← Κύπρος

ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΑΛΛΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Α. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 3461/13, 8/4/2022

ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΑΛΛΗ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Α. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 3461/13, 8/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A335 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3461/13 ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΑΛΛΗ Ενάγοντος και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Α. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 8/7/2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Τζ. Μπετίτο Για Εναγόμενο: κ. Θ. Π. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδη & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ A. Τα επίδικα θέματα Ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό ύψους 82.241,12 ευρώ δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί ποσού ΛΚ 26.000 πλέον έξοδα. Η αξίωση του Ενάγοντα βασίζεται σε γραμμάτιο, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει ως συνήθους τύπου (Τεκμήριο 2) δυνάμει του άρθρου 79 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι υπέγραψε στις 29/9/1998 με το εξής λεκτικό: «Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Παναγιώτης Α. Μιχαηλίδης εκ [ ] 40 Στρόβολος ‑ Λευκωσία οφείλω να πληρώσω εις τον Κώστα Γιωργαλλή από τη Λευκωσία το ποσό των 26.000 ΛΚ (είκοσι έξι χιλιάδες μόνο) αξίαν ληφθείσαν σε μετρητά ως δάνειο. Αναλαμβάνω όπως εξοφλήσω το πιο πάνω ποσό μαζί με τόκο προς 8,5% ετησίως από 1/10/98 με μηνιαίες δόσεις εκ 2.000 ΛΚ (δύο χιλιάδες λίρες μόνο) εκάστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 1/11/

  1. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, τότε ολόκληρο το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό θα καθίσταται οφειλόμενο και πληρωτέο αμέσως. Αναλαμβάνω επίσης την υποχρέωση σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον μου όπως καταβάλω όλα τα Δικαστικά και Δικηγορικά έξοδα τα οποία θα χρειασθούν για την είσπραξη του πιο πάνω ποσού που οφείλω. Λευκωσία 29/9/1998 Ο ΛΑΒΩΝ (Υπ.) ............................. Παναγιώτης Α. Μιχαηλίδης ΜΑΡΤΥΡΕΣ
  2. ............................................
  3. ............................................» Το ποσό των 82.241,12 ευρώ που ο Ενάγοντας αξιώνει είναι το ποσό του γραμματίου αυτού με τους τόκους υπολογισθέντες μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον κάποια άλλα έξοδα ως φαίνονται στο Τεκμήριο 4, κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, το ποσό του γραμματίου ενσωμάτωνε προηγούμενη οφειλή του Εναγόμενου προς αυτόν προς ΛΚ 12.000, πλέον ποσό ΛΚ 8.903,33 που του δάνεισε για να επενδύσουν από κοινού - και μαζί με τρίτο άτομο - σε ένα ακίνητο, ως αναφέρεται πιο κάτω. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει το ποσό του γραμματίου χωρίς να αρνείται το γεγονός της κοινής επένδυσης σε ακίνητο. Δέχεται ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο, αλλά ισχυρίζεται ότι το έκανε «υπό το κράτος αφορήτου πιέσεως» από τον Ενάγοντα, γιατί χρειαζόταν το γραμμάτιο «για λογιστικούς σκοπούς της εταιρείας του». Αρνείται περαιτέρω ότι έλαβε το ποσό του γραμματίου σε μετρητά ή άλλως πως από τον Ενάγοντα. Ισχυρίζεται ότι, προηγούμενη οφειλή του προς τον Ενάγοντα - άσχετη με το επίδικο γραμμάτιο - την εξόφλησε εντελώς στις 29/9/2001 με καταβολή ποσού ΛΚ 14.000 στον Ενάγοντα. Η ανταπαίτηση του Εναγόμενου για ΛΚ 2.000 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε χωρίς έξοδα στις 8/11/2021 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Εν τέλει, ως φάνηκε μέσα από τη μαρτυρία και τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου, η αγορά του επίδικου ακινήτου αποδείχθηκε κακή επένδυση. Όχι μόνο το επίδικο ακίνητο δεν εντάχθηκε στη βιομηχανική ζώνη όπως τα μέρη ανέμεναν, αλλά απαλλοτριώθηκε κιόλας από τη Δημοκρατία για να περάσει δημόσιος δρόμος με αποτέλεσμα η αξία του να μειωθεί ακόμα περισσότερο. Τούτη είναι, θεωρώ, η αιτία της χρηματικής διαφοράς των μερών, οι οποίοι, κατά τα άλλα, παραδέχονται πως κατά τον επίδικο χρόνο είχαν μεταξύ τους φιλία και εμπιστοσύνη. Ο καθένας προσπαθεί να μειώσει τις απώλειές του από την κακή επένδυση που αμφότεροι έκαναν. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητά τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨ Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Στη Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, στη σελ. 1868, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά ως προς το βάρος απόδειξης που φέρει ο Ενάγων σε κάθε αστική υπόθεση: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Ενώπιόν μου μαρτύρησαν μόνο ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος διά γραπτών δηλώσεων και υποβλήθηκαν σε αντεξέταση. Ο Ενάγων ανέφερε πως με τον Εναγόμενο διατηρούσε άριστες σχέσεις. Κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγων ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κυπριακού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Λευκωσίας και ο Εναγόμενος ήταν γραμματέας του ΚΕΒΕ Λευκωσίας. Μεταξύ τους υπήρχε αμοιβαία εμπιστοσύνη. Την 1/2/96 ο Εναγόμενος του ζήτησε να του δανείσει ΛΚ 12.000 και ο ίδιος αποδέχθηκε. Ο Εναγόμενος τότε κατάρτισε το Τεκμήριο 1, το οποίο αναφέρει: «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ ΛΚ 12.000 Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Παναγιώτης Α. Μιχαηλίδης, από [ ] 40, Στρόβολος χρεωστώ να πληρώσω στον κ. Κώστα Γιωργαλλή της Amelco Industries το ποσό των ΛΚ 12.000 (δώδεκα χιλιάδες λίρες), σε πρώτη ζήτηση. Λευκωσία 1/2/1996 Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ .......................» Το έγγραφο το συνέταξε ο ίδιος ο Εναγόμενος με τον γραφικό του χαρακτήρα, ο οποίος ήταν νομικός. Κατά ή περί τις 13/2/96 ο Εναγόμενος του πρότεινε και αυτός αποδέχθηκε την αγορά της εταιρείας GEE TRADERS LTD με αριθμό εγγραφής ΗΕ69784 για το ποσό των ΛΚ 39.830, η οποία είχε στην κυριότητα και κατοχή της ακίνητο στην τοποθεσία «Γυριλλάδια» στο χωριό Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ: 30/47 Ε1, τμήμα: Ν, τεμάχιο: [ ] ( στο εξής «το επίδικο ακίνητο»). Ο λόγος αγοράς της εν λόγω εταιρείας ήταν αποκλειστικά ότι κατείχε το εν λόγω ακίνητο, το οποίο ο Ενάγοντας και Εναγόμενος θεώρησαν ως καλή επένδυση. Ο Εναγόμενος μάλιστα του πρότεινε το ποσό αγοράς να μοιραστεί διά τρία, αφού ενδιαφερόταν για την επένδυση αυτή και κάποιος Ορφέας Παναγιώτου που διέμενε στη Νότια Αφρική και τον οποίο ουδέποτε ο Ενάγων γνώρισε ή είχε επικοινωνία μαζί του. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα «ο Εναγόμενος αντιπροσώπευε τον Ορφέα Παναγιώτου σε όλες τις συμφωνίες και συναλλαγές και/ή ενεργούσε για λογαριασμό του». Η συνεισφορά λοιπόν του κάθε ενός στην αγορά της εταιρείας, και μέσω αυτής στην αγορά του επίδικου ακινήτου, θα ήταν ΛΚ 13.236,
  1. Από τις 100 συνολικά μετοχές της εταιρείας GEE TRADERS LTD ο Ενάγοντας έλαβε 34 και ο Ορφέας Παναγιώτου από
  2. Ο Εναγόμενος δεν διέθετε αυτό το ποσό και ζήτησε από τον Ενάγοντα να του δανείσει ΛΚ 8.903,
  3. Τα χρήματα που του δάνεισε δυνάμει του Τεκμηρίου 1 δεν τα είχε πάρει πίσω μέχρι τότε και έτσι το Τεκμήριο 1 αντικαταστάθηκε με το Τεκμήριο
  4. Ο ίδιος ο Εναγόμενος συνέταξε και το Τεκμήριο 2 και το υπέγραψε στην παρουσία του Ενάγοντα, ο οποίος υπογράφει και ως μάρτυρας σε αυτό. Ο λόγος που το ποσό του Τεκμηρίου 2 ανήλθε στις ΛΚ 26.000 ήταν διότι ο Ενάγων κατέβαλε περαιτέρω ποσό ΛΚ 266 για λογαριασμό του Εναγόμενου και περαιτέρω κεφαλαιοποιήθηκαν οι τόκοι του Τεκμηρίου 1 μέχρι την ημέρα υπογραφής του Τεκμηρίου
  5. Ο Εναγόμενος κατέβαλε έναντι της οφειλής του στις 29/9/2001 ποσό ΛΚ 14.000 και στις 31/12/2002 ποσό ΛΚ 1.000, δηλαδή συνολικό ποσό ΛΚ 15.000 (βλ. Τεκμήριο 4). Το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 2, πλέον τόκους, ο Εναγόμενος εξακολουθεί να του το οφείλει, ως προκύπτει από τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 4 και 6, που τηρούσε. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα ο Εναγόμενος αρνείται να καταβάλει το εν λόγω ποσό μέχρι και σήμερα. Όταν ο Εναγόμενος παρέλαβε την επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα του πρότεινε να του πωλήσει ένα ακίνητο και να αφαιρείτο από το τίμημα πώλησης αυτού το ποσό που αυτός του όφειλε. Δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή διότι το ποσό που ζήτησε ως τίμημα ήταν υπέρογκο και δεν ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία του ακινήτου που ήθελε να του πωλήσει. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 4 και 6 είναι καταστάσεις λογαριασμού που ο ίδιος ετοίμασε και ζήτησε από τον Εναγόμενο πάμπολλες φορές να ελέγξει με λογιστή του, αλλά αυτός ουδέποτε το έπραξε προφασιζόμενος ότι ουδέν ποσό του οφείλει. Εξήγησε ότι τους έδενε φιλία και εμπιστοσύνη χρόνων και λυπάται πραγματικά που τα πράγματα έφτασαν μέχρι εδώ. Ο λόγος μάλιστα που ο Ενάγοντας άργησε να καταχωρήσει την αγωγή για τόσα χρόνια ήταν αυτή η αμοιβαία φιλία και εμπιστοσύνη. Αρνείται ότι εξανάγκασε τον Εναγόμενο να υπογράψει το Τεκμήριο 2 με δόλο ή απάτη. Επέμενε ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος συνέταξε το Τεκμήριο 2 και ο ίδιος πρότεινε τη συγχώνευση του πρώτου γραμματίου με το δεύτερο, αφού ο Ενάγοντας κατέβαλε ΛΚ 8.903,33 περισσότερα από το μερίδιό του στην εταιρεία και για λογαριασμό του Εναγόμενου. Όταν του υπεβλήθη ότι το γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου διερωτήθηκε ευλόγως γιατί ο Εναγόμενος να το υπογράψει εάν δεν όφειλε το ποσό που αναφερόταν σε αυτό, δεδομένου και του γεγονότος ότι ήταν νομικός. Του υπεβλήθη ότι ο λόγος που ο Εναγόμενος το υπέγραψε ήταν διότι ο Ενάγοντας του είπε ότι το χρειάζετο για λογιστικούς σκοπούς της εταιρείας του και έτσι τον εξαπάτησε να το υπογράψει. Όσον αφορά στους παρόντες μάρτυρες, ο Ενάγων επιβεβαίωσε ότι η πρώτη υπογραφή είναι η δική του, αλλά δεν θυμόταν αν η δεύτερη υπογραφή, η οποία ανήκε σε κάποια Λένια Χαραλάμπους, τέθηκε επί του Τεκμηρίου 2 στην παρουσία τους. Πάντως ο Ενάγων υπέγραψε στην παρουσία του Εναγόμενου και κατόπιν αυτού. Αργότερα, ο Εναγόμενος «δωροδόκησε» κάποιον 3.000 ευρώ, ώστε να εντάξει το επίδικο ακίνητο σε βιομηχανική ζώνη, ποσό το οποίο οι 3 συνέταιροι μοίρασαν διά τρία. Όταν πέθανε ο Ορφέας Παναγιώτου ο Εναγόμενος παραπονείτο στον Ενάγοντα ότι δεν θα μπορούσε να εισπράξει πλέον αυτά που του χρωστά. Ο Ενάγων υπολογίζει το οφειλόμενο υπόλοιπο στο Τεκμήριο 4 - κατάσταση λογαριασμού που ο ίδιος ετοίμασε - ως εξής: ΛΚ 26.000 (δυνάμει του Τεκμηρίου 2) πλην ΛΚ 14.000 που ο Εναγόμενος τον πλήρωσε στις 29/9/2001, πλην ΛΚ 1.000, που ήταν το μερίδιο του Ενάγοντα στη «δωροδοκία» εκ του Εναγόμενου στις 31/12/2002 για να ενταχθεί το επίδικο ακίνητο σε βιομηχανική ζώνη, πλέον τόκους που τους υπολογίζει ως 8.5% επί του εκάστοτε υπολοίπου. Όταν του υπεβλήθη ότι τίποτα δεν του οφείλει ο Εναγόμενος, ο Ενάγοντας ανέφερε πως από καλοσύνη περίμενε 15 χρόνια να τον πάρει στο Δικαστήριο. Έβρισκε άδικο τον τόκο 8,5%, που προνοεί το επίδικο γραμμάτιο, ενώ σήμερα ο νόμιμος τόκος είναι 2 ‑ 3% και του είπε πολλές φορές να βρουν μια μέση λύση για να κλείσει η υπόθεση, κάτι το οποίο Εναγόμενος απέρριπτε λέγοντας ότι «έκοψε μέσα». Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το ποσό που δανείστηκε από τον Ενάγοντα δυνάμει του Τεκμηρίου 1 το διέθεσε προς αγορά ενός άλλου ακινήτου στην Πάφο. Συμφωνεί με τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας περί της αγοράς της εταιρείας και μέσω αυτής του επίδικου ακινήτου, αλλά και για το ποσό που αναλογούσε στον κάθε ένα από τους τρεις μετόχους. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε δανείστηκε από τον Ενάγοντα ΛΚ 8.903,33 για να πληρώσει το μερίδιό του. Δέχεται ότι υπόγραψε το γραμμάτιο στην παρουσία του Ενάγοντα αλλά αναφέρει ότι η δεύτερη μάρτυρας υπόγραψε στην απουσία του ιδίου και σε μεταγενέστερο στάδιο και προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 2
(1)όπου φαίνονται οι υπογραφές του Εναγόμενου και του Ενάγοντα αλλά όχι της δεύτερης μάρτυρος. Υπέγραψε το γραμμάτιο, είπε, κάτω από την αφόρητη πίεση του Ενάγοντα που ζητούσε τη βοήθειά του για λογιστικούς σκοπούς της εταιρείας του και ο Εναγόμενος δέχτηκε. Δεν έλαβε οποιαδήποτε μετρητά από τον Ενάγοντα δυνάμει του Τεκμηρίου 2 και δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ουδέποτε δεσμεύτηκε να ενεργεί εκ μέρους του Ορφέα Παναγιώτου, ούτε και να ξοφλήσει ποτέ τις όποιες οφειλές του προς τον Ενάγοντα. Το ποσό των ΛΚ 12.000 που δανείστηκε από τον Ενάγοντα με το Τεκμήριο 1, και 2 χρόνια πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 2, το εξόφλησε με επιταγή ημερομηνίας 13/7/01 αξίας ΛΚ 14.000, 3 χρόνια μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 και 5 χρόνια μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  1. Στην πραγματικότητα εντόπισε από το βιβλιάριο των επιταγών του και από τις σημειώσεις του Ενάγοντα, Τεκμήριο 6, ότι έδωσε ΛΚ 25.050 για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Εξήγησε ότι το ποσό των ΛΚ 3.000 το πλήρωσε σε κάποιον, όχι για να τον δωροδοκήσει για να εντάξει το επίδικο ακίνητο στη βιομηχανική ζώνη, αλλά για να σχεδιάσει και να εγγράψει δρόμο για το ακίνητο στο Κτηματολόγιο, κάτι το οποίο έπραξε. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος, επέμεινε στην εκδοχή του εξηγώντας ότι το μερίδιο των ΛΚ 8.903,33 οφειλόταν από τον Ορφέα Παναγιώτου στον Ενάγοντα και όχι από τον ίδιο. Επέμεινε ότι υπόγραψε το επίδικο γραμμάτιο όχι οικειοθελώς, αλλά διότι ο Ενάγων ενέργησε δόλια και απατηλά λέγοντάς του ότι έπρεπε να υπογράψει για να θεραπεύσει μια δική του λογιστική ανάγκη για την εταιρεία του. Του ζήτησε χάρη και τον βοήθησε «υπό το κράτος αφορήτου πιέσεως» είπε. Κρίνω τον Ενάγοντα ως αξιόπιστο μάρτυρα. Θεωρώ ότι οι απαντήσεις του ήταν σαφείς και συνήδαν με τη λογική της εκδοχής του, αλλά και των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια. Ακόμα και όταν δεν ήταν προς όφελός του ήταν ειλικρινής, όπως όταν είπε ότι η δεύτερη μάρτυρας δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 2 στην παρουσία του Εναγόμενου, κάτι το οποίο είναι καταλυτικό για την αξίωσή του, ως διαφαίνεται πιο κάτω. Θεωρώ ότι έλεγε την αλήθεια, όταν εξηγούσε πως ο λόγος της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής ήταν διότι είχε φιλικές σχέσεις με τον Ενάγοντα και ήθελε να του δώσει χρόνο προς εξόφληση πριν τον πάρει Δικαστήριο. Θεωρώ πως αν βασιστώ στην εκδοχή του θα είμαι σε θέση να εξάξω ασφαλή για την υπόθεση συμπεράσματα. Προβαίνω σε ευρήματα ως η μαρτυρία του. Είναι σημαντικό, όμως, να σημειώσω ότι την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 δεν τη δέχομαι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, αφενός διότι τις καταχωρίσεις στη δεύτερη σελίδα αυτής ο Ενάγοντας δεν τις επεξήγησε με την απαραίτητη σαφήνεια και λεπτομέρεια ώστε να καταστεί κατανοητή προς το Δικαστήριο και αφετέρου διότι περιέχει χρεώσεις, όπως π.χ. τέλη προς τον Έφορο Εταιρειών και φόρους ακίνητης ιδιοκτησίας, οι οποίες δεν δύναται να αξιώνονται με βάση το Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με επί του θέματος νομολογία, μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί εξ ορισμού απόδειξη και των όσων καταχωρήθηκαν σ' αυτή ‑ εκτός και εάν πρόκειται για εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία (Α.Ι. Mantovani & Sons Ltd ν. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α, Πολ. Έφεση 11951, ημερ. 27.7.2006 και Ηρακλής Μιχαηλίδης ν. Φάνος Ν. Επιφανίου Ατδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 494). Εν πάση περιπτώσει, το ποσό των €157.452,32 που καταγράφει ότι του οφείλει ο Εναγόμενος μέχρι 21/10/2021, περιλαμβάνει έξοδα, χρεώσεις και τόκους, που δεν προβλέπονται από το επίδικο γραμμάτιο. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το Τεκμήριο
  1. Αντιθέτως, θεωρώ ότι ο Εναγόμενος ήταν αναξιόπιστος μάρτυρας. Η εκδοχή του, σε πολλά σημεία της, δεν συνήδε με τη λογική. Λόγου χάριν, δεν εξήγησε γιατί έδωσε προς εξόφληση του Τεκμηρίου 1 ΛΚ 14.000 και όχι ΛΚ 12.000 που οφείλονταν βάσει αυτού. Γιατί έδωσε ΛΚ 2.000 περισσότερα από την οφειλή του αφού το Τεκμήριο 1 ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, άτοκο; Ούτε εξήγησε γιατί αφού το επίδικο ακίνητο δεν είχε σχέση με το πρώτο γραμμάτιο, Τεκμήριο 1, πώς βρέθηκε κατά ένα τρίτο μέτοχος της GEE TRADERS LTD και γραμματέας αυτής (βλέπε Τεκμήριο 3). Ούτε εξηγεί γιατί ο ίδιος, κατά δική του παραδοχή, συνέταξε το Τεκμήριο 2 αφού επρόκειτο για έγγραφο που ήθελε ο Ενάγων να καταρτίσει για λογιστικούς σκοπούς της εταιρείας του. Εξάλλου τις ΛΚ 25.050 που αναφέρει, στην παράγραφο 18 της Γραπτής του Δήλωσης, ότι πλήρωσε στον Ενάγοντα ουδόλως τις επεξήγησε ή απέδειξε, ούτε με τα λεγόμενά του, ούτε με γραπτές αποδείξεις. Θεωρώ πως τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο σκοπό είχαν να μπερδέψουν τα πράγματα αντί να τα ξεκαθαρίσουν. Συχνά φλυαρούσε, επαναλαμβανόταν αχρείαστα και έδιδε εν πολλοίς άσχετες απαντήσεις σε μια προσπάθειά του, κρίνω, να υπεκφύγει. Δέχομαι δηλαδή τη θέση που του υπεβλήθη από την πλευρά του Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του ότι, η αγορά της GEE TRADERS LTD και συνακόλουθα του επίδικου ακινήτου αποδείχθηκε τελικά κακή επένδυση από την οποία ο Εναγόμενος θέλησε να ξεφύγει. Απορρίπτω την εκδοχή του στην ολότητά της και προβαίνω σε ευρήματα ως η μαρτυρία του Ενάγοντα ανωτέρω. Γ. Νομική πτυχή Είναι το Τεκμήριο 2 γραμμάτιο συνήθους τύπου; Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής"». Σε περιπτώσεις όπου ένα έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 78 τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80, το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «
  3. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη». Στην υπόθεση Λεωνίδου κ.ά. ν. Σπυριδάκη
(2012)1Β ΑΑΔ 1694 επαναβεβαιώθηκαν οι αρχές της νομολογίας: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733». (Βλ. επίσης Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148, Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου, Πολιτική Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 1.3.2016, ECLI:CY:AD:2016:A129). Το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί εκ του νόμου μίαν ιδιότυπη ρύθμιση και ως εκ τούτου απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου καθόσον αφορά την κατάρτιση του εγγράφου (βλ. Λοΐζος Κώστα Λοϊζίδης ν. Τσιακλή κ.ά.,
(1997)IΓ Α.Α.Δ. 1418 και Δημητρίου ν. Δημητρίου Πολιτική Έφεση Αρ. 181/2012, ημερ. 21/12/2018). Στην υπόθεση Θεόδουλος Φουλή ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1144, με αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, διατυπώνονται από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής, στη σελίδα 1147 της απόφασης: «Το γραμμάτιο συνήθους τύπου έχει πολλά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενό του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό. Ακόμα, από τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ. 15, παρεχόταν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος για σκοπούς αγωγής πάνω σ' αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια. Αυτά τα πλεονεκτήματα έφεραν την ανάγκη όπως οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απόλυτα (Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11, Παύλου κ.ά. ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483)». Στην υπόθεση Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο είχε θεωρήσει έγκυρο ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου, παρόλο που η υπογραφή του εκδότη τέθηκε στην παρουσία ενός μόνο μάρτυρα ενώ ο έτερος μάρτυρας ήρθε αργότερα και έθεσε την υπογραφή του σε αυτό. Αποφασίστηκε ότι η ταυτόχρονη παρουσία και των δύο μαρτύρων κατά την υπογραφή από τον εκδότη ήταν όρος απαράβατος, ώστε έγγραφο να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου και να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα που προσφέρονται σε αυτό από τις πρόνοιες του Κεφ. 149 : «The learned trial Judge has found that the bond concerned was not in fact signed in the presence of two witnesses, but that it was signed in the presence of one witness, and that the other witness came and added his signature thereto later. In our view the provisions of section 78 have to be strictly complied with if a bond is to be a bond in customary form; and this view is strengthened by the kind of provisions set out in sections 79 and 80 of Cap. 149. [...] In the present case we have, indeed, not been persuaded by counsel for the respondent that there is anything to show that the words "signed by the maker in the presence of at least two witnesses", in section 78 of Cap. 149, must be given such a loose and inexact meaning as to enable the maker of a bond in customary form to sign it in the presence of one witness only, and allow the second witness to put his signature to the bond, in the presence of the maker, later, as is the position in relation to the bond in question." Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και στη βάση των ευρημάτων μου, το Τεκμήριο 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου, αφού απουσιάζει από την αξιόπιστη μαρτυρία του Ενάγοντα θετική τοποθέτηση πως αυτό υπογράφηκε και από δεύτερο μάρτυρα στην παρουσία του Εναγόμενου. Παρών κατά την υπογραφή του γραμματίου από τον Εναγόμενο ήταν μόνο ο Ενάγων, ενώ η δεύτερη μάρτυρας υπέγραψε αυτό αργότερα. Οφείλω στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου περί ύπαρξης ανατοκισμού στο Τεκμήριο 2, κατά τρόπο που να αποστερεί από αυτό τη δυνατότητα να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου (βλ. Παύλου κ.α. ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ.483), δεν είναι ορθός. Μία απλή μαθηματική πράξη επί των υπολοίπων στο Τεκμήριο 4 καταδεικνύει ότι ο τόκος του 8.5% εφαρμόζετο επί του υπολοίπου κάθε έτους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, απολήγοντας σε ανατοκισμό. Η ορθή μαθηματική πράξη θα ήταν ο τόκος να υπολογιζόταν επί του οφειλόμενου ποσού επί τα έτη που αυτό συνεχιζόταν να ήταν οφειλόμενο, χωρίς χρέωση τόκου επί τόκου. Όμως το Τεκμήριο 4 δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, το οποίο δύναται να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό αποδείχθηκε με αξιόπιστη μαρτυρία και δεν δεσμεύεται από τον τρόπο που οποιοδήποτε μέρος υπολογίζει τη ζημιά του. Αν ήταν, δηλαδή, το Τεκμήριο 2 γραμμάτιο συνήθους τύπου, το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί στις διατάξεις του για να επιδικάσει αποζημιώσεις στον Ενάγοντα και όχι στο Τεκμήριο
  1. Η προδικαστική ένσταση της παραγραφής Ο Εναγόμενος δικογράφησε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί. Το ουσιώδες νομικό καθεστώς σε σχέση με την παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος είναι εκείνο του χρόνου κατά τον οποίο καταχωρείται η αγωγή. Εν προκειμένω, η αγωγή καταχωρίστηκε 03/06/
  2. Ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο ο περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμος Ν.66(I)/2012, ως τροποποιήθηκε από τον Ν.41(Ι)/2013, ο οποίος είχε έναρξη ισχύος την 31/05/
  3. Το Άρθρο 8(β) του Ν.66(I)/2012 προβλέπει για παραγραφή 6 χρόνων από τη συμπλήρωση της βάσης αγωγής όταν το αγώγιμο δικαίωμα βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Αφού, όμως, το Τεκμήριο 2 δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου ισχύει ο γενικός χρόνος παραγραφής που προβλέπεται στο Άρθρο 4 που αναφέρει ότι: « Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε οποιονδήποτε νόμο, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο δέκα ετών αφότου συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής». Ιδιαίτερη σημασία έχει το Άρθρο 26 του εν λόγω Νόμου, ως τροποποιήθηκε από τον τροποποιητικό Ν.41(Ι)/2013 και ίσχυε κατά τις 3/6/2013 που καταχωρίστηκε η αγωγή και αφορά σε μεταβατικές διατάξεις: «
  4. Καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31 Δεκεμβρίου 2013, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της μέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος». Άρα, εν προκειμένω ο χρόνος μεταξύ της μέρας που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, δηλαδή 01/11/1998 - όταν η πρώτη δόση βάσει του Τεκμηρίου 2 καθίστατο πληρωτέα - μέχρι 31/12/2013, είναι 15 χρόνια και 2 μήνες. Τούτος ο χρόνος είναι μεγαλύτερος από τα 10 χρόνια παραγραφής που προέβλεπε ο Ν.66(I)/2012, ως τροποποιήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο, οπόταν η αγωγή θα μπορούσε να είχε εγερθεί οποτεδήποτε μέχρι και την 31/12/
  5. Έτσι, η αγωγή που εγέρθηκε στις 03/06/2013 δεν βρίσκω να είναι παραγραμμένη. Έπεται πως ο σχετικός ισχυρισμός του Εναγόμενου απορρίπτεται. Μπορεί ο Ενάγοντας να πετύχει στην αγωγή του παρά το ότι το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου; Βάσει όλων των πιο πάνω, το Τεκμήριο 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου και έτσι θα εξετάσω κατωτέρω εάν στη βάση της δικογράφησης και της αξιόπιστης μαρτυρίας του Ενάγοντα μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Δικογραφεί την αναγνώριση χρέους όμως τούτη δεν είναι αυθύπαρκτη αιτία αγωγής, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη κάποιας άλλης αιτίας αγωγής (Ιγνατίου κ.α. ν. Λεμονάρη,
(2004), 1Γ, Α.Α.Δ 1562 και πιο πρόσφατα Παύλου κ.α. ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ.483). Επομένως, η αξίωση του Ενάγοντα στον βαθμό που βασίζεται στη νομική βάση της αναγνώρισης χρέους απορρίπτεται. Το Δικαστήριο όμως, κατά πάγια νομολογία, δύναται να αποδώσει θεραπεία σε Ενάγοντα αν από τα δικογραφημένα γεγονότα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει νομική βάση αγωγής άλλη από αυτήν που ο Ενάγων δικογράφησε ρητά (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 (A) A.A.Δ. 400, Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 675, Πολυκάρπου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. κ.α.
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 324) και D & G Products Ltd ν. Πάμπου άλλως Χαράλαμπου Αναστασίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1400). Εν προκειμένω, ο Ενάγων δικογράφησε στην παράγραφο 3 της Τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπισή του τον τρόπο που προέκυπτε το ποσό των ΛΚ 26.
  1. Ανέφερε ότι ήταν το οφειλόμενο, βάσει του Τεκμηρίου 1, ποσό ΛΚ 12.000, το οποίο ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι του χρωστούσε, πλέον ΛΚ 8.903,33 που ο Ενάγων κατέβαλε εκ μέρους του Εναγόμενου και του Ορφέα Παναγιώτου για την αγορά του επίδικου ακινήτου, πλέον κάποια έξοδα και υπολογισθέντες τόκους επί του Τεκμηρίου
  2. Ο Ενάγοντας έδωσε και μαρτυρία για τα πιο πάνω. Τα «άλλα έξοδα» που εννοούσε ο Ενάγοντας δεν τα επεξήγησε ρητά ή με σαφήνεια και έτσι απορρίπτονται. Τόκοι επί του Τεκμηρίου 1 δεν προβλέπονται και έτσι απορρίπτονται. Ο Εναγόμενος τον πλήρωσε συνολικά ΛΚ 15.000, ήτοι ΛΚ 14.000 στις 29/9/2001 και ΛΚ 1.000 στις 31/12/
  3. Έπεται πως ο Εναγόμενος συνεχίζει να του οφείλει ΛΚ 5.903,33 (20.903,33 - 15.000 = 5.903,33) ήτοι €10.734,
  4. Θεωρώ ότι το ποσό αυτό δύναται να αποδοθεί στον Ενάγοντα στη βάση του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αν και δεν αποτελεί νομική βάση της αξίωσής του. Το εν λόγω άρθρο προνοεί: «
  5. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε». Το πιο πάνω άρθρο, αποτελεί, στην Κύπρο, νομοθετική έκφανση του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Δικαστήριο στην Κύπρο, λόγω της ύπαρξης της διάταξης αυτής δεν χρειάζεται, ώστε να δύναται να αποδώσει θεραπεία, ούτε να εξάξει τη δημιουργία, είτε εξυπακουόμενης σύμβασης, είτε εξυπακουόμενου όρου σε σύμβαση, εκεί όπου δεν υπάρχει ρητά, ούτε να ανατρέξει στο δίκαιο της επιείκειας όπου εδράζεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός. Μπορεί να αποδώσει θεραπεία στη βάση της πιο πάνω ρητής νομοθετικής διάταξης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ, Τόμος Β΄, 2014, στη σελ. 833: «Το άρθρο αυτό χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη ευρύτητα. Οι πρόνοιές του επεκτείνονται πολύ πέραν των παραδοσιακών κατηγοριών του κοινοδικαίου αναφορικά με σχέσεις οιονεί συμβατικές (quasi - contract). Έχει λεχθεί ότι το άρθρο 70 έχει ως στόχο την εμπέδωση αρχών «αποκατάστασης» (restitution) και της «εξουδετέρωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού» (unjust enrichment) που θα λάμβαναν χώρα εάν κάποιο πρόσωπο μπορούσε να οικειοποιηθεί όφελος το οποίο προσπορίστηκε από νόμιμη πράξη κάποιου άλλου προσώπου, όταν ο τελευταίος ενήργησε νόμιμα και χωρίς πρόθεση να πράξει τούτο χαριστικά. Εκ πρώτης όψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ του αντικειμένου του άρθρου 70 αφενός και ορισμένων περιπτώσεων που αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων αφετέρου». Και στη σελ. 835: «Ως θέμα νομικής μεθοδολογίας, η ορθή αντιμετώπιση είναι εξέταση κατά πόσο υπάρχει σύμβαση μεταξύ των μερών. Εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε δεν εγείρεται θέμα επίκλησης του άρθρου
  6. Το σημαντικό σημείο όμως είναι ότι τα δικαστήρια, εκεί που έχουν στη διάθεσή τους το άρθρο 70 του Νόμου, δεν θα προβούν σε διάφορες επινοήσεις και ακροβατισμούς για να «δημιουργήσουν» σύμβαση μεταξύ των μερών. Αντίθετα, θα επικαλεστούν το άρθρο 70 με σκοπό την επίτευξη δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, χωρίς την ανάγκη επινόησης κάποιας σύμβασης ως του μόνου μέσου απόδοσης νομικής θεραπείας». Στην Ismini Kyriacou HjiLoizi & others vs Irini Iona
(1963)2 CLR 11, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε 4 προϋποθέσεις, η σωρευτική πλήρωση των οποίων, θεμελιώνει το δικαίωμα του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. «On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
  1. a)the act must be done lawfully; (
  2. b)for another person; (
  3. c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
  4. d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfilment of the conditions is a question of fact in each case». Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας δάνεισε στον Εναγόμενο ποσό ΛΚ 12.000 αρχικά για την αγορά κάποιου ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 1) και ΛΚ 8.903,33 για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Οι ενέργειες αυτές ήταν νόμιμες και ο Εναγόμενος προσπορίστηκε το όφελός τους, ήτοι αγόρασε με τις ΛΚ 12.000 το ακίνητο που φαίνεται στο Τεκμήριο 7 και δεν ήταν το επίδικο, πλέον πέτυχε την εγγραφή του ως μέτοχος κατά το 1/3 της εταιρείας GEE TRADERS LTD (Τεκμήριο 3), η οποία ήταν ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Ξεκάθαρα ο Ενάγων δεν είχε σκοπό να χαρίσει τα ποσά αυτά στον Εναγόμενο, όπως άλλωστε προκύπτει και από την ίδια την ύπαρξη της παρούσας αγωγής. Ούτε και ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε ότι θα του τα χάριζε, διότι διαφορετικά δεν θα υπέγραφε το επίδικο γραμμάτιο. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, κρίνω πως ο Ενάγοντας δικαιούται σε ποσό €10.734,96, όχι βάσει γραμματίου συνήθους τύπου ή αναγνώρισης χρέους, αλλά βάσει του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Δ. Κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €10.734,96 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €10.000 - €50.000 και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .......... Μαρία Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.