← Κύπρος

Σάββα Ρουσογένη ν. Trust International Insurance Company (Cyprus) Ltd, Αρ. Αγωγής 6684/2013, 9/9/2022

Σάββα Ρουσογένη ν. Trust International Insurance Company (Cyprus) Ltd, Αρ. Αγωγής 6684/2013, 9/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6684/2013 Μεταξύ : Σάββα Ρουσογένη ενάγοντα -και- Trust International Insurance Company (Cyprus) Ltd εναγομένης Ημερομηνία : 9 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις Για τoν ενάγοντα : κ. Α. Σπάταλος Για την εναγόμενη : κ. Θ. Κορφίωτης ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του ενάγοντα για αποζημιώσεις σε σχέση με την άρνηση την εναγομένης να ικανοποιήσει την απαίτηση που υπέβαλε για αποζημίωση λόγω κατ' ισχυρισμόν κλοπής του οχήματός του στη βάση ασφαλιστήριου συμβολαίου που διατηρούσε με την εναγόμενη. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Όμως, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 ΑΑΔ 973, αν δεν ζητηθούν λεπτομέρειες είναι δυνατό να προσαχθεί μαρτυρία για απόδειξη ενός γενικού ισχυρισμού. Ο ενάγων στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής { }. Κατόπιν πρότασης ασφάλισης που υπέβαλε, ημερομηνίας 18.5.2012, συνήφθηκε ασφαλιστικό συμβόλαιο μεταξύ του ιδίου και της εναγόμενης για παροχή περιεκτικής ασφάλισης στο επίδικο όχημα. Ο ενάγων δικογράφησε τα στοιχεία του οχήματος και όρους του επίδικου συμβολαίου. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012 παρέδωσε το επίδικο όχημα στον { }, ώστε να το επιδείξει σε ενδιαφερόμενο αγοραστή. Στις 17.10.2012 ο { } ενώ οδηγούσε το όχημα και αφού το στάθμευσε αυτό κλάπηκε. Ο ενάγων υπέβαλε απαίτηση για την κλοπή στην εναγόμενη και μέσω επιστολών του δικηγόρου του αξίωσε την καταβολή του ποσού των € 20.000. Η εναγόμενη μέσω επιστολής των δικηγόρων της αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Η εναγόμενη στην Υπεράσπισή της αποδέχθηκε ότι κατόπιν πρότασης ασφάλισης εκ μέρους του ενάγοντα παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα με αριθμούς εγγραφής { }, όμως επιφυλάχθηκε να αναφερθεί στην ερμηνεία των όρων του επίδικου συμβολαίου κατά τη δικάσιμο. Ισχυρίστηκε ότι το επίδικο όχημα δόθηκε σε τρίτο πρόσωπο για να το οδηγήσει κατά παράβαση των όρων του συμβολαίου. Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία πριν την υποβολή της πρότασης ασφάλισης. Τέλος αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως προς την ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγοντας πριν τη συνομολόγηση της σύμβασης ασφάλισης απέκρυψε ουσιώδες γεγονός. Ο ενάγων στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ουσιαστικά συνένωσε επίδικα θέματα με την εναγόμενη. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο { }, οδηγούσε το επίδικο όχημα κατ' εξουσιοδότηση του ενάγοντα και ως εκ τούτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του επίδικου ασφαλιστηρίου. Παραδεκτά γεγονότα Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου μπορεί να προκύψει παραδοχή γεγονότων είναι μέσω των δικογράφων και μέσω δηλώσεων των συνηγόρων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν.Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση, έτος 2014, σελ.
  2. Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A
  3. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  4. Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τα δικόγραφα, προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι η εναγόμενη, κατόπιν υποβολής πρότασης ασφάλισης εκ μέρους του ενάγοντα, ημερομηνίας 18.5.2012, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα με αριθμούς εγγραφής { }. Με βάση την πρόταση ασφάλισης η εναγόμενη εξέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθμόν 314 V03 2012 0062, με έναρξη ισχύος 18.5.2012 και λήξης την 17η.5.
  5. Περαιτέρω μέσα από τα δικόγραφα γίνεται παραδεκτό ότι ο ενάγων υπέβαλε απαίτησή προς την εναγόμενη προσωπικά και ακολούθως έσω του δικηγόρο του. Προκύπτει επίσης ότι η εναγόμενη απέρριψε τη σχετική απαίτηση στις 22.8.
  6. Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 21.12.2021 δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα οι συνήγοροι δήλωσαν ότι έλαβε χώρα η υποβολή πρότασης ασφάλισης, η οποία κατατέθηκε προηγουμένως ω Τεκμήριο 8 κα κατατέθηκε από κοινό η δεύτερη σελίδα της πρόταση ασφάλισης ως Τεκμήριο
  7. Δηλώθηκε, επίσης, ότι έγινε καταγγελία για κλοπή του επίδικου οχήματος στην αστυνομία από τον ΜΕ
  8. Επιπλέον, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο ΜΕ1 υπέβαλε καταγγελία για την κλοπή του επίδικου οχήματος. Σχετικά κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 13 έγγραφο από την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας, ημερομηνίας 21.6.2013, με την οποία βεβαιώνεται ότι έγινε καταγγελία για κλοπή του επίδικου οχήματος. Επίσης κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 14 επιστολή από την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας με συνημμένη βεβαίωση καταγγελίας. Τέλος κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου της επιστολή από την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας, ημερομηνίας 28.7.2013, ως Τεκμήριο
  9. Το περιεχόμενο του Τεκμήριου 15 αφορά το γεγονός της ανεύρεσης χειροβομβίδας κοντά στο επίδικο όχημα στις 24.9.
  10. Περαιτέρω, μέσα από τους χειρισμούς των συνηγόρων των διαδίκων δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγοντας ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιόκτητής του επίδικου οχήματος. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί μεταξύ των διαδίκων το περιερχόμενο και οι όροι της ασφαλιστικής σύμβασης Τεκμήριο
  11. Τέλος δεν αμφισβητείται ότι στις 17.10.2012 ο ΜΕ1 οδηγώντας το επίδικο όχημα το μετέφερε στο χωρίο Ποταμία της επαρχίας Λευκωσίας και το στάθμευσε κοντά σε μια αποθήκη που διατηρούσε στην περιοχή. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων. Ο ενάγων υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωσή κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης και στις καλύψεις που αυτή προσέφερε. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες ανέθεσε στον ΜΕ1 να πωλήσει το επίδικο όχημα. Ισχυρίστηκε ότι δεν παρέδωσε το επίδικο όχημα στον ΜΕ1 για σκοπούς εμπορίας. Η συνεννόηση τους έγκειτο στο ότι εάν παρουσιαζόταν κάποιος που ενδιαφερόταν να το αγοράσει να του τηλεφωνούσε για πάρει το όχημα στον ΜΕ1 για να το επιθεωρήσει ο πιθανός πελάτης. Ήταν η θέση πως ουδέποτε παρέδωσε το όχημα στον ΜΕ1 για να το πωλήσει, αφού το χρειαζόταν. Στις 17.10.2012 του τηλεφώνησε ο ΜΕ1 και τον ενημέρωσε ότι υπήρχε προτιθέμενος αγοραστής. Ο ενάγων του παρέδωσε το όχημα την ίδια μέρα το μεσημέρι. Την ίδια μέρα το απόγευμα επικοινώνησε μαζί του ο ΜΕ1 και του ανέφερε ότι το όχημα είχε κλαπεί. Ακολούθως ο ενάγων αναφέρθηκε στις ενέργειές του σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν κλοπή του επίδικου οχήματος. Επιπλέον αναφέρθηκε στην υποβολή απαίτησης εκ μέρους του εναντίον της ασφάλειας και στην επακόλουθη ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος, ως Τεκμήριο 2A επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 5.4.2013, ως Τεκμήριο 2β επιστολή του δικηγόρου του, ημερομηνίας 14.4.2013 και ως Τεκμήριο 3 επιστολή του δικηγόρου, ημερομηνίας 17.6.
  12. Επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 επιστολή της εναγόμενης προς τον συνήγορό του, ημερομηνίας 21.6.
  13. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε επιστολή του δικηγόρου της εναγομένη, ως Τεκμήριο 6 την απάντηση του συνηγόρου του σε αυτή και ως Τεκμήριο 7 επιστολή της εναγόμενης. Επιπροσθέτως, κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 μέρος της πρότασης ασφάλισης και ως Τεκμήριο 9 το πιστοποιητικό ασφάλισης. Κατά την αντεξέταση κατατέθηκαν οι γενικοί όροι ότι της εναγομένης εταιρείας ως Τεκμήριο
  14. Περαιτέρω αναφέρθηκε στο κατά πόσο υπήρχε άδεια κυκλοφορίας για το επίδικο όχημα και στο κατά πόσο ο ίδιος προέβη σε καταγγελία σε αστυνομία υποστηρίζοντας ότι το έπραξε. Περαιτέρω αναφέρθηκε στον χρόνο που υπέβαλε απαίτηση στην εναγόμενη και στο περιεχόμενο αυτής και κατατέθηκε η σχετική απαίτηση ως Τεκμήριο
  15. Ο ενάγων δέχθηκε ότι προέβη στις δηλώσεις που καταγράφονται στο Τεκμήριο 11 αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν δικά του τα γράμματα και ότι ο τρόπος με τον οποίο γράφτηκαν τα πράγματα από την ασφαλιστική, δεν ήταν όπως τα εννοούσε. Επίσης ενώ αναγνώρισε την υπογραφή δήλωσε ότι έκανε λάθος που αποδέχθηκε τις δηλώσεις που καταγράφονται στο εν λόγω τεκμήριο. Αναφέρθηκε επίσης και στο γεγονός της ανεύρεση χειροβομβίδας κοντά στο όχημά του σε στάδιο πριν τη συνομολόγηση της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Κ.Κ έμπορος οχημάτων ως ΜΕ
  16. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε γραπτή δήλωση κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι το μόνο που ανέλαβε ήταν σε περίπτωση που βρισκόταν αγοραστής για το επίδικο όχημα να ενημέρωνε τον ενάγοντα και ο τελευταίος να μετέφερε το όχημα στον χώρο του ΜΕ1 ώστε να μπορεί ο προτιθέμενος πελάτης να το επιθεωρήσει. Η εμπλοκή του ΜΕ1 ήταν σε φιλικό πλαίσιο και δεν θα λάμβανε οποιαδήποτε προμήθεια ή αμοιβή από τυχόν πώληση. Πέραν της επίδικης περίπτωσης ο ενάγοντάς παρέδωσε στον ΜΕ1 το όχημα για να επιθεωρηθεί από πελάτη ακόμη μια φορά στο παρελθόν. Αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα που συγκροτούν την κατ' ισχυρισμόν κλοπή του οχήματος. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε στο ότι μόνο 2 φορές του το έδωσε ο ενάγοντας το επίδικο όχημα για σκοπούς επιθεώρησης από προστιθέμενο αγοραστή. Ο ΜΕ1 δεν θυμόταν τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του οχήματος όπως το ένα το κλειδί ήταν ασύρματο. Δεν θυμόταν επίσης ποια ήταν η αξία του οχήματος. Επίσης ως προς τι συνθήκες τις κατ' ισχυρισμόν κλοπής δεν θυμόταν τι ώρα στάθμευσε στο σημείο που κατ' ισχυρισμόν κλάπηκε το επίδικο όχημα και δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς τον χρόνο που άφησε το όχημα σταθμευμένο. Η πλευρά της εναγομένης μετά τη δήλωση των παραδεκτών γεγονότων δεν προσέφερε μαρτυρία. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν ο κάθε ένας την επιχειρηματολογία του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ενάγοντα Ο ενάγοντας δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο η μαρτυρία χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, αντιφάσεις και αφίσταται της λογικής. Η βασική θέση του ενάγοντα ήταν ότι ουδέποτε παρέδωσε το επίδικο όχημα στον ΜΕ1 για σκοπούς εμπορίας, επειδή ο ίδιος το οδηγούσε και το χρειαζόταν. Στο πιο πάνω πλαίσιο υποστήριξε ότι το επίδικο όχημα είχε άδεια κυκλοφορίας. Όμως, όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 1 δέχθηκε ότι όντως το όχημα δεν είχε άδεια κυκλοφοράς. Η παράλειψή του να αναφέρει ευθύς εξ αρχής το πιο πάνω γεγονός και η προσπάθεια του να παρουσιάσει την εικόνα ότι επρόκειτο το για όχημα με άδεια κυκλοφορίας ενώ δεν είχε τέτοια άδεια δεικνύει την προσπάθειά του να μην πει την αλήθεια, ώστε να εξυπηρετηθεί η εκδοχή του. Περαιτέρω, η πιο πάνω παράλειψη πλήττει και τη λογικότητας της εκδοχής του. Εάν όντως οδηγούσε και χρησιμοποιούσε το επίδικο όχημα, η λογικά αναμενόμενη πορεία ήταν να γνώριζε εάν είχε ή όχι άδεια κυκλοφορίας και δεν θα χρειαζόταν η καταφυγή στο Τεκμήριο
  2. Επιπλέον, η θέση του πως ουδέποτε άφησε το επίδικο όχημα στη μάντρα αυτοκινήτων του ΜΕ1 αντικρούεται από τη δήλωσή του στο Τεκμήριο
  3. Στο Τεκμήριο 11 ρητά δηλώνει ότι παρέδωσε το επίδικο όχημα πριν την κατ' ισχυρισμόν κλοπή στον ΜΕ1 για να το πωλήσει. Μάλιστα δήλωνε πως, επειδή το όχημα βρισκόταν για 1 με 1 ½ μήνα στα υποστατικά του ΜΕ1 και δεν είχε νέα, επικοινώνησε ο ίδιος με τον ΜΕ1 για να πληροφορηθεί το τι συνέβη και έβαζε πίεση στον ΜΕ1 να τον πληροφορήσει για το τι συνέβαινε. Κατόπιν της πιο πάνω πίεσης ο ΜΕ1 τον ενημέρωσε ότι το επίδικο όχημα κλάπηκε και ότι βρισκόταν στην αστυνομία για σκοπούς υποβολής καταγγελίας. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω δηλώσεις έχουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο με τη μαρτυρία που ο ενάγων έδωσε στο Δικαστήριο. Ο τελευταίος όμως επέμεινε ότι η αλήθεια είναι αυτή που είπε στο Δικαστήριο. Επομένως, είναι αναγκαία η διερεύνηση των συνθήκων υπό τις οποίες έγιναν οι πιο πάνω δηλώσεις. Ο ενάγοντας υποστήριξε ο τρόπος με τον οποίο τέθηκαν οι δηλώσεις του δεν απηχούν αυτό που πραγματικά εννοούσε. Όμως απλή ανάγνωση των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 11 καταδεικνύει πως ό,τι καταγράφηκε ήταν σαφές και δεν βρισκόμαστε ενώπιον της περίπτωσης όπου υπάρχουν διφορούμενες αναφορές, ώστε ο τρόπος γραφής να επηρεάσει ή να αλλοιώσει το νόημα. Ιδιαίτερη σημασία εκλαμβάνει και το γεγονός ότι η εκδοχή του ενάγοντα στο Δικαστήριο έγινε, αφού καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση της εναγόμενης στην οποία καταγραφόταν η θέση πως το ασφαλιστήριο δεν κάλυπτε τη συγκεκριμένη περίπτωση όπου το όχημα δόθηκε στον ΜΕ
  4. Έτσι, η εκ των υστέρων έκφραση διαφωνίας ή η δήλωση ότι ήταν λάθος του που αποδέχθηκε την καταγραφή των πιο πάνω αναφορών δεν μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα. Επομένως, υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η προβολή μιας εκ διαμέτρου αντίθετης εκδοχής, κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης από αυτή που προέβαλε ο ενάγων αρχικά κατά την υποβολή της απαίτησης, δεικνύει την προσπάθεια του ενάγοντα να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Μάλιστα η προβολή δυο εκ διαμέτρου αντίθετων ιστοριών επί ενός ουσιώδους γεγονότος όπως οι συνθήκες που περιέβαλλαν την παράδοση του οχήματος στον ΜΕ1 και τον σκοπό αυτής, επηρεάζουν συνολικά την αξιοπιστία του ενάγοντα. Από το σύνολο των πιο πάνω αναδύεται η εικόνα του ανειλικρινούς μάρτυρα, ο οποίος προώθησε ισχυρισμούς αντιφατικούς μεταξύ τους, αντίθετους με την κοινή πείρα και λογική αλλά και που σε ουσιώδη σημεία έρχονται σε αντίθεση με τα όσα δήλωνε σε ανύποπτο χρόνο στην εναγόμενη κατά την υποβολή της απαίτησης. Στη βάση των ανωτέρω καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ενάγοντα για την εξαγωγή ευρημάτων, ω μπρος τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η μαρτυρία του ΜΕ1 παρουσιάζει λογικά κενά και ασάφειες. Ήταν η βασική του θέση του ότι ο ενάγοντας παρέδωσε σε αυτόν το επίδικο όχημα επειδή υπήρχε ενδιαφερόμενος πελάτης. Όμως ο ΜΕ1 σε ουδεμία αναφορά προβαίνει ως προς το εάν τελικά το όχημα επιθεωρήθηκε από κάποιο πελάτη. Επίσης δηλώνει άγνοια για την αξία του εν λόγω οχήματος. Εύλογα γεννάται το ερώτημα πως ενώ ο ΜΕ1 παρέλαβε το επίδικο όχημα με σκοπό την επίδειξη του σε πελάτη δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την τιμή του. Η κοινή πείρα λογική και αντίληψη διδάσκουν πως στο στάδιο επίδειξης οχήματος προς πώληση ζητείται και προωθείται κάποια τιμή. Επιπλέον ο ΜΕ1 ενώ ισχυρίστηκε ότι το παρέλαβε συγκεκριμένα για το δει πελάτης δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε συνάντηση με πελάτη και στο αποτέλεσμα αυτής. Αντίθετα αναφέρει ότι το οδηγούσε ο ίδιος και το μετέφερε σε μια αποθήκη. Αν όντως υπήρχε πελάτης που ενδιαφερόταν αναμένετο τουλάχιστον να αναφερθεί το αποτέλεσμα. Επίσης εάν δεν τελεσφόρησε η συζήτηση και εφόσον το είχε ανάγκη ο ενάγοντας η λογικά αναμενομένη πορεία ήταν να το παραλάμβανε πίσω ο ενάγοντας και όχι να το οδηγούσε ο ΜΕ
  5. Όλα τα πιο πάνω συγκροτούν μια εξωπραγματική εκδοχή με λογικά κενά και αδυναμίες που δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Αξιολόγηση τεκμηρίων που κατατέθηκαν από κοινού Ως έχει σημειωθεί ανωτέρω στο πλαίσιο της δήλωσης παραδεκτών γεγονότων κατατέθηκαν από κοινού και τα Τεκμήρια 12,13, και
  6. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης (ανωτέρω) σελ. 302, η απλή εκ σύμφωνου κατάθεση ενός τεκμήριου χωρίς ρητή δήλωση ότι γίνεται δεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του ενδεχομένως να μην είναι αρκετή για την αξιολόγηση αυτού ως προς το αληθές του περιεχομένου του. Σημειώνεται στο πιο πάνω σύγγραμμα πως θα πρέπει να δηλώνεται ρητά από τους διαδίκους το κατά πόσο το εκάστοτε έγγραφο, που κατατίθεται από κοινού, γίνεται δεκτό για την αλήθεια του περιεχόμενου του. Όπως επισημαίνεται στο ίδιο σύγγραμμα, ιδίως εάν η κατάθεση δεν συντελείται στο πλαίσιο διατύπωσης και έγκρισης παραδεκτών γεγονότων μπορεί να προκύψει ασάφεια ως προς τον στόχο της κατάθεσης. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η κατάθεση από κοινού εγγραφών δεν οδηγεί απαρέγκλιτα στην αξιολόγηση του περιεχομένου τους ως αληθούς, αλλά σημασία αποκτούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε κατάθεση. Για το πιο πάνω αξία αποκτά και το εάν κατατέθηκαν στο πλαίσιο δήλωσης παραδεκτών γεγονότων. Στην υπό κρίση υπόθεση τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από κοινού κατατέθηκαν στο πλαίσιο δήλωσης παραδεκτών γεγονότων. Ιδίως τα Τεκμήρια 13 και 14 αποτελούν τα έγγραφα που υποστυλώνουν το παραδεκτό γεγονός της υποβολής της καταγγελίας. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 13 περιγράφονται οι λεπτομέρειες που δόθηκαν κατά την υποβολή της καταγγελίας ενώ το Τεκμήριο 14 καταγράφει επιπλέον την αξία του οχήματος, τον σκοπό που αυτό κατέχετο και την ιδιότητα του ΜΕ1, ως δηλώθηκε από τους εμπλεκόμενους στην αστυνομία. Ουσιαστικά με τα δυο αυτά έγγραφα δίδεται το περιεχόμενο και οι λεπτομέρειες του παραδεκτού γεγονότος της καταγγελίας, αφού εξειδικεύεται το ποιος, υπό ποια ιδιότητα και υπό ποιες περιστάσεις και λόγο κατείχε το επίδικο όχημα. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι τα δυο Τεκμήρια μπορούν να αξιολογηθούν και να γίνουν δεκτά ως προς το αληθές του περιεχομένου τους. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτά για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν, τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται και την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η εναγόμενη, κατόπιν υποβολής πρότασης ασφάλισης εκ μέρους του ενάγοντα, ημερομηνίας 18.5.2012, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα με αριθμούς εγγραφής { }, ιδιοκτησίας του ενάγοντα. Με βάση την πρόταση ασφάλισης η εναγόμενη εξέδωσε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθμόν 314 V03 2012 0062, με έναρξη ισχύος 18.5.2012 και λήξης την 17η.5.
  7. Το επίδικο όχημα ήταν αξίας € 20.
  8. Σύμφωνα με το επίδικο ασφαλιστήριο η εναγόμενη κάλυπτε χρήση μόνο για κοινωνικούς, ιδιωτικούς σκοπούς και σκοπούς αναψυχής. Δεν κάλυπτε χρήση για οποιοδήποτε σκοπό αναφορικά με την εμπορία οχημάτων. Οι όροι της ασφαλιστικής σύμβασης περιέχονταν στο κείμενο αυτής. Στις 17.10.2012 ο ΜΕ1 οδήγησε το επίδικο όχημα και το μετέφερε στην οδό { } στην κοινότητα Ποταμίας όπου το στάθμευσε έξω από αποθήκη που διατηρούσε. Ακολούθως το όχημα εξαφανίστηκε και ο ΜΕ1 υπέβαλε καταγγελία στην αστυνομία. Το όχημα δόθηκε από τον ενάγοντα στον ΜΕ1 για να το πωλήσει. Η καταγγελία για κλοπή παρέμεινε ανεξιχνίαστη. Ο ενάγοντας υπέβαλε απαίτηση στην εναγόμενη για κάλυψη του ποσού της αξίας του οχήματος. Επίσης, μέσω επιστολών του δικηγόρου του αξίωσε την ικανοποίηση της απαίτησης του. Η εναγόμενη μέσω επιστολής του δικηγόρου της, ημερομηνίας 22.8.2013 απέρριψε την απαίτηση. Κατά το παρελθόν, ήτοι στις 24.9.2011, εντοπίστηκε κοντά στο σημείο που ήταν σταθμευμένο το όχημα μια αμυντική χειροβομβίδα. Όμως από τις αστυνομικές ανακρίσεις δεν εξασφαλίστηκε μαρτυρία ότι στόχος ήταν το επίδικο όχημα. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Σε σχέση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης περί καθυστέρησης στην υποβολή της απαίτησης σημειώνω ότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και δεν μπορεί να κριθεί. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί απόκρυψης του γεγονότος της ανεύρεσης χειροβομβίδας κοντά στο επίδικο όχημα κατά το παρελθόν, κρίνω ότι το πιο πάνω γεγονός δεν ήταν ουσιώδες, αφού από τος ανακρίσεις που διενεργήθηκαν δεν προέκυψε ότι στόχος ήταν το επίδικο όχημα. Το ουσιαστικό ερώτημα που αναδύεται στην παρούσα είναι το κατά πόσο η εναγόμενη με βάση τους όρους του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα για την απώλεια του οχήματος. Επομένως, το πρώτο που πρέπει να διασαφηνιστεί είναι η έννοια και το εύρος των σχετικών όρων του επίδικου συμβολαίου. Ως προς την ερμηνεία ασφαλιστικών συμβολαίων θεμελιακή είναι η απόφαση χχχ χχχ Λιπερή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθερίου Γεώργιου Πουντζιουρή τέως εξ Αραδίππου v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά., Πολιτική Έφεση 42/2013, ημερομηνίας 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A329, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896).» Η πιο πάνω αρχή έχει επανεπιβεβαιωθεί και στις μεταγενέστερες αποφάσεις, Anthony Edgar v. Universal Life Insurance Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση 350/2014, ημερομηνίας 13.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:A298, Χατζηκλεάνθους ν. Laiki Cyprialife Ltd, Πολιτική Έφεση 261/13, ημερομηνίας 7.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A299, και Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Βλάχου κ.α., Πολιτική Έφεση 194/2013, ημερομηνίας 25.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A446. Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι κανόνες ερμηνείας που ισχύουν για την ερμηνεία των συμβολαίων εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου, εφαρμόζονται και στην περίπτωση ερμηνείας ασφαλιστικών συμβολαίων. Το απαύγασμα της νομολογίας σε σχέση με τη μεθοδολογία ερμηνείας κάποιας σύμβασης έχει συγκεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 17.6.2021, ως ακολούθως: «Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.» Από την πιο πάνω αυθεντία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο εκκινώντας από το λεκτικό της σύμβασης στο σύνολό της θα προχωρήσει να εξεύρει την πραγματική βούληση των μερών. Γνώμονας για τα πιο πάνω θα είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας ερμηνευόμενο στο σύνολό του στον μέσο συνετό άνθρωπο. Στην υπό κρίση υπόθεση το περιεχόμενο της σύμβασης δεν παρουσιάζει ασάφειες ή ερμηνευτικές δυσκολίες. Η ασφαλιστική σύμβαση ήταν σαφής και προσδιόριζε στο άρθρο 7 αυτής ότι κάλυπτε την οδήγηση από οποιοδήποτε πρόσωπο μεταξύ 23 με 70 ετών κάτοχο κανονικής άδειας οδήγησης για περίοδο πέραν των δυο ετών και που οδηγεί με την εντολή ή εξουσιοδότηση του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο. Επίσης, στο άρθρο 4 αυτής θεσπίζοταν περιορισμοί ως προς την χρήση του οχήματος. Στο εν λόγω σημείο η σύμβαση ήταν σαφής και προνοούσε ότι δεν κάλυπτε χρήση του οχήματος σε σχέση με οποιοδήποτε εμπόριο ή επιχείρηση και οποιοδήποτε σκοπό αναφορικά με την εμπορία οχημάτων. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η επίδικη σύμβαση καθόριζε ρητά και τις περιπτώσεις που κάλυπτε όσο και τις περιπτώσεις που δεν κάλυπτε. Αλώστε οι διάδικοι δεν διαφώνησαν ως προς την ύπαρξη και το εύρος των πιο πάνω όρων. Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ. 197, αποτελεί βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι εκείνος που προβάλλει ένα ισχυρισμό πρέπει και να τον αποδεικνύει. Ως προς του όρους εξαίρεσης σε ασφαλιστικά συμβόλαια, σύμφωνα με τη νομολογία το βάρος απόδειξης της συνδρομής των όρων εξαίρεσης πίπτει στους ώμους του προσώπου που τους επικαλείται. {βλ. σχετικά απόφαση Anthony Edgar v. Universal Life Insurance Public Company Ltd (ανωτέρω)}. Επομένως η πλευρά του ενάγοντα όφειλε να αποδείξει ότι ο ΜΕ1 οδηγούσε το επίδικο όχημα κατ' εντολή του ενάγοντα. Όμως, από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία δεν προκύπτει τέτοιο γεγονός. Δεν υπάρχει δηλαδή αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει σε συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας εξουσιοδότησε τον ΜΕ1 να το οδηγήσει. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η παράδοση του οχήματος με σκοπό την επιθεώρησή του από προτιθέμενο πελάτη δεν καλύπτει και την οδήγηση εκ μέρους οποιοδήποτε προσώπου. Περαιτέρω, δεν προωθήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, αφού η θέση τόσο του ενάγοντα όσο και του ΜΕ1 ήταν ότι ο ενάγοντας παρέδωσε το όχημα ώστε ο ΜΕ1 να το δείξει σε προτιθέμενο πελάτη, ο οποίος θα μετέβαινε στο υποστατικό του ΜΕ1 για να επιθεωρήσει το όχημα. Δεν προβλήθηκε καν ισχυρισμός περί το ότι ο ενάγοντας εξουσιοδότησε τον ΜΕ1 να το οδηγήσει. Επομένως, η πλευρά του ενάγοντα απέτυχε να αποδείξει ουσιώδη γεγονότα που συγκροτούσαν το αγώγιμο δικαίωμα. Η αποτυχία του ενάγοντα να αποδείξει ότι το συμβάν για το οποίο αξίωσε πληρωμή από την ασφάλεια προέκυψε από χρήση του οχήματος η οποία ενέπιπτε στις περιπτώσεις που κάλυπτε το ασφαλιστήριο οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής. Εν πάση περιτπώσει, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το επίδικο όχημα παραδόθηκε στον ΜΕ1 από τον ενάγοντα για το πωλήσει. Είναι προφανές ότι η παράδοση οχήματος σε κάποιο πρόσωπο για να το πωλήσει σε τρίτο συνιστά πράξη εμπορία οχήματος. Εφόσον, λοιπόν, το επίδικο όχημα δόθηκε από τον ενάγοντα στον ΜΕ1 για να το πωλήσει, έπεται ότι και η χρήση του από τον ΜΕ1 δεν μπορεί να ήταν για οποιοδήποτε άλλο ιδιωτικό σκοπό ή σκοπό αναψυχής ή κοινωνικό. Συνακόλουθα, από τα ενώπιόν μου δεδομένα προκύπτει ότι το επίδικο όχημα κατά τον χρόνο επέλευσης του συμβάντος για το οποίο αξιώθηκε κάλυψη, χρησιμοποιείτο για σκοπούς εμπορίας και ως εκ τούτου η χρήση του οχήματος ήταν εκτός των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Συνεπώς, η ασφαλιστική εταιρεία δεν είχε υποχρέωση να καλύψει την απαίτηση του ενάγοντα. Επομένως η αγωγή κρίνεται απορριπτέα και για το πιο πάνω λόγο. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.