ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΟΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:4621/2017, 19/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A396 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:4621/2017 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΟΣ Ενάγοντα ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 01/03/2021 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα. Ν. Αργυρού για Γεώργιος Παπαθεοδώρου Για Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση: κ. Κ. Μάρκου για Νατάσα Μαλλούρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 13/12/2017 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο. Με αυτήν αξιώνεται από τον Εναγόμενο το ποσό των €65.000 πλέον τόκο προς 5% από 30/10/2015 ως συμφωνηθέν ποσό ή ως συμφωνηθείσες ή/και λογικές ή/και τρέχουσες αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες ο Ενάγοντας υπέστη συνεπεία ισχυριζόμενης παράβασης υπό του Εναγόμενου των όρων μίας γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 27/10/2014 (η Συμφωνία). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ανέλαβε δυνάμει της Συμφωνίας την υποχρέωση να παραιτηθεί από αξιωματούχος και να μεταβιβάσει προς τον Εναγόμενο ή σε πρόσωπο που θα του υποδεικνύονταν από τον Εναγόμενο όλες τις μετοχές και δικαιώματα που είχε σε μία εταιρεία (η Εταιρεία), στην οποία ήταν μαζί με τον Εναγόμενο αξιωματούχοι και στην οποία είχαν ίδια δικαιώματα και ίδιο αριθμό μετοχών. Σε αντάλλαγμα, ο Εναγόμενος ανέλαβε δυνάμει της ίδιας Συμφωνίας την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον Ενάγοντα ένα κτήμα (το Κτήμα) ελευθέρου εμποδίων ή επιβαρύνσεων το αργότερο μέχρι τις 30/10/2015 και ότι αν η εν λόγω μεταβίβαση δεν υλοποιούνταν μέχρι τότε, ο Ενάγοντας θα μπορούσε με επιστολή του προς τον Εναγόμενο να αξιώσει την πληρωμή της αξίας του Κτήματος κατά την ημερομηνία της επιστολής του μαζί με τόκο προς 5% από 30/10/2015 ή να επιλέξει την μεταβίβαση άλλου ακινήτου από τον Εναγόμενο, ίσης ή μεγαλύτερης αξίας, σε αντικατάσταση του Κτήματος. Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι ολοκλήρωσε όλες τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις του αφού στις 27/10/2014 παραιτήθηκε από την θέση του Διευθυντή - Συμβούλου που κατείχε στην Εταιρεία και την ίδια ημέρα με τον ίδιο τρόπο και με τις γραπτές οδηγίες του Εναγόμενου συμφώνησε και εγγράφως προέβη στην μεταβίβαση όλων των μετοχών που κατείχε στην Εταιρεία προς τον Εναγόμενο και ένα τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, ο Εναγόμενος δεν έχει μεταβιβάσει το Κτήμα στον Ενάγοντα ούτε στο συμφωνημένο χρόνο αλλά ούτε και εντός της ταχθείσας προθεσμίας με την επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ημερομηνίας 13/04/
- Περαιτέρω, προβάλλεται ότι ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε σε μεταγενέστερη επιστολή του δικηγόρου του Ενάγοντα ημερομηνίας 30/10/2017, με την οποία αξίωσε από τον Εναγόμενο την πληρωμή του ποσού των €65.000, το οποίο αντιπροσώπευε την τρέχουσα αξία του Κτήματος κατά την 30/10/2017, πλέον τόκο προς 5% από 30/10/2015, και το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται. Ο Εναγόμενος καταχώρισε υπεράσπιση στην αγωγή την 03/05/
- Με αυτήν, ενώ παραδέχεται την υπογραφή της Συμφωνίας, αντιτάσσει ότι οι ισχυρισμοί και οι αναφορές που γίνονται στην Έκθεση Απαίτησης αναφορικά με τους όρους της δεν είναι ακριβείς. Προβάλλει ακόμα ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε προχώρησε στην υλοποίηση των υποχρεώσεων του που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης και ότι μέχρι σήμερα κατέχει τόσο τις μετοχές του στην Εταιρεία όσο και το αξίωμα του ως Διευθυντής. Επίσης, προβάλλει ότι ουδέποτε αρνήθηκε να υλοποιήσει οποιαδήποτε υποχρέωση του, ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τον δικηγόρο του Ενάγοντα και ότι το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή είναι αυθαίρετο και ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Ενώ η δικογραφία έχει συμπληρωθεί και η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, καταχωρίστηκε την 01/03/2021 η υπό κρίση αίτηση (η Αίτηση), με την οποία ο Ενάγοντας (ο Αιτητής) αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου ο Εναγόμενος να εμποδίζεται από του να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει υποθηκεύσει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει δύο ακίνητα του, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στο παρακλητικό μέρος της Αίτησης (τα Ακίνητα), μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, καταχωρήθηκε μονομερώς, διατάχθηκε όμως από το Δικαστήριο η επίδοση της στον Εναγόμενο (ο Καθ' ου η αίτηση), ο οποίος καταχώρισε στις 13/09/2021 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης με 9 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη του δήλωση. Στην υποστηρικτική, της Αίτησης, ένορκη δήλωση, προβάλλονται ισχυρισμοί προς υποστήριξη της θέσης ότι ο Αιτητής έχει πολύ καλή υπόθεση στην αγωγή και ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει κίνδυνος οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ του στο πλαίσιο αυτής να παραμείνει ανικανοποίητη. Αναφέρεται από τον Αιτητή ότι, βάσει της Συμφωνίας (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1), ανέλαβε να μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του στον Εναγόμενο και να παραιτηθεί από αξιωματούχος της Εταιρείας και ότι ο Εναγόμενος ανέλαβε, σε αντάλλαγμα, να του μεταβιβάσει το Κτήμα. Προβάλλει ότι, ενώ ο ίδιος έχει τιμήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ο Εναγόμενος δεν του μεταβίβασε το Κτήμα, παρά το ότι προφορικά αναγνώριζε την εν λόγω υποχρέωση του, διαχρονικά του υπόσχονταν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του βάσει της Συμφωνίας και ότι ακόμα και μετά την παραλαβή της αγωγής του υπόσχετο ότι θα πρότεινε διευθέτηση της υπόθεσης, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Αναφορικά με την ακίνητη περιουσία του Καθ' ου η αίτηση, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 μία έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας με εμπράγματα βάρη του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, ημερομηνίας 23/12/2020, βάσει της οποίας προβάλλει ότι όλη η περιουσία του (το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είναι μερίδια) είναι υποθηκευμένη για ποσά που υπερβαίνουν κατά πολύ την αξία τους σύμφωνα με τις δύο γενικές εκτιμήσεις που αναφέρονται στην έρευνα για τα έτη 2013 και 2018, εκτός από τα δύο Ακίνητα που είναι τα μόνα που δεν έχουν υποθηκευτεί. Ο Αιτητής καταλήγει ότι υπάρχει χειροπιαστός, άμεσος, σοβαρός και ορατός κίνδυνος όπως οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ του στην αγωγή να μην μπορεί να ικανοποιηθεί αφού ο Καθ' ου η αίτηση είναι μεγάλης ηλικίας, συνταξιούχος και δεν διεξάγει κάποια εργασία, η περιουσία του, εκτός των δύο Ακινήτων, είναι υποθηκευμένη για μεγάλα ποσά, ενώ, όπως πληροφορήθηκε πριν από λίγες ημέρες, ο Καθ' ου η αίτηση προσπαθεί να πωλήσει - απαλλαγεί από όλη την ακίνητη περιουσία του για να πληρώσει τα μεγάλα χρέη του σε Τράπεζα, με την οποία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις. Με την ένσταση του ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί τις πιο πάνω θέσεις του Αιτητή. Αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, πως το αξιούμενο ποσό είναι αυθαίρετο, αφού δεν προκύπτει από κάπου ούτε είχε συμφωνηθεί αλλά είναι εκείνο που αποφάσισε μονομερώς ο Αιτητής να ζητήσει από το Δικαστήριο, και προβάλλει, επίσης, ότι ο Αιτητής δεν έχει τιμήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις καθώς, σύμφωνα και με τα έγγραφα από την ηλεκτρονική σελίδα του Εφόρου Εταιρειών (τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1), εξακολουθεί να είναι διευθυντής και μέτοχος της Εταιρείας. Αναφέρει ακόμα ότι με τον Αιτητή δεν έχει μιλήσει καθόλου και ότι αυτός δεν ανταποκρίνεται από την τελευταία φορά που τον είδε πολύ πριν την καταχώριση της αγωγής. Δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τη θέση του περί πρόθεσης αποξένωσης όλης της ακίνητης περιουσίας του, οι οποίοι αναφέρει ότι προβάλλονται με σκοπό να παραπλανήσουν, και χαρακτηρίζει την επί του προκειμένου μαρτυρία του Αιτητή ως αυθαίρετη, γενική και αόριστη, αποδίδοντας του παράλληλα ότι προωθεί την Αίτηση για εκδικητικούς λόγους, επιδιώκοντας να δεσμεύσει τα ακίνητα του, με σκοπό να τον φέρει σε δεινή θέση και να του προκαλέσει προβλήματα και ζημιά. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, με την κάθε πλευρά να προβαίνει σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων της, τις οποίες το Δικαστήριο έχει μελετήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αποδώσει ενδιαμέσως, σε εκκρεμούσα διαδικασία, προσωρινή θεραπεία παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), επί του οποίου (μεταξύ άλλων) η Αίτηση εδράζεται. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα, είτε απαγορευτικό είτε προστατικό, όταν κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός που να αφορά στο αντικείμενο ή στο περιεχόμενο του[1]. Οι ουσιαστικές αυτές προϋποθέσεις, οι οποίες απαιτούνται για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, είναι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[2]. Σχετικό εν προκειμένω είναι και το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, επί του οποίου επίσης η Αίτηση εδράζεται. Το εν λόγω άρθρο παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του (ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης) όσο είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είναι ο ενάγοντας να έχει καλή βάση αγωγής (πρόνοια που παραπέμπει στις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960) και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγοντας στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του (πρόνοια που παραπέμπει στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960). Σκοπός του άρθρου 5 είναι η δέσμευση ακίνητης περιουσίας του εναγόμενου που δεν είναι αντικείμενο αγωγής προς χάρη της εκτέλεσης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα και έχει αναγνωριστεί ότι ρυθμίζει ειδικά τις καταστάσεις στις οποίες αναφέρεται χωρίς να αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (περιλαμβανομένων και των περιπτώσεων που καλύπτονται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6) νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του[3]. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Το Δικαστήριο, αφού έτσι ικανοποιηθεί, ακολούθως εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στο πλαίσιο αυτό αν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδώσει ή να καταστήσει απόλυτο το αιτούμενο διάταγμα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λίμιτεδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε7/2018, ημ. 21.3.2019: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.» Για την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν απαιτείται οτιδήποτε άλλο πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με ευρεία έννοια και όχι ως τεχνικός όρος[4]. Εξετάζεται δηλαδή κατά πόσο αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής, η οποία εάν επιτύχει θα έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση θεραπείας. Εν προκειμένω, ο Ενάγοντας βασίζει την αξίωση του στη Συμφωνία, ισχυριζόμενος παράβαση των όρων της από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος δεν αρνείται την ύπαρξη της Συμφωνίας, προβάλλοντας όμως τους δικούς του ισχυρισμούς που, κατά τη θέση του, δεν έχει παραβιάσει τους όρους της, αρνούμενος παράλληλα ότι οφείλει στον Ενάγοντα το αξιούμενο ποσό, το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι αυθαίρετο και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Υπάρχει, συνεπώς, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, της διαπίστωσης δηλαδή του κατά πόσο το αξιούμενο ποσό οφείλεται δυνάμει της Συμφωνίας ή αν υπήρξε παράβαση των όρων της, συνεπεία της οποίας να οφείλεται ως αποζημίωση στον Ενάγοντα το εν λόγω ποσό. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή εκείνη της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας, επεξηγήθηκε ότι αυτή περικλείει κάτι περισσότερο από την απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης που απαιτείται σε αστικές υποθέσεις[5]. Για την στοιχειοθέτησή της, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αγωγή και, όπως αναφέρθηκε στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Γ ΑΑΔ 2015, 2041: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση.» Αντίστοιχη μνεία γίνεται και στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, όπου διευκρινίζεται περαιτέρω ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας και επισημαίνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Ωστόσο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει επιμελώς να αποφεύγει να υπεισέρχεται σε βάθος στο μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του, αφού δεν εκδικάζεται σ' αυτό το στάδιο η διαφορά ούτε καθορίζονται από αυτό το πρόωρο στάδιο δικαιώματα και υποχρεώσεις. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με αποκλειστικό σκοπό να διακριβώσει αν πληρούνται ή όχι οι πιο πάνω προϋποθέσεις και αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, χωρίς μάλιστα να αφήνει να αιωρείται οποιαδήποτε σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της[6]. Για την στοιχειοθέτηση, όμως, των προϋποθέσεων αυτών, ο αιτητής θα πρέπει να παραθέσει το υπόβαθρο της μαρτυρίας του (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[7] και το Δικαστήριο, τηρουμένης της αρχής ότι δεν υπεισέρχεται στην ουσία προσεγγίζοντας την μαρτυρία για τον περιορισμένο σκοπό που προαναφέρθηκε, οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία[8]. Εν προκειμένω, έχοντας εξετάσει το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε στο πλαίσιο της Αίτησης, στον περιορισμένο πάντοτε βαθμό που απαιτείται σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η προσφερόμενη μαρτυρία είναι τέτοια που να πληροί την δεύτερη πιο πάνω προϋπόθεση. Η νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή στην παρούσα αγωγή εδράζεται στο περιεχόμενο της Συμφωνίας, στη βάση της οποίας αυτός διεκδικεί το αξιούμενο ποσό ως συμφωνηθέν ποσό ή ως συμφωνηθείσες ή/και λογικές ή/και τρέχουσες αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης παράβασης των όρων της από τον Καθ' ου η αίτηση. Εντούτοις, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση επισυνάπτεται απλώς η Συμφωνία, χωρίς να παρουσιάζεται οτιδήποτε άλλο από πλευράς Αιτητή για την πραγματική θεμελίωση της ρηθείσας αξίωσης του, υπό το πρίσμα των προνοιών του όρου 8 της Συμφωνίας, όπως, ειδικότερα, τις δικογραφικά (και μόνο) ισχυριζόμενες επιστολές του προς τον Καθ' ου η αίτηση, τις οποίες ο τελευταίος, εν πάση περιπτώσει, (επίσης δικογραφικά) αρνείται ότι έλαβε. Δεδομένης της εκδοχής του Αιτητή ότι ο ίδιος συμμορφώθηκε με τις δικές του υποχρεώσεις αλλά ο Καθ' ου η αίτηση όχι, διότι δεν του μεταβιβάστηκε εντός της συμφωνηθείσας περιόδου το Κτήμα, η συμβατική αξίωση του Αιτητή για την πληρωμή της αξίας του Κτήματος (που είναι σ' αυτό επί του οποίου εδράζεται η βάση και το ύψος της απαίτησης του στην παρούσα αγωγή[9]) συναρτάται (βάσει του όρου 8 της Συμφωνίας) με το να έχει ο Αιτητής αξιώσει με επιστολή του προς τον Καθ' ου η αίτηση την πληρωμή της αξίας που θα έχει το Κτήμα την ημερομηνία της επιστολής. Τέτοια επιστολή όπως και μαρτυρία για την αξία του Κτήματος κατά την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής δεν παρουσιάστηκαν μέσω της μαρτυρίας που τέθηκε στο πλαίσιο της Αίτησης. Αντίθετα, ουδεμία αναφορά γίνεται σ' αυτές τις παραμέτρους στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, παρά την επί του προκειμένου αντίθετη εκδοχή που εξ αρχής (με την υπεράσπιση) αλλά και τώρα (με την ένσταση) προβλήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση, ότι δηλαδή το αξιούμενο ποσό είναι αυθαίρετο και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Επιπλέον, εκτός του ότι ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία γεγονότων σχετική με τα προαναφερόμενα ζητήματα, διαπιστώνεται επίσης ότι η εκδοχή του Αιτητή περί συμμόρφωσης του με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, η οποία συγκροτεί και το υπόβαθρο της αξίωσης του έναντι του Καθ' ου η αίτηση, όχι μόνο δεν στηρίχθηκε, στο πλαίσιο της Αίτησης, από μαρτυρία η οποία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα που την υποστηρίζουν (βλ. Κυταλά, ανωτέρω), αλλά είναι πιο γενική ακόμα και από τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς. Ό,τι επί του προκειμένου αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση είναι ότι ανέλαβε δυνάμει της Συμφωνίας να μεταβιβάσει όλες τις μετοχές του στον Καθ' ου η αίτηση και να παραιτηθεί από αξιωματούχος της Εταιρείας, κάτι που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έπραξε χωρίς ο Καθ' ου η αίτηση να συμμορφωθεί στη συνέχεια με τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις προς ικανοποίηση του ανταλλάγματος. Παρόλο που αυτό, σύμφωνα με την εκδοχή του, του παρέχει το δικαίωμα να διεκδικεί από τον Καθ' ου η αίτηση το αξιούμενο ποσό, δεν αναφέρει, ωστόσο, πότε εκπλήρωσε τις δικές του υποχρεώσεις ούτε και πώς ή με ποια διαδικασία έγινε αυτό υπό το φως και των όσων προβάλλονται σε επίπεδο ισχυρισμών στο δικόγραφο του (βλ. παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης), ενώ δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι δεν είναι ούτε διευθυντής αλλά ούτε και μέτοχος της Εταιρείας, παρά το ότι με την υπεράσπιση προβάλλεται ότι εξακολουθεί να είναι διευθυντής της Εταιρείας, ότι ουδέποτε μεταβίβασε τις μετοχές του και ότι εξακολουθεί να τις κατέχει. Από την άλλη, αναπάντητοι έμειναν οι ισχυρισμοί που αργότερα προέβαλε (όχι γενικόλογα) ο Καθ' ου η αίτηση με την μαρτυρία του και τα επισυναπτόμενα σ' αυτήν έγγραφα, ως προς το ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να φαίνεται στον Έφορο Εταιρειών ως διευθυντής και μέτοχος της Εταιρείας. Εάν υφίσταται κάποια εξήγηση, αυτή δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στη διαδικασία αυτή με μαρτυρία. Οι γενικόλογες δε αναφορές του Αιτητή ότι έχει τιμήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ενώ ο Καθ' ου η αίτηση όχι, παρά τις ισχυριζόμενες διαχρονικές προφορικές του υποσχέσεις, αλλά και οι εξίσου γενικόλογες αναφορές του ότι έχει πάρα πολύ καλή υπόθεση και ότι ο Καθ' ου η αίτηση του υποσχέθηκε μετά την παραλαβή της αγωγής ότι θα του πρότεινε διευθέτηση της υπόθεσης, τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση, εν πάση περιπτώσει, αρνείται, δεν είναι αρκετά για να καταδείξουν, υπό τις δοσμένες πιο πάνω περιστάσεις, ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συνακόλουθα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, μέσα από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία, δεν αναδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στο διαπιστωθέν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Δοθείσας της κατάληξης αυτής, παρέλκει η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ή οποιουδήποτε άλλου ζητήματος ηγέρθη με τους λόγους ένστασης. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενου και εναντίον του Αιτητή - Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. την Ιορδάνους ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD, Πολ. Έφεση 4/2022 ημ. 08/11/2022. [2] Βλ. Κλασική επί του προκειμένου είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and another
(1982)1 C.L.R. 557, η οποία υιοθετήθηκε και από μεταγενέστερη νομολογία. [3] Βλ. την ABP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694. [4] Βλ. την Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598. [5] Βλ. Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [6] Βλ. την Ιορδάνους ν. PS SEAMLESS GUTTERS LTD (ανωτέρω) και την εκεί αναφερόμενη νομολογία. [7] Βλ. Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 Α.Α.Δ. 225, 235 και P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [8] Βλ. την Λόρδος ν. Σιακόλας Πολ. Έφεση 143/2015 ημ. 23/03/2017, ECLI:CY:AD:2017:A102 στην οποία μνημονεύεται η Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980 με συγκεκριμένη αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» [9] Βλ. ενδεικτικά τις παραγράφους 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο