Θωμάς Γεωργιάδης κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής 1314/2017, 19/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1314/2017 Μεταξύ:
- Θωμάς Γεωργιάδης
- Γεώργιος Γεωργιάδης Εναγόντων και
- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα. Παπαδοπούλου για Π. Αγγελίδης & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1: κα Μ. Παπαευσταθίου για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε σχέση με τα έξοδα των Εναγομένων 1) Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 21.3.2017 και με αυτή οι Ενάγοντες αξιώνουν: «Α. Απόφαση και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Ειδοποίηση ΤΥΠΟΣ «Θ» που επιδόθηκε και/ή αποστάληκε στους ως άνω Ενάγοντες είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντισυνταγματική. B. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή κατά παράβαση του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 απαίτησαν και/ή έθεσαν το ακίνητο σε υποθήκη και/ή το ακίνητο με Αριθμό Υποθήκης Υ2025/
- Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η υποθήκη με Αριθμό Υ2025/2008 είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος και/ή οποιασδήποτε νομικής ισχύος και συνεπώς οιονδήποτε δικαίωμα και/ή η απαίτηση και/ή αξίωση των Εναγομένων να εκποιήσει και/ή να πωλήσει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία και/ή το ακίνητο με Αριθμό Υποθήκης Υ2025/2008 είναι παράνομο και/ή καταχρηστικό. Δ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Διακήρυξη του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η εν λόγω και/ή επίδικη υποθήκη και/ή η υποθήκη με Αριθμό Υ2025/2008 είναι άκυρη κα /ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος και/ή οποιασδήποτε νομικής ισχύος καθώς αντιβαίνει στις διατάξεις του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν 9/1965) και/ή του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του
- Ε. Ειδικές Αποζημιώσεις ύψους €65.000 λόγω παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή τιμωρητικών χρεώσεων από μέρους της Εναγομένης 1 προς τον Ενάγοντα και/ή υπαλλακτικά διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάττει την διαγραφή του εν λόγω ποσού από τις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου με αρ. [ ] του Εναγομένου
- Z. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η ακύρωση και διαγραφή της υποθήκης με Αριθμό Υ2025/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Η. Περαιτέρω και/ή υπαλλακτικά των ως άνω Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την συμφωνία δανείου ημ. 18/2/2008 λόγω παρανομίας ουσιωδών όρων της και/ή παράνομου σκοπού της εν λόγω συμβάσεως και/ή παρανομίας της συμβάσεως και/ή δόλου στην κατάρτιση της εκ μέρους της Εναγομένης
- Θ. Ειδικές αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους 1 και 2 ύψους €150.000 λόγω διαφυγόντων κερδών που θα προέκυπταν εκ της πωλήσεως των ακινήτων και/ή ενυπόθηκων ακινήτων με Αριθμό Υποθήκης Υ2025/
- Ι. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το ΟΠΟΊΟ να διατάττεται η ακύρωση και διαγραφή της υποθήκης με Αριθμό Υ2025/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. K. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάτται η διαγραφή του Ενάγοντα 2 από εγγυητή του δανείου με αριθμό [ ]. Λ. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου που να διατάττει την Εναγομένη 1 όπως διαγράψει κάθε ποσό πέραν του ποσού των αρχικών εκτιμήσεων της τιμής καταναγκαστικής πώλησης των ακινήτων που εξασφαλίζουν τη σύμβαση με αρ. λογαριασμού [ ] λόγω αμέλειας της Εναγομένης
- Μ. Γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ν. Νόμιμο τόκο». Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν αναφοράς στην Έκθεση Απαίτησης, o Ενάγων 1 συμφώνησε στις 18.2.2008 προς το σκοπό παροχής δανείου από τους Εναγόμενους 1 για το ποσό των €135,000 με την εγγύηση του Ενάγοντα
- Το εν λόγω δάνειο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη Υ2025/2008 που ενεγράφη από τον Ενάγοντα
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι το εν λόγω δάνειο εξασφαλίστηκε κατά παράβαση της νομοθεσίας, η δε εγγραφή της υποθήκης είναι άκυρη για τους λόγους που προβάλλονται, με ειδική αναφορά σε αμελείς και δόλιες παραστάσεις των αντιπροσώπων των Εναγομένων 1, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την αξία του ακινήτου, για το οποίο παράνομα και καταχρηστικά ξεκίνησαν διαδικασία αναγκαστικής πώλησης. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 παράνομα και καταχρηστικά επέβαλαν παράνομους τόκους και χρέωσαν τον λογαριασμό με παράνομα έξοδα με αποτέλεσμα να προκληθεί στον Ενάγοντα ζημιά ύψους €65,
- Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης και ακολούθως Έκθεση Υπεράσπισης όπου στην ουσία απορρίπτουν τις θέσεις και απαιτήσεις των Εναγόντων επικαλούμενοι τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψαν οι Ενάγοντες και προβάλλουν ότι ενήργησαν εντός των πλαισίων της νομοθεσίας. Σημειώνεται πως στις 11.9.2017 οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση Μετονομασίας από ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στις 8.10.2018 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι το ζήτημα των εξόδων της υπόθεσης σε σχέση με τους Εναγόμενους
- Και τούτο γιατί στις 2.12.2022 οι συνήγοροι των Εναγόντων δήλωσαν στο Δικαστήριο την πρόθεσή τους να αποσύρουν την υπόθεση εναντίον όλων των Εναγομένων. Από την πλευρά των Εναγομένων 1 δεν υπήρξε ένσταση στην απόσυρση της αγωγής, εγείρεται, ωστόσο, ζήτημα εξόδων. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 συμφωνήθηκε ότι τα έξοδα τους ανέρχονται σε €1,000 και όπως αυτά επιδικασθούν εναντίον των Εναγόντων, οπότε και εκδόθηκε σχετική διαταγή σε σχέση με αυτούς. Ως προς το ζήτημα που εγείρεται, οι δυο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους ως εξής: Από την πλευρά της η κα Παπαδοπούλου υποστήριξε πως η παρούσα αγωγή αφορούσε πιστωτικές διευκολύνσεις που λήφθηκαν από τους Εναγόμενους 1, εκ των οποίων αξιώσεων υπήρχαν και αξιώσεις για υπερτοκισμούς και παράνομες χρεώσεις, πέραν των λοιπών αξιώσεων που αφορούσαν τις εξασφαλίσεις. Στις 3.9.2018 οι Εναγόμενοι 1 κατέληξαν σε συμφωνία με την Ελληνική Τράπεζα, και χωρίς να ρωτηθούν οι Ενάγοντες, οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις μεταβιβάστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα δυνάμει του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου του 1997 Ν.64(Ι)/
- Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου αυτού, οποιαδήποτε αγωγή που κατά τον χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί εναντίον της εξαγορασθείσας τράπεζας, δεν θα τερματίζεται, ούτε θα διακόπτεται, ούτε θα επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς, λόγω των προνοιών του Νόμου, αλλά θα μπορεί να συνεχίζεται εναντίον της αποκτώσας τράπεζας, όπως ίσχυε πριν από τον χρόνο μεταβίβασης για την εξαγορασθείσα τράπεζα. Αποτέλεσε θέση της συνηγόρου πως η αποκτώσα τράπεζα έχει υποκαταστήσει τους Εναγόμενους 1 και πως στη βάση της διευθέτησης στην οποία κατέληξαν τα μέρη, ήτοι οι Ενάγοντες με την Ελληνική Τράπεζα, η ορθή διαταγή ως προς τα έξοδα θα είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της. Από την πλευρά της η κα Παπαευσταθίου, ξεκινώντας την τοποθέτηση της ανέφερε πως το γραφείο της εκπροσωπεί τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα, η οποία μετέπειτα μετονομάστηκε σε ΣΕΔΙΠΕΣ και όχι την Ελληνική Τράπεζα. Ως, επίσης, ανέφερε, η επίδικη δανειακή σύμβαση έχει πράγματι μεταφερθεί στην Ελληνική Τράπεζα, η οποία, ωστόσο, είναι άλλο νομικό πρόσωπο από αυτό που ενάγεται στην παρούσα αγωγή. Αποτέλεσε θέση της συνηγόρου των Εναγομένων 1 ότι από τη στιγμή που ενάγεται ένα συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο, δεν μπορεί αυτό από μόνο του να αντικατασταθεί με άλλο νομικό πρόσωπο, δηλαδή την Ελληνική Τράπεζα. Πρόσθεσε πως εάν οι Ενάγοντες επιθυμούσαν να ενάγουν την Ελληνική Τράπεζα, θα έπρεπε να προχωρήσουν με τις ανάλογες δικονομικές διαδικασίες για να συνεχίζουν την αγωγή εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας. Η συνήγορος αναφέρθηκε στις πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου Ν. 169(Ι)/2015, οι Εναγόμενοι γνωστοποίησαν το γεγονός της μεταφοράς της επίδικης σύμβασης στην Ελληνική Τράπεζα στους Ενάγοντες, πλην, όμως, οι τελευταίοι δεν προχώρησαν ούτε με αντικατάσταση διαδίκου, ούτε με προσθήκη και η αγωγή συνεχίστηκε εναντίον της ΣΕΔΙΠΕΣ. Η κα Παπαευσταθίου επεσήμανε πως θα ήταν άδικο οι Εναγόμενοι 1 να αναγκαστούν να πληρώσουν δικηγορικά έξοδα, ενώ ενεπλάκησαν στην αγωγή λόγω καταχώρησης της από τους Ενάγοντες, εξ υπαιτιότητας των οποίων και συνεχίστηκε η αγωγή, πάρα τη μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων το
- Οι Ενάγοντες προχώρησαν και υπέγραψαν σύμβαση διευθέτησης με την Ελληνική Τράπεζα, χωρίς να επιλυθεί το θέμα των εξόδων των Εναγομένων 1, οι οποίοι και δεν ήταν μέρος της διευθέτησης, με τρόπο ώστε οι Εναγόμενοι 1 να δικαιούνται τα έξοδα τους. Έχοντας ακούσει τις θέσεις των δυο πλευρών παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 αλλά και την Δ.59 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το ζήτημα των εξόδων υπόκειται στην διακριτική εξoυσία τoυ Δικαστηρίoυ. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την απονομή των εξόδων ασκείται με γνώμονα το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Απόλυτα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν επί τούτου στην υπόθεση Χαψή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403: «Είναι παγιωμένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα, ασκείται δικαστικά. Γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνιστά το αποτέλεσμα. Η δικαίωση δεν πρέπει, όπως επισημαίνεται στην Χάσικος κ.ά. v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Δεν χωρεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υποδεικνύεται στην Georgios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Διατυπώνεται η θέση ότι, "feelings of kindness are not, of course, the correct criterion in deciding the question of costs". Το ακόλουθο απόσπασμα από την Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, τείνει να διαφωτίσει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. 'Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων.' Απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όπως επισημαίνεται σε άλλο απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης, "Δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους.» Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.11.2017 στην Πολιτική Έφεση αρ. 239/2012, Λυδία Σουραϊλίδου ν. Kikis A. Demetriou Properties Ltd, κατά γενικό κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν υπάρχουν λόγοι που δικαιολογούν παρέκκλιση. Παρομοίως, στην απόφαση της πλειοψηφίας ημερομηνίας 1.10.2015 στην Πολιτική Έφεση 231/2010, Μάριου Δημητράκη Χρυσοστόμου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις σχετικές αρχές ως ακολούθως: «Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960, όπως τροποποιήθηκε) και τη Δ.59 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα έξοδα αστικής διαδικασίας τελούν υπό τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία κατά πάγια νομολογία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Και αυτό με προσήλωση στο γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής εφόσον δεν είναι αποδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο (βλ. μεταξύ άλλων Glykis v. Ioannides (1959 - 1960) 24 CLR 220, Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1(E) A.A.Δ. 750, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ορφανίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 874 και Transmarine Shipping Ltd ν. Ονουφρίου κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 22/06 ημερ. 24.3.10).» Η νομολογία έχει καταδείξει ότι οι λόγοι που δυνατό να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλέπε Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλέπε Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634. Εξετάζοντας το ζήτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου σημειώνονται τα εξής: Καταρχήν, στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται θέμα διεξαγωγής πλήρους ακρόασης επί της ουσίας της υπόθεσης ώστε να διαπιστωθεί το θέμα των εξόδων που έχει προκύψει (βλέπε μεταξύ άλλων Αναφορικά με την αίτηση του Μιχάλη Μιχαηλίδη και άλλης
(2008)1 Α.Α.Δ. 1153). Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, με την αγωγή τους οι Ενάγοντες προωθούσαν ισχυρισμούς παράνομων ενεργειών εκ μέρους των Εναγομένων 1 τόσο κατά τη συνομολόγηση των συμφωνιών όσο και κατά τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου, αλλά και τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 1 αρνήθηκαν από την πρώτη στιγμή τα όσα τους αποδίδουν οι Ενάγοντες και προέβηκαν χωρίς καθυστέρηση σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την προάσπιση και προώθηση των δικαιωμάτων τους. Από μελέτη του φακέλου δεν προκύπτει οτιδήποτε που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι χειρίστηκαν την υπόθεση τους με τρόπο που προκάλεσε αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης ή καθυστέρηση. Αντιθέτως. Είναι δε αναγκαίο να σημειωθεί, αν και τούτο εξυπακούεται, πως οι Εναγόμενοι 1 δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες στις οποίες προέβηκαν στα πλαίσια της αγωγής, εάν οι Ενάγοντες δεν τους ενέπλεκαν στην παρούσα υπόθεση, οι δε ενέργειες αυτές ενείχαν κόστος για αυτούς και δη δικηγορικά έξοδα. Η απόσυρση της αγωγής είναι απόφαση που αφορά αποκλειστικά και μόνο τους Ενάγοντες λόγω του ότι, ως αναφέρθηκε, οι πιστωτικές διευκολύνσεις διευθετηθήκαν, χωρίς, ωστόσο, να δοθούν οποιεσδήποτε πληροφορίες ως προς τις λεπτομέρειες της διευθέτησης αυτής. Στην ουσία, η αγωγή αποσύρεται γιατί οι Ενάγοντες δεν επιθυμούν να προωθήσουν περαιτέρω την υπόθεση τους, η οποία επαναλαμβάνω, αφορούσε, κυρίως, ζητήματα παρανομίας της συμφωνίας δανείου, της σύμβασης υποθήκης και της διαδικασίας πλειστηριασμού. Στο στάδιο αυτό και στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδείς μπορεί να γνωρίζει ή να προβλέψει ποια θα ήταν η έκβαση της υπόθεσης σε περίπτωση εκδίκασής της. Περαιτέρω, στη βάση των δηλώσεων των συνηγόρων η αγωγή αποσύρεται λόγω του ότι οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις διευθετήθηκαν εξωδίκως με την Ελληνική Τράπεζα, στην οποία μεταβιβάστηκε η επίδικη δανειακή σύμβαση. Η Ελληνική Τράπεζα δεν είναι διάδικος στην αγωγή και δεν εκπροσωπείται από το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Κατ' ακολουθίαν των αρχών της νομολογίας που συνοψίζονται πιο πάνω και στη βάση των δεδομένων που καταγράφονται πιο πάνω, κρίνω ότι η απόσυρση της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1, έστω και χωρίς δίκη, συνιστά αποτέλεσμα που η νομολογία αναγνωρίζει ότι τους δικαιώνει με τρόπο ώστε τα έξοδα να πρέπει να επιδικαστούν εναντίον των Εναγόντων. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, θα ήταν ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Ως, άλλωστε, υποδέχθηκε στην Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 η δικαίωση δεν πρέπει να επάγεται την καταβολή δαπάνης. Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν κρίνω ορθό να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που επιβάλλει όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Χρυσοστόμου (πιο πάνω), είναι «...δικαίωμα του (εναγόμενου) να διεκδικήσει τα έξοδα του εφόσον θεωρούσε τον εαυτό του αθώο σ΄ ό,τι οι (ενάγοντες) του καταλόγιζαν...» και «...το τι πίστευαν ή όχι οι (ενάγοντες) ήταν θέμα που αφορούσε τους ίδιους και όχι τον (εναγόμενο), ώστε να συνεκτιμηθεί ως στοιχείο για να αποστερηθεί τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε για να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των όσων του καταλόγιζαν οι (ενάγοντες)». Οι θέσεις των Εναγόντων αναφορικά με την μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων στην Ελληνική Τράπεζα δεν μπορούν να μεταβάλουν την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Η Ελληνική Τράπεζα ουδέποτε κατέστη διάδικος στην αγωγή, ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε από το οποίο μπορούν να διαπιστωθούν οι συνθήκες μεταβίβασης της εν λόγω σύμβασης. Οι πρόνοιες του άρθρου 6 του Νόμου 64(Ι)/1997 που επικαλείται η κα Παπαδοπούλου δεν καθιστούν την Ελληνική Τράπεζα διάδικο στην αγωγή δίχως άλλο. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται ανεπιφύλακτα σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 με έξοδα υπέρ τους και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο