Αναφορικά με την αίτηση της Α. L. VASILIOU MOTORS LTD ν. Αναφορικά με την Α. L. KRAMBENES LTD, Αίτηση Αρ. 258/2021, 7/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A358 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση Αρ. 258/2021 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 και Αναφορικά με την αίτηση της Α. L. VASILIOU MOTORS LTD Αιτήτριας και Αναφορικά με την Α. L. KRAMBENES LTD Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 7/9/2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Ν. Γεωργίου για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ν. Γεωργίου για Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 14/04/2021 η Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 209, 211(ε), 212 (β) και (γ), 213 και 214 του Περί Εταιρειών Νόμου, ΚΕΦ.
- H υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Αντρέα Βασιλείου, διευθυντή της Αιτήτριας (στο εξής ο Βασιλείου και η Ένορκη Δήλωση Βασιλείου). Σύμφωνα με τον Βασιλείου, στις 8/3/2017 εκδόθηκε δικαστική απόφαση από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λευκωσίας προς όφελος της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση στο πλαίσιο της οποίας η Καθ' ης η Αίτηση διατάχθηκε να καταβάλει ποσό ύψους €47,880.00 ως καθυστερημένα και/ή οφειλόμενα ενοίκια και ποσό ύψους €85,000.00 ως αποζημιώσεις πλέον τόκο, καθώς επίσης και έξοδα. Περαιτέρω, ο Βασιλείου αναφέρει ότι οφείλεται από την Καθ' ης η Αίτηση ποσό ύψους €530 ως έξοδα του εντάλματος κινητής περιουσίας ημερομηνίας 8/11/2017 το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 25/4/2018 πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων του εντάλματος. Αντίγραφο επιστροφής του εντάλματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Βασιλείου. Τα πιο πάνω ποσά, σύμφωνα πάντα με τον Βασιλείου, εξακολουθούν μέχρι σήμερα να παραμένουν οφειλόμενα και απλήρωτα. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Βασιλείου, η Καθ' ης η Αίτηση αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της και υπό τις περιστάσεις, είναι ορθό και δίκαιο όπως η Καθ' ης η Αίτηση εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο. Η Καθ' ης η Αίτηση φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρησε στις 8/10/2021 Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 12 λόγους ένστασης, οι οποίοι παρατίθενται αυτολεξεί:
- Η Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία έχει κινητή και ακίνητη περιουσία δυνάμενη να ικανοποιήσει την Αιτήτρια.
- Η ένορκη δήλωση η οποία στηρίζει την αίτηση είναι αναληθής.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική.
- Το ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας κινητής περιουσίας που εκδόθηκε κατά της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτησης επεστράφη ανεκτέλεστο καθότι εκδόθηκε με σκοπό εκτέλεσης στην Επαρχία Λευκωσία, όπου η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία εν γνώσει των Αιτητών δεν κατέχει περιουσία, ενώ η Αιτήτρια γνωρίζει που έχει περιουσία η Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία και παρέλειψε να γνωστοποιήσει στον Επιδότη του Δικαστηρίου εντός 15 ημερών που αυτή ευρίσκεται ή άλλη διεύθυνση.
- Η σχετική αίτηση έγινε πιθανόν χωρίς την άδεια του Επίσημου Παραλήπτη.
- Η αγωγή 3454/2011 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκκρεμεί πριν ακόμα καταχωρηθεί η αίτηση εκκαθάρισης, στην οποία η Καθ' ης η Αίτηση αιτείται αποζημίωση από την Αιτήτρια, για την ζημία λόγω πλάνης, η οποία προξενήθηκε από συμφωνία ενοικίασης ακινήτου με την Αιτήτρια, στην βάση της οποίας ενοικίασης προέκυψε και το εξ αποφάσεως χρέους που επικαλείται η Αιτήτρια ως βάση για καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας.
- Η Αιτήτρια προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή αποκρύπτει την ύπαρξη της αγωγής 3454/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όπου η Καθ' ης η Αίτηση έχει αξίωση που υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος το οποίο επικαλείται η Αιτήτρια.
- Η Αιτήτρια προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή αποκρύπτει την ύπαρξη της Πολιτικής Έφεσης 122/2017 που καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης Ε212/2010 όπου η Καθ' ης η Αίτηση αξιώνει ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε και συνεπώς εάν πετύχει, το εξ αποφάσεως χρέος που επικαλείται η Αιτήτρια για την παρούσα διαδικασία θα πάψει να υφίσταται.
- Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσης αιτήσεως.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική διότι αφαιρεί από την Καθ' ης η Αίτηση το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
- Η Αιτήτρια αποκρύπτει ότι εκδόθηκε διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων του εξ αποφάσεως χρέους.
- Η Αιτήτρια αποκρύπτει ότι μέρος του εξ αποφάσεως χρέους έχει ήδη αποπληρωθεί. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 203, 209, 211(ε), 212(α), (β), (γ), (δ), 213
(1), 214
(1), 218
(2), 223, 226, 228, 333, 372 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στους Περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς 3,4,6,8 και 92, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1,4,5,6 και 9, και επί των γενικών ή/και συμφυών εξουσιών και πρακτικών του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Λεωνίδου, διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής ο Λεωνίδου και η Ένορκη Δήλωση Λεωνίδου). Στην ένορκη δήλωση Λεωνίδου επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Ο Λεωνίδου αναγνωρίζει την έκδοση της απόφασης στην οποία αναφέρεται ο Βασιλείου και λέγει πως η Καθ' ης η Αίτηση έχει κινητή και ακίνητη περιουσία ικανή για να ικανοποιήσει την Αιτήτρια και έχει τη δυνατότητα καταβολής του οφειλόμενου ποσού με άλλο τρόπο ικανό να ικανοποιήσει την Αιτήτρια χωρίς να καθίσταται αναγκαία η διάλυση της. Ο Λεωνίδου υποστηρίζει ότι το ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας επεστράφη διότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είχε περιουσία στην δοθείσα διεύθυνση αφού αυτή δεν ευρισκόταν εκεί. Η Αιτήτρια, σύμφωνα με τον Λεωνίδου, παρέλειψε να υποδείξει άλλη διεύθυνση εντός 15 ημερών ούτε έκανε άλλη αναφορά στον επιδότη του Δικαστηρίου διότι σκοπός της ήταν η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης εκδικητικά και καταχρηστικά. Περαιτέρω, ο Λεωνίδου αναφέρει ότι εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η αγωγή υπ' αριθμό 3454/2011 η οποία καταχωρίστηκε στις 17/5/2011, με Ενάγουσα την Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση και με Εναγόμενη την Αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση. Στην εν λόγω αγωγή υπάρχει αξίωση από την Καθ' ης η Αίτηση εναντίον της Αιτήτριας για αποζημιώσεις ύψους €68.465,00 για καταβληθέντα ενοίκια σε σύμβαση του τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της Αιτήτριας, €30.000,00σ για έξοδα που κατέβαλε η Καθ' ης η Αίτηση και ενάγουσα στην Αγωγή, €2.000.000,00σ ως αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του ενοικιασθέντος υποστατικού, πλέον γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τον Λεωνίδου, στις 9/10/2019 η κλίμακα της απαίτησης στην ανωτέρω αναφερόμενη αγωγή περιορίστηκε στις €500.000,00, ποσό όμως που και πάλι είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερο από αυτό που χρησιμοποιεί η Αιτήτρια για να προωθήσει την παρούσα διαδικασία. Στην Ένορκη Δήλωση Λεωνίδου, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 δέσμη αντιγράφων των δικογράφων της αγωγής. Σύμφωνα με τον Λεωνίδου, η εκκρεμούσα αγωγή ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις την 1/11/2021. Στη ρηθείσα αγωγή η Καθ' ης η Αίτηση , σύμφωνα πάντα με τον Λεωνίδου, έχει ανταπαίτηση μεγαλύτερη από την απαίτηση της Αιτήτριας στο εξ αποφάσεως χρέος η οποία θα εξετασθεί κατά την ακρόαση της αγωγής που έχει ορισθεί ήδη για τελικές αγορεύσεις. Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιδίκασης αποζημιώσεων υπέρ τους στην εκκρεμούσα αγωγή. Στην Ένορκη Δήλωση Λεωνίδου, επισημαίνεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση αναμένει ότι με την έκβαση της αγωγής 3454/2011 θα ευρίσκεται σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση, όπου θα μπορεί να ικανοποιήσει τον πιστωτή της, αλλά πέραν τούτου ότι θα έχει και αξίωση για μεγαλύτερη από το εξ αποφάσεως χρέος από την Αιτήτρια - Πιστωτή. Σε ότι αφορά την απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση αναφέρει ότι αυτή έχει εφεσιβληθεί και υπάρχουν, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε, πολύ καλές πιθανότητα αυτή να ανατραπεί στο πλαίσιο της έφεσης που καταχωρίστηκε και εκκρεμεί προς εκδίκαση. Αντίγραφο της έφεσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Λεωνίδου. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1] Επισημαίνω ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[2] Σύμφωνα με το άρθρο 211 (ε) του Κεφ. 113: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν: ... (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 212 του Κεφ. 113: «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- . (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.» Η εμβέλεια των άρθρων 211 και 212 του ΚΕΦ. 113 έχει τύχει εξέτασης σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην BITONIC LTD ν. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, ημερομηνίας 16 Μαρτίου, 2022 συνοψίσθηκε η Κυπριακή Νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως: «Στη Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λτδ ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2014)1(Γ) 2534, γίνεται αναφορά σε προηγούμενη νομολογία και αναφέρονται τα ακόλουθα: « Τα Άρθρα 211 και 212 έτυχαν ανάλυσης στην υπόθεση G.I.P. Construction Ltd. v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 15, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα Άρθρα 211 και 212 του δικού μας Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού. Στην Αγγλία η έννοια των διατάξεων αυτών έχει φωτισθεί από νομολογία. Σύμφωνα με την αγγλική προσέγγιση, η εξειδίκευση των περιστάσεων στο Άρθρο 212 δεν περιορίζει την γενικότητα του Άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα. Η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του 212 (α) και 212(β) είναι η εξής. Στις εξειδικευμένες περιπτώσεις, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται δηλαδή το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία.» Στην Μ. Mouletaris Machinery Co. Ltd. v. Ζήνωνος
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1649 επιβεβαιώθηκε η G.I.P. Constructions Ltd (πιο πάνω) ότι ορθά αναλύει τον Νόμο και ορθά αναλύει τη νομολογία. Πρόσθετα λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1651 από τον Αρτεμίδη, Δ., όπως ήταν τότε: «Δέχθηκε βεβαίως, και πολύ ορθά πως, στην περίπτωση που αποδεικνύονται τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο Άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια, και διατάσσει τη διάλυση της εταιρείας, ενώ αν ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια ευχέρεια.»» Η αίτηση για εκκαθάριση εταιρείας δεν σκοπεύει στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του αλλά στην προστασία και την διασφάλιση της περιουσίας (αντικείμενο της αίτησης) ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος προνοεί προς όφελος όλων των πιστωτών.[3] Έχει επίσης νομολογηθεί ότι εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους και όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται αίτηση εκκαθάρισης αφού μία τέτοια αίτηση δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής.[4] Εάν το Δικαστήριο εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Σε ότι αφορά τις αρχές που διέπουν την εξέταση της υπεράσπισης της καλόπιστης και ουσιαστικής αμφισβήτησης του χρέους στο πλαίσιο αιτήσεων εκκαθάρισης, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp.1364-1367 το οποίο υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd, 12 Ιουλίου 2010,
(2010)1Β Α.Α.Δ 991 στην οποία μάλιστα κρίθηκε ότι υπήρχε πράγματι καλόπιστη αμφισβήτηση της ύπαρξης του χρέους: «Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive." » Το τι συνιστά καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση είναι θέμα το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της κάθε υπόθεσης, χωρίς να μπορεί να γίνει εξαντλητική απαρίθμηση των παραγόντων που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του. Το βάρος απόδειξης τέτοιας καλόπιστης αμφισβήτησης ικανής να οδηγήσει μία αίτηση εκκαθάρισης σε απόρριψη βρίσκεται στους ώμους της εταιρείας που προβάλλει αυτήν την υπεράσπιση. Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές πως στην περίπτωση που αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να αποστεί της εκκαθάρισης εταιρείας, ενώ σε περίπτωση που ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 211 το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια. Οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, η οποία θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μαρτυρία και να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης αν πιστοποιήσει αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 212, νοουμένου βεβαίως ότι υπάρχει επαρκής αναφορά τόσο στην αίτηση όσο και στη μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου.[5] Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους της Αιτήτριας ως προς την ανικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να πληρώσει τα χρέη της, δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση της αίτησης από το Δικαστήριο στα πλαίσια των άρθρων 211(ε) και 212(γ).[6] Περαιτέρω, όταν η καθ' ης η αίτηση σε αίτηση εκκαθάρισης ισχυρίζεται ότι έχει απαίτηση (cross claim) για ποσό που υπερβαίνει αυτό του αιτητή, η πρακτική, ως αυτή έχει αναγνωρισθεί από την αγγλική νομολογία και συγγράμματα, είναι να τυγχάνει η ύπαρξη της ανταγωγής (cross claim) της ίδιας διαχείρισης ως αμφισβήτηση οφειλής με το Δικαστήριο, σύμφωνα με αυτήν την πρακτική, αφού ικανοποιηθεί ότι η ανταγωγή (cross claim) είναι γνήσια, σοβαρή και έχει ουσία να μην εκδίδει διάταγμα εκκαθάρισης, εκτός αν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις.[7] Στην Re Bayoil SA [1999] 1 WLR 147 είχε εκδοθεί διαιτητική απόφαση εναντίον της καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας η εκτέλεση της οποίας δεν αναστάληκε. Ακολούθησε επιστολή απαίτησης πληρωμής (statutory demand) εναντίον της με την οποία δεν συμμορφώθηκε με αποτέλεσμα να καταχωριστεί αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αμφισβήτησε την έκδοση της διαιτητικής απόφασης εναντίον της και το δυνάμει αυτής χρέος που αποτέλεσε τη βάση της απαίτησης πληρωμής και συνακόλουθα της αίτησης εκκαθάρισης πλην όμως εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε η αίτηση εκκαθάρισης να ανασταλεί ή να απορριφθεί για τον λόγο ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε γνήσια και σοβαρή ανταγωγή (genuine and serious counterclaim) εναντίον του αιτητή για ποσό που υπερέβαινε το χρέος της προς τον Αιτητή. To Court of Appeal παραμέρισε κατ' έφεση το διάταγμα εκκαθάρισης που εξέδωσε το πρωτόδικο δικαστήριο στη βάση της ανωτέρω αναφερόμενης πρακτικής. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια κάποια αποσπάσματα από την Re Bayoil SA [1999] 1 WLR 147 από τα οποία αναδύεται με ενάργεια το σκεπτικό και η προσέγγιση του Court of Appeal σε σχέση με την πιο πάνω πρακτική: (Υπό του LORD JUSTICE NOURSE) . I come to Re Portman Provincial Cinemas, Ltd , which was a cross claim case. The report in the Solicitors Journal
(1964)108 Sol. Jo. 581 is very brief. We have, however, been able to obtain a transcript of the judgments from the Supreme Court Library. In that case the petition was based on an undisputed debt of £40,831 owing in respect of principal, interest and costs secured by a mortgage. In May 1963 the creditor ("Baldwins") demanded payment from the company of that sum. In July 1963 the company issued a writ against Baldwins claiming damages for breach of an oral agreement alleged to have been made in or about November
- After the pleadings in the action were closed, but before it could be tried, Baldwins presented its petition. Plowman J dismissed it. On Baldwins' appeal to this court, Lord Denning MR thought that the company's cross claim had no substance at all. He would have allowed the appeal. Harman and Russell LJJ, on the other hand, thought that it could not be said that there was no substance in the cross claim and accordingly dismissed the appeal. The importance of the case lies in the observations of Lord Denning MR and Harman LJ as to the test to be applied. At the beginning of his judgment, the Master of the Rolls said: "[The company says that] they have a cross claim which overtops the amount due to Baldwins. The question is whether the debt of Portmans is a ´disputed' debt. It would be, I think, if there was real substance in the cross claim." Having stated the facts, he said: "As I understand the law on the matter, it is this: If this is a genuine cross claim with substance in it, then let it be tried out in the Queen's Bench Division: this petition must be rejected. But if there is no substance in the cross claim, then let the Court do justice to the petitioners in this case and not give heed to so insubstantial a cross claim. We were referred to Re Welsh Brick Industries Ltd [1946] 2 All ER 197, where, even though the defendant company had put in affidavits and got leave to defend under Order 14 (thus showing there was a triable issue), nevertheless the Court looked into the matter even so; and held there was no substance in the defence; and therefore it was not a ground for refusing a winding-up order." .. we have been referred to dicta in Commonwealth decisions which give support to the existence of the practice in cross claim cases. Thus in the Privy Council case of Malayan Plant (Pte.) Ltd v Moscow Narodny Bank Ltd [1980] 2 Malayan Law Jo. 53 (a disputed debt case) Lord Edmund-Davies, in delivering the judgment of the Board, said at p. 55: "There is no distinction in principle between a cross claim of substance (such as in the Wools case) and a serious dispute regarding the indebtedness imputed against a company, which has long been held to constitute a proper ground on which to reject a winding-up petition." In the present case . for the reasons stated, that approach was incorrect. Having held that the company had a genuine and serious counterclaim in the arbitration, which it had been unable to litigate, in an amount exceeding the amount of Seawind's debt, the judge ought to have asked himself whether there were special circumstances which made it inappropriate for the petition to be dismissed or stayed. Mr Russen has submitted that the matters relied on by the judge in exercising his discretion did in any event amount to special circumstances. Shortly stated, those matters were the finality and unappealability of the interim award, the security for the company's counterclaim granted by Seawind's P&I club, the judge's concern as to the potential commercial insolvency of the company and the fact that there was no real evidence that the award could be paid. In my judgment those matters do not amount to special circumstances. Indeed, with the exception of the security for the company's counterclaim, they are likely to be found in many cross claim cases. Mr Russen has also relied on the fact that no stay of the interim award was sought or granted. That adds nothing to his other points. The ability of a petitioning creditor to levy execution against the company does not entitle him to have it wound up. Moreover, an order that a company be wound up, unlike a bankruptcy order, is often a death knell. Nor can it be certain that a liquidator, even with security behind him, will prosecute the company's claims with the diligence and efficiency of its directors. These, I believe, are considerations which go to justify the practice in cross claim cases. I emphasise that the cross claim must be genuine and serious or, if you prefer, one of substance; that it must be one which the company has been unable to litigate; and that it must be in an amount exceeding the amount of the petitioner's debt. All those requirements are satisfied in this case. I would allow the appeal and discharge the winding-up order.» (η έμφαση και οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό κρίση Αίτησης. Προέχει κατά λογική προτεραιότητα η εξέταση των θέσεων που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό δημιουργία του νομοθετικού τεκμηρίου ύπαρξης αδυναμίας πληρωμής χρεών της Καθ' ης η Αίτηση. Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως αυτή αναπτύχθηκε και στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της, ότι, ενόψει της επιστροφής ως ανεκτέλεστου του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Βασιλείου) έχει δημιουργηθεί νομοθετικό τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, να μην έχει διακριτική ευχέρεια να αποστεί της εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση. Στην αντίπερα όχθη, η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει τη θέση ότι ο λόγος που επιστράφηκε ανεκτέλεστο το ένταλμα ήταν ακριβώς επειδή η Καθ' ης η Αίτηση δεν βρισκόταν στη ρηθείσα διεύθυνση.[8] Ο συνήγορος της Αιτήτριας προς αντίκρουση του επιχειρήματος που προβάλλεται από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση ότι η αυτή δεν βρισκόταν στη διεύθυνση στην οποία έγινε προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας, αναφέρει στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση είναι το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση.[9] Ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης του επισημαίνει ότι το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο διότι ο επιδότης πήγε μόνο στη διεύθυνση [ ] [ ] στην οποία δεν βρισκόταν η Καθ' ης η Αίτηση αφού το εγγεγραμμένο γραφείο αυτής είναι στη διεύθυνση Τριπτολέμου 10Α, 1087, Λευκωσία, γεγονός που, όπως υποδεικνύει ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν στην ειδοποίηση τους προς τον Πρωτοκολλητή ημερομηνίας 8/11/2017 (πρόκειται για τον Τύπο (Form J. 92T & G.) με τίτλο «Application for issue of writ of execution by sale of movable property» που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2 στην Αίτηση). Ανατρέχοντας στο Τεκμήριο 2 διαπιστώνω ότι πρόκειται για δέσμη 2 εγγράφων. Το πρώτο έγγραφο είναι η ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη σε σχέση με την εκτέλεση του εντάλματος προς τους συνήγορους της Αιτήτριας και το δεύτερο είναι ο Τύπος (Form J. 92T & G.) με τίτλο «Application for issue of writ of execution by sale of movable property» προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου που υπογράφεται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας για την έκδοση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας και που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Στον Τύπο (Form J. 92T & G.) με τίτλο «Application for issue of writ of execution by sale of movable property» καταγράφονται (αυτολεξεί), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σφραγίσατε ένταλμα δια την εκποίησιν της κινητής περιουσίας των
- Α. L. KRAMBENES LTD,
- ΣΑΒΒΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ του άνω μνησθέντος, εκ Τριπτολέμου 10Α, Λευκωσία και εκ [ ] 17Β, [ ], [ ], Λευκωσία ήτις δύναται να ευρεθεί εντός της Επαρχίας Λευλωσίας προς είσπραξιν του ποσού.» Στην ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη σε σχέση με την εκτέλεση του εντάλματος καταγράφονται (αυτολεξεί), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «ΜΕΤΑΞΥ: Α. L. VASILIOU MOTORS LTD -και-
- Α. L. KRAMBENES LTD
- ΣΑΒΒΑΣ ΛΕΩΝΙΔΟΥ ---------------------- Με την ειδοποίηση αυτή σας πληροφορώ ότι, η εκτέλεση του Εντάλαματος[10] κινητής περιουσίας, με τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω, που εκδόθηκε στις 20-11-17 δεν έχει καταστεί δυνατή, για τον ακόλουθο λόγο: α. Ο/Οι εξ αποφάσεως χρεώστης/χρεώστες 1 + 2 στερείται/στερούνται κινητής περιουσίας, που υπόκειται σε κατάσχεση σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου όπως τροποποιήθηκε στις 1/07/2014, στη διεύθυνση που δόθηκε στην [ ] 17Β [ ].» Ακολούθως, στη σχετική ειδοποίηση, καλούνται οι συνήγοροι της Αιτήτριας να υποδείξουν άλλη κινητή περιουσία εντός 15 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης και ενημερώνονται ότι σε διαφορετική περίπτωση το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι στο σώμα της υπό κρίση Αίτησης και ειδικότερα στην παράγραφο 2, αναφέρεται ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση βρίσκεται στην οδό Τριπτολέμου 10Α, 1087, Λευκωσία. Τα όσα καταγράφονται στο σώμα της Αίτησης υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση Βασιλείου. Καθίσταται λοιπόν σαφές από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αυτά έχουν συνοψισθεί πιο πάνω, ότι, η εκτέλεση του εντάλματος σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση, έλαβε χώρα σε διεύθυνση άλλη από αυτήν του εγγεγραμμένου γραφείου της με τους συνηγόρους της Αιτήτριας να έχουν (όπως προκύπτει από το γραπτό κείμενο της αγόρευσης τους) την πεπλανημένη αντίληψη ότι η διεύθυνση την οποία κατέγραψε ο επιδότης στη σχετική ειδοποίηση του και στην οποία προκύπτει ότι έγινε η προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος, ήταν η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ' ης η Αίτηση. Δεν φαίνεται να έλαβε καν προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ' ης η Αίτηση ούτε υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει τη σχέση της Καθ' ης η Αίτηση με τη διεύθυνση στην οποία πράγματι εκτελέστηκε το ένταλμα. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι η διεύθυνση στην οποία έγινε προσπάθεια εκτέλεσης του εντάλματος ήταν η διεύθυνση του φυσικού προσώπου εναντίον του οποίου επίσης στρεφόταν το ένταλμα και όχι της Καθ' ης η Αίτηση. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι το ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο εντός της έννοιας του άρθρου 212 (β) του Κεφ.
- Και αυτό γιατί το ένταλμα πέραν του ότι δεν εκτελέστηκε στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ' ης η Αίτηση, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει τη σχέση της Καθ' ης η Αίτηση με τη διεύθυνση στην οποία πράγματι εκτελέστηκε το ένταλμα. Δεν προσφέρθηκε με άλλα λόγια μαρτυρία ότι για παράδειγμα, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας δεν λειτουργούσε, ή ότι σε αυτήν την άλλη διεύθυνση όπου εκτελέστηκε το ένταλμα η Καθ' ης η Αίτηση διατηρούσε γραφεία ή χώρο εργασίας ή ασκούσε με οποιοδήποτε τρόπο εργασία με τρόπο ώστε να αναμένετο ο εντοπισμός οποιασδήποτε περιουσίας σε αυτή τη διεύθυνση και όχι στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Καθ' ης η Αίτηση. Σε ότι αφορά την εκτέλεση ενταλμάτων εκποίησης κινητής περιουσίας σε σχέση με νομικά πρόσωπα η λογική του πράγματος επιβάλλει αυτό να εκτελείται στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του νομικού προσώπου και σε περίπτωση που δεν εκτελείται στο εγγεγραμμένο γραφείο αλλά σε διεύθυνση άλλη από αυτή του εγγεγραμμένου γραφείου να προσφέρεται μαρτυρία που να καταδεικνύει τη σχέση αυτής της διεύθυνσης με το νομικό πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή η διαδικασία μπορεί να δώσει έρεισμα για την εκκαθάριση του νομικού αυτού προσώπου. Συνακόλουθα, είναι κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκτελέστηκε το επίδικο ένταλμα, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για δημιουργία του νομοθετικού τεκμηρίου αδυναμίας πληρωμής χρεών σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212 (β). Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας της αίτησης στη βάση των άρθρων 211 (ε) και 212 (γ) στα οποία επίσης εδράζεται η υπό κρίση Αίτηση. Επί του επίμαχου ζητήματος διαφωτιστικά είναι τα όσα επισημάνθηκαν στην C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LTD v. Eταιρεία Σκυροποιϊας «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1457) στην οποία λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η αίτηση δεν μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια του Άρθρου 211 (ε) γενικά, ουσιαστικά δηλαδή στη βάση του Άρθρου 212 (γ), εφ' όσον, ούτε επαρκής αναφορά έγινε στην αίτηση, ούτε σχετική μαρτυρία δόθηκε. Ούτε και υπήρχε δυνατότητα επιτυχίας της αίτησης στη βάση αυτή, με μόνο δεδομένο την παράλειψη πληρωμής του συγκεκριμένου χρέους. Αν επιδιώκεται όπως η αίτηση βασιστεί γενικά στην ανικανότητα εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το Άρθρο 212(γ) μπορεί να γίνει, οπότε βέβαια δεν αρκεί αναφορά στην παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει χρέος της, αλλά επιβάλλεται, στα πλαίσια στάθμισης της γενικότερης φερεγγυότητάς της, αναφορά στη συνολική κατάσταση της εταιρείας λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των υποχρεώσεών της, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών.» (οι υπογραμμίσεις και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπό εξέταση περίπτωση η γενική, αόριστη και χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση αναφορά ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι αναξιόχρεη και αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της και ότι το ποσό της απόφασης παραμένει απλήρωτο δεν αποτελεί επαρκές μαρτυρικό υλικό προς στοιχειοθέτηση της ανικανότητας της Καθ' ης η Αίτηση να πληρώσει τα χρέη της εντός της έννοιας των άρθρων 211 (ε) και 212 (γ) ως αυτά έχουν ερμηνευτεί νομολογιακά. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν υπάρχει περιθώριο επιτυχίας της υπό κρίση Αίτησης ούτε σε αυτή τη βάση. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η ενασχόληση του Δικαστηρίου τόσο με το ζήτημα της ανταγωγής (cross claim) όσο με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Συνακόλουθα η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022 [3] London Club Ltd v. Παπαδόπουλου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1699. [4] Χατζηγιάννης ν C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1Β ΑΑΔ 991. [5] Ανδρέας Γεωργιάδης και Υιός Λτδ ν. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολ.Εφ. 177/2011, 15.5.2017), Βesuno Ltd
(2014)1Α ΑΑΔ 427, C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LTD v. Eταιρεία Σκυροποιϊας «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1457, PAN-AMAN HOTELS LTD v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796, Μ. Mouletaris Machinery Co. Ltd. v. Ζήνωνος
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1649 in RE LOUKOS MANUFACTURERS LTD
(1998)1 A.A.Δ. 2226, G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14 [6] Βesuno Ltd
(2014)1Α ΑΑΔ 427 [7] Pennigton's Company Law, (4η έκδοση), σελ. 678 - 679, Re Bayoil SA [1999] 1 WLR 147, Blackstone's Civil Practice 2019, The Commentary (OUP, Oxford 2019) σελ. 1554, § 82.28 [8] Λόγος ένστασης υπ' αριθμό 4 και παράγραφος 13 της Ένορκης Δήλωσης Λεωνίδου. [9] Σελ. 4 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης. [10] Προφανώς εννοείται «εντάλματος». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο