← Κύπρος

ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ CRASTO κ.α., Αρ. Αγωγής: 3621/2018, 14/10/2022

ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ CRASTO κ.α., Αρ. Αγωγής: 3621/2018, 14/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3621/2018 Μεταξύ: ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Eνάγοντα και

  1. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ CRASTO
  2. RUDOLF CRASTO Eναγομένων Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2022 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Αδάμου για Κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Π. Πασχαλίδης για ΚΛΕΟΠΑΣ & ΚΛΕΟΠΑΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Eνάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ποσό ύψους €1.250 πλέον Φ.Π.Α. ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή για επαγγελματικές υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό παρείχε στους Εναγόμενους 1 και
  3. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, αυτός κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν πολιτικός μηχανικός και αδειούχος εκπόνησης αρχιτεκτονικών μελετών εγγεγραμμένος στο Επιστημονικό και Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ). Δικογραφείται ότι δυνάμει συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διάδικων κατά ή περί τον Μάιο του 2014, οι Eναγόμενοι ανέθεσαν στον Ενάγοντα την προσφορά υπηρεσιών τις οποίες καταγράφει στην έκθεση απαίτησής του αναφορικά με την οικοδομή των Eναγόμενων 1 και
  4. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι αυτός εκπλήρωσε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τις οποίες οι Eναγόμενοι, σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, αποδέχθηκαν ανεπιφύλαχτα. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα, οι Eναγόμενοι δεν κατέβαλαν το αξιούμενο ποσό. Στην αντίπερα όχθη, οι Eναγόμενοι 1 και 2 στην έκθεση Υπεράσπισής τους, αρνούνται ότι συμφώνησαν με τον Ενάγοντα ή ότι του ανέθεσαν προσωπικά την παροχή υπηρεσιών σε σχέση με το ακίνητό τους. Είναι η δικογραφημένη θέση των Eναγόμενων ότι καμία συμβατική σχέση είχαν με τον Ενάγοντα για οποιοδήποτε θέμα και ότι δεν συμφώνησαν ποτέ να καταβάλουν προσωπικά στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό για οποιονδήποτε λόγο. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση των Eναγόμενων ότι αυτοί γνώρισαν τον Ενάγοντα μέσω κάποιου κοινού γνωστού και όταν συναντήθηκαν σε φιλικά πλαίσια, ο Ενάγων προσφέρθηκε να τους δώσει κάποιες ιδέες σε σχέση με διάφορες μετατροπές και ανακαινίσεις που οι τελευταίοι είχαν πρόθεση να πραγματοποιήσουν στην οικία τους. Δικογραφείται ότι είχε καταστεί σαφές στους Eναγόμενους ότι για αυτές τις ιδέες και προσφορά του Ενάγοντα δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε χρέωση και ότι μόνο εάν τελικά αποφασίζετο να του ανατεθεί συμβατικά η όλη ανακαίνιση, θα συμφωνούσαν σε συγκεκριμένη αμοιβή και ότι ήταν σε αυτήν τη βάση που οι Eναγόμενοι 1 και 2 του επέτρεψαν να προβεί στις μετρήσεις που ανέφερε. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση των Eναγόμενων ότι περί τον ενάμιση χρόνο αργότερα έλαβαν ταχυδρομικώς έγγραφο με τίτλο ''proforma invoice'', ''προτιμολόγιο'', το οποίο έφερε ως εκδότη κάποια εταιρεία με την ονομασία P.ENG SERVICES LTD με τον Ενάγοντα να αναφέρεται ως διευθυντής της εν λόγω εταιρείας. Σύμφωνα με τους Eναγόμενους, μετά τις συναντήσεις που έγιναν τον Μάιο του 2014, ο Ενάγων ουδέποτε ξαναεπισκέφθηκε τους Eναγόμενους και ουδέποτε προέβη σε οποιανδήποτε εργασία ως αναγράφετο στο προτιμολόγιο ημερομηνίας 07/09/2015, ούτε και υπεγράφη οποιαδήποτε σύμβαση για την ανακαίνιση της οικίας των Eναγόμενων οι οποίοι είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την ιδέα της ανακαίνισης λόγω οικονομικών θεμάτων. Ο Ενάγων, καταχώρισε απάντηση στην έκθεση Υπεράσπισης λέγοντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Απαντώντας στην παράγραφο 2 της έκθεσης Υπεράσπισης λέγει ότι αυτός περί τις 07/09/2015, εξέδωσε προτιμολόγιο στους Eναγόμενους 1 και 2 από την εν λόγω εταιρεία του (εννοώντας προφανώς την εταιρεία P.ENG SERVICES LTD στην οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 2 της έκθεσης Υπεράσπισης), η οποία ασχολείται με σχέδια και μελέτες οικοδομών και της οποίας είναι διευθυντής και είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών. Περαιτέρω, αναφέρει ότι δεν είχε φιλικές σχέσεις με τους Eναγόμενους 1 και 2 και δεν άφησε ποτέ να νοηθεί ότι οι υπηρεσίες του θα προσφέρονταν δωρεάν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις συναντήσεις που είχε με τους Eναγόμενους 1 και 2, είχε ξεκαθαρίσει εξαρχής και είχε γίνει αποδεχτό από αυτούς ότι η χρέωση των αρχιτεκτονικών υπηρεσιών του Ενάγοντα θα ήτο τουλάχιστο 5% από την τιμή κόστους, ανεξαρτήτως της υλοποίησης του έργου για τις αρχιτεκτονικές υπηρεσίες που θα προσέφερε πριν την υλοποίηση του έργου. Περαιτέρω, απαντώντας στο περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, αναφέρεται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ότι ο Ενάγων διαθέτει μελετητικό γραφείο και εργοδοτεί υπαλλήλους όπως μελετητές, αρχιτέκτονες, μηχανικούς, διακοσμητές και σχεδιαστές οι οποίοι πληρώνονται και ως εκ τούτου, ουδέποτε θα ήταν δυνατό να προσφέρει τις υπηρεσίες του δωρεάν. Αναφέρει επίσης ότι η εν λόγω εταιρεία (εννοώντας προφανώς την εταιρεία P.ENG SERVICES LTD στην οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 3 της έκθεσης Υπεράσπισης), ασχολείται με σχέδια και μελέτες οικοδομών και τις οποίες είναι διευθυντής ο Ενάγων και είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών. Προσθέτει επίσης, αναφερόμενος και πάλι στο περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι για το επίδικο έργο είχαν εργαστεί ο αρχιτέκτονας, ο διακοσμητής, ο πολιτικός μηχανικός, ο επιμετρητής ποσοτήτων και ο κοστολόγος. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρισή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Ως εκ τούτου, η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5, 6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα για αντεξέταση του Ενάγοντα σε σχέση με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που αυτός προσκόμισε στο Δικαστήριο. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του ίδιου. Για την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 και του κ. Ρ. Μ. Κράστο, υιού των Εναγομένων 1 και
  5. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1] Ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ως αυτοί έχουν συνοψισθεί ανωτέρω, παρουσιάζοντας αριθμό Τεκμηρίων προς υποστήριξη των θέσεων του. Συνοπτικά, ο Ενάγων αναφέρει ότι περί τις αρχές Μαΐου του 2014 επισκέφθηκε την κατοικία των Eναγόμενων 1 και 2 οι οποίοι συμφώνησαν μαζί του προφορικά όπως τους παρέχει τις υπηρεσίες του αναφορικά με την κατοικία τους. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι υπηρεσίες που προσέφερε στους Eναγόμενους ήταν οι ακόλουθες: Α. Επιτόπια μέτρηση, αποτύπωση και σχεδίαση της υφιστάμενης οικοδομής μετά από επίσκεψή του στην οικοδομή των Eναγόμενων. Β. Αρχιτεκτονική εργασία και σχεδίαση πρότασης με μετατροπές για νέα διαρρύθμιση χώρων στο ισόγειο. Γ. Τη σχεδίαση κουζίνας, εξοπλισμού πάγκων και ερμαριών και άλλων επιπλώσεων. Δ. Την επιμέτρηση, ετοιμασία δελτίου ποσοτήτων και όρων για προκήρυξη προσφορών, και εκτίμηση δαπάνης των προτεινόμενων εργασιών. Κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια Β, Γ και Δ, δέσμη εγγράφων σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, όλα τα αντίγραφα των σχεδίων καθώς και το τιμολογημένο δελτίο ποσοτήτων (Τεκμήριο Δ) είχαν δοθεί έγκαιρα στους Eναγόμενους. Προσθέτει ότι στις διάφορες συναντήσεις μεταξύ του ίδιου και των Eναγόμενων, είχε αναφέρει ξεκάθαρα ότι η χρέωση των αρχιτεκτονικών του υπηρεσιών ήταν τουλάχιστον 5%, ανεξαρτήτως της υλοποίησης ή όχι του έργου, πράγμα το οποίο αποδέχθηκαν ανεπιφύλαχτα οι Eναγόμενοι. Ο ίδιος ειδοποίησε επανειλημμένες φορές τον Εναγόμενο 2 για την οφειλή του και παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή ημερομηνίας 07/09/2015 στην οποία είχε επισυναφθεί και σχετικό προτιμολόγιο για το αξιούμενο ποσό (Τεκμήριο Ε). Ενόψει του ότι οι Eναγόμενοι παρέλειψαν να ανταποκριθούν στις οχλήσεις του, απέστειλε επίσης επιστολή μέσω του προηγούμενου δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε καλώντας να καταβάλουν στο γραφείο του το ποσό των €1.487,50 πλέον τόκο χωρίς ανταπόκριση. Αντίγραφο της επιστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο ΣΤ. Ανέφερε περαιτέρω ότι στις 05/10/2016 και στις 28/10/2016, είχε στείλει επιστολή στον προηγούμενο δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε, η οποία κοινοποιήθηκε και στους Eναγόμενους, στην οποία ανέφερε ότι οι Eναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις του. Αντίγραφα των επιστολών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο Ζ. Πρόκειται για δύο επιστολές διαφορετικών ημερομηνιών αλλά με ταυτόσημο περιεχόμενο. Αντεξεταζόμενος, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ανέφερε ότι η θέση του είναι ότι του οφείλεται προσωπικά το αξιούμενο ποσό για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το ποσό που αξιώνει με την παρούσα αγωγή είναι με βάση το προτιμολόγιο που παρουσίασε στο Δικαστήριο (το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Ε στην ένορκη δήλωσή του). Ερωτηθείς ως προς το για ποιον λόγο το τιμολόγιο έχει εκδοθεί από εταιρεία, ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που το εξέδωσε, ότι ήταν υπάλληλος της εταιρείας και ότι μπορεί να βγάζει τιμολόγια σαν άτομο αλλά μπορεί λογιστικά να τα μεταφέρει στην εταιρεία για σκοπούς ΦΠΑ και φορολογίας. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ανάφερε ότι η εταιρεία P.ENG SERVICES LTD είναι δική του και είναι υπάλληλός της και ότι όλες οι εισπράξεις καταχωρούνται στην εταιρεία για σκοπούς πληρωμής των φόρων και του ΦΠΑ. Ακολούθως, ανάφερε ότι βγάζει τα τιμολόγια ο ίδιος και μεταφέρονται όλα τα χρήματα στην εταιρεία του για σκοπούς πληρωμής των φόρων και του ΦΠΑ. Επέμεινε στη θέση του ότι δεν είχε οποιανδήποτε φιλική σχέση με τους Eναγόμενους, ούτε τους γνώριζε και ότι οι υπηρεσίες θα προσφέρονταν επί πληρωμή και ειδικότερα, ανέφερε στους Εναγόμενους ότι θα πληρωνόταν 5% επί του κατασκευαστικού κόστους και ότι ετοίμασε δελτίο ποσοτήτων και τιμολόγησε βάσει αυτού το 5%. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έχει και υπαλλήλους οι οποίοι δούλεψαν για το επίδικο έργο και πιο συγκεκριμένα, οι σχεδιαστές του, οι πολιτικοί μηχανικοί και οι επιμετρητές προκειμένου να ετοιμάσουν αυτό το έργο. Ο Eναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωσή του, ανέφερε ότι γνώρισε τον Ενάγοντα στην οικία της γειτόνισσάς του η οποία του είχε αναθέσει την ανακαίνιση της οικίας της. Όπως εξηγεί, αποφάσισε και αυτός να ανακαινίσει την οικία τους και άρχισε να ψάχνει για ιδέες. Ενημέρωσε τον Ενάγοντα περί τούτου και αυτός προσφέρθηκε να τους δώσει κάποιες ιδέες που είχε. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, ο Ενάγων τους είπε ότι θα έπρεπε να πάρει μερικές μετρήσεις του χώρου ώστε να μπορέσει να ετοιμάσει ενδεικτική προσφορά καθιστώντας τους σαφές ότι δεν θα υπήρχε καμία χρέωση εκτός εάν στη συνέχεια συμφωνούσαν να του αναθέσουν την ανακαίνιση της οικίας. Αυτός ήταν, κατά τον Εναγόμενο 2, και ο μοναδικός λόγος που επέτρεψαν στον Ενάγοντα να πάρει τις μετρήσεις που ζήτησε. Στις αρχές Μαΐου του 2014, όπως αναφέρει ο Eναγόμενος 2, ο Ενάγων του ζήτησε να του δώσει τα σχέδια της οικίας. Περί τα μέσα Μαΐου, σε μία ακόμη επίσκεψη του Ενάγοντα στους Eναγόμενους στην παρουσία του υιού των Eναγόμενων, ο Ενάγων τους είπε κάποιες ιδέες αναφορικά με την ανακαίνιση, καθώς και την εκτίμησή του για τα σχετικά κόστη. Κατά την εν λόγω συνάντηση, ρωτήθηκε ο Ενάγων κατά πόσο υπάρχουν οποιεσδήποτε χρεώσεις, με τον Ενάγοντα να απαντά ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε χρέωση. Περί τον Ιούνιο με Σεπτέμβριο του 2014, ο Ενάγων επικοινώνησε μαζί τους για να δει κατά πόσο είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν με την προσφορά του για ανακαίνιση, ώστε να μπορέσει να ετοιμάσει το σχετικό συμβόλαιο το οποίο θα καθόριζε τη συνολική του αμοιβή περιλαμβανόμενης και της εργασίας που είχε μέχρι εκείνη τη μέρα εκτελέσει. Σε εκείνο το στάδιο, ενημέρωσαν τον Ενάγοντα ότι είχαν αποφασίσει να μην προχωρήσουν με την ανακαίνιση. Έναν χρόνο περίπου αργότερα, έλαβαν ταχυδρομικώς έγγραφο ημερομηνίας 07/09/2015 με τίτλο ''ΠΡΟΤΙΜΟΛΟΓΙΟ'', το οποίο σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2 εκδόθηκε και αποστάληκε από την εταιρεία P.ENG SERVICES LTD. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, αγνόησαν την εν λόγω επιστολή καθώς πίστευαν ότι επρόκειτο περί λάθους, εφόσον δεν είχαν αναθέσει ποτέ στην εν λόγω εταιρεία ή στον Ενάγοντα την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας ανακαίνισης στην οικία τους. Περαιτέρω, ο Eναγόμενος 2 αναφέρει ότι όταν τον Απρίλιο του 2016 έλαβε επιστολή από τον δικηγόρο του Ενάγοντα, απάντησε στις 11/04/2016 και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της ρηθείσας επιστολής. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, δεν υπήρξε ποτέ συμφωνία ανακαίνισης μεταξύ των Eναγόμενων και του Ενάγοντα και αν ο Ενάγων εκτέλεσε κάποια εργασία, αυτή καθορίστηκε ότι ήταν απλώς μία προπαρασκευαστική εργασία χωρίς χρέωση εκ μέρους του αποκλειστικά προκειμένου να μπορέσει να τους δώσει προσφορά και να συζητήσει με αυτούς την πιθανότητα σύναψης δεσμευτικού συμβολαίου, κάτι που στο τέλος δεν συνέβη. Ο υιός των Εναγομένων, κύριος Ρ. Μ. ΚΡΑΣΤΟ (εν τοις εφεξής ο υιός των Εναγομένων), στη δική του ένορκη δήλωση, ανέφερε ότι τον Μάιο του 2014 είχε παρευρεθεί στη συνάντηση με τον Ενάγοντα, όπου ο Ενάγων τους ενημέρωσε για κάποιες ιδέες του και έκανε κάποιες μετρήσεις στον χώρο ώστε να τους πληροφορήσει για τα έξοδα που αναμένετο να προκύψουν σε περίπτωση που οι γονείς του αποφάσιζαν να προχωρήσουν με την ανακαίνιση. Ο υιός των Eναγόμενων, λέει ότι εκείνη τη μέρα ρώτησε τον Ενάγοντα κατά πόσο είχαν προκύψει οποιεσδήποτε χρεώσεις σε σχέση με ό,τι είχε κάνει μέχρι εκείνη τη μέρα και ο ίδιος απάντησε αρνητικά. Κατά τον υιό των Eναγόμενων, η συνάντηση έγινε στα πλαίσια μίας καθαρά φιλικής σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των γονέων του και του Ενάγοντα. Η παρούσα υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» που προνοείται στις διατάξεις της Δ.30 Θ. 5

(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συνοπτική εκδίκαση δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, εκτός στις περιπτώσεις όπου εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης κάποιων εκ των μαρτύρων, καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[2] Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς καθώς και την μαρτυρία που δόθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντα, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[3] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[5] Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η μαρτυρία του Ενάγοντα μπορεί να γίνει μερικώς αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ως προς το είδος των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 καθώς και το ύψος της αμοιβής που συμφωνήθηκε σε σχέση με τις επίδικες υπηρεσίες, η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε ήταν θετική. Ο Ενάγων ήταν σαφής, πειστικός και σταθερός στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε παρουσιάζοντας μάλιστα στο Δικαστήριο αντίγραφα των αρχιτεκτονικών σχεδίων και μελετών που ετοιμάστηκαν σε σχέση με την οικία των Εναγομένων (σχετικά είναι τα Τεκμήρια Β, Γ και Δ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα). Παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε η δωρεάν παροχή υπηρεσιών στους Εναγόμενους. Πειστική και λογική ήταν και η θέση του ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος παροχής δωρεάν υπηρεσιών στους Εναγόμενους τους οποίους δεν γνώριζε από προηγουμένως, ούτε διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί τους. Δεν διαπιστώθηκαν υπεκφυγές και ενδοιασμοί στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε. Το ύψος του ποσού που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή προκύπτει, συνάδει και επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του προτιμολογίου (Proforma Invoice) που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Ε στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα όπου εκεί ουσιαστικά καταγράφεται ότι αυτό συνιστούσε τη «συμφωνηθείσα τιμή ύψους 5% πλέον ΦΠΑ επί της εκτίμησης δαπάνης». Το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα ότι ήταν αυτός που συμβλήθηκε με τους Εναγόμενους και ειδικότερα η θέση του ότι του οφείλεται προσωπικά το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό, ότι οι επίδικες υπηρεσίες προσφέρθηκαν υπό την προσωπική του ιδιότητα καθώς και ότι το επίδικο προτιμολόγιο εκδόθηκε από τον ίδιο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί όχι μόνο δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο αλλά έρχονται σε αντίθεση με αυτή. Μάλιστα, τα όσα δια ζώσης ανέφερε ο Ενάγων επιβεβαιώνουν ουσιαστικά το αντίθετο. Ειδικότερα, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι του οφείλεται προσωπικά το αξιούμενο ποσό για τις υπηρεσίες που προσέφερε προσωπικά λέγοντας ότι το τιμολόγιο εκδόθηκε από τον ίδιο και ότι μπορεί να εκδίδει προσωπικά τιμολόγια αλλά λογιστικά να τα μεταφέρει στην εταιρεία του για σκοπούς ΦΠΑ και φορολογίας. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του επίδικου τιμολογίου καθίσταται σαφές ότι αυτό δεν επιβεβαιώνει τη θέση του, αλλά αντιθέτως τον διαψεύδει. Πρόκειται για ένα τιμολόγιο το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε από την εταιρεία P. Eng. Services Ltd της οποίας καταγράφεται και ο αριθμός ΦΠΑ με τον Ενάγοντα να το εκδίδει όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εν λόγω εταιρείας κάτι που καταγράφεται ρητά και ξεκάθαρα στο επίδικο προτιμολόγιο. Περαιτέρω, σε διάφορα σημεία της αντεξέτασης του δήλωσε ευθαρσώς ότι ο ίδιος είναι υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας η οποία είναι δική του και ότι έχει και άλλους υπαλλήλους και ότι για το επίδικο έργο εργάστηκαν και άλλοι υπάλληλοι όπως σχεδιαστές, πολιτικοί μηχανικοί, και επιμετρητές. Άλλωστε, η θέση του ότι ο ίδιος συμβλήθηκε προσωπικά με τους Εναγόμενους και εξέδωσε υπό την προσωπική του ιδιότητα το επίδικο τιμολόγιο δεν συνάδει και έρχεται σε διάσταση με τα όσα ο ίδιος ο Ενάγων δικογραφεί στην Απάντηση στην Υπεράσπιση του. Ειδικότερα, στην παράγραφο 2 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ευθαρσώς δικογραφείται ότι ο Ενάγων εξέδωσε το επίδικο προτιμολόγιο από την εταιρεία του η οποία ασχολείται με σχέδια και μελέτες οικοδομών και της οποίας είναι διευθυντής καθώς και ότι είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο. Επιπρόσθετα, στην επιστολή Τεκμήριο Ζ την οποία παρουσίασε ο Ενάγων (πρόκειται για την επιστολή που προώθησε στον προηγούμενο δικηγόρο του πριν την έγερση της αγωγής και η οποία κοινοποιήθηκε στους Εναγόμενους) ρητά καταγράφονται στο θέμα της ρηθείσας επιστολής ότι οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν από την εταιρεία P. Eng. Services Ltd. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Μελετητικές Υπηρεσίες και σχέδια για ανακαίνιση της οικοδομής κων Κωνσταντίνας και Rudolf Crasto από P. Eng. Services Ltd στην οδό Μάρκου Μπότσαρη 1Α στην Κάτω Λακατάμεια». Ακολούθως, στην παράγραφο 5 της ρηθείσας επιστολής αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα τα οποία ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία δεν ήταν ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά η εταιρεία η οποία εξέδωσε και το επίδικο τιμολόγιο τιμολογώντας τις επίδικες υπηρεσίες και της οποίας ο Ενάγων, όπως ευθαρσώς δήλωσε, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος: «Εδώ και πολλά χρόνια διαθέτω μελετητικό γραφείο που εκτός από τους συνεργάτες που έχω, εργοδοτώ υπαλλήλους, όπως μελετητές, αρχιτέκτονες, μηχανικούς, διακοσμητές και σχεδιαστές που είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους για το Έργο του και έχουν πληρωθεί για αυτό από την εταιρεία μου. Η εταιρεία μου η οποία ασχολείται με σχέδια και μελέτες οικοδομών και της οποίας είμαι διευθυντής και ιδιοκτήτης είναι εγγεγραμμένη εδώ και πολλά χρόνια στον έφορο Εταιρειών και στον ΦΠΑ με λογιστικά και ελεγκτικά βιβλία και δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα για να προσφέρει δωρεάν υπηρεσίες». Άλλωστε, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του δήλωσε ευθαρσώς ότι και ο ίδιος είναι υπάλληλος της εν λόγω εταιρείας. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά των Εναγομένων, και ειδικότερα τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 και του υιού των Εναγομένων αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού αυτή χαρακτηρίζεται από έλλειψη σαφήνειας και πειστικότητας. Ο μεν υιός των εναγομένων ισχυρίστηκε ότι η συνάντηση στο πλαίσιο της οποίας έλαβαν χώρα οι μετρήσεις εκ μέρους του Ενάγοντα έγινε στα πλαίσια μίας καθαρά φιλικής σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των γονέων του και του Ενάγοντα σε μία προσπάθεια να υποστηρίξει ότι δεν ετίθετο ζήτημα χρέωσης. Πρόκειται για μία θέση που τέθηκε γενικά και αόριστα χωρίς να εξειδικεύονται οι περιστάσεις υπό τις οποίες αναπτύχθηκε η κατ' ισχυρισμό φιλική αυτή σχέση. Ο εναγόμενος 2 από την άλλη χαρακτηρίζει επίσης γενικά και αόριστα ως «φιλικές» τις επισκέψεις του Ενάγοντα στην οικία τους, χωρίς και πάλι να εξηγεί με πληρότητα, σαφήνεια και επάρκεια τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα οι κατ' ισχυρισμό «φιλικές» επισκέψεις. Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο 2 ότι θα προσφέρονταν υπηρεσίες (με τον ίδιο να παραδέχεται ουσιαστικά ότι έλαβαν χώρα τόσο οι εργασίες μέτρησης όσο και οι εργασίες εκτίμησης του κόστους - σχετικό είναι το Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα καθώς και ότι ο ίδιος εφοδίασε τον Ενάγοντα με τα σχέδια της οικίας του) αλλά ότι για αυτές δεν θα υπήρχε χρέωση παρά μόνο εάν τελικά υλοποιείτο το έργο δεν είναι ούτε λογικές ούτε πειστικές, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τη φύση των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ο εναγόμενος 2 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι είχαν αποφασίσει να ανακαινίσουν την οικία τους κάτι που ανέφερε στον Ενάγοντα και όχι ότι ο ίδιος αναζητούσε προσφορές σε σχέση με το κόστος παροχής αρχιτεκτονικών και μελετητικών υπηρεσιών. Ενδεικτικό της προσπάθειας να παρουσιασθεί μία εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είναι και το γεγονός ότι ενώ αρχικά αναφέρει ο Εναγόμενος 2 στην έγγραφη μαρτυρία του ότι οι μετρήσεις λήφθηκαν για να ετοιμάσει ενδεικτική προσφορά ο Ενάγων στη συνέχεια λέγει ότι στην επόμενη συνάντηση ο Ενάγων τους ενημέρωσε για την εκτίμηση του κόστους της ανακαίνισης χωρίς να εξηγεί τι διαμείφθηκε με την κατ' ισχυρισμό ενδεικτική προσφορά για την οποία είχε γίνει λόγος κατά την προηγούμενη συνάντηση. Περαιτέρω, ενώ δικογραφείται ότι ο Ενάγων ουδέποτε προέβη σε οποιανδήποτε εργασία ως αναγράφετο στο προτιμολόγιο ημερομηνίας 07/09/2015 (που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Ε) σε αντίθεση με τη δικογραφημένη θέση τους, παραδέχτηκε ευθαρσώς κατά τη μαρτυρία του μέρος των επίδικων υπηρεσιών. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 και του υιού των Εναγομένων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής είναι όπως τα έχει καταθέσει ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση, πλην του μέρους της μαρτυρίας του που δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της αποδεκτής μαρτυρίας του Ενάγοντα όπως την έχει παραθέσει το Δικαστήριο πιο πάνω συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων δεν συμβλήθηκε ο ίδιος με τους Εναγόμενους για την παροχή των επίδικων υπηρεσιών, οι οποίες, στο βαθμό που προσφέρθηκαν από τον Ενάγοντα, προσφέρθηκαν προς όφελος και για λογαριασμό της εταιρείας P. Eng. Services Ltd η οποία, κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, τον εργοδοτούσε και η οποία τιμολόγησε τις επίδικες υπηρεσίες μέσω του επίδικου προτιμολογίου που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου Ε στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω εάν αυτά στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[7] Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει ο Ενάγων ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd, Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε ότι αφορά τις αξιώσεις προς στοιχειοθέτηση των οποίων παρουσιάζονται στο Δικαστήριο τιμολόγια, έχει νομολογηθεί ότι αυτά θεωρούνται ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση.[8] Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία και υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας.[9] Με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου και ειδικότερα ενόψει του ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν αυτός που συμβλήθηκε με τους Εναγόμενους και ότι ήταν αυτός που παρείχε υπό την προσωπική του ιδιότητα τις επίδικες υπηρεσίες, οι οποίες, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου προσφέρθηκαν από την εταιρεία P. Eng. Services Ltd η οποία και τιμολόγησε τις επίδικες υπηρεσίες, ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αφού στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, δεν νομιμοποιείται να αξιώνει το επίδικο ποσό, το οποίο υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν οφείλεται στον ίδιο προσωπικά. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35. [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35. [4] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [5] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) [6] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [7] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [8] TOTAL PACK (CYPRUS) LTD ν. SIVA PLUS DETERGENTS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 318/2012, 13/1/2020, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171 [9] Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 962, Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.