ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΡΙΟΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 310/17, 30/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 310/17 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΉΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Ενάγουσας και ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΡΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΒΑΛΑΝΙΔΟΥ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Εναγόμενος Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγόμενους: κος Στ. Κυβιδιώτης για κ.κ. Μαυροκωστας & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ' ής η Αίτησης - Ενάγουσα: κος Ιεροδιακόνου για κ.κ. Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση Ημερομηνίας 25/10/21) Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές, εξ αποφάσεως χρεώστες σήμερα, αξιώνουν το παραμερισμό της εναντίον τους εκδοθείσας την 08/07/21 απόφασης (υπό άλλη σύνθεση), στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Νομική βάση της αίτησης απετέλεσαν οι πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και ειδικότερα οι Δ.33 ΘΘ3, 5, η Δ48 ΘΘ1, 2, 3 4
(1), 4
(2)και 4
(3)η Δ.57 και Δ.
- Γίνεται επίσης επίκληση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Χρήσιμο είναι θεωρώ ένεκα και των προβαλλομένων στην Αίτηση και Ειδοποίηση Ένστασης ισχυρισμών αλλά και προβαλλόμενων γεγονότων από τις δύο πλευρές να παραθέσω τα γεγονότα ως προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης[1] και τα πρακτικά του Δικαστηρίου[2]. Η υπό τον ως άνω αριθμό κι τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε στις 23/01/
- Η τότε Ενάγουσα αξίωνε εναντίον του Εναγομένου 1 υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας και παραχώρησης δανείου καθώς επίσης, τόκους και έξοδα. Εναντίον της Εναγομένης 2 αξίωνε τα ίδια ποσά δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ή και συμφωνίας κάλυψης των εκ της συμφωνίας δανείου απορρεόντων υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει σύμβασης που συνάφθηκε μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 2, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου
- Οι Εναγόμενοι (ως ήταν τότε) καταχώρησαν εμφάνιση μέσω του δικηγορικού γραφείου Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ στις 05/09/
- Στις 11/01/18 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από το γραφείο Δ. Α. Δημητρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ οι οποίοι καταχώρησαν και την Υπεράσπιση των Εναγομένων στην αγωγή στις 05/02/
- Προηγήθηκε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης, των Εναγόντων ημερομηνίας 17/10/
- Δόθηκαν οδηγίες δυνάμει της Δ.30 στις οποίες καταρχάς φαίνεται να υπήρξε συμμόρφωση σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης και σε σχέση με τους Ονομαστικούς Καταλόγους Μαρτύρων και Σύνοψή Μαρτυρίας. Εν συνεχεία η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 16/10/19 και στις 12/06/
- Ορίστηκε εν συνεχεία στις 21/10/20 για οδηγίες για λόγους που φαίνεται να αφορούσαν το Δικαστήριο, οπόταν και ορίστηκε για ακρόαση στις 21/04/
- Από σχετικό ηλεκτρονικό μηνυμάτων των τότε συνηγόρων των Αιτητών που εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, μέρος των πρακτικών εκείνης της ημερομηνίας που είχαν τη μορφή ανάρτησης πίνακα μαζί με άλλες υποθέσεις, φαίνεται ότι οι συνήγοροι των Εναγομένων είχαν ενημερώσει το Δικαστήριο και τους συνηγόρους της Ενάγουσας για την πρόθεση τους να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση των Εναγομένων και ζήτησαν αναβολή της ακρόασης. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση, διαφορετική από αυτή που εξέδωσε την απόφαση) όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 11/06/21 ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους τότε συνηγόρους των Εναγομένων να τους ενημερώσουν για την πρόθεση απόσυρσης τους. Ως επιμαρτυρεί το πρακτικό που εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, στις 11/06/21, οι εμφανίσεις έγιναν με φυσική παρουσία και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως «Έγγραφο Α» επιστολή των συνηγόρων των Εναγομένων ημερομηνίας 20/04/21 προς τους τελευταίους με την οποία τους ενημέρωναν: για την πρόθεση τους να αποσυρθούν, την ημέρα, την ώρα και τον σκοπό ορισμού της υπόθεσης στις 11/06/21 καθώς και ότι η παρουσία τους ήταν απαραίτητη. Ως καταγράφεται στην επιστολή, η παρουσία τους είναι απαραίτητη «.καθότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος η Ενάγουσα να προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης εναντίον σας.». Η επιστολή αυτή φέρει τα ονόματα των δύο Αιτητών και υπογραφές πάνω από αυτά ότι έχει παραληφθεί από τους ίδιους. Το Δικαστήριο εν συνεχεία όρισε την υπόθεση για απόδειξη στις 08/07/
- Η απόδειξη της υπόθεσης έγινε με έγγραφη μαρτυρία και εκδόθηκε απόφαση την ίδια μέρα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Αιτητών. Την απόφαση αυτή είναι που επιχειρούν με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές να παραμερίσουν. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 25/10/
- Την ίδια ημερομηνία φέρει και η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από πλευράς των Αιτητών. Αυτό το οποίο οι Αιτητές προβάλλουν στην ένορκη Δήλωση του 1ου Αιτητή η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Όντως παρέλαβαν την επιστολή του προηγούμενου δικηγόρου τους · Ωστόσο «. λόγω των προβλημάτων που προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί η πανδημία στην κοινωνία μας, δεν μπορούσε κάποιος από τους Εναγόμενους να εμφανισθεί κατά την πιο πάνω ημερομηνία και ούτε είχαμε κληθεί να πράξουμε κάτι τέτοιο αφού είχαμε συμφωνήσει με την υπογραφή μας στην απόσυρση των προηγούμενων δικηγόρων και δεν ήμασταν ενήμεροι για την νέα ημερομηνία ακρόασης που δόθηκε από το Δικαστήριο και ούτε ενημερωθήκαμε μετέπειτα. Χωρίς να δοθεί χρόνος στους Εναγόμενους για εξεύρεση. Δικηγορικού γραφείου για αντιπροσώπευση μας στην πιο πάνω αγωγή, οι δικηγόροι της Ενάγουσας, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι 11/06/2021, ζήτησαν όπως η αγωγή ορισθεί για απόδειξη. Ως ενημερωθήκαμε από τους δικηγόρους μας κατά την επόμενη δικάσιμο οι δικηγόροι της Ενάγουσας με συνοπτικές διαδικασίες ζήτησαν να γίνει απόδειξη με σκοπό την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων ενώ κανείς από τους Εναγόμενους δεν ήταν ενήμερος για την συγκεκριμένη εμφάνιση και ημερομηνία κατά την οποία γινόταν η απόδειξη της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου.». · Διόρισαν το γραφείο που τους εκπροσωπεί τώρα στις 30/08/
- Οι δικηγόροι του ενημερώθηκαν από τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι είχε εκδοθεί απόφαση. · Οι ίδιοι ουδέποτε έλαβαν ειδοποίηση ότι η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στις 08/07/
- · Προβάλλουν επίσης ότι στερήθηκαν της ευκαιρίας να προβάλουν την Υπεράσπιση τους που έγκειται στα ακόλουθα: - Εγκυρότητα συμφωνιών λόγω καταχρηστικότητας στους όρους αυτών αλλά και τις διαδικασίες που ακολούθησε η Ενάγουσα πριν και κατά τη σύναψη των συμφωνιών. Ως καταγράφει: «.η Ενάγουσα καταχρηστικά και/ή παράτυπα και/ή δια μέσω οικονομικού εξαναγκασμού ζήτησε από τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, τη προσθήκη μου ως δανειολήπτη στον επίδικο δανεισμό για να μπορεί να δικαιολογηθεί το συνολικό ύψος δανεισμού που δόθηκε μαζί με το δάνειο της αγωγής 336/2017 μεταξύ ΣΠΕ Στροβόλου Λδτ και Γεώργιου Αγαθαγγέλου κ.α. ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. - Η επίδικη στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή πιστωτική διευκόλυνση «είναι συνδεδεμένη» με το επίδικο στην αγωγή 336/17 του Ε.Δ. Λευκωσίας για το οποίο μετά το θάνατο του πατέρα του, πρωτοφειλέτη στο δάνειο της αγωγής 336/17, η Ενάγουσα εισέπραξε ποσό πέραν των 150.000.- από την ασφάλεια ζωής του πατέρα του. - Το εξ αποφάσεως χρέος δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό οφειλόμενο ποσό ούτε και καλύπτεται η επιβολή τόκου 8.50% ως η απόφαση. - Το χρέος περιλαμβάνει «σοβαρές υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις τόκων και/ή τόκοι Υπερημερίας και/ή χρεώσει τόκων επί ποσών τα οποία δεν θα έπρεπε να φέρουν τόκο. - Καταβλήθηκαν προσπάθειες για την πλήρη και εξώδικη διευθέτηση του υπολοίπου ης οφειλής του επίδικου λογαριασμού Οι Καθ' ών η Αίτηση με την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης τους προβάλλουν συνολικώς 16 λόγους έντασης οι οποίοι θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν ως ακολούθως: · Η αίτηση είναι «νόμω και /ή ουσία» αβάσιμη (Λόγοι Ένστασης 7 και 10). · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού δεν προβάλλονται σοβαροί και εύλογοι ισχυρισμοί για την ακύρωση και παραμερισμό της απόφασης. Επιχειρούν να διορθώσουν προηγούμενα σφάλματα τους και τα όσα αναφέρουν αποτελούν προϊόν δεύτερης σκέψης (Λόγοι ένστασής 1, 2, 4, 8, 14). · Σημειώνουν επίσης ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι γενικά και αόριστα (Λόγος Ένστασης 10) · Η διαδικασία έχει γίνει νομότυπα και σύμφωνα με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας (Λόγος Ένστασής 3). · Η αίτηση είναι κακόβουλη και κακόπιστη και οι Αιτητές επιδιώκουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια (Λόγοι Ένστασής 6 και 9). · Η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και της διασφάλισης της τελεσιδικίας των αποφάσεων χάριν δημοσίου συμφέροντος. (Λόγοι Ένστασης 5, 6, 11, 13). Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, ο Ανδρέας Ανδρέου, λειτουργός της Καθ' ής η Αίτηση, αναφέρεται στα γεγονότα της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Επιπλέον αποδέχεται ότι έχει υπάρξει η αγωγή στην οποία αναφέρεται ο Αιτητής τονίζει όμως ότι ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αγωγή εφόσον τα μέρη είναι διαφορετικά. Εκείνη αφορά δάνειο στο οποίο πρωτοφειλέτης ήταν ο πατέρας του Αιτητή. Οι συμφωνίες δανείου των δύο υποθέσεων συνάφθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες με περίπου 20 μέρες διαφορά και οι εξασφαλίσεις εκείνου του δανείου αφορούν σε διαφορετικές υποθήκες. Επίσης παραδέχεται ότι όντως η Ενάγουσα και σε σχέση με την αγωγή 363/17 του Ε.Δ. Λευκωσίας εισέπραξε από την ασφαλιστική εταιρεία του πατέρα του Αιτητή το ποσό που ο Αιτητής αναφέρει. Επιμένει όμως ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές υποθέσεις. Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένσταλμα στην αγωγή εκείνη. Κατά την ακρόαση της αίτησης ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν και υιοθέτησαν το περιεχόμενο των αγορεύσεων τους οι οποίες ετοιμάστηκαν γραπτώς. Αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων θα γίνεται κατωτέρω όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα Περιορίζομαι στο σημείο αυτό να παραθέσω τα ακόλουθα σε σχέση με το περιεχόμενο τους. Ουδόλως μπορούν να λαμβάνονται και ούτε λαμβάνονται υπόψιν γεγονότα τα οποία εκτίθνεται στις αγορεύσεις τα οποία δεν καλύπτονται από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Τώρα: Ο συνήγορος των Αιτητών προβάλλει ότι οι εντολείς του δεν έτυχαν ενημέρωσης για τη νέα ημερομηνία ακρόαση και προβάλλει το περιεχόμενο της Δ.31 Θ4 και εισηγείται ότι θα έπρεπε οι πλευρά των Εναγόντων να ενημέρωνε τους Καθ' ών η Αίτηση για την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση για απόδειξη, δυνάμει των προνοιών της Διαταγής αυτής. Οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως βάσιμη και καλή Υπεράσπιση. Δεν επέδειξαν αδιαφορία ούτε και προέβησαν σε πράξεις για την καθυστέρηση της εξέλιξης των διαδικασιών. Στις 11/06/21 «λόγω καλόπιστου λάθους κα/ή σύγχυσης των Εναγομένων αλλά και λόγω σύγχυσης που επικρατούσε λόγω της πανδημίας», «.δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο ως έπρεπε να εμφανιστούν κατόπιν ενημέρωσης και από τον προηγούμενο δικηγόρο τους». Από την άλλη, οι συνήγοροι της Καθ' ής η Αίτηση, παραπέμποντας σε Νομολογία αλλά και σε πρωτόδικες αποφάσεις αναπτύσσουν τους λόγους ένστασης της Ειδοποίησης. Το αίτημα των Αιτητών προωθείται ουσιαστικά στη βάση της Δ.33 Θ.5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το γράμμα της Διαταγής 33, στις πρώτες πέντε παραγράφους αυτού καθορίζει τη διαδικασία όταν κατά τη μέρα που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, δεν εμφανίζονται οι διάδικοι ή και οι συνήγοροι αυτών, κατά περίπτωση. Εδώ θα μας απασχολήσει ο Θεσμός 3 που αφορά στην περίπτωση μη εμφάνισης του Εναγομένου, κατά την ημέρα ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι στην προκειμένη η υπόθεση ορίστηκε όχι για «ακρόαση» αλλά για «απόδειξη» ωστόσο ως κρίθηκε στην Κυριακή Μαυρομιχάλη και άλλη ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 A.A.Δ. 530[3], ο ορισμός της υπόθεσης για «απόδειξη» πως εξυπάκουε ορισμό της για «ακρόαση». Στη Δ33 Θ3 των Θεσμών λοιπόν, υπό τον τίτλο «ORDER 33 :PROCEEDINGS AT TRIAL», καταγράφονται τα ακόλουθα: «
- If on the day fixed for trial the plaintiff appears when the trial is called on but the defendant does not, then upon proof being given of the defendant having been given notice of such day, the plaintiff may prove his claim, so far as the burden of proof lies upon him and judgment may be given accordingly.» Στο δε Δ33Θ.5 που επικαλούνται οι Αιτητές στην νομική βάση της αίτησης τους, προνοείται ή και παρέχεται η εξουσία στο ίδιο το Δικαστήριο παραμερισμού της απόφασης που εξέδωσε (στην προκειμένη υπό άλλη σύνθεση). Καταγράφεται στο Θεσμό αυτό: «5.Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.» Στην υπό κρίση περίπτωση αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι οι Αιτητές, έλαβαν γνώση μέσω της επιστολής των τότε δικηγόρων τους ημερομηνίας 20/04/21, της οποία υπέγραψαν ότι παρέλαβαν την ίδια μέρα, ότι η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 11/06/
- Μέσω της ίδιας επιστολής ενημερώθηκαν και για την πρόθεση των συνηγόρων να αποσυρθούν καθότι θα «ανέστελλαν» τις εργασίες τους. Ταυτοχρόνως τους ενημέρωναν για την αναγκαιότητα της παρουσίας τους εκείνη τη μέρα στο Δικαστήριο γιατί υπήρχε «πραγματικός κίνδυνος» η ενάγουσα να προχωρήσει με απόδειξη της υπόθεσης της. Αδιαμφισβήτητο όμως γεγονός είναι επίσης ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν γνώση της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης για απόδειξη αφού είχε ήδη δοθεί άδεια στους συνηγόρους τους να αποσυρθούν, όταν δόθηκε η νέα ημερομηνία. Για τις 08/07/21 ημερομηνία κατά την οποία κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της Ενάγουσας (ως επιμαρτυρεί το πρακτικό της 11/06/21, το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί) η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη, οι Αιτητές δεν έτυχαν ενημέρωσης. Σε αυτή την ημερομηνία η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να παρουσιάσει μαρτυρία και να αποδείξει την υπόθεση, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους του, και μπορούσε να εκδοθεί απόφαση ανάλογα. Αυτή ήταν η νέα ημερομηνία δίκης. Η μη ενημέρωση αυτή των Αιτητών και η μη γνώση της ημερομηνίας της δίκης είναι θεωρώ που δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάληξη ότι η υπό κρίση περίπτωση μπορεί να υπαχθεί στο γράμμα της Δ.33 Θ.
- Κατ' αρχάς δεν υπάρχει η ενημέρωση που απαιτεί η Δ.33 Θ.3 για να μπορεί να υπαχθεί η έκδοση απόφαση στο γράμμα της Διαταγής αυτής. Συνεπακόλουθα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ο Θ.5 της Διαταγής αυτής και τούτο αφού αναπόδραστα και εφόσον ο θεσμός αυτός θέτει ρητώς χρονικό πλαίσιο 15 ημερών από την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εξ ορισμού προϋποθέτει γνώση από τον Αιτητή της ημερομηνίας ορισμού, που εδώ δεν είναι η περίπτωση. Άρα καταλήγω ότι η Δ.33 Θ.5 δεν μπορεί να αποτελεί τη νομική βάση επί της οποίας μπορεί να προωθείται το αίτημα για παραμερισμό της απόφασης. Σε περίπτωση όμως που η πιο πάνω αντίληψη ή και ερμηνεία μου ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη προχωρώ να σημειώσω ότι η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε εκπροθέσμως. Επί τούτου αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση στην Έφεση Ann-Clair Developments Ltd v. Κυριακίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 537. Στην απόφαση του το Εφετείο επεσήμανε τη σαφήνεια των προνοιών της Δ.33 Θ5 ότι δηλαδή η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση που υποβάλλεται εντός 15 ημέρων από τη δίκη. «Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι.» Είχε υπάρξει εισήγηση για απαλλαγή ή θεραπεία του εκπρόθεσμου παρόμοιας αίτησης η οποία δεν έγινε αποδεκτή. Συγκεκριμένα, το εφετείο με αναφορά μεταξύ άλλων στην Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, σημείωσε δεν είναι δυνατόν παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ' επίκληση της Δ.64. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή είχε παρέλθει πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την εκπνοή της προθεσμίας και χρόνος πέραν των τριών μηνών όπως εδώ από την ημερομηνία που είχε οριστεί η αγωγή για απόδειξη ή και έξι μήνες από την τελευταία φορά που οι Αιτητές είχαν νεότερα σε σχέση με την εξέλιξη της υπόθεσης τους. Σημειώνεται επίσης ότι ομιχλώδες, γενικό και αόριστο είναι το πραγματικό υπόβαθρο που παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή σχετικώς με την αιτία ή και τις αιτίες που οδήγησαν στην καθυστέρηση αντίδρασης των Αιτητών. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη εξιστόρηση ή και αναφορά γεγονότων παρά μόνο γενική και αόριστη επίκληση των συνθηκών που δημιούργησε η πανδημία οι οποίες όμως δεν εμπόδισαν την διενέργεια εμφάνισης και απόδειξης κατά την ημερομηνία που η υπόθεση είχε οριστεί. Ούτε και εξηγείται η καθυστέρηση στον διορισμό δικηγόρου ή και η καθυστέρηση στην καταχώρηση ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου. Παρεχόταν από τους θεσμούς βεβαίως η δυνατότητα υποβολής αιτήματος παράτασης του χρόνου δυνάμει των προνοιών της Δ.57 και Δ.48 κ.8
(1)(qq). Στην Αθανασιάδη (ανωτέρω), κρίθηκε μοιραία η μη συμμόρφωση με τα χρονικά περιθώρια που θέτουν οι θεσμοί σε συνδυασμό με την παράληψη λήψης δράσης προς την κατεύθυνση της παράτασης του χρόνου. Καταγράφονται στην απόφαση: «Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. ... Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. ... Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία η ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς.» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Για την υπό κρίση αίτηση ουδεμία προσπάθεια υπήρξε για εξασφάλιση παράτασης του χρόνου καταχώρησης της αίτησης. Τούτο θεωρώ ότι, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει στην εφαρμογή της Δ.33 Θ.5 ένεκα τη γνώσης της προηγούμενης ημερομηνίας ήτοι της 11/06/21, παρά το ότι η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες, κατά μοιραίο τρόπο, οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης ως εκπρόθεσμης. Ένεκα των πιο πάνω με έχει προβληματίσει ποιό θα ήταν το δικονομικό έρεισμα τέτοιας αίτησης και, συνακολούθως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παραμεριζόταν τέτοια απόφαση δεδομένου του γεγονότος ότι οι Αιτητές δεν είχαν λάβει γνώση της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης τους για ακρόαση. Τούτο όχι σε θεωρητικό επίπεδο αλλά σε σχέση με το κατά πόσο το Δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει να παραμερίσει την απόφαση. Μόνο η επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει βάση για την εξέταση του ζητήματος. Οι συμφυείς εξουσίες (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου ασκούνται από το Δικαστήριο ως μέτρο αυτοπροστασίας του δικαίου. Ως αναγνωρίσθηκε και λέχθηκε στην απόφαση στην έφεση Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109 «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς». (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Στην Πολ. Αίτηση Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση της Χριστιάνας Κλεάνθους, Πολ. Αίτηση 145/15, καταγράφεται ότι: «Κατά γενική αρχή, μετά την έκδοση της απόφασής του, το Δικαστήριο καθίσταται functus officio και στερείται δυνατότητας επανανοίγματος της υπόθεσης. Σε εξαιρετικές όμως περιπτώσεις διατηρεί τέτοια εξουσία μέσα από το κατάλοιπο των εξουσιών του (residual jurisdiction) κατά τρόπο σύμφυτο, ήτοι από την ίδια τη φύση της λειτουργίας του ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης (Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226). Τέτοια εξουσία ασκείται καθηκόντως, ως χρέος προς τη δικαιοσύνη (ex debito justitiae) σε περίπτωση παράβασης της φυσικής δικαιοσύνης, όπως είναι η παράλειψη επίδοσης ή γνωστοποίησης της διαδικασίας σε διάδικο ή η έκδοση απόφασης χωρίς να είχε δοθεί η ευκαιρία σε διάδικο να ακουστεί.» Το ζήτημα που τέθηκε στην υπόθεση εκείνη ήταν: «.το κατά πόσον το γεγονός ότι δεν ειδοποιήθηκε η αιτήτρια ώστε να λάβει μέρος στην Αίτηση 71/2014, με δεδομένη τη συμμετοχή της ως ενδιαφερόμενο μέρος στη διενέργεια της θανατικής ανάκρισης, δημιουργεί περιστάσεις τέτοιες ώστε να πρόκειται για περίπτωση κατάλληλη για να ενεργοποιηθεί, μέσα από το κατάλοιπο όπου βρίσκεται των εξουσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εξαιρετική εξουσία που ασκήθηκε στην υπόθεση Πουλλή.» Η ολομέλεια απάντησε στο ερώτημα ως ακολούθως: «Προς απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει κατ΄αρχάς να τονισθεί η πεμπτουσία της υπόθεσης Πουλλή, όπου, όπως και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου, οι παραπονούμενοι διάδικοι βρέθηκαν σε δικονομικό αδιέξοδο ως προς τα θιγέντα δικαιώματά τους, χωρίς οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη διαδικασία ή δυνατότητα ανατροπής. Στην πρώτη υπόθεση είχε ακυρωθεί, ως άνω, η προαγωγή διαδίκου χωρίς να έχει γνώση της διαδικασίας η οποία και περατώθηκε χωρίς δυνατότητα αναβίωσης. Στη δεύτερη υπόθεση και πάλιν το δικαστικό σφάλμα οδήγησε σε τέρμα κάθε διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και πάλιν χωρίς οποιαδήποτε δυνατότητα για τον θιγέντα διάδικο να αντιδράσει. Είναι υπ΄αυτές τις περιστάσεις που το Δικαστήριο άσκησε τη συμφυή του εξουσία, «εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία» (Χριστοδούλου άλλως Ρόπας (ανωτέρω), σελ. 234). Στην προκειμένη περίπτωση, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στα όσα παρεμπιπτόντως λέχθηκαν στην Ann-Clair Developments Ltd, όταν τέθηκε από τους συνηγόρους των εφεσειόντων ζήτημα για το ποια ήταν η μέρα που ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση και έγινε αναφορά από το Εφετείο στον προβληματισμό του για το δικαιοδοτικό πλαίσιο. Σημειώθηκαν λοιπόν τα ακόλουθα: «Οι εφεσείοντες, υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως ως ημερομηνία δίκης πρέπει να θεωρείται εκείνη κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη, εκλαμβάνουν πως οποτεδήποτε τίθεται ζήτημα μή παροχής ειδοποίησης για την ημερομηνία της δίκης, είναι επιτρεπτή η υποβολή αίτησης για παραμερισμό, χωρίς περιορισμό από προθεσμία, έξω από το πλαίσιο της Δ.33 θ.5. Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να συζητηθεί. Δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθούμε σ' αυτά γιατί, όπως θα εξηγήσουμε, λείπει η προϋπόθεση στην οποία στηρίζεται η εισήγηση του εφεσείοντα. Σημειώνουμε όμως την αναφορά στο Αnnual Practice του 1956 σελ. 614, σε σχέση με αγγλική νομολογία ως προς το διαθέσιμο και του ένδικου μέσου της έφεσης στις περιπτώσεις έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά τη δίκη. (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Μariala Constructions Limited
(1996)1 A.A.Δ. 1129). ( Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Συνεπώς δεν τίθεται θέμα επίκλησης συμφυούς εξουσίας η οποία θα ήταν νοητό να υπάρχει ως μέτρο αυτοπροστασίας του δικαίου, όταν δεν προσφερόταν κανένα ένδικο μέσο θεραπείας. Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. FN & AG DEVELOPERS LTD ν. KERMIA PROPERTIES & INVESTMENTS LTD κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. 31/2012, 11/6/2018) η δυνατότητα προώθησης έφεσης παραμένει. Άρα οι δικονομικές πρόνοιες οι οποίες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει την υπό αναφορά απόφαση ένεκα των περιστάσεων έκδοσης της απόφασης αφού δεν υπήρξε ειδοποίηση για την ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση για απόδειξη. Τούτο αποτελεί θεωρώ προϋπόθεση ενεργοποίησης των προνοιών της Δ.33.5 για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω. Η ορθότητα της διαδικασίας έκδοσης της απόφασης και ειδικότερα εάν θα έπρεπε να σταλεί ειδοποίηση για την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για απόδειξη και ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο ως ο ορισμός της υπόθεσης για απόδειξη, εξυπακούει, θα άκουγε μαρτυρία για την απόδειξή της μπορεί να ελεγχθεί έφεση. Εφόσον οι Αιτητές είχαν στη διάθεση τους εναλλακτικούς τρόπους αιτήματος για τον παραμερισμό της απόφασης δεν τίθεται θέμα άσκησης των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο αποφάσεων ομόβαθμου δικαστηρίου (βλ. Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. ν Μιχάλης Τ. Χατζηπαύλος & Υιος Λτδ κ.α.
(2005)1Α ΑΑΔ 464). Ένεκα τούτων η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ής η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως τούτα ήθελε υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)........ Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938 [2] Τα πρακτικά του Δικαστηρίου ως έχει νομολογηθεί αποτελούν τον αυθεντικό και αναντικατάστατο οδηγό για τα κατατεθέντα και διαδραματισθέντα στη δίκη. (βλ. Ματθαίου ν. Θεμιστοκλέους
(1998)1 Α.Α.Δ.1372, Επίσης στην υπόθεση Σωτηριάδης ν. Βασιλείου κ.ά. (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.801, λέχθηκε ότι τα πρακτικά του Δικαστηρίου αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης για τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. [3] Όπως καταγράφεται στην απόφαση του Εφετείου: «.ο ορισμός της υπόθεσης για απόδειξη, εξυπακούει ότι, κατά την ορισθείσα ημερομηνία, το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξή της, που είναι και ο σκοπός για τον οποίο η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο