← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την αίτηση του ILYA UMANSKIY ν. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Γενικής Αίτησης: 93/2020, 3/10/2022

Επί τοις αφορώσι την αίτηση του ILYA UMANSKIY ν. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Γενικής Αίτησης: 93/2020, 3/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A364 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 93/2020 Επί τοις αφορώσι την αίτηση του ILYA UMANSKIY και Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224) (Άρθρα 1, 2, 39-65, 651Ε, 80-81) Ημερομηνία: 3/10/2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Ν. Βαρωσιώτου για κ.κ. Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας: κα Τ. Μενοίκου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «(A) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να κυρήττει άκυρη την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 13/02/2020, δια της οποίας αρνείται την αποδοχή καταχώρησης εγγράφων καταπιστευμάτων που υποδεικνύουν τους πραγματικούς δικαιούχους του πιο κάτω ακινήτου, λόγω του ότι είναι σε αντίθεση με την Κυπριακή νομοθεσία, άρθρο 61 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224), τις αρχές του δικαίου της επιείκιας, του κοινοδικαίου, Συμβάσεων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Συντάγματος. (Β) Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να δηλώνει ότι ο τελικός δικαιούχος του κάτωθι αναφερόμενου ακινήτου από την ημερομηνία εγγραφής του στο Μητρώο που τηρείται στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, είναι ο Αιτητής και οποιοσδήποτε άλλος αναφερόμενος δικαιούχος δυνάμει του καταπιστεύματος «The Symmetric Trust» ημερομηνίας 04/08/1998 και των περαιτέρω τροποποιήσεων του καταπιστεύματος ημερομηνίας 23/09/2002, 07/04/2004, 24/07/2006, 22/11/2006, 29/04/2013 και 02/07/2018, και δήλωση καταπιστεύματος ημερομηνίας 20/05/2005, ως επισυνάπτονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση: Aρ. Εγγραφής Φύλλο Σχέδιο Τεμάχιο Υφιστάμενο Όνομα ιδιοκτήτη Μερίδιο [ ] Επαρχία Λευκωσίας [ ] [ ] [ ] FRENDO RANDON FRANCOIS RENE (Διαχειριστής του οποίου είναι ο Παύλος Ευθυμίου εκ Πάφου ΟΛΟ (Γ) Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται η επίσημη καταχώρηση και αποδοχή από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας όλων των σχετικών εγγράφων καταπιστεύματος που υποδεικνύουν ότι τα πιο πάνω ακίνητα κατέχονται από τους πιο πάνω ιδιοκτήτες από την ημέρα μεταβίβασης και εγγραφής στο όνομα τους ως καταπιστευματοδόχοι προς όφελος του Αιτητή και οποιουδήποτε άλλου αναφερόμενου δικαιούχου δυνάμει των προαναφερόμενων καταπιστευμάτων, ως έχουν παραδοθεί στο Κτηματολόγιο Πάφου με επιστολή ημερομηνίας 07/02/2020.» Η Αίτηση εδράζεται επί των Άρθρων 1, 2, 39-65, 65ΙΕ, 80-81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ. 224), στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2, Δ.48 Θ.1-5, 8, 9, στη Δ.63, Δ.64, στις αρχές του δικαίου της επιείκιας, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές της νομολογίας του Επαρχιακού και του Ανώτατου Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Σ. Γεωργιάδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή (εν τοις εφεξής η «ΣΧ» και η «Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου»). Η ΣΧ αναφέρεται σε διάφορα έγγραφα καταπιστεύματος τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια. Σύμφωνα με την ενημέρωση που έλαβε από τον Αιτητή, αυτός μετά την ολοκλήρωση του αρχικού καταπιστεύματος, προέβη σε αγορές ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο και ειδικότερα στις επαρχίες Πάφου και Λευκωσίας. Στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου, αναφέρεται ότι στο πλαίσιο τροποποίησης του καταπιστεύματος που έλαβε χώρα στις 22/11/2006, διορίστηκε νέος καταπιστευματοδόχος η εταιρεία MANDUCA RANDON & CO LTD με έδρα την Μάλτα. Σε ότι αφορά την επαρχία Λευκωσίας ο Αιτητής είναι δικαιούχος του ακινήτου που αναφέρεται στο αιτητικό Β της υπό κρίση Αίτησης (εν τοις εφεξής «το Ακίνητο») το όποιο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του προσώπου που αναφέρεται στο αιτητικό Β της υπό κρίση Αίτησης (εν τοις εφεξής «το τρίτο πρόσωπο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο»). Σύμφωνα με την ΣΧ, το τρίτο πρόσωπο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο είναι ένας εκ των μετόχων του καταπιστευματοδόχου της περιουσίας του Αιτητή, ήτοι της εταιρείας MANDUCA RANDON & CO LTD και υπό-καταπιστευματοδόχος (sub - trustee) του Ακινήτου. Σύμφωνα πάντα με την ΣΧ, το τρίτο πρόσωπο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο απεβίωσε, διορίζοντας διαχειριστή της περιουσίας του τον κ. Π. Ευθυμίου ο οποίος επιβεβαίωσε εγγράφως ότι το Ακίνητο θα πρέπει να μεταβιβαστεί στο όνομα της εταιρείας MANDUCA RANDON & CO LTD ως καταπιστευματοδόχος του Ακινήτου. Παρουσιάζει ως Τεκμήρια σχετικές έγγραφες δηλώσεις του εν λόγω διαχειριστή. Η ΣΧ αναφέρει ότι εκ παραδρομής και/ή άγνοιας ως προς τη διαδικασία που θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί κατά το χρόνο μεταβίβασης του Ακινήτου επ' ονόματι του καταπιστευματοδόχου, δεν κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας τα αιτούμενα έγγραφα καταπιστεύματος με αποτέλεσμα στον τίτλο ιδιοκτησίας καθώς και στα μητρώα του Κτηματολογίου, το όνομα του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο να παρουσιάζεται ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης, ενώ αυτός δεν είναι. Η ΣΧ αναφέρει ότι με επιστολή ημερομηνίας 07/02/2020 προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου εξηγήθηκαν όλα τα πιο πάνω και επισυνάφθηκαν όλα τα σχετικά έγγραφα πλην όμως το Κτηματολόγιο απέρριψε το αίτημα του Αιτητή για αποδοχή καταχώρισης όλων των σχετικών εγγράφων. Οι σχετικές επιστολές επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου ως Τεκμήρια Λ και Μ. Στο Τεκμήριο Λ που είναι η επιστολή που προωθήθηκε εκ μέρους των δικηγόρων του Αιτητή στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας και Πάφου παρατίθεται το ιστορικό όπως αυτό προβλήθηκε και στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου με το αίτημα, όπως αυτό διαβιβάστηκε από τους συνήγορους του Αιτητή, στη ρηθείσα επιστολή, να διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Παρακαλούμε όπως εξετάσετε το αίτημα του πελάτη μας λαμβάνοντας υπόψη τα επισυναπτόμενα έγγραφα, και μας ενημερώσετε σχετικά για τις τυχόν ενέργειες που χρειάζεται να λάβουμε ως δικηγόροι του πελάτη μας, έτσι ώστε να επιτύχουμε την μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων (κατά τρόπο που να αναγνωρίζεται ότι τώρα δικαιούχοι (beneficiaries) είναι ο πελάτης μας και η σύζυγος του) στο όνομα της εταιρείας MANDUCA RANDON & CO LTD , η οποία εταιρεία να εμφαίνεται στο σύστημα του Κτηματολογίου ότι θα κατέχει τα ακίνητα ως καταπίστευμα για λογαριασμό του πελάτη μας και της συζύγου του. Εξυπακούεται ότι με την έγκριση της παρούσας αίτησης ο πελάτης μας και/ή η εταιρεία MANDUCA RANDON & CO LTD, δεν θα χρειαστεί να καταβάλει τις συνήθεις φορολογίες και τέλη μεταβίβασης. Παρακαλούμε να χειρισθείτε το θέμα ως επείγον, και μας ενημερώσετε σχετικά».[1] Η απαντητική επιστολή του Κτηματολογίου Πάφου ημερομηνίας 13/02/2020, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Μ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το αίτημα σας για εγγραφή των εν λόγω ακινήτων στο όνομα της εταιρείας Manduca Randon & Co Ltd ως καταπιστευματοδόχου προς όφελος του πελάτη σας και της συζύγου του έχει μελετηθεί ενδελεχώς. Ως ο ίδιος επισημαίνετε, τα τεκμήρια που επισυνάπτονται δεν κατατέθηκαν στα Μητρώα του Τμήματος κατά τη μεταβίβαση στους τωρινούς εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες. Η τιτλοποίηση επί ονόματι τους στη βάση των εγγραφών, που είχαν καταχωριστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ορθή. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου αποφάσισε ότι δεν μπορεί εκ των υστέρων να προβεί σε διόρθωση κατ' επίκληση του άρθρου 61 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224. Οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη με την έννοια της νομοθετικής αυτής διάταξης θα πρέπει να στοιχειοθετείται κατά τη χρονική στιγμή που μια καταχώρηση ή έγγραφή διενεργείται. Η εμβέλεια του άρθρου περιορίζεται στο σύνολο των πληροφοριών που είχε στη διάθεση του ο αρμόδιος υπάλληλος ή και συνδέεται με την όποια έρευνα στην οποία όφειλε να προβεί σε αρχεία και συναφείς φακέλους. Δεν καλύπτει αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται μεταγενέστερα και πιθανόν να χρήζουν περαιτέρω αξιολόγησης. Τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να άγονται απευθείας στο Δικαστήριο. Όσον αφορά στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1523 της επαρχίας Λευκωσίας, η άποψή μας εκφράζει και τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας, στον οποία διαβιβάσαμε την επιστολή σας, καθότι δεν την είχε μέχρι πρόσφατα παραλάβει.» Σύμφωνα με την ΣΧ, ενόψει της άρνησης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να αποδεχτεί τα εν λόγω έγγραφα, ο Αιτητής ασκεί τα δικαιώματα του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου Κεφ. 224, για σκοπούς έφεσης κατά της απόφασης του Διευθυντή. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρισε στις 10/11/21 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση προβάλλοντας 11 λόγους ένστασης. Συνοπτικά, προβάλλεται ότι δεν προσβάλλεται οποιαδήποτε απόφαση εν τη εννοία του Νόμου, ότι η αίτηση δεν αποτελεί το ορθό ένδικο μέσο για τα αιτούμενα διατάγματα, ότι δεν προβάλλονται εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν έγινε καμία αίτηση από τον Αιτητή προς τον Διευθυντή με την οποία να αιτείται διόρθωση λάθους από πλευράς του. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Ξ. Γεωργίου, Κτηματολογικού Λειτουργού Α' στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (εν τοις εφεξής ο «ΞΓ» και η «Ένορκη Δήλωση Γεωργίου»). Στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Ο ΞΓ επισημαίνει ότι ο αγοραστής του Ακινήτου στην αίτηση μεταβίβασης τύπος Ν.270 δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά ότι ενεργούσε υπό την ιδιότητα του επιτρόπου εμπιστεύματος και ότι οποιεσδήποτε ενέργειες και διαδικασίες διενεργήθηκαν εκ μέρους του Κτηματολογίου ήταν καθόλα νομότυπες. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ως προβλέπεται στον Κ.10

(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 ως έχουν μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Ουδείς εκ των διαδίκων υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση των μαρτύρων. Συνεπώς, το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[2] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[3] Προέχει κατά λογική προτεραιότητα η εξέταση της εισήγησης της συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι απορριπτέα επειδή δεν συνάδει με τον προβλεπόμενο στους σχετικούς κανονισμούς τύπο. Ειδικότερα, προβάλλεται με αναφορά στις πρόνοιες των κανονισμών 5 και 7 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 ότι εν προκειμένω δεν καταγράφονται στο σώμα της αίτησης οι λόγοι έφεσης παράλειψη η οποία, κατά την εισήγηση, είναι ουσιαστική και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την εισήγηση, παρά το ότι δεν έχει συμπεριληφθεί τέτοιος λόγος ένστασης, εντούτοις, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το ζήτημα αυτό αυτεπάγγελτα. Επισημαίνει η συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 7, δεν μπορεί να εγερθεί κανένας άλλος λόγος πέραν αυτών που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης - έφεσης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Για να καταστεί επίδικος, κατά την εισήγηση, κάποιος λόγος έφεσης θα πρέπει να δικογραφείται κάτι που δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να συνιστά μαρτυρία μη δυνάμενη να συμπληρώσει ή να διορθώσει την απουσία καταγραφής των λόγων έφεσης από το σώμα της αίτησης. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει σχετικός λόγος ένστασης για αυτό το ζήτημα το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση. Τίθεται ουσιαστικά ζήτημα ότι η Αίτηση είναι θνησιγενής λόγω μη συμμόρφωσης με τον προβλεπόμενο τύπο. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι επιβάλλεται η εξέταση ζητημάτων παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.[4] O Τύπος και η διαδικασία της έφεσης που υποβάλλεται δυνάμει του πιο άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (ΚΕΦ.224) επί του οποίου εδράζεται η υπό κρίση Αίτηση, προνοείται στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 ως έχουν τροποποιηθεί. Ειδικότερα, ο Κανονισμός 7 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: "Every summons (Form 2) originating an appeal or application under these rules shall state the grounds of such appeal or application. No grounds other than those so stated shall (except with the leave of the Court hearing the appeal or application and on such terms as the Court may think just) be allowed to be taken by the applicant at the hearing of the appeal or application." Ανατρέχοντας στον τύπο (Form) 2 στο Παράρτημα (Appendix) των Κανονισμών αναγράφεται "The grounds of appeal/application and the reasons therefor are (c) .". Σε ό,τι δε αφορά την υποσημείωση (c), στην οποία παραπέμπει ο σχετικός τύπος, αναφέρεται πως "each ground and the reasons therefor should be stated separately and fully". Ρητά συνεπώς διατυπώνεται η υποχρέωση καταγραφής και αιτιολόγησης των λόγων έφεσης βάσει του σχετικού κανονισμού. Προκύπτει ως εκ τούτου πως ο προβλεπόμενος τύπος έφεσης καθιστά την καταγραφή και αιτιολόγηση των λόγων της έφεσης επιβεβλημένη. Στη Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 969, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με διαδικασία του άρθρου 51
(1)[5] του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65): «Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου του Ν.9/65 "έφεση" εναντίον απόφασης του Διευθυντή (του Κτηματολογίου) ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 και βάσει των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών του 1956. (Βλ. Παράρτημα 3 της επίσημης εφημερίδας της Κυβερνήσεως, 5.7.1956). Οι Κανονισμοί καθιερώνουν ως ένδικο μέσο για την άσκηση της έφεσης τον τύπο ο οποίος προσδιορίζεται στο Παράρτημα και είναι προσαρμοσμένος στον τύπο αίτησης με κλήση (application by summons). O τύπος αυτός προβλέπει και τον καθορισμό των νομικών λόγων στους οποίους βασίζεται η έφεση, υποχρέωση που περιλαμβάνει αναφορά στα άρθρα του νόμου και κανονισμών που την θεμελιώνουν.». Με δεδομένη λοιπόν την υποχρέωση καταγραφής και αιτιολόγησης των λόγων έφεσης, σχετικά καθίστανται τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Alkis H. Hadjikyriacou (Frou Frou Biscuits) Public Ltd v. Ευσταθιάδης, Πολ. Εφ. 322/13, ημερ. 16/07/2019, όπου υπεδείχθη ότι: «Περαιτέρω, οι λόγοι έφεσης αποτελούν το περιοριστικό πλαίσιο της έφεσης. Δεν επιτρέπεται παρέκκλιση από αυτό. Οτιδήποτε προβάλλεται ως λόγος έφεσης δεν εξετάζεται, και είναι απαραίτητο όπως με την αιτιολογία προσδιορίζονται τα συστατικά στοιχεία του λόγου έφεσης που καθιστούν μια απόφαση τρωτή. (Βλ. Προκοπίου v. Ryan κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982).». Καθίσταται σαφές ότι η σχετική πρόνοια στον Κανονισμό 7 περί αναγραφής στο σώμα της αίτησης των λόγων στους οποίους αυτή στηρίζεται είναι επιτακτική, εξ ου και η χρήση της λέξης «shall» αλλά και της περαιτέρω αναφοράς ότι δεν δύναται ο αιτητής να προβάλει άλλους λόγους από αυτούς που συμπεριέλαβε στην αίτηση εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Τόσο ο τύπος της έφεσης ο οποίος προβλέπεται στον Κανονισμό 7, όσο και η νομολογία που διέπει το ζήτημα, προστάζουν οι λόγοι έφεσης να τίθενται ξεχωριστά και να αιτιολογούνται, ιδιαίτερα εφόσον αυτοί καθορίζουν αυστηρά το πλαίσιο εξέτασής της αίτησης - έφεσης από το Δικαστήριο το οποίο περιορίζεται αυστηρά στην εξέταση των συγκεκριμένων λόγων έφεσης που καθορίζονται στο σώμα της αίτησης - έφεσης από τον αιτητή. Στην υπό εξέταση Αίτηση δεν υπάρχουν στο σώμα της αίτησης οποιοιδήποτε λόγοι έφεσης πέραν από τις αξιούμενες θεραπείες. Είναι προφανές ότι η Αίτηση δεν συνάδει με τον σχετικό τύπο των πιο πάνω αναφερόμενων Κανονισμών. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η έφεση είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, παράτυπη.[6] Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο αυτή παρατυπία θα μπορούσε να θεραπευθεί κατ' εφαρμογή των προνοιών της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με δεδομένη την παρατυπία της έφεσης, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα όσα έχουν νομολογηθεί στην Θάλεια Ιωάννου Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Γιαννακού Χρ. Πελίδη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 46, 50 όπου αναφέρθηκε πως: «Στην υπόθεση Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ.(Β) 1503, αποφασίστηκε πως παρέκκλιση από τους Κανονισμούς δεν καθιστά την έφεση άκυρη αλλά απλώς αντικανονική και η αντικανονικότητα της μπορεί να θεραπευθεί. Στην παρούσα περίπτωση κανένα διάβημα δεν έγινε για να θεραπευθεί η αντικανονικότητα και το Επαρχιακό Δικαστήριο κακώς προχώρησε να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που επιτακτικά προνοούνταν από τους Κανονισμούς.». Διαφωτιστικά, σε σχέση πλέον με τη διαπιστωθείσα παρατυπία, είναι και τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A415, ECLI:CY:AD:2017:A415όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αμέσως στη προβληθείσα από τους εφεσείοντες θέση, στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε λανθασμένα τη Δ.64 των Θεσμών. Αυτό με βάση τα λεχθέντα στην Πεγιώτη ν Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601 ότι διάδικος αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία. Όπως έπραξαν οι εφεσίβλητοι στην προκειμένη περίπτωση, οι οποίοι δεν ενεργοποίησαν τη δικαιοδοτική λειτουργία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρατυπίας, ούτε στήριξαν την ένσταση τους στη Δ.16, θ.9. Βέβαια, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"». Στην υπό κρίση περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση ανέδειξε την παρατυπία, γεγονός το οποίο δεν αφήνει περιθώριο συμπεράσματος ότι παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του. Περαιτέρω, αδιαμφησβήτητο είναι πως η παρατυπία αφορά ουσιώδες ζήτημα, εφόσον η μη καταγραφή και μη αιτιολόγηση των λόγων έφεσης περιπλέκει τη διαδικασία αντί να αποσαφηνίζει τα πράγματα. Ειδικότερα, ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση καθίσταται αντιληπτό ότι αναδύεται η ύπαρξη ασάφειας, σύγχυσης και αβεβαιότητας σε σχέση με το τι είναι αυτό για το οποίο πράγματι παραπονείται ο Αιτητής αφού, ενώ ουσιαστικά το αίτημα του έτσι όπως προωθήθηκε με την επιστολή των συνηγόρων του - Τεκμήριο Λ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου ήταν η πληροφόρηση των συνηγόρων του ως προς ποιες ενέργειες έπρεπε να λάβουν προκειμένου να πετύχουν μεταβίβαση του Ακινήτου από το τρίτο πρόσωπο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο στο όνομα του καταπιστευματοδόχου, ήτοι της εταιρείας MANDUCA RANDON & CO LTD, με το Κτηματολόγιο να εκλαμβάνει το αίτημα ως αίτημα για διόρθωση εγγραφής, εντούτοις, στα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης γίνεται λόγος για άρνηση καταχώρισης εγγράφων εμπιστεύματος χωρίς όμως να προκύπτει ότι είχε προωθηθεί οποιοδήποτε αίτημα για καταχώριση εμπιστεύματος στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου, ούτε ότι το Κτηματολόγιο επιλήφθηκε στην πραγματικότητα τέτοιου αιτήματος. Με άλλα λόγια, ελλείπει η απαραίτητη σαφήνεια τόσο ως προς το νομικό αλλά και πραγματικό βάθρο των επιδιωκόμενων θεραπειών με τρόπο ώστε η μη καταγραφή των λόγων επί των οποίων η Αίτηση εδράζεται να μην αφήνει περιθώριο διάσωσης της από το Δικαστήριο. Ενδεικτικό της διαπιστωθείσας αυτής έλλειψης σαφήνειας και σύγχυσης που επικρατεί στην πλευρά του Αιτητή είναι και οι ακόλουθες αναφορές στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του: ότι έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της εγγραφής στο μητρώο του Κτηματολογίου (σχετική είναι η τελευταία παράγραφος στη σελίδα 10 της αγόρευσης των συνηγόρων του Αιτητή), ότι οι φερόμενοι ιδιοκτήτες συμφωνούν και δεν ενίστανται πως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης πρέπει να είναι η εταιρεία MANDUCA RANDON & CO LTD και ότι εκείνο το οποίο ζητείται είναι η διόρθωση της εγγραφής στα μητρώα του Κτηματολογίου με τη συναίνεση όλων των επηρεαζόμενων μερών (σχετικές είναι οι αναφορές στη σελίδα 11 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των συνηγόρων του Αιτητή), χωρίς αυτές οι αναφορές να συνάδουν με τα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης. Και είναι αυτή η απουσία του νομικού και πραγματικού πλαισίου που καθιστά την έφεση γενική, αόριστη και ασαφή. Εξίσου σημαντική όμως είναι και η απάθεια που υπεδείχθη από τους αιτητές. Καίτοι ο εφεσίβλητος έθιξε το ζήτημα, ο αιτητής ουδέν έπραξε αδιαφορώντας για τις όποιες επιπτώσεις. Η παρατυπία, βεβαίως, παραμένει inter partes, μέχρις ότου αρθεί. Αν όμως ο διάδικος δεν δυνηθεί να αιτηθεί την άρση της, ώστε να επαναφέρει τη διαδικασία σε τάξη, εναπόκειται στο Δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του, δηλαδή «είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία».[7] Με δεδομένη την απραξία του αιτητή να άρει την παρατυπία και αυτό παρά τα όσα υποδείχθηκαν πιο πάνω σε σχέση με τη σοβαρότητά της, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η υπό εξέταση περίπτωση είναι αρμόζουσα ώστε το Δικαστήριο να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο μέσο. Αυτή η κατάληξη σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση Αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλη από την απόρριψή της. Για σκοπούς πληρότητας, προχωρώ στη συνέχεια να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους, ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η υπό κρίση Αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Αναφύεται στο σημείο αυτό προς συζήτηση το θέμα του κατά πόσον όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου, με βάση το δικονομικό μέσο, που ο αιτητής επέλεξε. Η υπό κρίση Αίτηση επιδόθηκε στον διαχειριστή της περιουσίας του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο ο οποίος δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Κατά πάγια νομολογία[8] σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, διαφορετικά η όλη διαδικασία θεωρείται θνησιγενής και άκυρη. Στην Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1210 με αναφορά στο εδάφιο 2 του Καν. 5[9] του Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 (622/1956) λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Από το πιο πάνω εδάφιο προκύπτει ότι η πρόνοια αυτή, ήτοι της συνένωσης στην αίτηση όλων των ενδιαφερομένων μερών, είναι επιτακτική. Αυτό εξάγεται από τη χρησιμοποίηση της λέξης "shall" όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία». Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχουν συνενωθεί ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου, η εταιρεία MANDUCA RANDON & CO LTD, στην οποία δεν έχει επιδοθεί η υπό κρίση Αίτηση, είναι ο καταπιστευματοδόχος της περιουσίας του Αιτητή, στην οποία περιλαμβάνεται και το Ακίνητο. Στο Τεκμήριο Ι στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου, που είναι έγγραφο με τίτλο «Deed of Assignment» και υπογράφεται από τον κ. Π. Ευθυμίου, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο, αναφέρεται ότι η πιο πάνω εταιρεία είναι η δικαιούχος της περιουσίας (Beneficiary of the estate) ως καταπιστευματοδόχος του Symmetric Trust με τον κ. Ευθυμίου να δηλώνει ότι συγκατατίθεται στην εκχώρηση του συμφέροντος του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο επί του Ακινήτου, στην πιο πάνω εταιρεία επιβεβαιώνοντας ότι αναλαμβάνει να μεταβιβάσει τον τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα της εν λόγω εταιρείας όταν του ζητηθεί να το πράξει. Η σχέση της εν λόγω εταιρείας με το Ακίνητο, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ίδιου του Αιτητή στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, την καθιστά ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντός της έννοιας του σχετικού Κανονισμού στο οποίο θα έπρεπε να είχε επιδοθεί η υπό κρίση Αίτηση. Περαιτέρω, δικαιώματα στο Ακίνητο, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ΣΧ, φαίνεται να αντλεί και η σύζυγος του Αιτητή, η οποία επίσης δεν συνενώθηκε ως διάδικος με τους συνήγορους του Αιτητή να εκπροσωπούν μόνο τον Αιτητή. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό εξέταση διαδικασία είναι θνησιγενής και άκυρη επειδή δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα σύμφωνα με την επιτακτική πρόνοια του Κανονισμού 5 του Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμού του 1956 (622/1956). Και επί της ουσίας όμως, η υπό κρίση Αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δια της οποίας να αρνείται την αποδοχή εγγράφων εμπιστεύματος ώστε να τίθεται ζήτημα ακύρωσης τέτοιας απόφασης όπως επιδιώκεται μέσω του αιτητικού Α της υπό κρίση Αίτησης. Ούτε και προκύπτει να έγινε οποιαδήποτε διαδικασία εκ μέρους του αιτητή για καταχώριση εμπιστεύματος στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ. 224 το οποίο προνοεί για την εγγραφή εμπιστευμάτων και το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «65ΙΕ.-
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου.» Στην ΗΛΙΑΔΗΣ κ.α. ν. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 220/2012, 27/11/2018 επισημάνθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τη έκταση και εφαρμογή του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ. 224: «Καθίσταται σαφές ότι η εφαρμογή του άρθρου 65ΙΕ
(2)προϋποθέτει την τήρηση του τύπου ώστε το εμπίστευμα να είναι δεκτικό εγγραφής στο Κτηματολόγιο (Πίριλλου[10] (ανωτέρω)). Ήδη με την Χαραλαμπίδης[11] (ανωτέρω), ο τότε Πρόεδρος Πικής, που εξέδωσε την απόφαση της πλειοψηφίας, έδωσε την απάντηση: «Το Άρθρο 65IE του ΚΕΦ. 224, (όπως διαμορφώθηκε από το Ν. 2/78), δεν περιορίζει τον ορισμό του όρου "εμπίστευμα" στο Άρθρο 4, ούτε έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του. Προβλέπει τη σύσταση εμπιστεύματος διά εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας για τους σκοπούς του εμπιστεύματος. Μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το Άρθρο 65IE θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής. .» Ούτε νοείται να επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος δια του οποίου να επιτρέπεται η καταχώριση και αποδοχή όλων των σχετικών εγγράφων καταπιστεύματος τη στιγμή που δεν φαίνεται να έγινε από τον Αιτητή οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου έτσι ώστε τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα προς απόφανση από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Παρενθετικά, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ η εγγραφή του Ακινήτου στο όνομα του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο φαίνεται να έγινε το 2004 (όπως προκύπτει από τον τίτλο ιδιοκτησίας - Τεκμήριο Ζ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου) το σχετικό έγγραφο εμπιστεύματος το οποίο φαίνεται να επικαλείται η πλευρά του Αιτητή για την εγγραφή του Ακινήτου στο όνομα του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο (πρόκειται για το Τεκμήριο Η στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου) φέρει μεταγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία εγγραφής με τρόπο ώστε να γεννώνται εν τέλει ερωτηματικά ως προς την κατ' ισχυρισμό ιδιότητα του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγρεγραμμένο το Ακίνητο ως καταπιστευματοδόχου κατά τον χρόνο της εγγραφής του στο όνομα του. Ούτε προκύπτει ο Διευθυντής να έλαβε μέσω της επιστολής Τεκμήριο Μ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου οποιαδήποτε απόφαση στη βάση των διατάξεων του άρθρου 80 του Νόμου για να υπόκειται σε έφεση. Στην επιστολή Τεκμήριο Μ απλώς καταγράφεται η θέση του Κτηματολογίου Πάφου η οποία φαίνεται να υιοθετείται από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας πως δεν υπήρχε οποιοδήποτε λάθος στους τίτλους εγγραφής για να προβεί το Κτηματολόγιο σε οποιαδήποτε διόρθωση δυνάμει του άρθρου 61
(1)του Νόμου. Δεν πήρε, επομένως, καμιά απόφαση στη βάση των διατάξεων του άρθρου 80 του Νόμου για να υπόκειται σε έφεση.[12] Στην Κυριάκου Νικήτα Παναγιώτου v. Σόνιας Ανδρέα Χ΄΄Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362 επισημάνθηκε ότι το Άρθρο 61 έχει εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου το λάθος μπορεί να ευρεθεί και να διορθωθεί από τα σχέδια και βιβλία του Κτηματολογίου χωρίς περαιτέρω έρευνα.[13] Στην παρούσα περίπτωση είναι κοινό έδαφος ότι δεν τίθεται ζήτημα οποιουδήποτε λάθους το οποίο να προκύπτει από τα κτηματολογικά βιβλία και έγγραφα. Η μεταβίβαση επ' ονόματι του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο έγινε συμφώνως της δήλωσης μεταβίβασης αφού όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε το αναφερόμενο έγγραφο καταπιστεύματος (Τεκμήριο Η στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου) κατά τον χρόνο της μεταβίβασης στο τρίτο πρόσωπο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο, αλλά επίσης, αυτό το έγγραφο (Τεκμήριο Η στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου) είναι μεταγενέστερο (φέρει ημερομηνία 20/5/2005) από την ημερομηνία μεταβίβασης και εγγραφής του Ακινήτου στο τρίτο πρόσωπο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο (όπως αυτή προκύπτει από το Τεκμήριο Ζ στην Ένορκη Δήλωση Γεωργιάδου). Ο Αιτητής, διαπιστώνεται καθαρά πως, στην πραγματικότητα, διεκδικεί την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στον τίτλο του τρίτου προσώπου στο οποίο είναι εγγεγραμμένο το Ακίνητο. Η διεκδίκηση όμως αυτή, δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης. Συνακόλουθα, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης, τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πρόκειται για την προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου Λ (σελ. 4). [2] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [3] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [4] Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 [5] Εφέσεις 51.-
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου. Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι' οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1). [6] Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη κ.ά.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1503. [7] Φαλέκκος ν. Χριστομίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534, 2544. [8] Hadjipetrou v. Petsoloukas
(1965)1 CLR 83, HjiSavva and Others v. Loizou
(1982)1 CLR 218, Τιτινίδου ν. Ρεσιάντ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1210 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990, Αναφορικά με την Αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 68/2019, ημερ. 8/5/2020). [9] Το ρηθέν εδάφιον διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(2)All interested parties shall be joined as parties to the proceedings: Provided that, unless otherwise directed by the Court, the Director shall not be joined as a party except in proceedings under sections 41, 43, 58, 59, 68, 69 and 69A of the Law.» [10] Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1153 [11] Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 709 [12] Γιαννούλα Χαραλάμπους v. 1. Aνδρέα Γεωργίου κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 515. [13] Βλ. επίσης Θεονίτσα Σοφρωνίου Σολομώντος v Παναγιώτη Παπανεοκλή
(1992)1Β Α.Α.Δ. 906, Κατερίνα Στυλιανού v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1860 Ανδρέα Πιτσιλλίδης κ.α. v. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2010)1 Α Α.Α.Δ. 40, Σταυρούλλα Θεμιστοκλέους Θέμη v. Πόπη Αντωνίου Χριστοδούλου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1177. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.