← Κύπρος

Χρύσω Δημοσθένους ν. Ανθή Θεοδούλου, Αρ. Αγωγής: 4621/12, 14/10/2022

Χρύσω Δημοσθένους ν. Ανθή Θεοδούλου, Αρ. Αγωγής: 4621/12, 14/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A342 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4621/12 Μεταξύ: Χρύσω Δημοσθένους Ενάγουσας και Ανθή Θεοδούλου Εναγόμενης Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκκου Για Εναγόμενη: κα Ε. Κ. Κούσιου για Κούσιος, Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. Τα επίδικα θέματα Με την αγωγή της, ως διαμορφώθηκε βάσει της έκθεσης απαίτησης ημερομηνίας 02/12/2013, η Ενάγουσα αιτείται εναντίον της Εναγόμενης την επιδίκαση ειδικών και γενικών αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία ως βρίσκεται στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Με το πέρας της ενώπιόν μου ακροαματικής διαδικασίας, πλείστα εκ των γεγονότων της υπόθεσης κατέστησαν μη αμφισβητούμενα μεταξύ των μερών. Καθίστανται αυτόματα ευρήματα του Δικαστηρίου και έχουν ως εξής: · Η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με Αριθμό Εγγραφής: 0/[ ], Φ./Σχ.: 36/1421V, Τεμάχιο: [ ], στο χωριό Μηλικούρι της επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής «το ακίνητο της Ενάγουσας» ή «το Τεμάχιο [ ]»). · Η Εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου με Αριθμό Εγγραφής: 0/[ ], Φ./Σχ.: 36/1421V, Τμήμα: 1, Τεμάχιο: [ ], επίσης στο χωριό Μηλικούρι της επαρχίας Λευκωσίας (στο εξής «το ακίνητο της Εναγόμενης» ή «το Τεμάχιο [ ]»). · Τα δύο αυτά Τεμάχια γειτνιάζουν και εφάπτονται, μεταξύ άλλων, στο νότιο μέρος αυτών ως φαίνεται στο Τεκμήριο 12(Α). · Στο ακίνητο της Ενάγουσας βρίσκεται οικοδομή, η οποία κρίθηκε ως διατηρητέα. · Το σύνορο των δύο ακινήτων, στο νότιο τμήμα αυτών, εξακριβώθηκε στις 10/11/2016 κατόπιν επίλυσης συνοριακής διαφοράς από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, βάσει του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ως τροποποιήθηκε,. · Αποφασίστηκε ότι, ο τοίχος αντιστήριξης που ανήγειρε η Ενάγουσα ύψους περίπου 3 μέτρων και μήκους περίπου 16 μέτρων, ο οποίος ανεγέρθηκε πάνω από υφιστάμενη πετρόκτιστη δόμη (ξερολιθιά), είναι ιδιοκτησία της Ενάγουσας και αποτελεί το νότιο σύνορο του Τεμαχίου [ ] (το κόκκινο μέρος στο σχέδιο Τεκμήριο 12(Α)). Τα σκαλιά που εφάπτονταν στην πετρόκτιστη αυτή δόμη είναι ιδιοκτησία της Εναγόμενης και αποτελούσαν το σύνορο του Τεμαχίου [ ] (το κίτρινο μέρος στο σχέδιο Τεκμήριο 12(Α). · Η ανέγερση του επίδικου τοίχου αντιστήριξης έγινε από την Εναγόμενη χωρίς να ληφθεί οποιαδήποτε άδεια από δημόσια Αρχή. · Μετά την ανέγερση του επίδικου τοίχου αντιστήριξης, που έγινε σε χρόνο προγενέστερο από τον επίδικο, η Εναγόμενη περί το 2012 και στα πλαίσια οικοδομικών εργασιών εντός του δικού της ακινήτου Τεμαχίου [ ], χάλασε τα σκαλιά, που το 2016 αποφασίστηκε από το Κτηματολόγιο ότι της άνηκαν, με αποτέλεσμα να αφαιρέσει και μέρος της βάσης της πετρόκτιστης δόμης ως φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκμήρια 17

(1)και 17
(2)που λήφθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο. · Είναι αυτή η τρύπα που δημιουργήθηκε κάτω από την πετρόκτιστη δόμη, επί της οποίας νωρίτερα η Ενάγουσα ανήγειρε τοίχο αντιστήριξης χωρίς άδεια, που αποτελεί το επίδικο θέμα. · Ως μέρος των οικοδομικών εργασιών στο δικό της Τεμάχιο [ ], η Εναγόμενη γέμισε την τρύπα αυτήν με μπετόν. · Για τις οικοδομικές εργασίες που η Εναγόμενη άρχισε στο δικό της Τεμάχιο το 2012, αυτή έλαβε άδεια από την αρμόδια Αρχή το 2021. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητά τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨ Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Στη Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, στη σελ. 1868, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά ως προς το βάρος απόδειξης που φέρει ο Ενάγων σε κάθε αστική υπόθεση: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Μαρτυρία στην υπόθεση έδωσαν ενόρκως μόνο η Ενάγουσα και η Εναγόμενη. Θα αναφέρω εδώ μόνο σ' εκείνα τα μέρη της μαρτυρίας τους που συμπληρώνουν τα όσα προέκυψαν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των μερών και κατέστησαν ήδη ευρήματά μου. Η Ενάγουσα ανέφερε αρχικά ότι, ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης κρίθηκε επίσης διατηρητέος όπως και η οικία της. Όταν ρώτησε προφορικά την Ι. Αναστασιάδου, αντιπρόσωπο του Έπαρχου Λευκωσίας που έδρευε στην Ευρύχου και ήταν υπεύθυνη για τα χωριά της Μαραθάσας, περί του αν χρειάζεται άδεια για να κτίσει τον τοίχο αντιστήριξης, αυτή της είπε πως όχι. Ο τρόπος με τον οποίο η Εναγόμενη έκλεισε την τρύπα που δημιούργησε η αφαίρεση των σκαλιών κάτω από την πετρόκτιστη δόμη ήταν ερασιτεχνικός και χωρίς να διασφαλίζεται ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης και εν τέλει η ασφάλεια του σπιτιού της. Θεωρεί ότι, πρέπει η Εναγόμενη να διορθώσει τις εργασίες που έκανε, ώστε να καθίσταται ασφαλής ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης. Πιστεύει ότι, λανθασμένα η Εναγόμενη πήρε άδεια για τις δικές της οικοδομικές εργασίες. Κατάθεσε το Τεκμήριο 14, το οποίο τιτλοφορείται «Έκθεση για τοίχο αντιστήριξης στο Μηλικούρι» ημερομηνίας 12/11/2021, η οποία συντάχθηκε από κάποιο Μάριο Δημοσθένους Πολιτικό και Γεωτεχνικό Μηχανικό, εγγεγραμμένο στο ΕΤΕΚ. Εντός αυτής, φαίνεται η άποψη του εκδότη της ότι: «σε περίπτωση που σφραγιστούν οι εξόδοι διαφυγής του νερού, ο τοίχος αντιστήριξης καλείται να παραλάβει 981 κιλά για κάθε τετραγωνικό μέτρο επιφάνειας. Το μέγεθος της δύναμης αυτής, πιθανό να είναι αρκετό για τον επηρεασμό της ευστάθειας του τοίχου» (εννοεί τον επίδικο τοίχο αντιστήριξης). Καταλήγει επίσης ότι: «η υπόσκαψη του εδάφους κάτω από τον πόδα του τοίχου, αποτελεί κίνδυνο για την ευστάθεια αυτού. Το χώμα έχει αφαιρεθεί σε μεγαλύτερη έκταση από τα 3/4 του μήκους του τοίχου, ενώ σε ορισμένα σημεία το χώμα έχει αφαιρεθεί σε βάθος μεγαλύτερο από το πάχος του τοίχου. Σημειώνεται ότι η επισκευή που έλαβε χώρα μετά την αφαίρεση του εδάφους, δεν έχει γίνει με φέροντα στοιχεία, καθώς αποτελείται κυρίως από σοβά. Η επισκευή αυτή δεν διασφαλίζει την ευστάθεια του τοίχου μακροχρόνια και αποτελεί προσωρινή λύση. Τονίζεται επίσης, ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις προκαλούν πάντα καθιζήσεις σε υφιστάμενες κατασκευές. Το μέγεθος της καθίζησης στο παρόν στάδιο δεν είναι μετρήσιμο». Αξιολογώντας την αξιοπιστία της Ενάγουσας, θεωρώ ότι υπήρχαν κάποιες ανακρίβειες στην μαρτυρία της και έτσι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να εξάξω, στο βαθμό που απαιτείται σε αστική υπόθεση, ασφαλή συμπεράσματα. Ανέφερε στην προφορική μαρτυρία της ότι, ο τοίχος αντιστήριξης κηρύχθηκε διατηρητέος μαζί με το υπόλοιπο διατηρητέο ακίνητο, ενώ διά της γραπτής της αγόρευσης δέχεται ότι γι' αυτόν δεν έλαβε άδεια από αρμόδια Αρχή. Επίσης, η αναφορά της στο ότι η κα Ι. Αναστασιάδου στην Επαρχιακή Διοίκηση της είπε πως δεν χρειάζεται να λάβει άδεια για τον τοίχο αντιστήριξης, είναι γενικόλογη, δεν υποστηρίχθηκε με πρωτογενή μαρτυρία και δεν υποβοηθά το Δικαστήριο στην εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων. Σε σχέση με το Τεκμήριο 14, έκθεση του Μηχανικού Δημοσθένους, η οποία εκπονήθηκε το 2021, σημειώνω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα, διότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, την οποία κρίνω στη βάση των κριτηρίων του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και προκύπτουν τα εξής: · Ο συντάκτης της δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί, χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος. Τούτο θεωρώ πως δεν υποβοηθά την απονομή της δικαιοσύνης. · Στην ίδια την έκθεση υπάρχουν οι εξής αναφορές: «Μετά από τις επιτόπιες παρατηρήσεις και τη μελέτη φωτογραφικού υλικού, προκύπτουν κάποια συμπεράσματα και παρατηρήσεις. Σημειώνεται ότι τα συμπεράσματα εξάχθηκαν χωρίς λεπτομερείς υπολογισμούς, λόγω του ότι δεν υπήρχαν αρκετά δεδομένα για την ορθή εκτέλεση υπολογισμών. Για συλλογή δεδομένων θα χρειαστεί δειγματοληψία και εργαστηριακά αποτελέσματα.[.....] Οι υπολογισμοί για την ευστάθεια του τοίχου δεν μπορούν να γίνουν χωρίς εργαστηριακά αποτελέσματα. Δεν είναι γνωστή ούτε η ποιότητα του σκυροδέματος, ούτε η ποσότητα του Χάλυβα, ούτε τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εδάφους που αντιστηρίζεται». Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, θεωρώ πως δεν επιτρέπεται η εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος σχετικά με την παρούσα υπόθεση από το Τεκμήριο 14. Η Εναγόμενη, διά της γραπτής της δήλωσης, ανάφερε μεταξύ άλλων ότι θεωρεί πως ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης είναι παράνομος, διότι ουδέποτε η Ενάγουσα έλαβε άδεια για την ανέγερσή του από αρμόδια Αρχή. Αυτό άλλωστε είναι και από την Ενάγουσα παραδεκτό. Όταν θέλησε να προβεί σε βελτιωτικές οικοδομικές εργασίες στο ακίνητό της το 2012 επίστρωσε την αυλή της με μπετόν. Χάλασε τα σκαλοπάτια της δικής της ιδιοκτησίας που εφάπτονταν στη δόμη, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια τρύπα κάτω από αυτήν και να φαίνεται το χώμα του βουνού. Τα σίδερα που φαίνονται στις φωτογραφίες 17
(1)και 17
(2)είναι τα σίδερα που η ίδια τοποθέτησε εκεί, ώστε να προβεί στις βελτιωτικές εργασίες στο ακίνητο της. Η τρύπα, πάντως, έκλεισε έκτοτε με μπετόν και σήμερα δεν υφίσταται. Στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο ανάφερε ότι, η οικοδομική και πολεοδομική άδεια για τις οικοδομικές εργασίες που έκανε το 2012 εκδόθηκε, με καθυστέρηση, το
  1. Στην υποβολή ότι, ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης δεν είναι ασφαλής για να αντιστηρίζει το διατηρητέο σπίτι της Ενάγουσας, απάντησε πως αν δεν είναι ασφαλής είναι διότι η Ενάγουσα τον έκτισε χωρίς άδεια, όχι διότι η ίδια επέμβηκε σε αυτόν. Αντιθέτως, η ίδια αφού έλαβε άδειες για τις επίδικες εργασίες και γέμισε την τρύπα με μπετόν, ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης έγινε πιο στερεός. Επέμεινε ότι, η τρύπα κάτω από τον επίδικο τοίχο αντιστήριξης είναι στη δική της περιουσία, κάτι το οποίο αντιβαίνει των μη αμφισβητούμενων γεγονότων και προκύπτει ως λανθασμένο όταν κάποιος αντιπαραβάλλει τις φωτογραφίες Τεκμήριο 17 και το πρωτότυπο τυπογραφικό στο Τεκμήριο 12(Α). Βάσει των πιο πάνω, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία ούτε της Εναγόμενης για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Και η Εναγόμενη, όπως και η Ενάγουσα, έβλεπε τα πράγματα από τη δική της σκοπιά και όχι αντικειμενικά. Η Εναγόμενη προσπάθησε να καλύψει τις δικές ενέργειες με το πέπλο της νομιμότητας - λόγω του ότι η άδεια της εκδόθηκε το 2021- αλλά κατά το χρόνο της δημιουργίας της τρύπας περί το 2012, δεν είχε ούτε άδεια, ούτε είχε αποφασιστεί το σύνορο της από το Κτηματολόγιο, πράγμα που έγινε πολύ αργότερα το
  2. Ο ΜΕ2 Μουσταφά Χουσεΐν, ανάφερε ότι είναι από τη Συρία και στην Κύπρο τον φωνάζουν Σταύρο. Ήθελε να καταθέσει προσφορά που έδωσε στην Ενάγουσα για την επιδιόρθωση του επίδικου τοίχου αντιστήριξης, ώστε να καθίσταται ασφαλής. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε να ακουστεί τέτοια μαρτυρία, αφενός διότι αυτή δεν ήταν δικογραφημένη και αφετέρου διότι δεν είχε αποκαλυφθεί πριν την ακρόαση στην άλλη πλευρά. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, θα βασιστώ μόνο στα αμοιβαίως αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ως προέκυψαν από τη μαρτυρία των δύο πλευρών και αναφέρονται στις σελ. 2-3 πιο πάνω. Γ. Νομική πτυχή και υπαγωγή αυτής στα επίδικα ευρήματα Παρόλο που η τρύπα για την οποία καταχωρίστηκε η αγωγή δεν υπάρχει πια, εντούτοις η Ενάγουσα δυνατό να δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, αν το αδίκημα αποδειχθεί. Γ.
  3. Συστατικά στοιχεία αδικήματος παράνομης επέμβασης Το αστικό αδίκημα της παράvoμης επέμβασης σε ακίvητη ιδιoκτησία αναφέρεται στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «43.-
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.» Βάσει του πιο πάνω άρθρου, το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) ότι υπήρξε επέμβαση είναι στους ώμους της Ενάγουσας, ενώ το αποδεικτικό βάρος ότι η επέμβαση ήταν νόμιμη, και όχι παράνομη, φέρει η Εναγόμενη (βλ. και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653). Βάσει του άρθρου 2 του εν λόγω Νόμου, «"ακίvητη ιδιoκτησία" σημαίvει γη, oικίες, oικoδoμές, τoίχoυς και άλλες κατασκευές και δέvτρα». Στη Γλυκής ν. Ιεράς Μονής Μαχαιρά
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 654 αποφασίσθηκε ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εκ μέρους του ενάγοντα νόμιμη κατοχή του χώρου επί του οποίου γίνεται η παράνομη επέμβαση. Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος. Εν προκειμένω το ζήτημα είναι, όχι αν η Ενάγουσα είχε κατοχή του τοίχου αντιστήριξης - διότι το ότι είναι εντός του τεμαχίου της είναι αδιαμφισβήτητο - αλλά εάν η κατοχή αυτή ήταν νόμιμη. Ο περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ. 96 ως τροποποιήθηκε αναφέρει: 2. [.....] "οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. 3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (α) [.....] (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή [.....] χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: Νοείται ότι, άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι δυνατό να αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένο τμήμα οικοδομής ή οποιαδήποτε προσαρτήματα σε αυτή και αυτή η άδεια δε θα αποτελεί άδεια για άλλα τμήματα της οικοδομής για τα οποία δεν έχει εκδοθεί άδεια μετά την εξέταση σχετικής αίτησης. 4.-
(1)Ουδεμία άδεια εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 3, εκτός αν η αρμόδια αρχή ικανοποιείται ότι αυτή αφορά εργασία, για την οποία υποβάλλεται αίτηση και η οποία είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς και το περιεχόμενο πολεοδομικής άδειας που χορηγείται με βάση τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. 4Γ. Εξαίρεση από την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εξαιρούνται από την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει του παρόντος Νόμου και θεωρούνται ως αδειούχες οικοδομές, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε διάταγμα του Υπουργού, οι κατασκευές με εμβαδόν που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)τετραγωνικά μέτρα, οι οποίες ανεγείρονται σε ιδιόκτητο τεμάχιο σε περιοχές υπαίθρου, εξαιρουμένων των ζωνών και περιοχών προστασίας, για σκοπούς φύλαξης εργαλείων ή οικόσιτων ζώων και/ή πουλερικών.» (Υπογραμμίσεις του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι, η Ενάγουσα όφειλε να λάβει άδεια βάσει του Κεφ. 96, ώστε να δύναται να ανεγείρει τον επίδικο τοίχο αντιστήριξης νόμιμα. Το άρθρο 4Γ, που η δικηγόρος της Ενάγουσας επικαλείται στην γραπτή αγόρευσή της, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού: - αφενός αυτό ισχύει μόνο για κατασκευές με εμβαδόν που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)τετραγωνικά μέτρα, ενώ βάσει της ευρημάτων μου ο επίδικος τοίχος αντιστήριξης είναι εμβαδού περίπου 48 τετραγωνικών μέτρων (16 Χ3) και - αφετέρου διότι εφαρμόζεται αποκλειστικά σε οικοδομές που ανεγείρονται «για σκοπούς φύλαξης εργαλείων ή οικόσιτων ζώων και/ή πουλερικών». Η ανέγερση του επίδικου τοίχου αντιστήριξης από την Ενάγουσα χωρίς άδεια ήταν σαφώς παράνομη ενέργεια. Τούτο καθιστά τον επίδικο τοίχο αντιστήριξης παρανόμως ανεγερθέντα. Το Κεφ. 96 μάλιστα ποινικοποιεί, δια του άρθρου 20
(1)(α) αυτού, τέτοια συμπεριφορά. Έπεται πως η κατοχή αυτού από την Ενάγουσα είναι επίσης παράνομη, ενώ η νομιμότητα αυτής αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 43 του Κεφ.
  1. Έτσι, η Ενάγουσα δεν δύναται να επωφεληθεί της δικής της παρανομίας και να αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στον παράνομως ανεγερθέντα επίδικο τοίχο αντιστήριξης. Για μόνο αυτό το λόγο, απορρίπτω την αγωγή της Ενάγουσας. Ακόμα όμως και αν δεν αποφαινόμουν ως ανωτέρω, και τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος πληρούνταν, θα πετύχαινε εν προκειμένω η Υπεράσπιση της παρανομίας (the illegality defense) γνωστή με τη λατινική ρήση ex turpi causa non oritur actio. Δ.
  2. Το δόγμα Ex turpi causa non oritur actio Παρόλο που το δόγμα αυτό δεν δικογραφείται κατ΄όνομα στην Έκθεση Υπεράσπισης, εν τούτοις δικογραφείται κατ΄ουσίαν, αφού δικογραφούνται τα γεγονότα που αποτελούν την πραγματική του βάση (factual basis) (βλ. παραγράφους 3Β και 3Γ της Υπεράσπισης). Εν πάση περιπτώσει, ως λέχθηκε στην Ανδρονίκου κ.α. ν. Μαυροπούλου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 14/2014 και 89/2014, ημερ. 30/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:A415, το θέμα της παρανομίας είναι πάντοτε σοβαρό και η αυτεπάγγελτη εξέτασή του από το Δικαστήριο είναι επιτρεπτή, ακόμα και εάν η υπεράσπιση της παρανομίας δεν δικογραφείται ρητά. Φτάνει η παρανομία να προκύπτει κατά τρόπο έκδηλο από τα γεγονότα της υπόθεσης (Βλ. Ιωάννου ν. Μουσκάλη
(1997)1 ΑΑΔ 1595). Στη Χριστοδούλου v. Antonius H.F. M. Vraets
(2009)1 ΑΑΔ 802, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο οφείλει ταυτόχρονα να αποστερήσει το διάδικο που αναμειγνύεται σε παράνομες ενέργειες από οποιαδήποτε θεραπεία ασχέτως της δικογραφικής ανεπάρκειας. Ως θέμα αρχής, είναι πάντως επιθυμητό - αν και όχι αναγκαίο- να δικογραφείται ρητά η Υπεράσπιση της παρανομίας (βλ. Κωνσταντίνου ν. Άπλα, Π.Ε. 55/2010 ημερ. 3/4/2015 και Odjer´s Principles of Pleadings and Practice, 22η έκδοση, σελ. 185). Στη Χριστοδούλου (ανωτέρω) αναφέρεται: «Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν την επανάκτηση μεταβιβασθέντων οφελημάτων που προέρχονται από παράνομα συμβόλαια. Αυτή η αρχή υπερίσχυσε στην προσπάθεια να εξισορροπηθούν δύο αντικρουόμενες τάσεις, δηλαδή, να εμποδίζεται από τη μια ο αδικαιολόγητος πλουτισμός και από την άλλη να απαγορεύεται η συνομολόγηση παρανόμων συμβάσεων. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ. σελ. 106-109, παρόλο που η αρχική εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κανένα Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει μια συμφωνία που προέρχεται από παράνομη συναλλαγή, αυτό δε επεκτείνεται σ' όλο το φάσμα του δικαίου. Όπως, επί λέξει, αναφέρεται: «.. if the claimant must rely on an illegal contract to succeed in tort, his action in tort must also fail. So, in Taylor v. Chester the claimant deposited a £50 note with the defendant as security for his agreement to pay her for the 'rent' of her brothel for an orgy. His claim in detinue for return of the pledge failed because he could only deny the validity of the pledge by showing its illegal and immoral purpose.» Σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως τις Euro-Diam Ltd v. Bathurst [1990] 1 Q.B. 1 και Howard v. Shirlstar Container Transport Ltd [1990] 1 W.L.R. 1292, θεωρήθηκε ότι το δόγμα θα μπορούσε να τυγχάνει μιας πιο ελαστικής αντιμετώπισης κατά την οποία μικρές παρανομίες θα μπορούσαν να μην αποτελούν εμπόδιο στην επιδίωξη θεραπείας, άν κατά τα άλλα δεν θα ήταν αντίθετες με το περί δικαίου κοινό αίσθημα («public conscience»). Η προσπάθεια αυτή όμως αποδοκιμάστηκε στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη Tinsley v. Milligan [1994] 1 A.C. 340, με αναφορά στη διαχρονική νομολογία, αρχής γενομένης από την Holman v. Johnson (πιο πάνω). Η απόφαση αυτή αφορούσε το δίκαιο των συμβάσεων, αλλά τυγχάνει εφαρμογής κατ' αναλογίαν και στις θεραπείες που στηρίζονται στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων ή τουλάχιστον έχει θέσει υπό σοβαρή αμφισβήτηση ανάλογη θεραπεία ή ανάλογη προσέγγιση και στον τομέα των αστικών αδικημάτων. Έτσι, τόσο στην προγενέστερη απόφαση Pitts v. Hunt [1991] 1 Q.B. 24, όσο και στη μεταγενέστερη Clunis v. Camden and Islington Health Authority [1998] 3 All E.R. 180, η νομική αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων στα αστικά αδικήματα εδράστηκε περισσότερο στην απαγόρευση απόδοσης θεραπείας λόγω της άμεσης συμμετοχής του ενάγοντος σε εγκληματική ενέργεια, παρά λόγω θεμάτων που άπτονται της δημόσιας πολιτικής ή του δημοσίου κοινού αισθήματος, έννοιες ακαθόριστες και μη επιδεχόμενες ακριβούς ερμηνείας. Όπως αναφέρεται στη σελ. 107 του πιο πάνω συγγράμματος, εξηγώντας τις πιο πάνω αποφάσεις: «For their Lordships, ex turpi was not a 'wholly discretionary' defence. If a claim in tort arises from participation in criminal conduct, no cause of action will lie against the claimant's fellow miscreants. And, similarly, when the harm complained of derives entirely from his own conviction for a criminal offence, any claim must also fail.»» Χρήσιμη συναφής ανάλυση του δόγματος γίνεται και στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Β΄, σελ. 595 και μετά. Στην Κύπρο το δόγμα εφαρμόζεται, χωρίς αμφιβολία, και σε αστικά αδικήματα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Άπλα (ανωτέρω)). Εν προκειμένω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο, ως θέμα αρχής και δημόσια πολιτικής, η Ενάγουσα να λάβει αποζημιώσεις, ενώ η ακίνητη περιουσία στην οποία υπήρξε παράνομη επέμβαση ανεγέρθηκε παράνομα. Έτσι, ακόμα και αν αποδεικνύετο το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης θα πετύχαινε η Υπεράσπιση της παρανομίας βάσει του δόγματος του ex turpi causa non oritur action και συνεπώς θα απορρίπτετο η αγωγή για αυτό το λόγο. Δ.3. Αποζημιώσεις Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν η Ενάγουσα πετύχαινε στην αγωγή της, θα δικαιούτο μόνο σε ονομαστικές αποζημιώσεις. Εξηγώ. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 426 αναφέρθηκε σχετικά με το μέτρο των αποζημιώσεων σε παρόμοιες περιπτώσεις: «Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς τους σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952]1 All E.R. 796).» Αν και το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο "per se", χωρίς δηλαδή να απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του η απόδειξη ζημίας, εν τούτοις η απουσία απόδειξης συγκεκριμένης ζημίας περιορίζει τον ενάγοντα σε ονομαστικές αποζημιώσεις μόνο (βλ. Ttantis v. HadjiMichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Παπακόκκινου & άλλες ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379). Άρα, νοουμένου ότι αποδεικνυόταν η παράνομη επέμβαση, οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις θα υπολογίζονταν ως εξής: - η ενοικιαστική αξία του ακινήτου της Ενάγουσας περιλαμβανομένου του τοίχου αντιστήριξης Χ τα χρόνια της επέμβασης - και όχι βάσει του οφέλους που προσπορίστηκε η Εναγόμενη με την επέμβαση στον τοίχο αντιστήριξης, - ούτε βάσει του ποσού που επωμίστηκε η Ενάγουσα ώστε να ανεγείρει ή επιδιορθώσει τον τοίχο αντιστήριξης (κάτι το οποίο, εν πάση περιπτώσει, συνέβη πριν τον επίδικο χρόνο), - ούτε βάσει του ποσού που πλήρωσε η Ενάγουσα, ώστε να επιλυθεί η συνοριακή διαφορά της με την Εναγόμενη. Επομένως, αφού η αγοραία ενοικιαστική αξία του τοίχου αντιστήριξης, αυτού καθ΄αυτού, είναι, κατά τη λογική, μηδαμινή θα επιδίκαζα εν προκειμένω μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις. Αν δεχόμουν την έκθεση Τεκμήριο 14 και την εντός αυτής τοποθέτηση του συντάκτη της ότι, ο τοίχος αντιστήριξης είναι επικίνδυνος ως έχει, τότε αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μειώνει την ενοικιαστική αξία ολόκληρου του τεμαχίου γης και οικίας της Ενάγουσας. Έτσι κι αλλιώς όμως, μαρτυρία για την εν λόγω μείωση, δεν προσέφερε η Ενάγουσα. Ε. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγόμενης, ως υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Μαρία Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.