← Κύπρος

DENITSA HRISTOVA TODOROVA ν. MOHAMAD SAEED ALIRIFAI κ.α., Αρ. Αγωγής: 3505/2021, 22/9/2022

DENITSA HRISTOVA TODOROVA ν. MOHAMAD SAEED ALIRIFAI κ.α., Αρ. Αγωγής: 3505/2021, 22/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:A362 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3505/2021 Μεταξύ: DENITSA HRISTOVA TODOROVA Eνάγουσας και

  1. MOHAMAD SAEED ALIRIFAI
  2. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Eναγομένων Ημερομηνία: 22 Σεπτεμβρίου 2022 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ Μ. Χατζηδάκης για ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΑΝΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 2: καμία εμφάνιση. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί συνεπεία τροχαίου ατυχήματος το οποίο συνέβη στις 7/8/2020 και την ευθύνη πρόκλησης του οποίου, φέρει κατά την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 1 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλισμένος στην Εναγόμενη
  3. Η Ενάγουσα δικογραφεί τις λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζει στον Εναγόμενο 1 και παραθέτει λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί καθώς των ειδικών ζημιών που αξιώνει. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 23/12/
  4. Μετά την επίδοση του στην Εναγόμενη 2, αυτή δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης. Στις 11/3/2022 καταχωρίστηκε Έκθεση Απαίτησης και στις 16/5/2022 ακολούθησε η καταχώριση μονομερούς αίτησης με την οποία αξιώνεται η έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 2 λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 1 δεν προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας να έχει λάβει χώρα επίδοση της αγωγής. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση της ίδιας. Η Ενάγουσα επαναλαμβάνοντας τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της λέγει ότι ο Εναγόμενος 1 την χτύπησε με το αυτοκίνητο του ενώ διασταύρωνε πεζή τον δρόμο από τα δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου του Εναγόμενου 1 με αποτέλεσμα η ίδια να υποστεί σωματικές βλάβες και ζημιές. Σε ότι αφορά τις σωματικές της βλάβες αναφέρει ότι έχει υποστεί: (Α) άλγος γονάτων άμφω και δεξιάς ποδοκνημικής, (Β) κάκωση γονάτων άμφω και δεξιάς ποδοκνημικής και βαριά θλάση αμφότερων των γονάτων, (Γ) επώδυνη δυσκαμψία του αυχένα λόγω διαστρέμματος, (Δ) επώδυνη δυσκαμψία αμφότερων των γονάτων με συλλογή υγρού εντός της άρθρωσης λόγω βαριάς θλάσης των γονάτων και (Ε) επώδυνη διόγκωση της αριστερή ποδοκνημικής άρθρωσης λόγω διαστρέμματος. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το επίδικο ατύχημα δημιούργησε προβλήματα και στη ψυχική υγεία της ενάγουσας, διαταραχές, άγχος και άλλη συναφή ψυχολογικά προβλήματα, παρουσιάζει υπερ-εγρήγορση, ευαισθησία και υπερβολική αντίδραση σε ξαφνικούς θορύβους, μειωμένη συγκέντρωση λόγω επαναλαμβανόμενων σκέψεων που σχετίζονται με το ατύχημα και διαταραχές στον ύπνο τα οποία πληρούν τα κριτήρια της διαταραχής του παρελθοντικού μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο 2 δέσμη ιατρικών πιστοποιητικών. Σε ότι αφορά τις ειδικές ζημιές που αξιώνει παρουσίασε ως Τεκμήριο 3 δέσμη αποδείξεων. Στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάστηκε άλλη εκδοχή πλην της εκδοχής της Ενάγουσας, ώστε να απαιτείται από το δικαστήριο να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Wynne Barry ν. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Kωστάκη Δαυίδ Mαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου),

(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο».[1] Η Ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τη δικογραφημένη της εκδοχή. Δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να εγείρει οποιαδήποτε δυσκολία ως προς την αξιοπιστία της Ενάγουσας. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η εκδοχή της Ενάγουσας σε ότι αφορά τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος ιδωμένη και εξεταζόμενη υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνεται αξιόπιστη και συνακόλουθα, αποδεκτή. Προς αποφυγή επανάληψης υιοθετώ τα όσα έχω καταγράψει πιο πάνω στη σύνοψη της μαρτυρίας της Ενάγουσας σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος τα οποία καθίστανται και δικά μου ευρήματα. Το ίδιο ισχύει και σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί οι οποίες υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που παρουσίασε. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος η Ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αυχένα και αριστερής ποδοκνημικής καθώς και θλάση αμφότερων των γονάτων. Εφαρμόσθηκε αυχενικό κολλάρο, έγινε συμπιεστική επίδεση γονάτων και ποδοκνημικής, χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και συνεστήθη παγοθεραπεία και ανάπαυση (Σχετικό είναι το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Α. Παναγιωτίδη ημερομηνίας 28/8/20 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2). Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα υπεβλήθη σε 12 φυσιοθεραπείες (σχετικό είναι το τιμολόγιο ημερομηνίας 12/10/2020 που εκδόθηκε από κάποιο κέντρο φυσιοθεραπείας και αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 3). Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τις επιπτώσεις στη ψυχική της υγεία παρατηρώ τα ακόλουθα: προς υποστήριξη των όσων ανέφερε στην ένορκη της δήλωση παρουσίασε μία έκθεση αξιολόγησης από κλινική ψυχολόγο. Πρόκειται για ένα έγγραφο που φέρει ημερομηνία σύνταξης την 18η Δεκεμβρίου 2020, αριθμεί 5 σελίδες και το οποίο αναφέρεται στην εξέταση και αξιολόγηση της Ενάγουσας για διάφορες διαταραχές οι πλείστες εκ των οποίων δεν σχετίζονται με το επίδικο ατύχημα. Η αναφορά της Ενάγουσας στην ένορκη της δήλωση ότι το επίδικο ατύχημα της προκάλεσε μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε σχέση με αυτή τη διαταραχή καθίσταται σαφές από την έκθεση που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 2 ότι αυτό εξετάστηκε σε συνάρτηση με τις προσωπικές της συνθήκες και συμπεριφορά πολύ πριν το επίδικο ατύχημα. Αυτό που φαίνεται από την έκθεση να σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα είναι η διαταραχή του μετατραυματικού στρες. Σε σχέση με αυτό, είναι σαφές ότι το πρόσωπο που συνέταξε το εν λόγω έγγραφο απλώς κατέγραψε τα παράπονα της Ενάγουσας τα οποία ήταν βασικά υποκειμενικής φύσεως και αφορούσαν ουσιαστικά το πως η ίδια ανέφερε ότι ένιωθε μετά το επίδικο ατύχημα και κυρίως τη ψυχική αναστάτωση που αυτό της προκάλεσε. Τα όσα στη σελίδα 3 και 4 της έκθεσης καταγράφονται επί του προκειμένου αποτελούν απλώς καταγραφή των όσων η Ενάγουσα ανέφερε στην κλινική ψυχολόγο ότι αισθάνεται με την κλινική ψυχολόγο να καταλήγει ότι τα όσα ουσιαστικά της ανέφερε πληρούσαν τα κριτήρια της διαταραχής του μετατραυματικού στρες χωρίς όμως να εξηγείται στην έκθεση με οποιοδήποτε τρόπο με ποιο τρόπο η ίδια κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, στο οποίο στην πραγματικότητα φαίνεται να κατέληξε λαμβάνοντας απλώς ως δεδομένο τις υποκειμενικές αιτιάσεις της Ενάγουσας, τις οποίες δεν φαίνεται ούτε προκύπτει ότι η ίδια αντικειμενικά διαπίστωσε. Τα πιο πάνω κενά και αδυναμίες εμποδίζουν το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του συντάκτη της ρηθείσας έκθεσης ώστε να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά.[2] Αποδέχομαι βεβαίως ότι το επίδικο ατύχημα προκάλεσε ψυχική ταλαιπωρία και αναστάτωση στην Ενάγουσα πλην όμως για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εύρημα ύπαρξης τέτοιας ψυχικής διαταραχής συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ φαίνεται να συστάθηκε στη ρηθείσα έκθεση όπως η Ενάγουσα δεχτεί ψυχοθεραπευτική αγωγή εντούτοις, δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι έλαβε τέτοια ούτε προκύπτει να αποτάθηκε ή να εξετάστηκε εκ νέου από ψυχολόγο ή ψυχίατρο δύο
(2)και πλέον χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα ενδεικτικό και της βελτίωσης της όποιας ψυχικής αναστάτωσης είχε βιώσει από το επίδικο ατύχημα. Θα αναμενόταν λογικά ότι σε περίπτωση που υπήρχε πράγματι τέτοια ψυχική διαταραχή ή σε περίπτωση που η όποια ψυχική αναστάτωση της Ενάγουσας συνεχιζόταν, η Ενάγουσα θα αναζητούσε βοήθεια ή έστω θα εξηγούσε στο Δικαστήριο για ποιο λόγο δεν ζήτησε τέτοια βοήθεια. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[3] Όπως έχει περαιτέρω νομολογηθεί μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[4] Στη Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, αναφέρθηκε ότι το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του.» Οι παράμετροι του αντικειμενικού κριτηρίου της αμέλειας οριοθετούνται από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και όχι του τέλειου οδηγού.[5] Το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια.[6] Η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική. Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις.[7] Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό συνιστά αμέλεια.[8] Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει από την αναντίλεκτη ενώπιόν μου μαρτυρία ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του Εναγόμενου 1 στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη η Εναγόμενη 2. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες, λογικές και κοινωνικά αποδεκτές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.[9] Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις, η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν, έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία της ανικανότητας.[10] Η αυξητική βεβαίως τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση.[11] Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν ανάλογα με τα δεδομένα κάθε περίπτωσης, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα, αλλά και ως συγκριτικό όταν το Δικαστήριο ανατρέχει σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές θα μπορούσε να είναι βοηθητικές.[12] Περαιτέρω, προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση, γιατί κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης.[13] Ο συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε ότι το ποσό των €25,000 αποτελεί εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις αποζημίωση για την Ενάγουσα. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω εξετάζοντας το ζήτημα της απόδοσης γενικών αποζημιώσεων προς την Ενάγουσα, έχω αντλήσει καθοδήγηση, στο βαθμό και υπό την έννοια που περιγράφεται ανωτέρω, από προηγούμενες αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν παρόμοιους τραυματισμούς, άλλοτε πιο σοβαρούς και άλλοτε λιγότερο σοβαρούς από την παρούσα υπόθεση.[14] Αφού έλαβα υπόψη μου το είδος των τραυματισμών της Ενάγουσας, τις σωματικές βλάβες και συνέπειες στην κατάσταση της υγείας της καθώς και τον πόνο και την ταλαιπωρία της από το επίδικο ατύχημα όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των €8,000 ως γενικές αποζημιώσεις, το οποίο και επιδικάζω. Σε ότι αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία.[15] Στην απόφαση Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα : «ο Ενάγοντας βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδική ζημία.» Στην Αθανασίου v. Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, υπήρξε εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την εφεσίβλητη ως αξιόπιστη, δεν εμποδιζόταν να αποδεχτεί ως αληθή και πραγματικά τα ποσά που αξιώνονταν παρόλο που για τα ποσά αυτά δεν προσκομίστηκαν πέραν της προφορικής μαρτυρίας οποιεσδήποτε αποδείξεις. Το Εφετείο διαφώνησε με την εν λόγω εισήγηση λέγοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν συμφωνούμε με το συνήγορο της εφεσίβλητης. Ο απλός ισχυρισμός από κάποιο διάδικο ότι κατέβαλε συγκεκριμένα κονδύλια, τα οποία αξιώνει υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων, δεν ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή που απαιτεί την απόδειξη τους με θετικό τρόπο.» Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει μέρος των ειδικών ζημιών που αξιώνει. Πρόκειται για τα ποσά που αντιστοιχούν στα ιατρικά έξοδα και έξοδα αστυνομικής έκθεσης που κατέβαλε για τα οποία προσκόμισε σχετικές αποδείξεις. Συγκεκριμένα, απέδειξε με θετικό τρόπο ποσό ύψους €1,035 και συνεπώς, αυτό το ποσό μπορεί να επιδικαστεί στην Ενάγουσα. Δεν ισχύει το ίδιο με τα κατ' ισχυρισμό ποσό που αφορά το έξοδα καταστροφής του κινητού της τηλεφώνου για το οποίο δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε απόδειξη ή άλλο έγγραφο που να το επιβεβαιώνει. Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται η Ενάγουσας σχετικές είναι οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ
  1. Έχει τονισθεί ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπό κρίση υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε στις 7/8/20, ενώ το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 23/12/
  2. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ήτοι 23/12/
  3. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 ως ακολούθως: (α) για το ποσό των €8,000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων πλέον νόμιμο τόκο από 23/12/2021 μέχρι εξόφλησης και, (β) για το ποσό €1,035 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων με νόμιμο τόκο από 12/3/21 μέχρι εξόφλησης μειωμένου όμως κατά το ήμισυ.[16] Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης
  4. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σχετικές επίσης είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Π. Ε. 335/2009, ημερ. 17/10/2014. [2]Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1077, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25, Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013. [3] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. [4] Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, [5] Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, και Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383. [6] Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475. [7] Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188. [8] Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78. [9] Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Lankuntis v. Νικόλα
(2002)1Β Α.Α.Δ 1128, Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12.2.2014, ECLI:CY:AD:2014:A107, [10] Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74 - 75. [11] Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590 [12] Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029. [13] Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445. [14] Αρετούλα Μερακλή κ.ά. v. Α. Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148, Χαραλάμπους Κασιάνα ν. Γιαννάκη Αναστασιάδη
(2003)1 ΑΑΔ 1709, Κωνσταντινίδης v. Δ. Ζαχαρίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 733, Κεζαρίδης ν. Κωνσταντινου
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1373, Pούμπας Γεώργιος ν. Nάσου Mακρυγιάννη και Άλλης
(2011)1 Α.Α.Δ. 1129, Χριστίνα Ιωαννίδου ν. Τάσος Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 15/2011, 11/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:A288, Αλέξης Χριστοφίνης ν. Στέλλας Φραντζή, Πολιτική Έφεση ΑΡ. 328/2011, 31/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, Στεφάνου v. Αντωνίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 508/12, ημερομηνίας 17 Δεκεμβρίου, 2018 [15] Κυριάκου Αθανασίου v. Δάφνης Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη, Αγωγή Ναυτοδικείου 92182
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 687. [16] Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.