριλάμβανε και τα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια, τα οποία οι Ενάγοντες ήδη πλήρωσαν στους σύμβουλους τους, αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό αντίστοιχα. Ακολούθησαν οι συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων με σκοπό την τελειοποίηση των σχεδίων χωρίς τούτο να καταστεί δυνατό. Μόλις τον Νοέμβριο του 2011 οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο το επίδικο ποσό και ο ίδιος αρνήθηκε να το καταβάλει. Παρά τις επιστολές των δικηγόρων τους ο Εναγόμενος αρνείται μέχρι και σήμερα να τους καταβάλει το επίδικο ποσό. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ανέφερε πως δεν έχει το δελτίο προσφοράς διότι το έχασε από το computer του. Εξήγησε ότι τα έξοδα ετοιμασίας των σχεδίων θα τα επωμιζόταν ο Εναγόμενος και οι Ενάγοντες ήταν ανεκτικοί στον χρόνο που θα πληρώνονταν διότι άργησαν να του μεταβιβάσουν το προαναφερθέν οικόπεδο. Αρνήθηκε τη θέση του Εναγόμενου ότι ποτέ δεν υπήρξε συμφωνία για πληρωμή των επίδικων ποσών. Είπε επίσης ότι όρος του Εναγόμενου για να αγοράσει το οικόπεδο ήταν οι Ενάγοντες να εκπονήσουν σχέδια για συγκεκριμένο εμβαδόν και συγκεκριμένη τιμή. Εξήγησε ότι ο Εναγόμενος κρυβόταν πίσω από το γεγονός ότι δεν υπογράφηκε μεταξύ τους συμφωνία για να δικαιολογήσει τη μη πληρωμή των επίδικων ποσών. Εξήγησε ότι ο ΜΕ2 είναι αρχιτέκτονας, με τον οποίο συνεργάζονταν συχνά όταν η εταιρεία ήταν δρώσα οικονομική οντότητα και δέχτηκε να πληρωθεί μόνο 6.000 ευρώ, ενώ η κανονική τιμή που χρεώνει είναι 25.000 ευρώ. Όταν του υπεβλήθη ότι η προσφορά που θα ετοίμαζε για τον Εναγόμενο θα ήταν χωρίς οποιοδήποτε κόστος για τον ίδιο το αρνήθηκε. Είπε ότι η συμφωνία ήταν οι Ενάγοντες να πληρώνουν τον ΜΕ2 και ο Εναγόμενος να πληρώνει τους Ενάγοντες, χωρίς όμως ποτέ να το αποδείξει, είτε με τα λεγόμενά του είτε με έγγραφα που ανταλλάγηκαν μεταξύ των μερών. Αξιολογώντας τον ΜΕ1 θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Ο λόγος του ήταν συχνά συγκεχυμένος, αρκετές φορές ασαφής και περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ενώ αρχικά είπε ότι γραπτή προσφορά για την ανέγερση κατοικίας υπήρχε αλλά δεν την έβρισκε στο computer του, ύστερα είπε πως δεν θυμάται αν υπήρχε καν. Ενώ αρχικά είπε πως δεν εξέδωσε τιμολόγιο για το οφειλόμενο ποσό στον Ενάγοντα, ύστερα είπε πως δεν θυμάται. Δεν θυμόταν λεπτομέρειες για την αγορά του οικοπέδου από τον Ενάγοντα, αλλά ο χρόνος της εν λόγω αγοράς είχε σημασία, διότι ο ΜΕ1 έλεγε ότι ο Εναγόμενος έβαλε όρο για να αγοράσει το οικόπεδο να του βγάλουν σχέδια με συγκεκριμένο εμβαδόν και συγκεκριμένη τιμή. Ο Εναγόμενος αρνείται τούτο, λέγοντας πως οι Ενάγοντες προσφέρθηκαν να του δώσουν προσφορά για ανέγερση κατοικίας μόνο όταν εξόφλησε πλήρως το οικόπεδο. Περαιτέρω, τη θέση του ΜΕ1 ότι δεν ζήτησε λεφτά από τον Εναγόμενο από το 2009 μέχρι και το 2012 διότι άργησε να του μεταβιβάσει το οικόπεδο, ενώ η μεταβίβαση έγινε ήδη από το 2009 και ενώ οι δύο τους είχαν σχέσεις μέχρι το 2011, διότι ο Εναγόμενος ήταν ο παιδίατρος του παιδιού του ΜΕ1, τη βρίσκω παρατραβηγμένη. Κρίνω, συνεπώς, τον ΜΕ1 ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ο ΜΕ2 ανέφερε πως ήταν ο αρχιτέκτονας που ετοίμασε προσχέδια αρχιτεκτονικών σχεδίων (Τεκμήριο 3) και για τα οποία πληρώθηκε €6.000 από τους Ενάγοντες. Επιπλέον ετοιμάστηκαν από τον συνεργάτη του, πολιτικό μηχανικό, τα στατικά σχέδια (Τεκμήριο 4), για τα οποία πληρώθηκε από τους Ενάγοντες €1.289,13. Κατόπιν τούτου έγιναν τέσσερις συναντήσεις μεταξύ του ιδίου, του ΜΕ1 και του Εναγόμενου, μερικές φορές και της γυναίκας του, με σκοπό την τελειοποίηση των σχεδίων. Στις εν λόγω συναντήσεις έγιναν μετατροπές στα αρχιτεκτονικά σχέδια από την πλευρά του Εναγόμενου. Αργότερα όμως αυτός ζήτησε επιπρόσθετη αλλαγή, δηλαδή την προσθήκη υπογείου στην υπό σχεδιασμό οικία, κάτι που θα κόστιζε €2.000 περισσότερα σε υπηρεσίες αρχιτέκτονα, κάτι για το οποίο ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε και δεν αποδέχθηκε. Στο Δικαστήριο ο ΜΕ2 ανέφερε πως δεν γνώριζε εκ των προτέρων τον Εναγόμενο. Συνεργάστηκε μαζί του μέσω των Εναγόντων. Δεν προσλήφθηκε ως αρχιτέκτονας από τον Εναγόμενο, αλλά από τους Ενάγοντες. Τα σχέδια, είπε, ήταν έτοιμα για να ληφθούν οι άδειες. Τότε ήταν που ζήτησε την ουσιώδη αλλαγή ο Εναγόμενος για προσθήκη υπογείου, την οποία ο αρχιτέκτονας έκανε και για την οποία σκόπευε να χρεώσει τους Ενάγοντες €1.500 περαιτέρω, αλλά ποτέ δεν το έκανε διότι δεν ήθελε να διακυβεύσει τις σχέσεις μεταξύ τους. Εξήγησε πειστικά πως η συμφωνία του ήταν με τους Ενάγοντες, όχι με τον Εναγόμενο, από τους οποίους και πληρώθηκε. Δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τη συμφωνία μεταξύ των μερών ή αν αυτή υπήρχε καν. Αντιλήφθηκε ότι πρέπει να υπήρχε κάποια συμφωνία, διότι οι συναντήσεις ήταν για τελειοποίηση και αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια, αλλά ποτέ δεν την είδε με τα μάτια του. Έδωσε αντίγραφα των σχεδίων (Τεκμήριο 3 και 4) στους Ενάγοντες, αλλά και στον Εναγόμενο, στις συναντήσεις που είχαν, χωρίς όμως οποιαδήποτε απόδειξη ότι ο Εναγόμενος τα παρέλαβε. Κρίνω τον ΜΕ2 ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Ήταν ανεξάρτητος τρίτος σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ των μερών και θεωρώ πως δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να πει στο Δικαστήριο γεγονότα άλλα από τα πραγματικά. Τα λεγόμενά του ήταν σαφή και θετικά. Όσα γνώριζε σε σχέση με τα επίδικα θέματα τα ανέφερε και όσα δεν γνώριζε ειλικρινά απαντούσε πως δεν τα γνώριζε ή δεν θυμόταν. Θεωρώ πως μπορώ να βασιστώ στη δική του ανεξάρτητη μαρτυρία για να εξάξω ασφαλή στην υπόθεση συμπεράσματα. Ο Εναγόμενος ανέφερε πως ουδέποτε υπήρξε μεταξύ του και των Εναγόντων συμφωνία για πληρωμή αρχιτεκτονικών ή και στατικών σχεδίων. Μόλις ολοκληρώθηκε η αγορά του οικοπέδου από τον Εναγόμενο, οι Ενάγοντες προσφέρθηκαν να αναθέσουν σε δικό τους αρχιτέκτονα την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων ώστε να του δώσουν προσφορά για την ανέγερση κατοικίας επί του οικοπέδου. Ποτέ δεν έλαβε αυτή την προσφορά και ποτέ δεν παρέλαβε τα τελικά αρχιτεκτονικά σχέδια. Η συμφωνία τους θα ήταν οι Ενάγοντες να αναλάβουν την ανέγερση της κατοικίας ως developers χωρίς καμία περαιτέρω επιβάρυνση για τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Οι Ενάγοντες είναι αυτοί που συμβλήθηκαν με τον ΜΕ2 και δεν γνωρίζει το ύψος της αμοιβής του, αφού οι Ενάγοντες τον διόρισαν. Τα μόνα σχέδια που είδε ήταν τα προσχέδια που του έδειξε ο ΜΕ2 σε σχετική τους συνάντηση. Διαφώνησε με τον τρόπο σχεδιασμού του σπιτιού και στο σημείο εκείνο ο ΜΕ2 ζήτησε λεφτά και ο Εναγόμενος του είπε ότι ουδέποτε συμφώνησε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Ο Εναγόμενος δεν δεσμεύτηκε με οποιονδήποτε τρόπο, ούτε να αποδεχθεί την όποια προσφορά θα του έκαναν οι Ενάγοντες, ούτε να πληρώσει ξεχωριστά για τα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια. Ενώ είχε σχέσεις με τον ΜΕ1 από το 2009 όταν αγόρασε το οικόπεδο και μετέπειτα, διότι ήταν ο παιδίατρος του παιδιού του, μόλις το 2012, λίγες εβδομάδες πριν λάβει τις επιστολές, Τεκμήριο 5, του τηλεφώνησε ο ΜΕ1 και του ζήτησε για πρώτη φορά να του καταβάλει το επίδικο ποσό. Του απάντησε ότι ποτέ δεν είχαν τέτοια συμφωνία και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέτασή του ο Εναγόμενος ανέφερε πως η συμφωνία του με τους Ενάγοντες ήταν ότι, η τιμή για τα αρχιτεκτονικά σχέδια θα συμπεριλαμβανόταν στην τιμή της προσφοράς που θα του έδιναν οι Ενάγοντες αν και εφόσον εν τέλει συμφωνούσαν. Ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε προσφορά και ουδέποτε παρέλαβε τελικά αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια. Όταν του υπεβλήθη αν θεωρούσε ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια θα ετοιμάζονταν δωρεάν απάντησε πως η συμφωνία μεταξύ αυτού και του ΜΕ1 ήταν ότι θα πλήρωνε για τα αρχιτεκτονικά σχέδια, αν και εφόσον, οι Ενάγοντες αναλάμβαναν να του χτίσουν το σπίτι, αλλά δεν συμφώνησαν σε τούτο. Ουδέποτε ο ΜΕ1 του είπε είτε γραπτώς είτε προφορικά ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια θα πληρώνονταν ξεχωριστά και ανεξάρτητα από την κατακύρωση της προσφοράς για ανέγερση της κατοικίας στους Ενάγοντες. Όταν του υπεβλήθη πως ο ίδιος έθεσε όρο για να ετοιμαστούν αρχιτεκτονικά προσχέδια πριν καν αγοράσει το οικόπεδο το αρνήθηκε, λέγοντας πως όρος ήταν οι Ενάγοντες να κατεδαφίσουν την οικοδομή που υπήρχε μέσα στο οικόπεδο που αγόρασε, κάτι το οποίο οι Ενάγοντες δεν έπραξαν και εν τέλει ο ίδιος επωμίστηκε 12.500 ευρώ για την κατεδάφισή του. Η μόνη συμφωνία που είχαν ήταν για την αγορά του οικοπέδου και καμία άλλη. Δεν αρνήθηκε ότι είδε προσχέδια των αρχιτεκτονικών σχεδίων, αλλά είπε ότι δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο των τελικών σχεδίων αφού διαφώνησαν με τον αρχιτέκτονα στην πορεία. Ποτέ δεν είδε τα τελικά αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια ως τα Τεκμήρια 3 και 4 στην παρούσα υπόθεση. Θεωρώ πως ο Εναγόμενος ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ η εκδοχή του είχε συνοχή και συνέπεια. Η μαρτυρία του ήταν θετική και σαφής χωρίς να δώσει οποιαδήποτε αφορμή για να κριθεί αναξιόπιστος. Θεωρώ πως αν βασιστώ στη μαρτυρία του θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Γ. Νομική πτυχή Στη Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, στη σελ. 1868, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά ως προς το βάρος απόδειξης που φέρει ο Ενάγων σε κάθε αστική υπόθεση: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας)». Εν προκειμένω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι δικαιούνται σε απόφαση ως οι αξιώσεις τους. Ουδέποτε προσκόμισαν στο Δικαστήριο το δελτίο προσφοράς ανέγερσης της κατοικίας των €376.000 και ουδέποτε παρουσίασαν τιμολόγια για τα επίδικα ποσά. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες δεν κατέθεσαν οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι ο Ενάγοντας έλαβε τα τελικά αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια. Γραπτή συμφωνία για ανέγερση κατοικίας στο αγορασθέν οικόπεδο, σύμφωνα με την παραδοχή του ΜΕ1, δεν υπήρχε. Ακόμα και αν η συμφωνία των Εναγόντων με τον Εναγόμενο ήταν προφορική, οι όροι της έπρεπε να ήταν σαφείς και επαληθεύσιμοι από το Δικαστήριο. Η αναξιοπιστία της εκδοχής του ΜΕ1 δεν επιτρέπει την εξαγωγή σχετικού συμπεράσματος. Αντιθέτως, η πλευρά του Εναγόμενου έπεισε ότι, δεν υπήρξε καν προφορική συμφωνία μεταξύ των μερών, η οποία να ίσχυε ανεξάρτητα από την επιτυχία της προσφοράς για ανέγερση της εν λόγω οικίας. Η μεταξύ τους προφορική συμφωνία, δηλαδή, ήταν πως ο Εναγόμενος θα πλήρωνε για το επίδικο ποσό αν και εφόσον συμφωνούσε με τους Ενάγοντες για την ανέγερση της κατοικίας του. Αφού τούτο, παραδεκτώς, δεν έγινε, δεν όφειλε ούτε το επίδικο ποσό. Στη βάση όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να πείσουν ότι η εκδοχή τους είναι πιο πιθανή παρά όχι. Δ. Κατάληξη Συνεπώς, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, ως υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο